Βάσω Καλαμά
Μία από τις πιο τραγικές συνέπειες της πολιτικής της κυβέρνησης, της Ευρωπαϊκής ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου είναι το απολύτως ορατό πλέον κοινωνικό φαινόμενο των αστέγων. Άνθρωποι που έχασαν την ιδιοκτησία τους λόγω δανείων ή άλλων οφειλών, νέοι άνεργοι που δεν μπορούν να συντηρήσουν μια κατοικία και έχουν απομακρυνθεί από την οικογένεια τους και άτομα που έχασαν την δουλειά τους λίγο πριν συνταξιοδοτηθούν και αδυνατούν να επαναπροσληφθούν σε μια νέα εργασία λόγω της ηλικίας τους, αποτελούν μία νέα κατηγορία αστέγων, δημιούργημα της κρίσης, που έρχονται να προστεθούν στην παλαιότερη κατηγορία που αποτελούνταν κυρίως από μετανάστες και τοξικοεξαρτημένους.
Το πρόβλημα εμφανίζει χωρικά τη μεγαλύτερη οξύτητα στο κέντρο της Αθήνας, ένα κέντρο που διαμορφώθηκε από την πύκνωση την εποχή της αντιπαροχής, την εγκατάλειψη από τα υψηλότερα οικονομικά στρώματα την περίοδο της προαστιοποίησης και την νέα πύκνωση από την εγκατάσταση μεταναστών. Η κοινωνική πόλωση που προκύπτει αντιμετωπίζεται από τον κυρίαρχο λόγο με τη ρητορεία περί «γκέτο» και «άβατου». Συνεπώς οι προτάσεις για την κατοικία στο κέντρο της πόλης (π.χ. στις περιοχές του Μεταξουργείου, του Κεραμεικού και του Γερανίου) ρητά αναφέρονται σε νέα στρώματα πληθυσμού που το κέντρο θα προσελκύσει και όχι στους υπάρχοντες κατοίκους του και στα προβλήματά τους, εντείνοντας έτσι τα φαινόμενα υποβάθμισης.
Μεγάλο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο αυτή η νέα κατηγορία άστεγων δημιουργείται σε μία χώρα που επιχείρησε να λύσει το ζήτημα της κατοικίας μέσω της αγοράς και της δραστηριοποίησης της μικρής επιχείρησης (αυτοστέγαση – αντιπαροχή). Η μία πλευρά του νομίσματος αυτών των διαδικασιών είναι το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης και το μεγάλο κτιριακό απόθεμα, ενώ η άλλη πλευρά είναι η απουσία οποιασδήποτε πρόνοιας για τους ενοικιαστές και όσους δυσκολεύονται να αποπληρώσουν το στεγαστικό τους δάνειο λόγω της κρίσης. Αυτή η δεύτερη πλευρά θα αποδειχθεί καθοριστική, καθώς η ραγδαία αύξηση των τιμών της κατοικίας στην εποχή της ΟΝΕ, σε συνδυασμό με την παραδοσιακά ανύπαρκτη πολιτική κοινωνικής κατοικίας, είχε σαν αποτέλεσμα την εξάρτηση του δικαιώματος στην κατοικία σε πολύ μεγάλο βαθμό από το τραπεζικό σύστημα. Επιπλέον, η πολιτική της υπερφορολόγησης της ακίνητης περιουσίας εκ μέρους της τρόικας, αναμένεται να στρέψει πολύ κόσμο από την ιδιοκατοίκηση στην ενοικίαση. Ο αριθμός όσων δεν είναι πλέον σε θέση να πληρώνουν το ενοίκιο τους ή τη δόση του στεγαστικού τους δανείου και τη θέρμανση και το ρεύμα της κατοικίας τους αυξάνεται συνεχώς. Οι εξελίξεις αυτές οδηγούν ένα μέρος του πληθυσμού σε απώλεια στέγης, και όταν δεν υπάρχει η δυνατότητα φιλοξενίας σε σπίτια φίλων ή συγγενών στο φαινόμενο των άστεγων που ήδη υπολογίζονται σε 20.000 περίπου άτομα στην Ελλάδα.
Στεγαστικές πολιτικές και τρόποι πρόσβασης στην κατοικία
Στην Ελλάδα το σύστημα παραγωγής κατοικίας καθόρισε και σε πολύ μεγάλο βαθμό τις κρατικές στεγαστικές πολιτικές. Στον οικοδομικό τομέα, που γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη τη μεταπολεμική περίοδο, επικράτησε ένα εξαιρετικά ιδιόμορφο σύστημα παραγωγής κατοικίας. Η ιδιόμορφη σύμπραξη της γης μέσω του συστήματος της αντιπαροχής, η απουσία μεγάλων εταιριών και η μικρή ιδιοκτησία αστικής γης, εμπόδισαν τη διείσδυση μεγάλου κεφαλαίου στον τομέα της οικοδομικής δραστηριότητας. Δεδομένου αυτού, διασφαλίστηκε πρόσβαση στην κατοικία για ευρύτατα κοινωνικά στρώματα με σχετικά χαμηλό κόστος. Μια ακόμη συνιστώσα που συνέβαλε στην κάλυψη των μεταπολεμικών στεγαστικών αναγκών αποτελούν οι αυτόνομες πρακτικές στέγασης κοινωνικών στρωμάτων που δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση μέσω της αγοράς έτοιμων κατοικιών. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Η κρίση κατοικίας στο κέντρο της Αθήνας»