Ο αγώνας των φοιτητών μας αφορά όλους!

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αφού «έσωσε» τα σχολεία μοιράζοντας φωτοτυπίες αντί για βιβλία και στοιβάζοντας μεγαλύτερους αριθμούς μαθητών σε τάξεις με ελλείψεις σε εκπαιδευτικό προσωπικό, αφού «έσωσε» και τα νοσοκομεία κλείνοντάς τα, μειώνοντας κλίνες, απαξιώνοντας το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και «πετυχαίνοντας» ελλείψεις σε βασικά ιατρικά υλικά, έρχεται τώρα να σώσει και τα πανεπιστήμια. Αυτή τη φορά την προσπάθειά της έρχεται να συνδράμει ανοικτά και το υπόλοιπο μπλοκ των φιλο-μνημονιακών δυνάμεων, η Νέα Δημοκρατία και δύο από της εκδοχές την Ελληνικής ακροδεξιάς (το ΛΑΟΣ και το κόμμα Μπακογιάννη). Όλοι αυτοί μαζί ψήφισαν το νομοσχέδιο Διαμαντοπούλου τον Αύγουστο με τις σχολές κλειστές, στο πλαίσιο του «δόγματος του σοκ», που συμπυκνώνεται στην εκμετάλλευση των κρίσεων για να επιτευχθεί μία απότομη αλλαγή των συσχετισμών υπέρ του κεφαλαίου και της χρηματοπιστωτικής και επιχειρηματικής ελίτ και σε βάρος των εργαζόμενων. Στο πλαίσιο αυτού του δόγματος τα χτυπήματα στον εχθρό λαό πρέπει να επιφέρονται όλα μαζί σε σύντομο χρονικό διάστημα ώστε να αφαιρείται η δυνατότητά του να αντιδράσει.

Στο πλαίσιο αυτό οι αλλαγές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση συμπυκνώνονται στην προσαρμογή των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην εποχή του μνημονίου και της τρόικας με την πιστή εφαρμογή της «διαδικασίας της Μπολώνιας». Η τελευταία προβλέπει την ολοκλήρωση των ευρωπαϊκών συστημάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε έναν Κοινό Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης με κεντρική ιδέα την παραγωγή μιας μεγάλης μάζας αποφοίτων με κατάρτιση μιας χρήσης, υποκείμενη σε διαρκείς επικαιροποιήσεις μέσω των θεσμών δια βίου μάθησης και μια μικρή ελίτ «αριστείας» με περισσότερα προσόντα που θα παίζει επιτελικότερο ρόλο στην παραγωγή. Η ιδέα αυτή φυσικά δεν είναι καθόλου άσχετη με τις εξελίξεις στο πεδίο της παραγωγής. Για παράδειγμα η αποφασιστική προώθηση των διαδικασιών συγκέντρωσης – συγκεντροποίησης σε τομείς της παραγωγής που μέχρι πρότινος κυριαρχούνταν από μικρές και μεσαίες (συχνά ακόμα και ατομικές) επιχειρήσεις, δεν συμβαδίζει με κριτήριο τους νόμους της αγοράς με κοστοβόρους πολύχρονους κύκλους σπουδών που επιτρέπουν μία συνολική εποπτεία του επιστημονικού αντικειμένου – και ακόμα «χειρότερα» αφήνουν και περιθώρια για κριτική σκέψη. Έτσι νομοθετικές ρυθμίσεις στο πεδίο μας όπως η κατάργηση των ελάχιστων αμοιβών, που σκοπό έχουν να μετατρέψουν τους αυτοαπασχολούμενους αρχιτέκτονες σε μισθωτούς με όρους 19ου αιώνα ή η επιβολή «μορφολογικών κανόνων δόμησης», βρίσκουν την φυσική τους συνέχεια στη διάσπαση του ενιαίου πενταετούς κύκλου σπουδών της αρχιτεκτονικής, καθώς μια τρίχρονη κατάρτιση σε συνδυασμό με μια καλή γνώση υπολογιστικών προγραμμάτων (και ένα εμπεδωμένο ήθος εργασιακής πειθάρχησης) φτάνουν και περισσεύουν σε πάρα πολλές περιπτώσεις εξαρτημένης εργασίας. Η δε προσαρμογή σε έτοιμα μορφολογικά και τυπολογικά πρότυπα μπορεί να καλύπτεται θαυμάσια και από ετήσια ή διετή σεμινάρια.

Οι βασικοί λοιπόν άξονες της διαδικασίας της Μπολώνιας είναι η διάσπαση των σπουδών σε τρεις κύκλους που αποτελούν και επίπεδα προσόντων (bachelor/master/doctorate), η «συγκρισιμότητα» των εθνικών συστημάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση το κυρίαρχο αγγλοσαξονικό πρότυπο και η «συγκρισιμότητα» των αποφοίτων τους με βάση ένα σύστημα πιστωτικών μονάδων που ποσοτικοποιούν γνώσεις και δεξιότητες και ταυτόχρονα καταργούν επί της ουσίας τα πτυχία αντικαθιστώντας τα με ατομικούς φακέλους προσόντων. Και αυτή η πτυχή των «μεταρρυθμίσεων» καθόλου άσχετη δεν είναι με την επιχειρούμενη κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων που αντιστοιχούν σε συγκροτημένα επίπεδα εκπαίδευσης με συγκεκριμένες ειδικότητες με στόχο την άνοδο της ανταγωνιστικότητας μέσω της πτώσης του κόστους εργασίας (μας). Άλλωστε στο πλαίσιο του «Σύμφωνου για το Ευρώ» όπου οι αλλαγές στην εκπαίδευση θεωρούνται «μέτρο για την αύξηση της παραγωγικότητας», η προσπάθεια μείωσης των αποδοχών των εργαζομένων επικεντρώνεται μεταξύ άλλων στην «επανεξέταση  του  τρόπου καθορισµού μισθών και ηµεροµισθίων και, εφόσον απαιτείται, του βαθµού συγκέντρωσης της διαπραγµατευτικής διαδικασίας […] στη διαδικασία των συλλογικών διαπραγµατεύσεων». Η κομψή έκφραση «βαθμός συγκέντρωσης της διαπραγματευτικής διαδικασίας» αναφέρεται φυσικά στην πολύ γνώριμη από τα μέτρα του μνημόνιου προσπάθεια, οι κλαδικές συμβάσεις να «αποκεντρωθούν» σε επιχειρησιακές ή ακόμα «καλύτερα» σε ατομικές! Το μοντέλο των ατομικών συμβάσεων από το οποίο κερδισμένοι φυσικά βγαίνουν οι εργοδότες, είναι αυτό που υπηρετείται αποτελεσματικότερα από την ποσοτικοποίηση των εργασιακών δεξιοτήτων στη βάση των πιστωτικών μονάδων και της εξατομίκευσης των πτυχίων.

Τέλος η εύσχημη διατύπωση «ενίσχυση της καινοτομίας και της δημιουργικότητας καθώς και του επιχειρηματικού πνεύματος, σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης και κατάρτισης» στη διαδικασία της Μπολώνιας, εξειδικεύεται σε δύο άξονες: την εισαγωγή κριτηρίων ανταποδοτικότητας που προσιδιάζουν περισσότερο σε Ανώνυμες Εταιρείες παρά σε εκπαιδευτικά ιδρύματα στις λειτουργίες της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης – θυσιάζοντας φυσικά όποιες παροχές υπάρχουν ακόμα για τους φοιτητές – και στην εισαγωγή ενός ασφυκτικού ιδεολογικού ελέγχου στο περιεχόμενο των σπουδών και της έρευνας που θα περιορίζει οποιαδήποτε περιθώρια κριτικής σκέψης, που στο πλαίσιο της σχετικής αυτονομίας του μηχανισμού του πανεπιστημίου αναπτύσσονταν μέχρι τώρα και σήμερα φαίνεται ότι δεν συνάδουν με το σύγχρονο «επιχειρηματικό πνεύμα».

Αυτό που μένει πλέον να διευκρινιστεί παρακάτω είναι ο ειδικός τρόπος με τον οποίο ο νόμος Διαμαντοπούλου επιχειρεί να ανταποκριθεί στις αρχές που αναπτύχθηκαν παραπάνω. Θα μπορούσαμε να ομαδοποιήσουμε τις αλλαγές στους εξής άξονες: επιβολή αυταρχικού – επιχειρηματικού μοντέλου διοίκησης και καθολική υπαγωγή του περιεχομένου των σπουδών και της έρευνας στα αγοραία συμφέροντα μέσω της αξιολόγησης, διάλυση του πανεπιστημιακού χαρακτήρα των σπουδών, κατάργηση του άσυλου και επιβολή ενός αυταρχικού πλαισίου σπουδών, κατάργηση του δωρεάν δημόσιου χαρακτήρα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, επίθεση στις εργασιακές σχέσεις των διδασκόντων και προετοιμασία του μαζικού κλεισίματος ιδρυμάτων.

ΕΠΙΒΟΛΗ ΑΥΤΑΡΧΙΚΟΥ – ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΤΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΑ ΑΓΟΡΑΙΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Το νέο μοντέλο διοίκησης των πανεπιστημίων που εισάγει ο νόμος Διαμαντοπούλου είναι πραγματικά εργοδοτικής νοοτροπίας και προσιδιάζει περισσότερο στο Διοικητικό Συμβούλιο κάποιας Ανώνυμης Εταιρείας που αποφασίζει στη βάση κάποιου «διευθυντικού δικαιώματος», παρά σε δημοκρατικά αυτοδιοικούμενο δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Στο πλαίσιο αυτό απογειώνεται το «επιχειρηματικό πνεύμα» ενώ μέσω της διασύνδεσης της χρηματοδότησης με την αξιολόγηση επιχειρείται η πλήρης υπαγωγή του περιεχομένου των σπουδών και της έρευνας στις άμεσες ανάγκες της αγοράς σε μια προσπάθεια να εξαλειφθεί κάθε κριτική σκέψη και να καταστέλλεται αυτόματα κάθε απόπειρα σχετικής αυτονόμησης από τις επιταγές της.

Κατ’ αρχήν η διοίκηση του νέου Πανεπιστημίου θα ασκείται ουσιαστικά από το «Συμβούλιο του ιδρύματος», ένα σώμα πολύ αντιδημοκρατικότερο από τις Συγκλήτους τις οποίες αντικαθιστά, με περιορισμένο αριθμό μελών, πιο κλειστό σε ότι αφορά τις δυνατότητες ελέγχου από τους φοιτητές, τους διδάσκοντες και τους εργαζόμενους του πανεπιστημίου και πολύ πιο ανοικτό στους παράγοντες της αγοράς που περιμένουν να επωφεληθούν από ένα τριτοβάθμιο εκπαιδευτικό ίδρυμα που θα είναι στις υπηρεσίες τους.

Αναλυτικότερα το Συμβούλιο αποτελείται από δεκαπέντε μέλη, οκτώ καθηγητές που εκλέγονται από το σύνολο των καθηγητών του ιδρύματος (χωρίς τη συμμετοχή των φοιτητών), έναν φοιτητή για διακοσμητικούς λόγους που εκλέγεται από το σύνολο των φοιτητών και έξι «εξωτερικά μέλη» (Αρθ.8, παρ.2.β). Τα τελευταία, όπως και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου ορίζονται από τα «εσωτερικά μέλη» με πλειοψηφία δύο τρίτων (Αρθ.8, παρ.5.β). Θα μπορεί λοιπόν μια ομάδα έξι εκλεγμένων καθηγητών ουσιαστικά να ελέγχει κάθε πτυχή της λειτουργίας ενός ιδρύματος. Και κατ’ αρχήν να ορίζουν τον Πρόεδρο του Συμβουλίου και τα «εξωτερικά μέλη» τα οποία θα έχουν σύμφωνα με το Νόμο (Αρθ.8, παρ.5.α) τα εξής προσόντα, «ευρεία αναγνώριση του υποψηφίου στην επιστήµη, στα γράµµατα ή τις τέχνες, η διάκρισή του στην κοινωνική, οικονοµική, πολιτική ή πολιτιστική ζωή σε εθνικό ή σε διεθνές επίπεδο και η γνώση και εµπειρία από θέση ευθύνης». Ένας γνωστός επιχειρηματίας είναι επομένως ο ιδανικός υποψήφιος. Είναι ενδεικτικό ότι οι επιχειρήσεις δεν θα αρκούνται πλέον σε μία έμμεση εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους από τα πανεπιστήμια μέσω π.χ. της χρηματοδότησης για εφαρμοσμένη έρευνα, αλλά αναλαμβάνουν απευθείας τη διοίκησή τους μετέχοντας στο ανώτατο διοικητικό τους όργανο.

Το Συμβούλιο ακολούθως αναλαμβάνει να εγκρίνει τον «Οργανισμό» και τον Εσωτερικό Κανονισμό του ιδρύματος, καθώς και να προτείνει τους δύο ή τρεις υποψήφιους για τη θέση του Πρύτανη (Αρθ.8, παρ.16.γ) μεταξύ των οποίων θα επιλέξουν οι καθηγητές του ιδρύματος. Ο ρόλος της Συγκλήτου (αλλά και των υπόλοιπων πλην του Συμβουλίου οργάνων κάθε ιδρύματος) περιορίζεται κυρίως στο να «εκφέρει γνώμη» (Αρθ.8, παρ.20.γ).

Ιδιαίτερα σημαντική παράμετρος του νόμου είναι η δυνατότητα να ιδρύεται σε κάθε ΑΕΙ «νοµικό  πρόσωπο ιδιωτικού  δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) µε τη µορφή ανώνυµης εταιρείας» (Αρθ.58, παρ.1.α). Σε αυτή την «Ανώνυμη Εταιρεία» κάθε πανεπιστημίου συγχωνεύονται οι υπάρχουσες επιχειρηματικές δραστηριότητες, από τα Ερευνητικά Πανεπιστηµιακά Ινστιτούτα (όπως π.χ. στο ΕΜΠ το ΕΠΙΣΕΥ) (Αρθ.80, παρ.14), μέχρι τους Ειδικούς Λογαριασμούς Κονδυλίων Έρευνας (Αρθ.80, παρ.17.β) και παράλληλα υπάγονται σε αυτήν όλα τα ακίνητα και κινητά περιουσιακά στοιχεία του ιδρύματος (Αρθ.58, παρ.2). Η Ανώνυμη αυτή Εταιρεία ελέγχεται από το Συμβούλιο του ιδρύματος (Αρθ.58, παρ.9) και διοικείται από εξωπανεπιστημιακό διευθύνοντα σύμβουλο κατά τα πρότυπα κάθε ιδιωτικής επιχείρησης (Αρθ.58, παρ.8.γ). Στους αντικειμενικούς σκοπούς της ίδρυσης της Ανώνυμης Εταιρείας του πανεπιστημίου ενδεικτικά συμπεριλαμβάνονται σύμφωνα με το κείμενο του νόμου δραστηριότητες όπως «η παραγωγή προϊόντων σε µικρή κλίµακα» (Αρθ.58, παρ.5.γ.ββ), «η παροχή συµβουλών και υπηρεσιών» (Αρθ.58, παρ.5.γ.εε), «η συνεργασία µε τεχνολογικούς φορείς της ηµεδαπής ή της αλλοδαπής µε σκοπό τη σύζευξη της έρευνας µε την παραγωγή, τη δηµιουργία συστηµατικών δεσµών συνεργασίας και την προώθηση αξιοποίησης των ερευνητικών αποτελεσµάτων» (Αρθ.58, παρ.5.στ), «η παραγωγή και διάθεση προϊόντων και η παροχή υπηρεσιών έναντι τιµήµατος στο πλαίσιο των ερευνητικών στόχων του ιδρύµατος, αυτοτελώς ή µετά από σύσταση θυγατρικών εταιρειών ή σε συνεργασία µε άλλους φορείς ή µε τη συµµετοχή του σε οποιοδήποτε παραγωγικό φορέα ή επιχείρηση, στην ηµεδαπή ή την αλλοδαπή» (Αρθ.58, παρ.5.ι), «η εκχώρηση ή διάθεση άδειας εµπορικής εκµετάλλευσης προϊόντων διανοητικής ιδιοκτησίας, έναντι τιµήµατος που καθορίζεται συµβατικά, σε άλλον οργανισµό ή επιχείρηση οποιασδήποτε µορφής» (Αρθ.58, παρ.5.ια) καθώς και «η ίδρυση εταιρειών τεχνολογικής βάσης – έντασης γνώσης για την οικονοµική ή κοινωνική αξιοποίηση ή εκµετάλλευση των ερευνητικών αποτελεσµάτων» (Αρθ.58, παρ.5.ιβ). Παρατηρούμε ότι μέσω της ίδρυσης Ανώνυμης Εταιρείας του πανεπιστημίου θεσμοθετείται ο επιχειρηματικός του ρόλος και η στενή, απόλυτη υπαγωγή της έρευνας στην κερδοφορία των εταιρειών – πελατών του. Η βασική έρευνα απουσιάζει επιδεικτικά από το νέο νόμο ακόμα και σαν έννοια, παρόλο που είναι αυτή ακριβώς που διαχωρίζει ένα δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα από το τμήμα έρευνας και ανάπτυξης μιας ιδιωτικής επιχείρησης.

Ανάμεσα στις δραστηριότητες της Ανώνυμης Εταιρείας του πανεπιστημίου είναι και η λειτουργία γραφείων «καινοτομίας και διασύνδεσης». Το γραφείο αυτό δεν θα περιορίζεται στο «να οργανώνει σεµινάρια, διαλέξεις, συµβουλευτική, επαφές µε µέντορες για τους φοιτητές και αποφοίτους του ιδρύµατος» (Αρθ.60, παρ.1.ε) αλλά θα οργανώνει επιπλέον και την πρακτική άσκηση των φοιτητών (Αρθ.60, παρ.1.δ) προσφέροντας φτηνό (ή μάλλον δωρεάν) εργατικό δυναμικό στις εταιρείες και ο ευρύτερος στόχος της λειτουργίας του θα είναι «να προωθεί την επικοινωνία και τη συνεργασία των ερευνητών και µελών της ακαδηµαϊκής κοινότητας µε παραγωγικούς φορείς για την περαιτέρω αξιοποίηση της έρευνας που παράγεται στο Α.Ε.Ι.» (Αρθ.60, παρ.1.β)

Αξιοσημείωτη είναι και μια άλλη δραστηριότητα της Ανώνυμης Εταιρείας, «η παροχή ειδικής επιµόρφωσης, θερινών µαθηµάτων και προγραµµάτων δια βίου µάθησης για λογαριασµό και µε χρηµατοδότηση των ενδιαφερόµενων ατόµων και φορέων του ιδιωτικού ή και του δηµόσιου τοµέα» (Αρθ.58, παρ.5.θ). Μέσω αυτής της δραστηριότητας αναμένεται π.χ. οι Πολυτεχνικές σχολές της χώρας να παίξουν ενεργό ρόλο στον κατακερματισμό των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων τους! Θυμίζουμε εδώ ότι ήδη οι ιδιότητες του ενεργειακού επιθεωρητή και με το νέο νομοσχέδιο για «το νέο τρόπο έκδοσης αδειών» αυτή του ελεγκτή δόμησης, θεωρούνται από την κυβέρνηση και το Τεχνικό Επιμελητήριο «ειδικά επαγγελματικά δικαιώματα», που παρόλο που δεν προαπαιτούν επιπλέον επιστημονική κατάρτιση, αφαιρούνται από το πτυχίο και απονέμονται μετά από παρακολούθηση ειδικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων (επί πληρωμή) σε πιστοποιημένα κέντρα κατάρτισης. Ο νέος νόμος συνεπώς παρέχει τη δυνατότητα στα Πολυτεχνεία να διοργανώνουν με το αζημίωτο αυτά τα σεμινάρια, σε βάρος των εργασιακών και επαγγελματικών δικαιωμάτων των μηχανικών. 

Και σαν να μην αρκούσε η πολύπλευρη διαπλοκή των πανεπιστημίων με τις εταιρείες που φέρνει ο νέος νόμος (παροχή υπηρεσιών σε εταιρείες – πελάτες και ίδρυση επιχειρηματικών ινστιτούτων και θυγατρικών εταιρειών από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα), οι εταιρείες εισβάλουν ευθέως στις σχολές αποκτώντας το δικαίωμα επί της ουσίας να παράγουν έρευνα αλλά και να διδάσκουν μαθήματα, καθώς είναι δυνατή «η ίδρυση και λειτουργία σε σχολή επώνυµης έδρας διδασκαλίας και έρευνας σε συγκεκριµένη γνωστική περιοχή» (Αρθ.47, παρ.1), αν οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποφασίσει να καλύψει τις δαπάνες της έδρας (Αρθ.47, παρ.2)! Η ίδρυση π.χ. έδρας Άκτωρα σε κάποια σχολή Πολιτικών Μηχανικών με αντικείμενο π.χ. την «αποτελεσματικότερη» τιμολόγηση των οδικών υποδομών δεν είναι πλέον παρατραβηγμένο σενάριο!!

Η πειθάρχηση των δημόσιων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων στο παραπάνω πλαίσιο επιβάλλεται κατ’ αρχήν μέσω των «συμφωνιών προγραμματικού σχεδιασμού», δηλαδή των επιχειρησιακών σχεδίων ανάπτυξης που τα ιδρύματα υποχρεώνονται να συνομολογούν με το Υπουργείο και αποβλέπουν μεταξύ άλλων «στο συντονισµό των ακαδηµαϊκών, εκπαιδευτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων του  ιδρύµατος µε τις αντίστοιχες εξελίξεις σε ιδρύµατα της αλλοδαπής και ιδιαίτερα µε τις εξελίξεις και τις προοπτικές στον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας» (Αρθ.61, παρ.2.ε). Για τις προοπτικές του Κοινού Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης, δηλαδή τη διαδικασία της Μπολώνιας, έχει ήδη γίνει λόγος εισαγωγικά.

Κατά κύριο λόγο βέβαια η πειθάρχηση επιβάλλεται μέσω της ελαχιστοποίησης της δημόσιας χρηματοδότησης, με κάθε πρόσθετη χρηματοδότηση να κατανέμεται με βάση την επίδοση σε κάποιους δείκτες αξιολόγησης (Αρθ.63, παρ.2.α) με κριτήρια που κάθε άλλο παρά «ουδέτερα» και «αντικειμενικά» είναι, αλλά αντίθετα προωθούν μία στενά αγοραία και χυδαία ποσοτικοποιημένη αντίληψη σχετικά με το τι είναι ένα «καλό» πανεπιστήμιο. Ενδεικτικά, όπως προκύπτει από το κείμενο του νόμου, κάποια από τα κριτήρια αυτά είναι η «ποιότητα και αποτελεσµατικότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως η αριθµητική σχέση αποφοίτων προς εισερχόµενους φοιτητές, η αξιολόγηση του διδακτικού έργου από τους φοιτητές και ο βαθµός της εν γένει ικανοποίησης των φοιτητών, ο αριθµός Κέντρων Αριστείας στην εκπαίδευση και την οργάνωση της µάθησης, ο αριθµός εγγγραµµένων σε προγράµµατα δια βίου µάθησης και η πορεία επαγγελµατικής ένταξης των αποφοίτων» (Αρθ.63, παρ.2.α.αα) αλλά και η «ερευνητική αριστεία, όπως ο αριθµός δηµοσιεύσεων ανά καθηγητή, ο αριθµός ετεροαναφορών ανά καθηγητή, ο αριθµός ανά καθηγητή απλών συµµετοχών σε διεθνή ανταγωνιστικά προγράµµατα έρευνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων διεθνών οργανισµών, ο αριθµός ανά καθηγητή συµµετοχών µε συντονιστικό ρόλο σε ανταγωνιστικά προγράµµατα έρευνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων διεθνών οργανισµών, ο αριθµός µελών του επιστηµονικού προσωπικού που επιτυγχάνουν χρηµατοδότηση από το Ευρωπαϊκό Συµβούλιο Έρευνας, ο αριθµός Κέντρων Αριστείας στην έρευνα και ο αριθµός διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού που κατέχει θέσεις στα κεντρικά όργανα διοίκησης διεθνών ακαδηµαϊκών ή ερευνητικών οργανισµών ή διεθνών επιστηµονικών εταιρειών» (Αρθ.63, παρ.2.α.ββ)

Τη διαδικασία της αξιολόγησης εποπτεύει  «Αρχή Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση» (ΑΔΙΠ) η οποία μπορεί να κρίνει τα προγράμματα σπουδών θετικά, θετικά υπό όρους ή αρνητικά. (Αρθ.71, παρ.1) Και ενώ «στη θετική υπό όρους απόφαση αναφέρονται τα κριτήρια που δεν ικανοποιούνται και τίθεται συγκεκριµένο χρονοδιάγραµµα για τη συµµόρφωση στα κριτήρια αυτά και την επανεξέταση της απόφασης» (Αρθ.71, παρ.4) στην περίπτωση που η ετυμηγορία είναι αρνητική «ο Υπουργός Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευµάτων µπορεί, µε απόφασή του, να περιορίσει τη χρηµατοδότηση του ιδρύµατος και την εισαγωγή νέων φοιτητών στο πρόγραµµα σπουδών ή το ίδρυµα» (Αρθ.71, παρ.5) Τα κριτήρια είναι διαμορφωμένα έτσι που οι σχολές χωρίς ισχυρό παραγωγικό ρόλο (π.χ. οι σχολές κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών) θα δυσκολευτούν να ανταποκριθούν. Έτσι θα εξωθηθούν να κλείσουν (στην ΠΑΣΟΚική διάλεκτο να «συγχωνευτούν») με το επιστημονικοφανές πρόσχημα ότι δεν κρίθηκαν «άξιες», το ίδιο πρόσχημα το οποίο σήμερα ετοιμάζονται να χρησιμοποιήσουν και για τις απολύσεις Δημόσιων Υπαλλήλων.

Επειδή το Υπουργείο αντιμετωπίζει τα δημόσια πανεπιστήμια με όρους εσωτερικού εχθρού, δεν λείπουν από το κείμενο του νόμου και οι απειλές για την περίπτωση μη συμμόρφωσης. Για παράδειγμα «η Αρχή µπορεί να εισηγείται στον Υπουργό Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευµάτων την ολική ή µερική αναστολή της χρηµατοδότησης ενός ιδρύµατος αν το ίδρυµα, µε δική του υπαιτιότητα, δεν παρέχει το απαιτούµενο υλικό πληροφόρησης και την απαραίτητη τεκµηρίωση» (Αρθ.73, παρ.4). Τέλος το Υπουργείο φαίνεται να πέφτει θύμα της ίδιας του της προπαγάνδας η οποία υποτιμά τα εγχώρια Πανεπιστήμια (όπως και κάθε άλλη «προβληματική» επιχείρηση που ετοιμάζονται να ξεπουλήσουν) και υπερτιμά άκριτα τα ξένα, ή διακατέχεται από το πνεύμα ακραίας υποτέλειας του εφαρμοστή των εντολών της τρόικας, σε βαθμό που να μην εμπιστεύεται τα Ελληνικά ιδρύματα ούτε να αξιολογούν τα διδακτορικά τους, επιβάλλοντας ακόμα και εκεί εξεταστή από την αλλοδαπή (Αρθ.39, παρ.6)!!!

ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

Η διάλυση του πανεπιστημιακού χαρακτήρα των σπουδών λαμβάνει χώρα με την αντικατάσταση των σημερινών προγραμμάτων σπουδών από ευέλικτους κύκλους καταρτίσεων, που χαρακτηρίζουν περισσότερο τα σημερινά ΙΕΚ και κάποια ανατολικοευρωπαϊκά αγοραίου χαρακτήρα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Κατ’ αρχήν διαλύεται η έννοια της σχολής με το συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών και τη συγκροτημένη ειδικότητα από την οποία απορρέουν εργασιακά και επαγγελματικά δικαιώματα και αντικαθίσταται από μια νέα προσέγγιση του Υπουργείου, σύμφωνα με την οποία «η σχολή καλύπτει µια ενότητα συγγενών επιστηµονικών κλάδων και εξασφαλίζει τη διεπιστηµονική προσέγγιση, τη µεταξύ τους επικοινωνία και τον αναγκαίο  για  τη  διδασκαλία  και  την  έρευνα  συντονισµό τους» (Αρθ.7, παρ.1) . Σύμφωνα μάλιστα με το ίδιο άρθρο , σε αυτό το χυλό «συγγενών επιστημονικών κλάδων» δεν υπάρχουν τμήματα αλλά προγράμματα σπουδών, τα οποία μπορεί να μετασχηματίζονται ευέλικτα, ακολουθώντας τις άμεσες επιταγές της αγοράς.

Κλειδί για τη διάλυση των σπουδών είναι οι πιστωτικές μονάδες – αντιστοιχούν 60 σε κάθε έτος (Αρθ.30, παρ.2.β) – μέσω των οποίων ένα πρόγραμμα σπουδών μπορεί να εξατομικεύεται συμπεριλαμβάνοντας μαθήματα και άλλων ιδρυμάτων, χωρίς να αποκλείονται και τα ιδιωτικά κολλέγια: «στα προγράµµατα σπουδών πρώτου κύκλου ενός ιδρύµατος µπορούν να περιλαµβάνονται, µε την αναγνώριση των αντίστοιχων πιστωτικών µονάδων, και µαθήµατα που παρέχονται από σχολές άλλων ιδρυµάτων της ηµεδαπής, όπως ορίζεται στους Οργανισµούς των ιδρυµάτων αυτών, ή της αλλοδαπής. Μεταξύ των δύο  ιδρυµάτων καταρτίζεται ειδικό πρωτόκολλο συνεργασίας» (Αρθ.32, παρ.3).

Οι σπουδές προσαρμόζονται στη δομή των τριών κύκλων που περιγράφει η διαδικασία της Μπολώνιας (Αρθ.30, παρ.1), με τον πρώτο κύκλο να είναι τουλάχιστον τριετής (Αρθ.30, παρ.2.α) οδηγώντας σε πτυχίο τύπου bachelor, ο δεύτερος το πολύ διετής (Αρθ.30, παρ.2.γ) οδηγώντας σε «Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Σπουδών» τύπου master και ο τρίτος τουλάχιστον τριετής και οδηγεί σε διδακτορικό (Αρθ.30, παρ.4). Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, κάθε ίδρυμα μπορεί να διοργανώνει «προγράμματα σύντομου κύκλου σπουδών» με διάρκεια το πολύ διετή και πτυχίο κατώτερο από αυτό του πρώτου κύκλου (Αρθ.30, παρ.2.γ), δηλαδή κυριολεκτικά επιπέδου ΙΕΚ!

Οι επιπτώσεις στην αγορά εργασίας και στο περιεχόμενο των σπουδών είναι προφανείς: ας φανταστούμε μια αγορά εργασίας στην οποία ανταγωνίζονται αρχιτέκτονες με σπουδές του σημερινού ενιαίου πενταετούς κύκλου, άλλοι εξειδικευμένοι σε έναν μόνο τομέα της αρχιτεκτονικής με γενικές σπουδές τριών συν σπουδές ειδίκευσης δύο ετών, φθηνότερους αρχιτέκτονες με τρίχρονες σπουδές ακόμα και απόφοιτους διετούς (!!) προγράμματος σπουδών αρχιτεκτονικής. Οι μοναδικοί κερδισμένοι θα είναι οι εργοδότες που θα βρίσκουν μίας χρήσης φθηνούς ή φθηνότερους εργαζόμενους ανάλογα με το τρέχον αντικείμενο της εργασίας τους. Συνεπώς ο αγώνας των φοιτητών μας αφορά όλους. Η υποστήριξή μας δεν είναι απλά μια έκφραση αλληλεγγύης σε μια άλλη κοινωνική ομάδα που αγωνίζεται (είναι και αυτό) αλλά και υπεράσπιση των δικών μας εργασιακών δικαιωμάτων – όσα έχουν απομείνει. Εδώ υπάρχει και μία άλλη παράμετρος: οι δικές μας ενιαίες πενταετείς σπουδές δεν πρόκειται να θεωρηθούν αντίστοιχες του δεύτερου κύκλου. Αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι για τη διαδικασία της Μπολώνιας η ύπαρξη του bachelor αποτελεί προϋπόθεση για το master, με τον ίδιο τρόπο που η ύπαρξη του master αποτελεί προϋπόθεση για το διδακτορικό και το  ότι σύμφωνα με τη διατύπωση του νέου νόμου ο πρώτος κύκλος σπουδών είναι κατ’ ελάχιστο τριετής – άρα γιατί όχι και πενταετής – φαίνεται βέβαιη μια υποβάθμιση των πτυχίων μας στο επίπεδο του bachelor!!!

ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΔΩΡΕΑΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΗΣ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Η κατάργηση του δωρεάν χαρακτήρα και των παροχών προς τους φοιτητές και η αντικατάστασή τους από ανταποδοτικού χαρακτήρα λειτουργίες είναι μία ακόμα βασική διάσταση του νόμου Διαμαντοπούλου. Το Υπουργείο, σε μια έκρηξη κουτοπονηριάς, εμφανίζεται να σκίζει τα ρούχα του ότι ούτε δίδακτρα θα βάλει ούτε τα δωρεάν συγγράμματα θα καταργήσει, αυτά δεν τα λέει πουθενά ο νόμος και όσοι τα λένε είναι κακοί υποκινητές των καταλήψεων κτλ. κτλ. Επειδή όμως τα γραπτά μένουν ας δούμε τι λέει και τι δε λέει ο νόμος.

Πράγματι ο νόμος πουθενά δεν κάνει αναφορά σε δίδακτρα στα προπτυχιακά. Φυσικά δεν λέει ούτε το αντίθετο, επομένως σε καμία περίπτωση δεν το αποκλείει. Επιπλέον σε ολόκληρο το πολυσέλιδο κείμενο του νόμου δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στο δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αντίθετα πλήθος αποτελούν οι αναφορές στην επιχειρηματικότητα και στην δυνατότητα των ιδρυμάτων να αναζητήσουν τα ίδια τους πόρους λειτουργίας τους. Επομένως κατ’ αρχήν αν ο Οργανισμός ενός ιδρύματος αποφασίσει να βάλει δίδακτρα στον πρώτο κύκλο μπορεί θαυμάσια να το κάνει στο πλαίσιο αυτού του νόμου – και μπορεί και να επιβραβευτεί και στην αξιολόγηση γι’ αυτήν του την «καινοτομία». Επιπλέον γίνεται ρητά λόγος για δίδακτρα στα μεταπτυχιακά π.χ. το Συμβούλιο του ιδρύματος αποφασίζει για «τον ορισµό ή µη διδάκτρων και του ύψους τους για τα µεταπτυχιακά προγράµµατα σπουδών του ιδρύµατος, ύστερα από γνώµη της κοσµητείας της σχολής µεταπτυχιακών σπουδών» (Αρθ.8, παρ.10.ιγ). Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι τα περισσότερα μεταπτυχιακά ήδη έχουν δίδακτρα. Πλην όμως στο πλαίσιο του νέου νόμου «μεταπτυχιακό» θεωρείται ο δεύτερος κύκλος σπουδών, ήτοι για τις σπουδές του Πολυτεχνείου τα δύο τελευταία έτη! Η αξιοπιστία των δηλώσεων της Υπουργού είναι προφανής.

Παρόμοια είναι η κατάσταση και με τα συγγράμματα. Η δωρεάν διανομή συγγραμμάτων δεν καταργείται ρητά στο νόμο αλλά κατ’ αρχήν αλλάζει ο ορισμός του συγγράμματος. Για το νόμο Διαμαντοπούλου «διδακτικό σύγγραµµα θεωρείται κάθε έντυπο ή ηλεκτρονικό βιβλίο, περιλαµβανοµένων των ηλεκτρονικών βιβλίων ελεύθερης πρόσβασης, καθώς και οι έντυπες ή ηλεκτρονικές ακαδηµαϊκές σηµειώσεις» (Αρθ.37, παρ.1). Όπως και στα σχολεία, ένα DVD θα μπορεί να αντικαθιστά το σύγγραμμά σας και επιπλέον αν θέλετε μπορείτε θαυμάσια να το τυπώσετε με έξοδα δικά σας. Επιπλέον «ενισχύονται οι βιβλιοθήκες των ιδρυµάτων µε τον απαραίτητο αριθµό έντυπων ή ηλεκτρονικών συγγραµµάτων ώστε να καλύπτονται οι εκπαιδευτικές ανάγκες των ιδρυµάτων. Για κάθε διδακτικό σύγγραµµα παραχωρείται από το Δηµόσιο στη βιβλιοθήκη του οικείου ιδρύµατος ανάλογος αριθµός αντιτύπων. Οι βιβλιοθήκες των Α.Ε.Ι. υποχρεούνται σε µακροχρόνιο δανεισµό έντυπων ή ηλεκτρονικών συγγραµµάτων για την κάλυψη των αναγκών των φοιτητών κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευµάτων, που δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα κριτήρια µε βάση τα οποία υπολογίζεται ο αριθµός και η διαδικασία παραχώρησης των ανωτέρω αντιτύπων, η διαδικασία δανεισµού συγγραµµάτων στους φοιτητές και κάθε σχετικό θέµα» (Αρθ.37, παρ.2). Επομένως ήδη το δωρεάν σύγγραμμα αντικαθίσταται από τον «μακροχρόνιο δανεισμό» που σε καμία περίπτωση δεν είναι το ίδιο. Η δε πρόσφατη απόπειρα του Υπουργείου να καταργήσει τα δωρεάν βιβλία στα σχολεία, μια κίνηση με σαφώς μεγαλύτερο κοινωνικό αντίκτυπο και κόστος, μας αποδεικνύει με τον καθαρότερο τρόπο ότι δεν θα κολώσει καθόλου και στα πανεπιστήμια.

Επιπλέον άλλες παροχές όπως η δωρεάν σίτιση και στέγαση είναι βέβαιο ότι θα περιοριστούν σημαντικά, όπως αναδεικνύει και το παρακάτω άρθρο: «με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευµάτων, που δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για τη δωρεάν σίτιση και στέγαση των προπτυχιακών και µεταπτυχιακών φοιτητών και των υποψήφιων διδακτόρων, µε βάση την ατοµική και οικογενειακή οικονοµική τους κατάσταση και την εντοπιότητά τους, καθώς και την έδρα του ιδρύµατος και τις ειδικές συνθήκες που επικρατούν σε αυτό» (Αρθ.53, παρ.1.β).

Με τι θα αντικατασταθούν οι φοιτητικές παροχές στο πανεπιστήμιο της Διαμαντοπούλου; Με «βραβεία και υποτροφίες», που θα δίνονται στους φοιτητές «µε κριτήριο την επίδοσή τους στις σπουδές και την ατοµική ή την οικογενειακή οικονοµική τους κατάσταση» (Αρθ.54, παρ.1), με «ανταποδοτικές υποτροφίες µε υποχρέωση, εκ µέρους των φοιτητών, να προσφέρουν εργασία µε µερική απασχόληση, µέχρι σαράντα ώρες µηνιαίως σε υπηρεσίες του ιδρύµατος» (Αρθ.54, παρ.2) και φυσικά με δάνεια από τις τράπεζες για να κερδίσουν και κάτι οι αναξιοπαθούντες τραπεζίτες αλλά και να μπορεί ο νέος να ξεκινάει την επαγγελματική του σταδιοδρομία ήδη χρεωμένος: «οι φοιτητές πρώτου κύκλου σπουδών έχουν δικαίωµα να λάβουν άτοκο εκπαιδευτικό δάνειο από πιστωτικά ιδρύµατα της χώρας, µε εγγύηση του ελληνικού δηµοσίου» (Αρθ.54, παρ.3)!

ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΥΛΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΒΟΛΗ ΕΝΟΣ ΑΥΤΑΡΧΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΣΠΟΥΔΩΝ

Η κατάργηση που πανεπιστημιακού άσυλου (Αρθ.3, παρ.2) και η επιβολή ενός αυταρχικού και ασφυκτικού πλαισίου σπουδών έχει προφανή στόχο την πειθάρχηση και την υποταγή των σημερινών φοιτητών και αυριανών εργαζόμενων στις συνθήκες πλήρους απορρύθμισης της αγοράς εργασίας. Η συνταγή είναι γνωστή: απουσίες και αλυσίδες προαπαιτούμενων μαθημάτων (Αρθ.34, παρ.2) και δυνατότητα – που μέσω της αξιολόγησης γίνεται αναγκαιότητα γιατί οι φοιτητές που αργούν να αποφοιτήσουν επιδεινώνουν τους δείκτες από τους οποίους εξαρτάται η χρηματοδότηση του ιδρύματος – διαγραφής φοιτητών μετά από ν + 2 έτη για τους φοιτητές «πλήρους φοίτησης» (Αρθ.33, παρ11.α) ή διπλάσια από τα κανονικά έτη για όσους φοιτητές καταφέρουν να αποδείξουν ότι «αποδεδειγµένα εργάζονται τουλάχιστον 20 ώρες την εβδοµάδα» (Αρθ.33, παρ.3). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι φοιτητές μπορούν να διακόψουν για κάποιο χρονικό διάστημα τις σπουδές τους, χάνοντας όμως και τη φοιτητική ιδιότητα (Αρθ.33, παρ.4) και ότι ο φοιτητής κινδυνεύει να διαγραφεί αν κοπεί περισσότερες από τρεις φορές σε ένα μάθημα (Αρθ.33, παρ.10)!

Ο περιορισμός ότι κάθε μάθημα πρέπει να διδάσκεται τουλάχιστον επί δεκατρείς πλήρεις εβδομάδες (Αρθ.33, παρ.5) με πολύ περιορισμένες δυνατότητες παράτασης στοχεύει προφανώς στον περιορισμό των τόσο ενοχλητικών για το Υπουργείο φοιτητικών καταλήψεων, ενώ για τον περιορισμό των φοιτητικών παραστάσεων διαμαρτυρίας που εμποδίζουν τη συνεδρίαση των διοικητικών οργάνων περιορίζοντας την καθηγητική αυθαιρεσία, προβλέπεται ότι ο Πρύτανης μπορεί να «λαµβάνει συγκεκριµένα µέτρα για την αντιµετώπιση επειγόντων ζητηµάτων, όταν τα αρµόδια όργανα διοίκησης του ιδρύµατος, πλην του Συµβουλίου, αδυνατούν να λειτουργήσουν και να λάβουν αποφάσεις» (Αρθ.8, παρ.18.ιγ). Ο υπερβάλλων ζήλος του Υπουργείου να κρατήσει μακριά από οποιονδήποτε φοιτητικό έλεγχο οτιδήποτε έχει να κάνει με τις λειτουργίες της Ανώνυμης Εταιρείας του Πανεπιστημίου οδηγεί στην απαγόρευση ακόμα και της απλής παρουσίας των εκπροσώπων των προπτυχιακών φοιτητών στις συνεδριάσεις της Συγκλήτου που συζητούν τις δραστηριότητές της Εταιρείας αυτής (Αρθ.8, παρ.20.γ)!

ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΩΝ

Η απαξίωση του διδακτικού προσωπικού καθώς και των υπόλοιπων εργαζομένων στα τριτοβάθμια ιδρύματα μέσω της σοβαρής επιδείνωσης των εργασιακών τους σχέσεων, είναι ακόμα μια πλευρά του νόμου. Ενδεικτικά η βαθμίδα του λέκτορα καταργείται, ενώ για τους επίκουρους καθηγητές καταργείται η μονιμότητα (Αρθ.16, παρ.2). Αλλά και οι μόνιμοι καθηγητές αξιολογούνται ανά πενταετία «ως προς το ερευνητικό, εκπαιδευτικό, διδακτικό και επιστηµονικό έργο τους, καθώς και ως προς την εν γένει προσφορά τους στο ίδρυµα, από επιτροπές αξιολόγησης µε βάση αντικειµενικά κριτήρια, όπως, ιδίως, το συγγραφικό έργο, η συµµετοχή σε συνέδρια και ερευνητικά προγράµµατα και η ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου» (Αρθ.21, παρ.1).

Για την πραγματοποίηση ενός μεγάλου μέρους του διδακτικού έργου των Πανεπιστημίων συγκροτείται ένα νέο είδος επιστημονικού υποπρολεταριάτου οι «εντεταλμένοι διδασκαλίας», οι οποίοι υπογράφουν «ατοµικές συµβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου, διάρκειας ενός έως τριών ακαδηµαϊκών ετών, πλήρους η µερικής απασχόλησης» (Αρθ.16, παρ.4.α), χωρίς καμία ελπίδα μονιμοποίησης καθώς «οι ανωτέρω συµβάσεις µπορεί να ανανεώνονται αλλά η συνολική θητεία των εντεταλµένων διδασκαλίας στο ίδιο ίδρυµα δεν µπορεί να υπερβαίνει τα πέντε ακαδηµαϊκά έτη» (Αρθ.16, παρ.4.β)

Από την άλλη μεριά για τους μεγαλοκαθηγητές – manager που θα μετέχουν στη διαμόρφωση του νέου Πανεπιστημίου ανοίγονται πολλές δυνατότητες. Ενδεικτικά μπορούν «να µετέχουν µε οποιαδήποτε ιδιότητα σε εταιρείες τεχνολογικής βάσης – έντασης γνώσης» (Αρθ.23, παρ.2.γ), «να συµµετέχουν ως έµµισθα µέλη σε δύο κατ’ ανώτατο όριο επιτροπές και επιστηµονικά ή διοικητικά συµβούλια του δηµόσιου και ιδιωτικού τοµέα» (Αρθ.23, παρ.2.στ), «να διδάσκουν σε οποιοδήποτε άλλο Α.Ε.Ι., σε δηµόσιες σχολές, σε δηµόσια Ινστιτούτα Επαγγελµατικής Κατάρτισης (I.E.Κ.) και Κέντρα Επαγγελµατικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.)» (Αρθ.23, παρ.2.ζ) και «να ασκούν ελευθέριο επάγγελµα ύστερα από ενηµέρωση του Κοσµήτορα της σχολής στην οποία ανήκουν» (Αρθ.23, παρ.2.θ).

ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ

Το κερασάκι στην τούρτα είναι φυσικά το προγραμματιζόμενο μαζικό κλείσιμο σχολών και τμημάτων με πρόφαση τη «συγχώνευση» και αιτία την μεταφορά πόρων από την εργαζόμενη πλειοψηφία στο διεθνές και εγχώριο τοκογλυφικό κεφάλαιο, όπως έχει ήδη γίνει με τα σχολεία και τα νοσοκομεία. Στο κείμενο του νόμου υπάρχουν ειδικά άρθρα που προετοιμάζουν αυτό το ενδεχόμενο (Αρθ.7, παρ.6), επικαλούμενα μάλιστα όχι μόνο γενικά και αόριστα «επιστημονικά» ή όπως στην περίπτωση των σχολείων «παιδαγωγικά» κριτήρια αλλά θέτοντας ευθέως το ζήτημα των δυνατοτήτων της εθνικής οικονομίας: «η συγχώνευση, κατάτµηση ή κατάργηση Α.Ε.Ι., καθώς και η ίδρυση, συγχώνευση, κατάτµηση ή κατάργηση  σχολών, σύµφωνα µε τα ανωτέρω, πρέπει να είναι σύµφωνες µε τις ανάγκες και δυνατότητες της εθνικής οικονοµίας» (Αρθ.7, παρ.7.α)!!!

ΥΓ. Εκτός από τον αυταρχισμό και την κουτοπονηριά, μία άλλη ιδιότητα που χαρακτηρίζει το Υπουργείο Παιδείας είναι και η προχειρότητα. Στο πλαίσιο αυτής της ιδιότητας στο κείμενο του νόμου ξέφυγε μία αναφορά στα «γενικά προγράμματα σπουδών» στα οποία θα εισάγονταν όλοι οι απόφοιτοι του Λυκείου και στα «ειδικά προγράμματα σπουδών» στα οποία θα προχωρούσε ένα μέρος τους. Παρόλο που η ιδέα αυτή δεν περπάτησε, στο κείμενο του νόμου η κατάταξη των φοιτητών στα ανύπαρκτα σε όλο τα υπόλοιπο κείμενο «ειδικά προγράμματα σπουδών» παρέμεινε στις αρμοδιότητες της κοσμητείας (Αρθ.9, παρ.10.η)!

Ολόκληρο το κείμενο του νόμου μπορείτε να το κατεβάσετε εδώ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s