Η εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των φυλακών απομόνωσης

Κώστας Βουρεκάς – Χρήστος Ελευθεριάδης

image147Αντικείμενο αυτής εδώ της εργασίας είναι η μελέτη της αρχιτεκτονικής των φυλακών, από την καθιέρωση της φυλάκισης σαν βασική μορφή τιμωρίας μέχρι τις μέρες μας, με βάση τη λειτουργία της απομόνωσης. Ο απομονωτικός εγκλεισμός που με μέσο την «αισθητηριακή αποστέρηση» και την «εξαναγκαστική απραξία» των κρατουμένων επιδιώκει τη συντριβή του χαρακτήρα τους με στόχο την αναμόρφωσή τους, έχει σαν ιδέα μία μακρά και όχι και τόσο γνωστή ιστορία. Περιγράφεται ο ρόλος προσώπων, ιδεών και θεσμών όπως οι ιδέες για την κόλαση που κυριαρχούσαν στην προτεσταντική θεολογία, ο πουριτανισμός των Κουακέρων της Πενσυλβανίας, πολέμιοι της απομόνωσης όπως ο Κάρολος Ντίκενς και υποστηρικτές της όπως ο Αλέξις ντε Τοκβίλ, τα πειράματα αποτροπής της επικοινωνίας των κρατουμένων του Μάικλ Φαραντέυ, η άνοδος του πολιτικού ριζοσπαστισμού και ότι θεωρήθηκε ως αποτυχία του αναμορφωτικού ιδεώδους τη δεκαετία του 1970 και το σύγχρονο βιομηχανικό σύμπλεγμα των φυλακών (Prison-Industrial Complex) στις ΗΠΑ. Αναδεικνύεται η αρχιτεκτονική των φυλακών από την κλίμακα της χωροθέτησης μέχρι αυτήν της οικοδομικής λεπτομέρειας, ως μία πράξη που υποχρεωτικά υπηρετεί λειτουργίες αντίστροφες από αυτές της αρχιτεκτονικής: απομόνωση, επιτήρηση, περιορισμός των αισθήσεων, κατηγοριοποίηση, καταναγκασμός, ασφάλεια έναντι των αποδράσεων κ.ά.

Η εργασία αυτή είναι φοιτητική διάλεξη που παρουσιάστηκε το Δεκέμβρη του 2003 στην Αρχιτεκτονική ΕΜΠ, με επιβλέποντα καθηγητή τον Σταύρο Σταυρίδη. Η αντίθεση στα «λευκά κελιά» ήταν ζήτημα αιχμής της πολιτικής και κινηματικής επικαιρότητας της περιόδου. Είχε προηγηθεί η κτηνώδης απόπειρα του Τουρκικού κράτους να ελέγξει τις φυλακές με την μέθοδο του απομονωτικού εγκλεισμού των πολιτικών κρατούμενων. Ο απόηχος των απεργιών πείνας στην Τουρκία και των κινητοποιήσεων αλληλεγγύης στην Ελλάδα, ήταν έντονος. Ταυτόχρονα η σύλληψη και η παραπομπή σε δίκη των μελών της 17 Νοέμβρη και του ΕΛΑ, συνοδεύτηκε από τις καταγγελίες των κρατουμένων και των συνηγόρων τους ότι ο εγκλεισμός τους στα «ειδικά κελιά» των φυλακών Κορυδαλλού ισοδυναμούσε με απομονωτική φυλάκιση. Η διερεύνηση του βάσιμου των συγκεκριμένων καταγγελιών υπήρξε ένα από τα κίνητρα για την εκπόνηση της παρούσας εργασίας.

1. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΑΠΟΜΟΝΩΤΙΚΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ

1.1 Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ

Η ποινή της φυλάκισης, ως κυρίαρχη μορφή τιμωρίας που προβλέπει ο ποινικός κώδικας ή ακόμα καλύτερα ως η ποινή η οποία έρχεται αμέσως μετά τη θανατική ποινή και καλύπτει ολόκληρο των ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στην εσχάτη των ποινών και το απλό πρόστιμο, δεν υπήρχε ανέκαθεν. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι γεννήθηκε μαζί με το Διαφωτισμό και επικράτησε μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Η επικράτηση αυτής της μορφής τιμωρίας δεν ήταν καθόλου προφανής αν σκεφτεί κανείς ότι ήταν εκείνη την εποχή συνδυασμένη στις συνειδήσεις των περισσότερων με την αυθαίρετη άσκηση της εξουσίας του βασιλιά ή του φεουδάρχη. Αξίζει να σημειωθεί ότι αφετηρία των γεγονότων που τελικά οδήγησαν στο πέρασμα της ανθρωπότητας σε μια νέα ιστορική εποχή ήταν η πτώση της Βαστίλης – μιας φυλακής σύμβολο του βασιλικού δεσποτισμού – στις 14 Ιουλίου του 1789. Δίκαια ένας βουλευτής της γαλλικής συντακτικής συνέλευσης απορεί γιατί υιοθετείται μια ομοιόμορφη και μάλλον κακόφημη ποινή για όλων των ειδών τις παραβάσεις: «και έτσι, αν έχω προδώσει την πατρίδα μου με κλείνουν μέσα, αν έχω σκοτώσει τον πατέρα μου με κλείνουν μέσα, όλα τα αδικήματα τιμωρούνται κατά τον ίδιο τρόπο. Μου φαίνεται σαν να βλέπω ένα γιατρό να συμβουλεύει το ίδιο φάρμακο για όλες τις αρρώστιες.»(1) Τα κείμενα των πρώτων ποινικολόγων του 19ου αιώνα αρχίζουν πάντα το κεφάλαιο για τις φυλακές γράφοντας: «η φυλακή είναι μια καινούρια ποινή που ήταν ακόμη άγνωστη τον περασμένο αιώνα.»(2)

Οι αιτίες της εξάπλωσης αυτής της νέας μορφής τιμωρίας που ήρθε να αντικαταστήσει τα βασανιστήρια, τους ακρωτηριασμούς, την εκτόπιση, τη δήμευση της περιουσίας, δηλαδή τις κυρίαρχες μορφές τιμωρίας κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα στην Ευρώπη, μπορούν να αναζητηθούν στις δραματικές αλλαγές σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο που λαμβάνουν χώρα εκείνη την εποχή. Σύμφωνα με τους Rusche και Kirchheimer τα διάφορα ποινικά συστήματα που επικρατούν κατά καιρούς συσχετίζονται με τα αντίστοιχα συστήματα παραγωγής: «στην οικονομία της δουλείας, ρόλος των κολαστικών μηχανισμών είναι να προσκομίσουν ένα συμπλήρωμα από εργατικά χέρια και να διαμορφώσουν μια «αστική» δουλεία παράλληλη με εκείνη που εξασφαλίζεται από τους πολέμους ή από το εμπόριο. Στη φεουδαρχία και σε μια εποχή όπου ελάχιστη είναι η νομισματική και η παραγωγική ανάπτυξη, έχουμε μια απότομη αύξηση των σωματικών τιμωριών – στις περισσότερες περιπτώσεις το σώμα είναι το μόνο προσιτό αγαθό. Η φυλακή – αναμορφωτήριο … η καταναγκαστική εργασία, το ποινικό εργαστήριο, εμφανίζονται με την εξέλιξη της εμπορικής οικονομίας. Καθώς το βιομηχανικό σύστημα απαιτεί μια ελεύθερη αγορά εργασίας, το ποσοστό της καταναγκαστικής εργασίας μειώνεται στους κολαστικούς μηχανισμούς κατά το 19ο αιώνα και τη θέση της παίρνει η κάθειρξη με αναμορφωτικό σκοπό.»(3)

Η γέννηση της φυλακής, η γενίκευση της φυλάκισης σαν τιμωρίας, σηματοδοτεί για τον Φουκώ μια μεγάλη ιστορική τομή: το πέρασμα από τον πολιτισμό του θεάματος στον πολιτισμό της επιτήρησης. Η τομή αυτή εκφράζεται με τον πλέον παραστατικό τρόπο από την αρχιτεκτονική. «Η αρχαιότητα υπήρξε ένας πολιτισμός του θεάματος. «Έπρεπε ο έλεγχος ενός μικρού αριθμού αντικειμένων να γίνεται προσιτός σε ένα πλήθος ανθρώπων»: στο πρόβλημα αυτό ανταποκρίνονταν η αρχιτεκτονική των ναών, των θεάτρων και των ιπποδρόμων. Με τα θεάματα κυριαρχούσαν ο δημόσιος βίος, ο έντονος χαρακτήρας των εορτών, η αισθησιακή γειτνίαση. Στις τελετουργίες εκείνες, όπου το αίμα έτρεχε ποτάμι, η κοινωνία ξανάβρισκε το σφρίγος της και για μια στιγμή γίνονταν ένα μεγάλο ενιαίο σώμα. Η σύγχρονη εποχή θέτει το αντίστροφο πρόβλημα: «πώς να παρέχεται σε ένα μικρό αριθμό ανθρώπων – ή και σε ένα μόνο άνθρωπο – η στιγμιαία θέα ενός μεγάλου πλήθους.» Σε μια κοινωνία όπου τα κυριότερα στοιχεία δεν είναι πια η κοινότητα και η δημόσια ζωή, αλλά τα μεμονωμένα άτομα από τη μια μεριά και το κράτος από την άλλη, οι σχέσεις δεν είναι δυνατόν να ρυθμίζονται παρά σε μια μορφή ακριβώς αντίστροφη του θεάματος: «στην εποχή μας, όπου η επιρροή του κράτους όλο και μεγαλώνει, όπου η παρέμβασή του σε όλες τις λεπτομέρειες και σε όλες τις σχέσεις της κοινωνικής ζωής όλο και βαθαίνει, σε αυτή την εποχή έλαχε το καθήκον να αυξήσει και να τελειοποιήσει τα εχέγγυά της, χρησιμοποιώντας και κατευθύνοντας προς το μεγάλο τούτο σκοπό την ανέγερση και την κατανομή κτιρίων που προορίζονταν για την ταυτόχρονη επιτήρηση ενός τεράστιου πλήθους ανθρώπων.» … Η κοινωνία μας δεν είναι η κοινωνία του θεάματος, αλλά της επιτήρησης.»(4)

Παρόλα αυτά η φυλακή υπήρχε από αρχαιοτάτων χρόνων αλλά με μια βασικότατη διαφορά: η φυλάκιση δεν αποτελούσε αυτή καθεαυτή την ποινή, αλλά ένα απλό προληπτικό μέσο που αποσκοπούσε στο να εμποδίσει τον κατηγορούμενο να αποφύγει τη δίκη και τον κατάδικο να αποφύγει την εκτέλεση της ποινής που του επιβλήθηκε. Η φυλάκιση είχε την έννοια της κράτησης, όχι της τιμωρίας «ad continendos homines, non ad puniendos».(5) Εξάλλου από εκεί προήλθε και η λέξη φυλακή: ο χώρος που προορίζεται για τη φύλαξη προσώπων μέχρι να δικαστούν.

Από τα παραπάνω συνεπάγεται ότι η φυλακή στην εποχή που η φυλάκιση δεν είχε καθιερωθεί σαν η κυριότερη μορφή τιμωρίας ή για να δανειστούμε την φουκωική έκφραση η φυλακή του πολιτισμού του θεάματος, δεν είχε μια συγκεκριμένη, διακριτή αρχιτεκτονική μορφή. Συνήθως μάλιστα το κτίριο ή ο χώρος που χρησιμοποιούνταν σαν φυλακή δεν είχε κατασκευαστεί για αυτή τη χρήση. «Κατά το Μεσαίωνα οι φυλακές βρίσκονταν σε διάφορα μέρη. Συνήθως διαμορφώνονταν σε φυλακές τα υπόγεια των δημαρχείων ή οι πύργοι των τειχών. Για τον ίδιο σκοπό χρησιμοποιούσαν και τις ειρκτές των ανακτόρων ή τα υπόγεια κελιά των μοναστηριών.»(6) Επόμενο είναι ότι και η απομόνωση στις φυλακές εκείνης της εποχής έχει εντελώς διαφορετικούς στόχους και ιδεολογικό φορτίο από ότι στις σύγχρονες φυλακές με τις οποίες θα ασχοληθούμε πολύ αναλυτικότερα. Κάποια μεσαιωνικά μπουντρούμια μπορούν να συγκριθούν αρχιτεκτονικά με τις νεότερες απομονωτικές φυλακές με τις σειρές από πανομοιότυπα κελιά απομόνωσης, όμως ακόμα ανήκουν σε ένα άλλο πλέγμα ιδεών: ο κρατούμενος τοποθετείται εκεί όπου «αναλογίζεσαι πώς είναι η ζωή εν τάφω πριν πεθάνεις.»(7)

I. Κάτοψη ισογείου των νέων φυλακών   της Βενετίας του 1574. Πάνω αριστερά στην εικόνα διακρίνονται δύο ομάδες από κελιά απομόνωσης περικλειόμενα από τοίχο.

I. Κάτοψη ισογείου των νέων φυλακών της Βενετίας του 1574. Πάνω αριστερά στην εικόνα διακρίνονται δύο ομάδες από κελιά απομόνωσης περικλειόμενα από τοίχο.

Θα περιοριστούμε σε δύο παραδείγματα. Το πρώτο αφορά τις νέες φυλακές της Βενετίας οι οποίες άνοιξαν το 1574. Μπορούμε να διακρίνουμε στην κάτοψη του ισογείου μια διάταξη από τυφλά κελιά απομόνωσης, τα οποία είναι τοποθετημένα πλάτη με πλάτη και περικλείονται σε έναν ευρύτερο χώρο από λιθοδομή. (Εικ.I) Στο δεύτερο παράδειγμα η απομόνωση συνοδεύεται από γραπτή δικαιολόγηση του σκοπού της. «Το 1725 ο Bernard de Mandeville πρότεινε μια περίοδο απόλυτης απομόνωσης μεταξύ της καταδίκης και της εκτέλεσης για όλους τους μελλοθάνατους που θα πήγαιναν στην κρεμάλα. Ο λόγος για τον οποίο ο Mandeville πρότεινε αυτή την τροποποίηση, ήταν ότι συχνά η διαδικασία εξελίσσονταν σε παρωδία. Οι μελλοθάνατοι κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους στην κρεμάλα δεν ήταν πια ένα θλιβερό και τρομερό θέαμα, αντίθετα εμφανίζονταν αθεόφοβοι και γενναίοι. Αμετανόητοι μέχρι το τέλος, κατέστρεφαν το δραματικό μήνυμα που ήθελε να δώσει η δημόσια εκτέλεσή τους. Τον Mandeville τον απασχολούσε έντονα το γεγονός ότι το πλήθος θα ερμήνευε τη συμπεριφορά τους σαν επίδειξη της τιμής και του θάρρους των εγκληματιών. Τρεις μέρες απόλυτης απομόνωσης σε ένα σκοτεινό κελί τριών – τεσσάρων τετραγωνικών μέτρων θα τα άλλαζε όλα.»(8) Το 1728, τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση της πρότασης του Mandeville, δεκαπέντε κελιά μελλοθάνατων, με μικροσκοπικά παράθυρα ψηλά στους θόλους, ανεγέρθησαν στην ανατολική πλευρά της παλιάς λονδρέζικης φυλακής του Newgate. (Εικ.II)

II. Κάτοψη ισογείου της παλιάς λονδρέζικης φυλακής του Newgate. Η κάτοψη αυτή προέρχεται από τα σχέδια ανακατασκευής της φυλακής του George Dance του πρεσβύτερου το 1755. Διακρίνονται πέντε κελιά απομόνωσης στο πάνω μέρος της εικόνας.

II. Κάτοψη ισογείου της παλιάς λονδρέζικης φυλακής του Newgate. Η κάτοψη αυτή προέρχεται από τα σχέδια ανακατασκευής της φυλακής του George Dance του πρεσβύτερου το 1755. Διακρίνονται πέντε κελιά απομόνωσης στο πάνω μέρος της εικόνας.

Σύμφωνα με τον Μισέλ Φουκώ, η ραγδαία εξάπλωση και η καθιέρωση του θεσμού της φυλάκισης, οφείλεται στο γεγονός ότι αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο ενός γενικότερου κλίματος πειθαρχίας που επιβάλλεται στην κοινωνία εκείνη την εποχή. Μια σειρά λεπτομερών ρυθμίσεων και κανονισμών, συμπληρωματικών του ποινικού νόμου, οι οποίες καθορίζουν τα όρια της επιτρεπτής και της μη επιτρεπτής συμπεριφοράς, διαχέονται για πρώτη φορά στο σύνολο της κοινωνίας μέσω μιας σειράς θεσμών (σχολεία, στρατώνες, άσυλα, εργοστάσια κτλ) και αντίστοιχων εσωτερικών κανονισμών. «Η έννοια της φυλάκισης βασίζεται ακόμα στο ρόλο της – τον υποθετικό ή τον επιβεβλημένο – ως μηχανισμού μεταμόρφωσης των ατόμων. Και πώς να μην είναι η φυλακή πρόθυμα αποδεκτή αφού εγκλείοντας, αναμορφώνοντας, καθυποτάσσοντας, αναδημιουργεί – εντείνοντάς τους κάπως – όλους τους μηχανισμούς που υπάρχουν κιόλας στο κοινωνικό σώμα; Η φυλακή: στρατώνας κάπως αυστηρός, σχολείο χωρίς επιείκεια, ζοφερό εργαστήρι – αλλά ουσιαστικά τίποτα το ποιοτικά διαφορετικό.»(9)

Η επιδιωκόμενη πειθάρχηση, «κανονικοποίηση» της κοινωνίας, είναι μια τεχνική της εξουσίας με στόχο – μεταξύ άλλων – την αύξηση της παραγωγικότητας στο πλαίσιο της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας. Η αλλαγή των σχέσεων παραγωγής συμπίπτει με την αλλαγή των ποινικών μηχανισμών, τη γέννηση της φυλακής. Μέχρι τα τέλη περίπου του 18ου αιώνα, η τιμωρία – δηλαδή συνήθως η θανάτωση – του εγκληματία επέρχονταν μετά από βασανιστήρια. Έτσι αποκτούσε δημόσιο, πανηγυρικό, θεαματικό χαρακτήρα και αποτελούσε επίδειξη δύναμης της κρατικής εξουσίας που αποσκοπούσε στην εξάλειψη ενός αμφισβητία της. «Πίσω από το βασανιστήριο δεν ήταν τόσο ο παραδειγματισμός … όσο μια πολιτική εκφοβισμού: έπρεπε δηλαδή να νιώσουν όλοι την ασυγκράτητη δύναμη του ανώτατου άρχοντα πάνω στο σώμα του εγκληματία. Το βασανιστήριο δεν αποκαθιστούσε τη δικαιοσύνη, ενίσχυε την εξουσία.»(10) Η τιμωρία εντοπίζονταν κυρίως στο σώμα του εγκληματία. Στόχος ήταν η αντεκδίκηση και επιδιώκονταν να γίνει ο παραβάτης, με τον ακρωτηριασμό ή το θάνατό του, φυσικά ανίκανος να επαναλάβει το αδίκημα. Όμως η βάρβαρη αυτή τιμωρία επέρχονταν γενικά σπάνια. Επικρατούσε ένα κλίμα διαφορετικό από αυτό που επικρατεί στις σημερινές πειθαρχημένες κοινωνίες και μια σειρά από μικροπαρανομίες, που όμως ήταν απαραίτητες για την επιβίωση των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων, ήταν ανεκτές. «Οι συγκυρίες όπου γεννήθηκε η μεταρρύθμιση δεν είναι λοιπόν το αποτέλεσμα μιας καινούριας ευαισθησίας, αλλά μιας διαφορετικής πολιτικής απέναντι στις παρανομίες. Εντελώς σχηματικά θα μπορούσαμε να πούμε πως στο προεπαναστατικό καθεστώς τα διάφορα κοινωνικά στρώματα είχαν το καθένα τους ένα ορισμένο περιθώριο ανεκτής παρανομίας: η μη εφαρμογή των κανόνων, η μη τήρηση των αναρίθμητων διαταγμάτων και νόμων ήταν όρος απαραίτητος για την κανονική πολιτική και οικονομική λειτουργία της κοινωνίας.»(11)

Αντίθετα, από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης και μετά, η τιμωρία – δηλαδή συνήθως η φυλάκιση – του εγκληματία γίνεται με τρόπο εξορθολογισμένο, επιστημονικά αποτελεσματικό και κατ’ επίφαση μόνο ανθρωπιστικό. Ταυτόχρονα η τιμωρία δεν εντοπίζεται πλέον κυρίως στο σώμα, το μόνο προσιτό σε όλους αγαθό κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, αλλά αφορά την ελευθερία. «Και πώς να μην είναι η φυλάκιση η κατεξοχήν τιμωρία, σε μια κοινωνία όπου η ελευθερία λογίζεται αγαθό που ανήκει σε όλους με τον ίδιο τρόπο και το οποίο ο καθένας το νιώθει «καθολικό και αμετάλλαχτο»; Η απώλεια της ελευθερίας έχει λοιπόν για όλους την ίδια αξία, πολύ περισσότερο από το πρόστιμο, αντιπροσωπεύει την «ισότιμη» τιμωρία.»(12)

Η παλιά ανεκτικότητα καταργείται. Η νέα άρχουσα τάξη απαλλαγμένη από τα φεουδαρχικά βάρη δεν ανέχεται παρανομίες σχετικές με την ιδιοκτησία. «Και αν η καταστρατήγηση των νόμων γίνεται δύσκολα ανεκτή από την αστική τάξη προκειμένου για την ιδιοκτησία της γης, θεωρείται ασυγχώρητη όταν πρόκειται για την εμπορική ή τη βιομηχανική ιδιοκτησία: η ανάπτυξη των λιμανιών, η δημιουργία μεγάλων αποθηκών όπου συσσωρεύονται τα εμπορεύματα, η οργάνωση τεράστιων εργαστηρίων (όπου στοιβάζονται μεγάλες ποσότητες από πρώτες ύλες, εργαλεία, διάφορα κατασκευασμένα αντικείμενα, που ανήκουν όλα στον επιχειρηματία και που είναι δύσκολο να επιτηρούνται με σιγουριά) απαιτούν και αυτά την αυστηρή καταστολή της παρανομίας. Ο τρόπος επένδυσης του πλούτου, σύμφωνα με ποσοτικές κλίμακες ολότελα νέες, σε εμπορεύματα και μηχανήματα, προϋποθέτει τη συστηματική, ένοπλη και αδιάλλακτη σκληρότητα ενάντια στην παρανομία(13) Σε αυτό το πλαίσιο οργανώνεται για πρώτη φορά η αστυνομία με τη σύγχρονη έννοια του όρου για να επιτηρεί την κοινωνία. Διάφορες μορφές συμπεριφοράς ποινικοποιούνται και καταστέλλονται και για πρώτη φορά παραβάτης του ποινικού κώδικα μπορεί να γίνει ο καθένας.

Σημασία δεν έχει πλέον μια άχρηστη επίδειξη δύναμης από την πλευρά της κρατικής εξουσίας, αλλά μια οργανωμένη και συστηματική πάταξη της παραβατικότητας. Ο ιταλός Διαφωτιστής Τσεζάρε Μπεκκαρία υποστήριζε ήδη από το 1764 συμπυκνώνοντας το κλίμα της εποχής ότι «το αδίκημα αποτρέπεται πιο αποτελεσματικά μάλλον όταν υπάρχει η βεβαιότητα κάποιας ποινής παρά όταν επισείεται η αυστηρότητα αβέβαιης τιμωρίας. Η βεβαιότητα μιας μικρής ποινής ενεργεί αποτρεπτικά πιο πολύ από μια μεγάλη ποινή όταν αυτή θεωρείται μόνο πιθανή».(14)

(1) Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Michel Foucault, Εκδ. «Εκδόσεις Ράππα», 1976, σελ.156 / (2) Ο μεγάλος εγκλεισμός – Το πείραμα της ομάδας πληροφόρησης για τις φυλακές, Michel Foucault, Εκδ. «Μαύρη Λίστα», 1999, σελ.55 / (3) ο.π. (1), σελ.37 / (4) ο.π. στο (1), σελ.284-285 / (5) ο.π. στο (1), σελ.158 / (6) Η αρχιτεκτονική των φυλακών – Από πλευράς κοινωνικής, πολεοδομικής και κτιριολογικής, Γιάννης Τριανταφυλλίδης, Εκδ. «Δημοσιεύματα Εταιρείας Προστασίας Αποφυλακιζομένων Θεσσαλονίκης», 1964, σελ.20 / (7) The fabrication of virtue – English prison architecture 1750-1840, Robin Evans, Εκδ. «Cambridge University Press», 1982, σελ.78 / (8) ο.π. (7), σελ.75-76 / (9) ο.π. (1), σελ.305 / (10) ο.π. (1), σελ.67 / (11) ο.π. (1), σελ.110 / (12) ο.π. (1), σελ.305 / (13) ο.π. (1), σελ.114 / (14) Θέματα νεότερης και σύγχρονης ιστορίας από τις πηγές, Φ.Κ.Βώρος, Ξ.Οικονομοπούλου, Β.Ασημομύτης, Ν.Δημακόπουλος, Θ.Κατσουλάκος, Εκδ. «Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων», 1979, σελ.19

1.2 Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Οι τρεις βασικές λειτουργίες τις οποίες υποτίθεται ότι εξυπηρετούσε η φυλακή από τη γέννησή της ήταν η τιμωρία των ενόχων, η αποτροπή του εγκλήματος λόγω του φόβου της τιμωρίας και ο αποκλεισμός των εγκληματιών από την κοινωνία. Στο ευρύτερο ιδεολογικό πλαίσιο του Διαφωτισμού γρήγορα προστέθηκε και μια τέταρτη, ο σωφρονισμός, η αναμόρφωση του εγκληματία, η οποία – θα δείξουμε πώς – οδήγησε στη μεταρρύθμιση των φυλακών και στην επιβολή της απομόνωσης. Η γέννηση του σωφρονιστικού συστήματος σηματοδοτείται από την αρχή της χρησιμοποίησης του εγκλεισμού σαν μέσο αλλαγής της συμπεριφοράς του ενόχου, με σκοπό τη βελτίωση του τρόπου σκέψης του και την αναπροσαρμογή του. Έτσι «επιτυγχάνεται μια νέα ιδεολογική θεμελίωση της ποινής, που ισχύει έως και σήμερα. Η ποινή θεωρείται δηλαδή ένας τρόπος βελτίωσης και επανένταξης στην κοινωνία.»(15)

Οι απαρχές των αντιλήψεων που οδήγησαν στην μεταρρύθμιση των φυλακών μπορούν να αναζητηθούν στο έργο τριών προσωπικοτήτων του Διαφωτισμού: του Ιταλού μαθηματικού και οικονομολόγου Τσέζαρε Μπεκκαρία, του Άγγλου σερίφη John Howard και του επίσης Άγγλου νομομαθούς, φιλοσόφου και ερασιτέχνη αρχιτέκτονα Τζέρεμυ Μπένθαμ. Ο Μπεκκαρία δημοσίευσε το 1764 το διάσημο δοκίμιό του «περί εγκλημάτων και ποινών». Παρόλο που δεν κάνει καμία συγκεκριμένη αναφορά στο σχεδιασμό των φυλακών, οι ιδέες του επηρέασαν τον σχεδιασμό μέσω της βαθιάς επίδρασης που είχαν σε όλους τους μεταρρυθμιστές των φυλακών. Πολύ συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι υποστήριξε τις παρακάτω θεμελιακές αρχές. Κατ’ αρχήν επιζητούσε την κατάργηση των ποινών του βασανισμού, του θανάτου και της δήμευσης της περιουσίας θεωρώντας ότι οι ηπιότερες αλλά βέβαιες ποινές αποτρέπουν αποτελεσματικότερα το έγκλημα. Κατά δεύτερον συνηγορούσε υπέρ της ταχείας και άμεσης επιβολής των ποινών. «Η δικαιοσύνη πρέπει να ενεργεί άμεσα, σύντομα. Γιατί όσο πιο σύντομα έρθει η ποινή τόσο πιο στενός θα είναι ο συνειρμός των δύο (αδικήματος – ποινής) στη σκέψη όλων, ώστε να αποφεύγουν αξιόποινες πράξεις.»(16) Τέλος ίσως η πιο σημαντική αρχή που διακήρυξε ήταν αυτή του σωφρονισμού με μέσο την ποινή, η οποία διατυπώθηκε τότε για πρώτη φορά. «Σκοπός της ποινής δεν είναι η εκδίκηση αλλά ο σωφρονισμός εκείνου που διέπραξε το αδίκημα και ο παραδειγματισμός των άλλων. Άρα σωστό είναι να επιλέγεται όχι η πιο εξοντωτική ποινή αλλά εκείνη που θα έχει το διαρκέστερο αποτέλεσμα στη σκέψη και στη βούληση του δράστη και των άλλων.»(17)

Ο Howard, ο οποίος από πολλούς θεωρείται «ο μεγαλύτερος μεταρρυθμιστής των φυλακών όλων των εποχών», δημοσίευσε το βιβλίο του «η κατάσταση των φυλακών» το 1777. Το βιβλίο αυτό ήταν το αποτέλεσμα των πολλών επισκέψεων που πραγματοποίησε στις φυλακές της Αγγλίας αλλά και της Ευρώπης και επανεκδόθηκε το 1780 και το 1784 αφού προηγήθηκαν νέα ταξίδια και επιθεωρήσεις φυλακών. Ο Howard περιέγραψε τις συνθήκες που επικρατούσαν, χαρακτηρίζοντας πολλές από τις φυλακές που επισκέφθηκε «ακάθαρτες, υγρές, σκοτεινές, ανθυγιεινές και υπερπλήρεις», τους φυλακισμένους «υποσιτιζόμενους, βρώμικους και άρρωστους», τους δεσμοφύλακες «διεφθαρμένους, βάρβαρους, αναποτελεσματικούς» και τον τρόπο που συμπεριφέρονταν στους κρατούμενους «σκληρό»(18).

Ο Howard δεν αρκέστηκε μόνο στο να περιγράψει και να αναδείξει την κατάσταση των φυλακών – γεγονός που από μόνο του άσκησε τεράστια επίδραση και συνέτεινε στη μεταρρύθμισή τους – αλλά προχώρησε και στη διατύπωση προτάσεων. Το πιο σημαντικό για εμάς είναι ότι για πρώτη φορά τοποθετεί την αρχιτεκτονική στη βάση της μεταρρύθμισης των φυλακών. «Στην κατεύθυνση της επανόρθωσης των διάφορων κακών, το πρώτο πράγμα το οποίο θα πρέπει να μας απασχολήσει είναι το ίδιο το κτίριο της φυλακής.» Συνοπτικά οι γενικές αρχές του Howard στο σχεδιασμό των φυλακών είναι οι εξής. «Κατάλληλη τοποθέτηση της φυλακής, κατά προτίμηση κοντά σε ποτάμι, μακριά από πόλεις και άλλα κτίσματα. Σωστή υγιεινή και κατάλληλο αποχετευτικό σύστημα. Οι πτέρυγες με τα κελιά να είναι τετράγωνου ή ορθογώνιου σχήματος και να στηρίζονται πάνω σε αψίδες αφήνοντας στεγνές αυλές από κάτω για τον προαυλισμό των κρατουμένων. Κατάλληλος διαχωρισμός των κρατουμένων ανάλογα με το φύλο, την ηλικία και τη φύση του εγκλήματος. Εγκαταστάσεις θέρμανσης και εξαερισμού της φυλακής. Τέλος, έμφαση στην ασφάλεια και την εύκολη επιτήρηση.»(19)

Η συμβολή του Howard στην μεταρρύθμιση των φυλακών δεν σταματάει εδώ. Όταν το 1779 οι Ηνωμένες Πολιτείες κατακτούν την ανεξαρτησία τους από τη Μεγάλη Βρετανία, η κατάργηση των εκτοπίσεων αναδεικνύει την αναγκαιότητα της κατάρτισης ενός νέου νόμου για την τροποποίηση του συστήματος των ποινών. Ο νόμος αυτός συντάσσεται από τους Howard και Blackstone και έτσι εμφανίζεται για πρώτη φορά στο ποινικό σύστημα «η κάθειρξη με σκοπό τη μετάπλαση της ψυχής και την αλλαγή της συμπεριφοράς.» Στο προοίμιο του νόμου περιγράφεται η ατομική φυλάκιση στην τριπλή λειτουργία της, ως επίφοβο παράδειγμα, ως όργανο μεταμέλειας και ως όρος για μια μαθητεία. «Υποβαλλόμενοι σε απομονωτική κράτηση, σε τακτική εργασία και στην επιρροή της θρησκευτικής διδασκαλίας, ορισμένοι εγκληματίες θα μπορούσαν όχι μόνο να εμπνεύσουν το φόβο σε όσους θα υπέκυπταν στον πειρασμό να τους μιμηθούν, αλλά ακόμα και να σωφρονιστούν οι ίδιοι και να αποκτήσουν τη συνήθεια να εργάζονται.»(20)

Η απομονωτική κράτηση εισάγεται για πρώτη φορά στο νομικό σύστημα. Το τρίπτυχο απομόνωση – εργασία – κατήχηση που εισάγεται εδώ, επιχειρεί να απαντήσει σε αυτά που οι αντιλήψεις της εποχής θεωρούσαν τα θεμέλια της εγκληματικής συμπεριφοράς. «Ο πρώτος ήταν το περιβάλλον. Αλλεπάλληλες αναφορές για τους παραβάτες αναδείκνυαν τα βλαβερά αποτελέσματα της οικογένειας, του σπιτιού και άλλων πλευρών του περιβάλλοντος στη συμπεριφορά των παραβατών. Ο δεύτερος παράγοντας που συνήθως παραθέτονταν ήταν η έλλειψη εξυπνάδας, ικανοτήτων και εργασιακών δεξιοτήτων του παραβάτη, τα οποία οδηγούσαν στη νωθρότητα και στο έγκλημα. Η τρίτη αιτία φαίνονταν να είναι η άγνοια του κακούργου για το σωστό και το λάθος, επειδή δεν είχε διδαχθεί την Αγία Γραφή.»(21) Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο Howard ουδέποτε υπήρξε οπαδός της απόλυτης απομόνωσης ειδικά με τη μορφή της αισθητηριακής αποστέρησης. Εξάλλου «κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου διαλόγου, κανείς δεν συνιστούσε την ανεξέλεγκτη εφαρμογή του εγκλεισμού στην απομόνωση. Το ερώτημα ήταν πόσο πολύ έπρεπε να μετριαστεί. Ο καθορισμός αυτού του μετριασμού στην πράξη δεν υπήρξε ποτέ αρκετά σαφής. Η μοναδική βεβαιότητα ήταν ότι αν εφαρμόζονταν μέσα σε λογικά πλαίσια, τα αποτελέσματα θα ήταν ωφέλιμα.»(22) Γεγονός είναι πάντως ότι η απομόνωση βρήκε τη θέση της στη νομοθεσία το 1779 και μεταφέρθηκε στις τοπικές φυλακές και τα σωφρονιστικά καταστήματα της Μεγάλης Βρετανίας με νόμους που ακολούθησαν το 1781 και το 1784. «Η κατασκευή μεγάλου αριθμού φυλακών, εξολοκλήρου ή εν μέρει προοριζομένων για εγκλεισμό στην απομόνωση, ακολούθησε.»(23)

Όλες οι περιγραφές των φυλακών πριν τη μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος, που έλαβε χώρα στο τέλος του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου, συγκλίνουν. Πρόκειται για κοινωνικούς κάλαθους αχρήστων όπου οι κρατούμενοι αφήνονται στην τύχη τους και στο έλεος του δεσμοφύλακα. «Η κατάσταση των φυλακών πιθανότατα ποτέ δεν υπήρξε χειρότερη από ότι ήταν στις αρχές του 18ου αιώνα … Τα κτίρια των φυλακών κατά τη διάρκεια του 17ου και του 18ου αιώνα ήταν συνήθως διώροφες ή τριώροφες κατασκευές διατεταγμένες με έναν μάλλον τυχαίο τρόπο, έτσι ώστε να περικλείουν μια ή περισσότερες αυλές, οι οποίες χρησιμοποιούνταν για τον προαυλισμό των κρατουμένων. Συχνά αυτές οι κατασκευές δεν είχαν ποτέ σχεδιαστεί για να φιλοξενούν κρατούμενους κατά πρώτο λόγο και πολλά ακατάλληλα δωμάτια και κτίρια γρήγορα εξελίχθηκαν σε δύσοσμα άνδρα, όπου άνδρες, γυναίκες και παιδιά εγκλείονταν μαζί σαν άγρια θηρία. Σίγουρα καμία από αυτές τις φυλακές δεν κτίστηκε για να υποδεχτεί τόσους πολλούς κρατούμενους όσους αργότερα στρίμωχναν μέσα σε αυτές. Σε αυτές τις δυστυχίες πρέπει να προστεθούν και οι διεφθαρμένες τακτικές των δεσμοφυλάκων, οι οποίοι αποσπούσαν κάποιο αντίτιμο από τους κρατούμενους για το φαγητό και τη φύλαξή τους και έκαναν αφόρητη τη ζωή αυτών που δεν είχαν να πληρώσουν. Τόσο προσοδοφόρα ήταν η θέση του δεσμοφύλακα που όταν αυτός άφηνε τη φυλακή ή πέθαινε, η δουλειά δίνονταν στον πλειοδότη του σχετικού πλειστηριασμού.»(24)

Παρόμοιες περιγραφές υπάρχουν και για τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες ήταν ακόμη αγγλική αποικία. Αυτό το οποίο αξίζει τον κόπο να συγκρατήσουμε είναι ότι από όλες τις περιγραφές προκύπτει ότι οι φυλακές αυτές ήταν κοινοβιακές: όλες οι πιθανές κατηγορίες των κρατούμενων διαβιούσαν μαζί και η έννοια του κελιού είναι ακόμα άγνωστη. «Οι συνθήκες σε αυτές τις φυλακές ήταν τρομακτικές. Το απερίγραπτο ανακάτεμα εγκληματιών και τρελών, νέων και γέρων, ανδρών και γυναικών – και όλοι αυτοί αφημένοι στο έλεος των δεσμοφυλάκων οι οποίοι διηύθυναν τις φυλακές με σκοπό το κέρδος – όλα διαβεβαίωναν ότι μια κατάσταση που έμοιαζε με κόλαση υπήρχε για τους φυλακισμένους. Δεν ήταν ασυνήθιστο οι κρατούμενοι να αναγκάζονται να παρακαλούν τους περαστικούς να τους δώσουν λίγο φαΐ. Φαγητό, αλκοολούχα ποτά και άλλα αναγκαία ήταν διαθέσιμα σε αυτούς που είχαν τα μέσα να τα αγοράσουν. Η επιβίωση των φτωχών που δεν είχαν αυτά τα μέσα αφήνονταν στο έλεος ή στις ιδιοτροπίες του δεσμοφύλακα. Τα αρχεία υποδεικνύουν ότι οι φυλακισμένοι πραγματικά λιμοκτονούσαν στην Πενσυλβανία.»(25)

image014

III. Σχηματική απεικόνιση της εξέλιξης της αρχιτεκτονικής των φυλακών από τους μεγάλους κοινόχρηστους χώρους στα ατομικά κελιά. Αξίζει εδώ να αναφερθεί η άποψη του Μισέλ Φουκώ: «ο πειθαρχικός χώρος τείνει να διαιρείται σε τόσα τεμάχια, όσα είναι και τα σώματα ή τα στοιχεία που πρέπει να κατανεμηθούν».

III. Σχηματική απεικόνιση της εξέλιξης της αρχιτεκτονικής των φυλακών από τους μεγάλους κοινόχρηστους χώρους στα ατομικά κελιά. Αξίζει εδώ να αναφερθεί η άποψη του Μισέλ Φουκώ: «ο πειθαρχικός χώρος τείνει να διαιρείται σε τόσα τεμάχια, όσα είναι και τα σώματα ή τα στοιχεία που πρέπει να κατανεμηθούν».

Το πρώτο βήμα στη μεταρρύθμιση των φυλακών ήταν η κατάργηση των παλιών μεγάλων κοινών χώρων κράτησης και ο διαχωρισμός του χώρου με τέτοιο τρόπο που να είναι ταυτόχρονα δυνατή η ιεράρχηση των κρατουμένων και η ικανοποιητική επιτήρησή τους.(Εικ.ΙΙΙ) «Εκτός του ότι αυτός ο διαχωρισμός του χώρου διευκόλυνε την επιτήρηση, στόχευε και κάπου αλλού: το κελί είναι ο πιο απλός, φυσικός και αποτελεσματικός τρόπος να αποφεύγονται επαφές και ανταλλαγές απόψεων και ιδεών. Εξουδετερώνει τη δυνατότητα δημιουργίας κοινού πνεύματος μεταξύ των κρατουμένων και μαζί και την ελπίδα συλλογικής αντίστασης στην ποινή που τους έχει επιβληθεί.»(26)

Το αρχιτεκτονικό πρόβλημα της εποχής εκείνης ήταν η παράθεση ενός όσο το δυνατόν μεγαλύτερου αριθμού εύκολα επιτηρούμενων κελιών, επειδή τότε δεν υπήρχε η σύγχρονη δυνατότητα της ηλεκτρονικής επιτήρησης. Η αρχή του διαχωρισμού του χώρου σε ατομικά κελιά εφαρμόζεται για πρώτη φορά σε μεγάλη κλίμακα και με σχετική επιτυχία στο ίδρυμα Maison de Force στη Γάνδη του Βελγίου. Το συγκεκριμένο ίδρυμα αποτελεί σταθμό στην ιστορία της αρχιτεκτονικής των φυλακών καθώς εδώ εφαρμόζεται για πρώτη φορά το ακτινωτό σχέδιο, με κεντρική ιδέα την εξασφάλιση της ευκολότερης δυνατής επιτήρησης όλου του κτιρίου από ένα προνομιακό σημείο που βρίσκεται στο κέντρο (Εικ.IV).

IV. Κάτοψη του ιδρύματος Maison de Force της Γάνδης στο Βέλγιο, σχεδιασμένη από τον Jean Jacques Philippe Vilain με τη συνεργασία του αρχιτέκτονα Montfeson. Κτίστηκε από τον μηχανικό Kluchman το 1771 – 1773.

IV. Κάτοψη του ιδρύματος Maison de Force της Γάνδης στο Βέλγιο, σχεδιασμένη από τον Jean Jacques Philippe Vilain με τη συνεργασία του αρχιτέκτονα Montfeson. Κτίστηκε από τον μηχανικό Kluchman το 1771 – 1773.

«Η φυλακή της Γάνδης ήταν, υπό όλες τις έννοιες, μια αξιοσημείωτη κατασκευή και παρόλο που ουδέποτε ολοκληρώθηκε, η φήμη της εξαπλώθηκε ταχύτατα. Ήταν η πρώτη η πρώτη μεγάλη φυλακή η οποία χρησιμοποίησε την αρχή του εγκλεισμού σε κελιά με κάποια επιτυχία, ήταν η πρώτη ακτινωτή φυλακή στον κόσμο και η πρώτη που σχεδιάστηκε για την κατηγοριοποίηση των κρατουμένων.»(27)

Ο άγγλος νομομαθής, φιλόσοφος και ερασιτέχνης αρχιτέκτονας Τζέρεμυ Μπένθαμ δημιούργησε τα πρώτα σχέδια του Πανοπτικού του το 1787. (Εικ.V) Λέγεται ότι την αρχική έμπνευση για αυτά τα σχέδια ο Μπένθαμ τη συνέλαβε «από τον αδερφό του Σάμουελ, ένα μηχανικό που εργάζονταν κυρίως στη Ρωσία και ο οποίος σχεδίασε ένα κυκλικό εργαστήριο (ή για άλλους οπλοστάσιο), για τη λειτουργία του οποίου παρέχονταν η μέγιστη δυνατή επιτήρηση από το ελάχιστο δυνατό αριθμό ειδικευμένου προσωπικού.»(28) Το Πανοπτικό ήταν βασισμένο στις πρωτοπόρες αρχές της εποχής: διαχωρισμός των κρατουμένων σε κελιά, ασφαλής κράτηση και σκληρή εργασία συνοδευόμενες από την πίστη ότι ο σωφρονισμός θα μπορούσε να επιτευχθεί με τον εγκλεισμό, την απασχόληση και την κατήχηση.

V. Το Πανοπτικόν του Τζέρεμυ Μπένθαμ, 1787.

V. Το Πανοπτικόν του Τζέρεμυ Μπένθαμ, 1787.

Αυτό όμως που κάνει σημαντικό το Πανοπτικό στην ιστορία της αρχιτεκτονικής των φυλακών ήταν ότι επρόκειτο περισσότερο για μια ιδέα παρά για μια φυλακή. Στην αρχιτεκτονική μορφή του Πανοπτικού ανάγεται, σύμφωνα με τον Φουκώ, το σύστημα εκείνο που καθιερώνεται για την επιτήρηση των υποκειμένων και την πειθάρχηση των ατόμων στο πλαίσιο του πολιτισμού της επιτήρησης. Στο Πανοπτικό η λειτουργία της επιτήρησης μετατρέπεται σε κεντρική ιδέα της αρχιτεκτονικής του. Ο Φουκώ το περιγράφει ως εξής: «στην περιφέρεια ένα δακτυλιοειδές οικοδόμημα, στο κέντρο ένας πύργος. Ο πύργος αυτός έχει μεγάλα παράθυρα που βλέπουν προς το εσωτερικό του δακτυλίου. Το περιφερειακό οικοδόμημα διαιρείται σε κελιά, που το καθένα τους διαπερνά ολόκληρο το πάχος του οικοδομήματος. Τα κελιά έχουν δύο παράθυρα, το ένα τους βλέπει προς τα μέσα και αντιστοιχεί σε ένα από τα παράθυρα του πύργου ενώ το άλλο προς τα έξω και αφήνει το φως να διαπερνά το κελί πέρα για πέρα. Φτάνει έτσι να τοποθετηθεί ένας επιτηρητής στον κεντρικό πύργο και σε κάθε κελί να κλειστεί ένας κατάδικος … Με την αντιφεγγιά της μέρας μπορείς να διακρίνεις από τον πύργο τους έγκλειστους – μικρές σιλουέτες δέσμιες στα κελιά της περιφέρειας … Αυτό επιτρέπει πρώτα πρώτα – αρνητικό αποτέλεσμα – να αποφεύγει κανείς τα πυκνά, ταραγμένα, φουρτουνιασμένα πλήθη που βρίσκονται στους χώρους εγκλεισμού, αυτά που ζωγράφιζε ο Γκόγια ή που περιέγραφε ο Howard. Ο καθένας στη θέση του, διπλοκλειδωμένος σε ένα κελί, αντίκρυ στον επιτηρητή. Όμως τα πλάγια τοιχώματα τον εμποδίζουν να έρχεται σε επαφή με τους συντρόφους του … Ο Μπένθαμ υποστήριζε πως η εξουσία πρέπει να είναι ορατή και ανεξέλεγκτη. Ορατή: ο κρατούμενος θα έχει αδιάκοπα μπροστά στα μάτια του την επιβλητική σιλουέτα του κεντρικού πύργου από όπου τον κατασκοπεύουν. Ανεξέλεγκτη: ο κρατούμενος δεν πρέπει ποτέ να ξέρει αν πραγματικά τον κατασκοπεύουν, πρέπει όμως να είναι βέβαιος ότι είναι δυνατόν να παρακολουθείται κάθε στιγμή. Ο Μπένθαμ για να καταστήσει αβέβαιη την παρουσία ή την απουσία του επιτηρητή, ώστε οι φυλακισμένοι να μη μπορούν από το κελί τους να διακρίνουν κάποια σκιά ή να συλλάβουν κάποια παρουσία του μέσα στον πύργο, έχει προβλέψει όχι μονάχα πατζούρια στα παράθυρα της κεντρικής αίθουσας επιτήρησης, αλλά και στο εσωτερικό της χωρίσματα που την τέμνουν σε ορθή γωνία και για το πέρασμα από το ένα τμήμα στο άλλο, όχι πόρτες αλλά δαιδαλώδεις διαδρόμους: γιατί και ο παραμικρός παλμός, ένα φως που αμυδρά διακρίνεται, κάποια ανταύγεια σε ένα άνοιγμα, θα πρόδιδαν την παρουσία του φύλακα. Το Πανοπτικό είναι μια μηχανή διαχωρισμού του ζεύγους «βλέπω – με βλέπουν»: στο περιφερειακό κυκλικό οικοδόμημα είναι κανείς απόλυτα ορατός, χωρίς ποτέ ο ίδιος να βλέπει. Από τον κεντρικό πύργο βλέπει κανείς τα πάντα, χωρίς ποτέ να τον βλέπουν.»(29)

Το Πανοπτικό του Τζέρεμυ Μπένθαμ άσκησε μεγάλη επίδραση στην αρχιτεκτονική των φυλακών απομόνωσης. Εξίσου σημαντική, αν και όχι και τόσο γνωστή, είναι και η επίδραση που άσκησε η ορθολογιστική ερμηνεία που έδινε ο Μπένθαμ στις τυπικές μεταρρυθμιστικές αντιλήψεις για τη φυλάκιση. Οι απόψεις του ήταν επηρεασμένες από τις αντιλήψεις των γάλλων αισθησιοκρατών και ειδικότερα του Ελβέτιου και τη θεωρία του Λοκ ότι το μυαλό του ανθρώπου κατά τη στιγμή της γέννησής του είναι tabula rasa (άγραφος πίνακας), και ότι διαμορφώνονταν με βάση δύο δυνάμεις, την επιθυμία για ευτυχία και την αποστροφή στη δυστυχία. Ο Μπένθαμ ξεκινώντας από την αντίληψη ότι «στον άνθρωπο όλα είναι οι αισθήσεις του» συνήγαγε το συμπέρασμα ότι ο νους ήταν ικανός να «αποκτήσει» ηθικές ιδέες μέσω των ίδιων διαύλων με τους οποίους αποκτούσε την αντίληψη των χρωμάτων και του χώρου, δηλαδή μέσω των αισθήσεων. «Όραση, ακοή, όσφρηση, αφή και γεύση: αυτά ήταν τα συστατικά της ηθικής, ακριβώς όπως ήταν και τα θεμέλια της κατανόησης του κόσμου.»(30)

Έτσι εάν κανείς ήταν σε θέση να ελέγχει τη μορφή και το περιεχόμενο του περιβάλλοντος ενός ανθρώπου, θα μπορούσε εγκαθιστώντας ένα σύστημα ανταμοιβών και τιμωριών, με τον επιδέξιο χειρισμό των δύο ισχυρών δυνάμεων που διαμορφώνουν τη συνείδηση – της ηδονής και της οδύνης – να εμφυσήσει στο υποκείμενο ηθικές ιδέες. Ο πλέον κατάλληλος τόπος όπου θα μπορούσε να λάβει χώρα αυτή η διαδικασία είναι η φυλακή, καθώς εκεί «η κυβέρνηση έχει αδιαφιλονίκητη εξουσία πάνω στην ελευθερία του ατόμου και το χρόνο του κρατούμενου. Εύκολα λοιπόν αντιλαμβάνεται κανείς τη δύναμη της διαπαιδαγώγησης η οποία, όχι μονάχα για μια και μόνη μέρα, αλλά για πολλές μέρες, ακόμα και για χρόνια, μπορεί να ρυθμίζει για τον άνθρωπο το χρόνο του ύπνου και το χρόνο του ξύπνιου, της δραστηριότητας και της ανάπαυσης, τον αριθμό και τη διάρκεια των γευμάτων, την ποιότητα και την ποσότητα της τροφής, τη φύση και το προϊόν της εργασίας, το χρόνο της προσευχής, τη χρήση του λόγου, ακόμα και της σκέψης θα λέγαμε, αυτής της διαπαιδαγώγησης η οποία στις απλές και σύντομες διαδρομές από την τραπεζαρία ως το εργαστήρι, από το εργαστήρι ως το κελί, ρυθμίζει τις κινήσεις του σώματος και που ακόμα και στις στιγμές ανάπαυσης προσδιορίζει την καθημερινή ενασχόληση, αυτής της διαπαιδαγώγησης με λίγα λόγια, που κατακτά τον άνθρωπο στην ολότητά του, καθώς και όλες τις σωματικές και διανοητικές ικανότητές του, ακόμα και τον ελάχιστο χρόνο που διαθέτει για τον εαυτό του.»(31)

Η ιδέα της διαπαιδαγώγησης των κρατουμένων μέσω ενός συστήματος ανταμοιβής – τιμωρίας, θα επανέλθει πολύ αργότερα για να θεμελιώσει ιδεολογικά τον εγκλεισμό στην απομόνωση. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μπένθαμ, όπως και ο Howard, δεν ήταν οπαδός της απόλυτης απομόνωσης. «Ο Μπένθαμ υιοθέτησε τον απομονωτικό εγκλεισμό στο πρώτο του σχέδιο για το Πανοπτικό το 1787, αλλά το 1791 είχε αλλάξει γνώμη έχοντας προειδοποιηθεί για τους κινδύνους του (πιθανότατα από τον Howard, από τη στιγμή που ο Μπένθαμ έλεγε ότι αναζητούσε τις συμβουλές του) και εξηγώντας ότι μετέτρεπε το μυαλό σε ένα «σκοτεινό κενό», αφήνοντας τον κρατούμενο «αποστερημένο από κάθε υποστήριξη πέρα από τα δικά του εσωτερικά αποθέματα … παράγοντας την πιο ζωντανή εντύπωση της ίδιας του της αδυναμίας.»(32)

Έτσι η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος που έλαβε χώρα στο ιδεολογικό πλαίσιο του Διαφωτισμού, κατέληξε στην αντικατάσταση των παλιών κοινοβιακών φυλακών από τις πρώτες φυλακές απομόνωσης. Κεντρική ιδέα της μεταρρύθμισης ήταν ότι η φυλάκιση οφείλει όχι μόνο να τιμωρεί αλλά και να σωφρονίζει. Η απομόνωση θεωρήθηκε ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία σωφρονισμού, αναμόρφωσης του χαρακτήρα των κρατουμένων. Στοιχεία που προκύπτουν από σχέδια, κανονισμούς φυλακών και περιγραφές της εποχής δείχνουν ότι «στις περισσότερες μεταρρυθμισμένες φυλακές της εποχής έγιναν απόπειρες να εισαχθεί η απομόνωση σε μικρότερη ή μεγαλύτερη έκταση.»(33)

Η διαπραγμάτευση των αρχιτεκτονικών σχεδίων και τυπικών διατάξεων αυτών των φυλακών θα γίνει αναλυτικά στο δεύτερο μέρος της εργασίας. Εδώ θα περιοριστούμε στο να σημειώσουμε ότι οι στόχοι της μεταρρύθμισης των φυλακών, οι οποίοι περιελάμβαναν στον πυρήνα της λογικής τους το διαχωρισμό, την ταξινόμηση και την απομόνωση των κρατούμενων μπορούσαν να εφαρμοστούν μόνο σε κτίρια τα οποία είναι σχεδιασμένα για αυτό ακριβώς το σκοπό. Έτσι αναδεικνύεται η αρχιτεκτονική σαν ο αποφασιστικός παράγοντας που θα μπορούσε, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής, να θέσει σε κίνηση τη διαδικασία του σωφρονισμού και ταυτόχρονα η αρχιτεκτονική των φυλακών για πρώτη φορά προβάλλει σαν ένα αυτοτελές πεδίο, με απαιτήσεις πολύ σύνθετες και πολύ διαφορετικές από την αρχιτεκτονική γενικά. Οι βασικές λειτουργικές αρχές που καλείται να εξυπηρετήσει, η ασφάλεια, η κατηγοριοποίηση, η απομόνωση και η επιτήρηση περιγράφουν αυτή τη διαφορά. Ήδη από εκείνη την εποχή ο Thomas Bowdler, απευθυνόμενος σε έναν αρχιτέκτονα έγραφε για τις βρετανικές εθνικές φυλακές: «το έργο που αναλαμβάνουμε είναι τόσο διαφορετικό από οτιδήποτε άλλο έχει ποτέ κτιστεί σε αυτή τη χώρα, ώστε κάποιος μπορεί να είναι πολύ κατάλληλος για να κτίσει μια εκκλησία ή ένα παλάτι και ταυτόχρονα πολύ ακατάλληλος για να είναι ο αρχιτέκτονας ενός σωφρονιστικού καταστήματος.»(34)

Στις φυλακές της εποχής έγινε προσπάθεια να συμφιλιωθούν ανταγωνιστικές μεταξύ τους απαιτήσεις. Η ασφάλεια και η επιτήρηση επέβαλλαν ένα κτίριο περίκλειστο και με χώρους διευθετημένους με τρόπους που να εξασφαλίζεται ότι δεν θα υπάρχουν σκοτεινές γωνίες έξω από το οπτικό πεδίο των δεσμοφυλάκων για την καλύτερη αστυνόμευση, ενώ η κατηγοριοποίηση και η απομόνωση εξυπηρετούνταν από μια σύνθεση από απομονωμένα τμήματα και κελιά για την αποτροπή της επικοινωνίας των κρατουμένων. Το αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτών των αντίθετων δυνάμεων «γέννησε έναν τύπο κτιρίου ο οποίος δεν ανταποκρίνονταν στους κανόνες ούτε της κλασσικής ούτε της γραφικής σύνθεσης» (35) που κυριαρχούσαν στην αρχιτεκτονική εκείνης της εποχής. Εκτός όλων των άλλων, οι σχεδιαστές των φυλακών καλούνται να επιλύσουν κατ’ αρχήν μια θεμελιώδη αντίφαση: η φυλακή ενώ εξ’ ορισμού είναι ο χώρος που συγκεντρώνει όλους τους κατάδικους στο ίδιο μέρος, πρέπει ταυτόχρονα να παρεμποδίζει τη μεταξύ τους επικοινωνία.

Τελικά η αρχιτεκτονική κατόρθωσε να ανταποκριθεί με τρόπους, που όπως έλεγε ο Φουκώ, δεν την τιμούν καθόλου. «Η αρχιτεκτονική εξυπηρετεί ιδεωδώς το στόχο να παραμένουν οι άνθρωποι μακριά ο ένας από τον άλλο. Οι τοίχοι δεν κάνουν τίποτε τόσο καλά όσο αυτό. Η διάταξη των τοίχων σε ένα σχέδιο και η κατανομή των χώρων σε μια τομή συνοψίζουν μια κοινωνική πραγματικότητα η οποία καθορίζεται από την απαγόρευση ή επέκταση της επικοινωνίας ανάμεσα σε δύο χώρους. Στο βαθμό που η κατανομή των ανθρώπων, οι συνθήκες στις οποίες ζουν και η δικαιοδοσία του ενός πάνω στον άλλο μπορούν να κανονιστούν, είτε μόνο με τη δύναμη της αρχιτεκτονικής, είτε με την υποστήριξη κανόνων και κανονισμών, το κτίριο μπορεί να ειδωθεί σαν μια παγωμένη εικόνα των κοινωνικών σχέσεων.»(36)

(15) Η αναζήτηση για τον ιδανικό τρόπο εξόντωσης – Φυλακές και αρχιτεκτονική, Winfried Reebs, Εκδ. «Εκδόσεις Αμηχανία», 1988, σελ.25 / (16) Θέματα νεότερης και σύγχρονης ιστορίας από τις πηγές, Φ.Κ.Βώρος, Ξ.Οικονομοπούλου, Β.Ασημομύτης, Ν.Δημακόπουλος, Θ.Κατσουλάκος, Εκδ. «Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων», 1979, σελ.19 / (17) ο.π. (16), σελ.19 / (18) Prison architecture – An international survey of representative closed institutions and analysis of current trends in prison design, United Nations Social Defence Research Institute, The evolution of prison, Leslie Fairweather, Εκδ. «The Architectual Press Ltd.», 1975, σελ.17 / (19) ο.π. (18), σελ.17 / (20) Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Michel Foucault, Εκδ. «Εκδόσεις Ράππα», 1976, σελ.164 / (21) The new red barn – A critical look at the modern american prison, William Nagel, Εκδ. «Walker and Company», 1973, σελ.180 / (22) The fabrication of virtue – English prison architecture 1750-1840, Robin Evans, Εκδ. «Cambridge University Press», 1982, σελ.74 / (23) ο.π. (22), σελ.73 / (24) ο.π. (18), σελ.15 / (25) ο.π. (21), σελ.6 / (26) ο.π. (15), σελ.26 / (27) ο.π. (18), σελ.16 / (28) ο.π. (18), σελ.18 / (29) ο.π. (20), σελ.265-267 / (30) ο.π. (22), σελ.213 / (31) ο.π. (20), σελ.309 / (32) ο.π. (22), σελ.74 / (33) ο.π. (22), σελ.175 / (34) ο.π. (22), σελ.75 / (35) ο.π. (22), σελ.181 / (36) ο.π. (22), σελ.171

1.3 Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ ΜΕ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ

Είδαμε μέχρι τώρα πως οι ιδέες του Διαφωτισμού οδήγησαν στη γέννηση του σωφρονιστικού συστήματος, το οποίο με τη σειρά του οδήγησε στη μεταρρύθμιση των φυλακών και στην επιβολή απομονωτικού εγκλεισμού. Δεν είναι όμως αντιφατικό το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του Αιώνα των Φωτών υιοθετήθηκε μια τόσο σκοτεινή πρακτική; Καθόλου, θα απαντούσε ο Φουκώ, «ο «Διαφωτισμός» που ανακάλυψε τις ελευθερίες, εφηύρε και τις πειθαρχίες.»(37) Αυτό όμως το οποίο κατά τη γνώμη μας ο Φουκώ υποτιμά είναι η τεράστια συμβολή των μοναστηριών, της εκκλησίας σαν ίδρυμα και πάνω από όλα της χριστιανικής θεολογικής σκέψης όλων των δογμάτων, στη γέννηση της φυλακής και ειδικότερα στην ιδεολογική θεμελίωση της απομόνωσης εκείνη την εποχή. Το ίδιο το κελί εξάλλου είναι μια τεχνική του χριστιανικού μοναχισμού.

Μια πρώιμη μορφή επιδίωξης του σωφρονισμού με μέσο τον απομονωτικό εγκλεισμό εμφανίζεται στο Βυζάντιο, πολλούς αιώνες πριν το Διαφωτισμό. Παρόλο που δεν ήταν ο κυρίαρχος τρόπος τιμωρίας, η φυλάκιση σαν ποινή υπήρξε στο Βυζάντιο. «Τα δεσμωτήρια των βυζαντινών που ήταν δημόσια οικοδομήματα ονομάζονταν κατά διάφορες εποχές: «φυλακαί», «κουστωδίαι», «φρουραί» και μερικές φορές «σημεία». Κάθε φυλακή είχε τον αρχιδεσμοφύλακά της που ασκούσε τη γενική εποπτεία επί των φυλακισμένων, με βοηθούς και κατώτερους υπάλληλους τους δεσμοφύλακες ή καπικλάριους ή καβικλάριους ή φυλακτίτες ή φυλακάτορες. Εγγύηση ενάντια σε κάθε σύλληψη, παράνομη κράτηση ή άλλη αυθαίρετη ενέργεια, αποτελούσε η διάταξη του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, κατά την οποία τα δεσμωτήρια θα βρίσκονταν κάτω από την ανώτατη επίβλεψη των Επισκόπων, που όφειλαν μια φορά τουλάχιστον την εβδομάδα να επισκέπτονται τις φυλακές και να ελέγχουν αν είναι νόμιμη ή όχι η κράτηση των δεσμωτών.»(38)

Η ιδέα της φυλάκισης σαν υποκατάστατο της θανάτωσης ή του ακρωτηριασμού, προέκυψε εν μέρει από το έθιμο των πρώιμων χρόνων της εκκλησίας να παρέχεται άσυλο ή καταφύγιο στους φυγάδες και τους εγκληματίες. «Η εκκλησία εκείνη την εποχή είχε υπό την αιγίδα της ένα μεγάλο αριθμό κληρικών, υπαλλήλων, μοναχών και δουλοπάροικων και εκτός από τους τελευταίους οι υπόλοιποι ήταν στη δικαιοδοσία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων. Όντας παραδοσιακά απαγορευμένο να χυθεί αίμα και βασιζόμενα στη χριστιανική αρχή του εξαγνισμού μέσω της δοκιμασίας, αυτά τα ιερά δικαστήρια επέβαλλαν στους παραβάτες να μονάσουν, ακόμα και στην απομόνωση σε ένα κελί, όχι μόνο ως ποινή, αλλά και ως τρόπο να προσφερθούν οι συνθήκες εκείνες κάτω από τις οποίες η μετάνοια θα μπορούσε να προκύψει.»(39) Η διδασκαλία της εκκλησίας επέβαλλε στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, έτσι ώστε με την απομόνωση, την περισυλλογή και τη μετάνοια, οι τιμωρημένοι να ξαναγυρίσουν στο δρόμο του Θεού. Δεν ήταν μόνο τα ατομικά κελιά τα οποία προσφέρονταν για τον εγκλεισμό, ήταν και το γεγονός ότι τα μοναστήρια διέθεταν εγκαταστάσεις σε δυσπρόσιτες τοποθεσίες που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για σωφρονιστικό σκοπό. «Εκκλησιαστικές φυλακές συναντάμε από τον 4ο μΧ αιώνα.»(40)

Θα χρειαστεί να περάσουν πολλοί αιώνες για να επανεμφανιστεί αυτή η ιδέα, αυτή τη φορά όχι από τους ορθόδοξους Επισκόπους, αλλά από τους καθολικούς μοναχούς του τάγματος των Βενεδικτίνων. Στα τέλη του 17ου αιώνα, ο γάλλος μοναχός Jean Mabillon προτείνει να κατασκευαστεί μια ανεξάρτητη μοναστηριακή φυλακή σε κάθε γαλλική επαρχία, ώστε στα υποκείμενα της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης να εφαρμόζεται ένας ειδικός κανονισμός αυστηρής απομόνωσης με στόχο να οδηγεί στη μετάνοια. «Κάθε κελί θα διαθέτει ένα χώρο εργασίας όπου οι φυλακισμένοι μοναχοί θα μαθαίνουν μια χρήσιμη τέχνη. Θα μπορούσε να προστεθεί ένας μικρός κήπος σε κάθε κελί, ο οποίος θα ανοίγει συγκεκριμένες ώρες για να εργάζονται και να παίρνουν αέρα. Το κελί είναι μια κατοικία για να επικοινωνούν οι ψυχές με το Θεό, όχι με το συνάνθρωπο. Οι συγκρατούμενοι έρχονται σε επαφή μόνο κατά τη διάρκεια του όρθρου, της προσευχής του μεσημεριού και του εσπερινού.»(41) Συνεπώς η ιδέα ότι η απομόνωση είναι ένα αποτελεσματικό εργαλείο σωφρονισμού των κρατουμένων έχει εκκλησιαστική προέλευση. Σύμφωνα με τις κυρίαρχες εκείνη την εποχή αντιλήψεις, αν ο εγκληματίας απομονωθεί από κάθε εξωτερικό ερέθισμα, οι τύψεις θα τον κατακυριεύσουν και θα οδηγηθεί στη μετάνοια. Έτσι η θεολογία αναλαμβάνει την ιδεολογική θεμελίωση της απομόνωσης.

VI. Το σωφρονιστικό κατάστημα της Ρώμης ή άσυλο του San Michele, έργο του Carlo Fontana το 1704.

VI. Το σωφρονιστικό κατάστημα της Ρώμης ή άσυλο του San Michele, έργο του Carlo Fontana το 1704.

Σχεδόν έναν αιώνα πριν την ανέγερση του Maison de Force στη Γάνδη και τη θεωρητική σύλληψη του Πανοπτικού, κατασκευάζεται υπό την αιγίδα της καθολικής εκκλησίας ένα σωφρονιστικό ίδρυμα με την πλήρη έννοια του όρου, ιδιαίτερα πρωτοποριακό για την εποχή του. Η εκκλησία όχι μόνο έχει συλλάβει, αλλά έχει κάνει και πράξη τον εγκλεισμό στην απομόνωση με στόχο το σωφρονισμό, πολύ πριν τους μεταρρυθμιστές των φυλακών. Έτσι τα έτη 1702 – 1703 ο Πάπας Κλήμης ο ενδέκατος ιδρύει στη Ρώμη ένα σωφρονιστικό κατάστημα για ανήλικα αγόρια, το οποίο κατασκευάστηκε υπό την επίβλεψη του Carlo Fontana και η κατασκευή του ολοκληρώθηκε το 1704 (Εικ.VI).

Επρόκειτο για μια στοά με τρία πατώματα. Εκατέρωθεν της στοάς βρίσκονται 60 κελιά για απομόνωση κατά τη διάρκεια της νύχτας, ενώ ο χώρος ανάμεσα χρησιμοποιούνταν για την τέλεση της θείας λειτουργίας και κυρίως για την καθημερινή εργασία των τροφίμων. Στην πραγματικότητα η φυλακή λειτουργούσε ταυτόχρονα σαν βιοτεχνία παραγωγής μάλλινων ρούχων. Στο ανατολικό άκρο της στοάς βρίσκονταν η Αγία Τράπεζα και στο δυτικό ένας στύλος μαστιγώματος και μια ταμπέλα με την ένδειξη «silentium» (ησυχία!). Ανάμεσά τους υπήρχαν σειρές από έδρανα στα οποία συγκεκριμένα παιδιά αλυσοδεμένα από το ένα πόδι ήταν υποχρεωμένα να κλώθουν, να γνέθουν και να υφαίνουν μαλλί. Η εργασία εκτελούνταν σε καθεστώς απόλυτης σιωπής ενώ ένας ιερέας διάβαζε με δυνατή φωνή εκκλησιαστικά αποσπάσματα. Οι κρατούμενοι που θεωρούνταν αδιόρθωτοι παρέμεναν συνεχώς στα κελιά τους. Κάθε κελί είχε το δικό του αποχωρητήριο στο πάχος του εξωτερικού τοίχου και ένα καγκελόφρακτο παράθυρο το οποίο έβλεπε στον κεντρικό χώρο και από το οποίο μπορούσε κανείς να βλέπει την Αγία Τράπεζα, έτσι ώστε η Θεία Λειτουργία να μπορεί να γίνει χωρίς να είναι απαραίτητο να βγαίνουν τα παιδιά έξω. Πάνω από την είσοδο της φυλακής ήταν γραμμένα τα εξής: «δεν είναι αρκετό να αναχαιτίσεις τον κακούργο με την τιμωρία, εκτός αν τον κάνεις ενάρετο με την πειθαρχία που διορθώνει».(42) Το σωφρονιστικό κατάστημα της Ρώμης άσκησε μεγάλη επίδραση στην ιστορία της αρχιτεκτονικής των φυλακών. «Η σημασία του … βρίσκεται στα νέα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίζονταν η πειθαρχία: υποχρεωτική σιωπή, εγκλεισμός στην απομόνωση, έκθεση σε θρησκευτικές ιεροτελεστίες και πίσω από όλα αυτά η αρχιτεκτονική.»(43)

Μια ιδέα που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη μεταρρύθμιση των φυλακών, ήταν η αντίληψη ότι η διαφθορά είναι μεταδοτική και μεταδίδεται μέσα στις φυλακές με μέσο την επικοινωνία μεταξύ των κρατουμένων. Μέσω της επικοινωνίας σχηματίζεται ένας ομοιογενής και αλληλέγγυος πληθυσμός από τους κακοποιούς που είναι εκεί συγκεντρωμένοι. Η φυλακή πρέπει να καταβάλλει κάθε προσπάθεια να τον διαλύσει εμποδίζοντας την επικοινωνία. «Τη στιγμή αυτή έχουμε ανάμεσά μας μια οργανωμένη κοινωνία από εγκληματίες … Αυτοί σχηματίζουν ένα μικρό έθνος μέσα στο μεγάλο Έθνος μας. Όλοι σχεδόν οι άνθρωποι αυτοί γνωρίστηκαν στις φυλακές ή ξαναβρίσκονται εκεί μέσα. Πρέπει σήμερα να διαλύσουμε τα μέλη αυτής ακριβώς της κοινωνίας»(44), έλεγε ο Γάλλος φιλόσοφος και οπαδός της απομόνωσης Alexis de Tocqueville.

Ο διαχωρισμός των κρατουμένων, η κατηγοριοποίηση και η απομόνωση δικαιολογούνταν από τους μεταρρυθμιστές με την παράθεση μιας έκφρασης που προέρχονταν από την Α’ προς Κορίνθιους επιστολή του Απόστολου Παύλου: φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί (κεφ.ιε’ στ.33), «οι κακές συναναστροφές διαφθείρουν».(45) Οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας πρέπει να εξαφανιστεί απολύτως. Ο βοηθός του ιερέα της απομονωτικής φυλακής Pentonville προειδοποιούσε: «θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι καμία βλάβη δεν μπορεί αν προκύψει από ένα σινιάλο, μια λέξη ή ένα χτύπο … αλλά είμαι πεπεισμένος ότι αυτές οι παραβιάσεις της πειθαρχίας παρακωλύουν το σωφρονισμό. Έχει συμβεί περισσότερες από μια φορά να οδηγηθώ στο να υποψιαστώ τέτοιες πρακτικές όταν το μυαλό ενός κρατούμενου παρουσιάζεται αλλαγμένο ή σε μη ικανοποιητική κατάσταση, και οι υποψίες μου επαληθεύτηκαν.» Αυτά τα κατώτερα σινιάλα σπάνε την επίδραση του διαχωρισμού στα μυαλά των κρατουμένων, αναζωογονώντας «ανήθικες και εγκληματικές ιδέες.»(46)

Η διαφθορά που μεταδίδεται με την επικοινωνία αντιμετωπίστηκε κάποιες φορές ως μεταδοτική ασθένεια με την κυριολεκτική έννοια του όρου. «Ο σεβασμιότατος John Field, ιερέας της κομιτειακής φυλακής του Reading, πιστεύοντας ότι η αμαρτία ήταν μεταδοτική, αφιέρωσε ένα ολόκληρο φυλλάδιο σε μια λεπτομερή αλλά οικεία σύγκριση των πνευματικών και των σωματικών νοσημάτων. Οι οδύνες οποιουδήποτε είδους ήταν το αποτέλεσμα της αμαρτίας. Στους παλιούς καιρούς οι διεφθαρμένοι προσβάλλονταν από λέπρα. Αυτοί οι οποίοι στέλνονταν στην εξορία εξαιτίας της λέπρας εξαγνίζονταν πνευματικά αν όχι σωματικά, μέσω της απομόνωσης.» Έτσι «οι νομοθέτες μας έμαθαν τη μέθοδο του σωφρονισμού των εγκληματιών, μελετώντας αυτό που πρότειναν οι νόμοι που αφορούσαν τη λέπρα.»(47)

Η ανθρώπινης προέλευσης ποινή της φυλάκισης ανέκαθεν συγκρίνονταν με την θεϊκής προέλευσης ποινή του κολασμού. Η κοινοβιακή φυλακή της εποχής πριν τη μεταρρύθμιση περιγράφονταν σαν «κόλαση επί της γης, πύλη της κολάσεως, επιτομή της κόλασης, προάστιο της κόλασης, η κόλαση η ίδια.»(48) Οι φυλακές αυτές εξυπηρετούσαν για τους θεολόγους έναν σπουδαίο σκοπό, την προσομοίωση του τρόμου και των πόνων που επιφύλασσε η μετά θάνατον ζωή για τους αμαρτωλούς. Η αλλαγή στην εικόνα για την κόλαση που είχαν οι προτεστάντες θεολόγοι συνέβαλλε πολύ στην αλλαγή των αντιλήψεων της κοινωνίας σε σχέση με το τι θα έπρεπε να είναι μια φυλακή. «Στην πρώιμη προτεσταντική εσχατολογία (όπως και στην ορθόδοξη) δεν υπήρχε καθαρτήριο, παρά μόνο ο παράδεισος για τους εκλεκτούς και μια κόλαση χωρίς λυτρωμό στην οποία οι αμαρτωλοί θα υπέφεραν αιώνια. Κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα η προτεσταντική κόλαση εξελίχθηκε σε ένα μέρος από το οποίο οι αμαρτωλοί ίσως τελικά απελευθερώνονταν. Προς το τέλος του 18ου αιώνα η ιδέα μιας κόλασης από την οποία υπήρχε δυνατότητα απολύτρωσης ήταν κοινός τόπος στους φωτισμένους προτεσταντικούς κύκλους. Αυτό ήταν το επιχείρημα με βάση το οποίο μια φυλακή συγκρινόμενη με την παλιότερη αντίληψη της αιώνιας κόλασης, καταδικάστηκε σαν διαστροφή. Συνεπώς οι παλιές φυλακές, τις οποίες ακόμα έβλεπαν σαν διαβολικές, άναρχες και χαοτικές, έχασαν τη μοναδική ηθική χρησιμότητα που είχαν, από τότε που η εικόνα της κόλασης στην οποία ανταποκρίνονταν θεωρήθηκε τίποτε άλλο παρά μια ανασκευασμένη επινόηση.»(49)

Εξελίσσοντας τις αντιλήψεις της από ένα δρόμο παράλληλο με αυτόν του Διαφωτισμού, η προτεσταντική θεολογία καταλήγει στην ιδεολογική θεμελίωση της απομόνωσης σαν τιμωρίας με στόχο τον σωφρονισμό. «Όταν ο σκοπός της κόλασης άλλαξε, το ίδιο συνέβη και με τη φύση των τιμωριών από τις οποίες υπέφερε κανείς εκεί. Λογχίσματα, καψίματα, γδαρσίματα και ακρωτηριασμοί μπορούσαν μόνο να προκαλέσουν τα πάθη και να αυξήσουν το μίσος των ενόχων για το Θεό. Το πρόβλημα ήταν να περιγραφεί μια μορφή τιμωρίας που δεν θα αλλοτρίωνε με αυτόν τον τρόπο. Η λύση ήταν να τοποθετηθεί η πνευματική οδύνη στη θέση των σωματικών βασανιστηρίων. Αν η κόλαση δεν ήταν τίποτα παραπάνω από τις οδύνες που προέκυπταν από τις ενοχές που ένιωθε η ψυχή για τις αμαρτίες της επίγειας ζωής, τότε ο τρόπος για να αναπαραγάγει κανείς τα αποτελέσματα του κολασμού στη φυλακή, είναι να μην επιτραπεί στη διάνοια του εγκληματία τίποτα πέρα από το να ενδιατρίβει στο ίδιο της το αποκρουστικό περιεχόμενο. Αυτή ήταν μια οδός, η προτεσταντική οδός που καταλήγει στον εγκλεισμό στην απομόνωση, μια πρακτική η οποία θα έπρεπε σε μεγάλο βαθμό να βασιστεί στην αρχιτεκτονική για την πραγματοποίησή της, όπως ήταν ήδη εμφανές στο σωφρονιστικό κατάστημα της Ρώμης.»(50)

Το γεγονός ότι η απομόνωση ωθεί τον κατάδικο, σύμφωνα με τις κυρίαρχες εκείνη την εποχή αντιλήψεις, να στραφεί στον εσωτερικό του κόσμο και να ανακαλύψει στα βάθη της συνείδησής του τη φωνή της αρετής, ήταν η πιο δημοφιλής δικαιολόγησή της και όπως είδαμε ήταν θεολογικής προέλευσης επιχείρημα. Όμως η χριστιανική σκέψη προχώρησε ακόμα μακρύτερα. Αν αυτό το οποίο βασανίζει τον κρατούμενο στην απομόνωση δεν είναι παρά οι ίδιες του οι τύψεις για τις αμαρτίες που διέπραξε, τότε η απομόνωση είναι μια μορφή τιμωρίας που πλήττει μόνο τους ενόχους και μάλιστα όσο πιο αμαρτωλός είναι κανείς, τόσο πιο βασανιστική είναι η τιμωρία. Έτσι ο φόβος της απομόνωσης θεωρείται πλέον συνάρτηση της ενοχής. Ο άγγλος αρχιεπίσκοπος Tillotson, ο οποίος μνημονεύονταν σαν αυθεντία αυτής της λογικής έλεγε: «εάν ο Θεός άφηνε τους αμαρτωλούς μόνους τους να αντιμετωπίσουν τον εαυτό τους και το μαστίγωμα της ίδιας τους της συνείδησης, δύσκολα θα μπορούσε να διανοηθεί κανείς ένα πιο σκληρό και τρομερό μαρτύριο.»(51) Όσο περισσότερο ένας κατάδικος είναι ικανός να σκέφτεται, τόσο περισσότερο νιώθει τύψεις για το έγκλημά του, αλλά και τόσο περισσότερο οι τύψεις του θα είναι έντονες και η μοναξιά του βασανιστική. Αντίθετα όταν θα έχει πραγματικά μετανιώσει και θα έχει ειλικρινά αποδεχτεί τα αμαρτήματά του, η μοναξιά δεν θα είναι πια γι’ αυτόν κάτι το αφόρητο. Η απομόνωση λοιπόν ως συνάρτηση της ενοχής είναι μια ακριβής ανταπόδοση. «Σύμφωνα με την αξιοθαύμαστη αυτή πειθαρχία, κάθε νοημοσύνη και κάθε ηθικότητα ενέχουν οι ίδιες την αρχή και το μέτρο μιας καταστολής, που το τυχόν ανθρώπινο λάθος ή σφάλμα δεν είναι δυνατόν να αλλοιώσει τη βεβαιότητα και την αμετάλλακτη δικαιοσύνη της … Δεν μοιάζει στ’ αλήθεια σαν τη σφραγίδα μιας θεϊκής και ουράνιας δικαιοσύνης;»(52)

Ο καθολικισμός σπεύδει να υιοθετήσει αμέσως στα κηρύγματά του την προτεσταντική αυτή αντίληψη. Ο γάλλος αβάς Petigny στην προσφώνησή του απευθυνόμενος στους φυλακισμένους, με την ευκαιρία των εγκαινίων της πτέρυγας με τα κελιά στις φυλακές των Βερσαλλιών, τονίζει: «για μένα τα κελιά σας δεν είναι τίποτε άλλο παρά τάφοι φρικτοί όπου, αντί για σκουλήκια, οι τύψεις και η απελπισία σας κατατρώνε και κάνουν την ύπαρξή σας μια πρόωρη κόλαση. Όμως … αυτό που για έναν άθεο φυλακισμένο δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνο ένας τάφος, ένα αποτρόπαιο οστεοφυλάκιο, μετατρέπεται για τον αληθινά χριστιανό κρατούμενο σε πραγματικό λίκνο της μακάριας αθανασίας.»(53)

(37) Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Michel Foucault, Εκδ. «Εκδόσεις Ράππα», 1976, σελ.291 / (38) Η αρχιτεκτονική των φυλακών – Από πλευράς κοινωνικής, πολεοδομικής και κτιριολογικής, Γιάννης Τριανταφυλλίδης, Εκδ. «Δημοσιεύματα Εταιρείας Προστασίας Αποφυλακιζομένων Θεσσαλονίκης», 1964, σελ.22 / (39) The new red barn – A critical look at the modern american prison, William Nagel, Εκδ. «Walker and Company», 1973, σελ.4 / (40) ο.π. (38), σελ.21 / (41) The fabrication of virtue – English prison architecture 1750-1840, Robin Evans, Εκδ. «Cambridge University Press», 1982, σελ.74 / (42) Η αρχιτεκτονική των φυλακών – Από πλευράς κοινωνικής, πολεοδομικής και κτιριολογικής, Γιάννης Τριανταφυλλίδης, Εκδ. «Δημοσιεύματα Εταιρείας Προστασίας Αποφυλακιζομένων Θεσσαλονίκης», 1964, σελ.24-25 / (43) ο.π. (41), σελ.60 / (44) ο.π. (37), σελ.310 / (45) ο.π. (41), σελ.6 / (46) ο.π. (41), σελ.333 / (47) ο.π. (42), σελ.331 / (48) ο.π. (42), σελ.65 / (49) ο.π. (42), σελ.66 / (50) ο.π. (42), σελ.67 / (51) ο.π. (42), σελ.326 / (52) ο.π. (37), σελ.311 / (53) ο.π. (37), σελ.313

1.4 ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Η απόλυτη απομόνωση όμως ήταν ακόμα δύσκολο να εφαρμοστεί για τεχνικούς λόγους στην Αγγλία κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος της μεταρρύθμισης. Φυσικά η τεχνολογία της ηχομόνωσης και της ηλεκτρονικής επιτήρησης που αργότερα απλοποίησε πολύ το πρόβλημα δεν υπήρχε. Έτσι «ο εγκλεισμός στην απομόνωση αποσύρθηκε ήσυχα από τη λίστα με τις απαιτήσεις της μεταρρύθμισης.»(54) Παρόλο που δεν εξαφανίστηκε τελείως, χρησιμοποιούνταν όλο και λιγότερο για κοινές υποθέσεις και κατέληξε μια ειδική τιμωρία για ανυπότακτους κρατούμενους.

Όμως η πίστη στη θεωρητική υπεροχή της αρχής της απομόνωσης δεν κλονίστηκε και έτσι «την απόρριψη της απομόνωσης ακολούθησε μια ασυνήθιστη αύξηση του αριθμού των κατηγοριών στις οποίες χώριζαν τους κρατούμενους (οι οποίες το 1821 έφτασαν τις εικοσιτρείς!)»(55) Εδώ δεν μιλάμε πλέον για τους στοιχειώδεις διαχωρισμούς ανδρών και γυναικών, ανήλικων και ενήλικων, υπόδικων και κατάδικων, χρεοφειλετών και εγκληματιών, αλλά για μια μετριοπαθή αναγέννηση της αρχής της απομόνωσης. Ο άγγλος αρχιτέκτονας Richard Ingleman πρότεινε μάλιστα ένα μαθηματικό μοντέλο το οποίο θα μπορούσε να προβλέψει το βαθμό στον οποίο η διαφθορά των ηθών μπορεί να εξαπλωθεί στις φυλακές υπό ορισμένες συνθήκες. «Όταν οι φυλακισμένοι είναι προσεκτικά διαχωρισμένοι είτε από κανόνες και κανονισμούς είτε από τη δομή του ίδιου του κτιρίου της φυλακής, η εξάπλωση της ακολασίας και της οκνηρίας αυξάνεται μοναδιαία, αλλά όταν οι κρατούμενοι είναι όλοι μαζί αυξάνεται σε αναλογία με το τετράγωνο του αριθμού των εγκλείστων.»(56) Αυτή η ακριβής διατύπωση αποδεικνύει ότι σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής, παρόλο που η εξάπλωση της διαφθοράς δεν μπορούσε να αποτραπεί εντελώς, ο «προσεκτικός διαχωρισμός» των φυλακισμένων μπορούσε να μειώσει τη μεταδοτικότητά της. Όσο ο αριθμός των διαιρέσεων σε μια φυλακή αυξάνονταν αριθμητικά, η προστατευτική τους αξία αυξάνονταν εκθετικά. Η πρωτοπορία στην κατασκευή φυλακών απομόνωσης με στόχο τον σωφρονισμό μεταφέρεται από την Αγγλία στις Ηνωμένες Πολιτείες, από όπου – όπως θα δείξουμε – θα επανεισαχθεί στην Αγγλία και σε ολόκληρη την Ευρώπη από το 1830 και μετά.

Στις 4 Ιουλίου του 1776 οι Ηνωμένες Πολιτείες διακηρύσσουν την ανεξαρτησία τους. Το 1783 η ηττημένη στρατιωτικά Αγγλία αναγκάζεται να αναγνωρίσει το νέο κράτος. Μετά τη νικηφόρα για τις Ηνωμένες Πολιτείες έκβαση του πολέμου της ανεξαρτησίας, κάποιες Πολιτείες άρχισαν να αναζητούν νέες μεθόδους για την μεταχείριση των εγκληματιών. Στην Πολιτεία της Πενσυλβανίας, η πλατιά διαδεδομένη χρήση των σωματικών τιμωριών κατά τη διάρκεια της αγγλικής κυριαρχίας, προκαλούσε τις θρησκευτικές ευαισθησίες των κατοίκων της, ένας μεγάλος αριθμός των οποίων ανήκαν στο προτεσταντικό δόγμα των Κουάκερων, που αποτελεί μια παρέκκλιση του Πουριτανισμού. Ήδη από το 1776 στο σχέδιο του προσωρινού Συντάγματος της Πενσυλβανίας αναγράφονταν: «το ποινικό δίκαιο που χρησιμοποιούσαμε μέχρι τώρα πρέπει να μεταρρυθμιστεί από την επόμενη ηγεσία της Πολιτείας, όσο γρηγορότερα γίνεται και οι τιμωρίες να γίνουν σε μερικές περιπτώσεις λιγότερο αιματηρές και γενικά πιο αναλογικές στα εγκλήματα.»(57)

Το 1787 υπό την επιρροή των Κουάκερων της Πενσυλβανίας συγκροτείται η «Εταιρεία της Φιλαδέλφειας για την Ανακούφιση των Δεινών από τις Δημόσιες Φυλακές» (The Philadelphia Society for Alleviating the Miseries of Public Prisons), με στόχο τη μεταρρύθμιση της δομής του ποινικού συστήματος. Στις 9 Ιανουαρίου του 1788 η Εταιρεία παρουσιάζει στη Γενική Συνέλευση των αντιπροσώπων της Πολιτείας τις προτάσεις της και εκθέτει τους λόγους για τους οποίους οδηγήθηκε σε αυτές. «Απομονωτική εργασία επειδή «μπορεί να διεξαχθεί πιο σταθερά και ομοιόμορφα», διαχωρισμός των νέων από τους σκληρούς εγκληματίες επειδή «τα αρνητικά αποτελέσματα της εξοικείωσης των νέων μυαλών με τους διεστραμμένους χαρακτήρες θα εξαλειφθούν», διαχωρισμός των φύλων και απαγόρευση της πώλησης αλκοόλ επειδή «ανατρέπουν τις θετικές επιδράσεις που μπορεί να προκαλέσει η απομονωτική εργασία και η αυστηρή εγκράτεια.»(58) Οι προτάσεις αυτές γίνονται σε γενικές γραμμές αποδεκτές και έτσι για πρώτη φορά μπορούμε να μιλάμε για σωφρονιστικό σύστημα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το ιδεολογικό υπόβαθρο αυτής της απομόνωσης μας είναι ήδη γνώριμο. «Εκεί χωρίς καμιά απασχόληση, χωρίς τίποτα που να μπορεί να τον ψυχαγωγήσει, περιμένοντας με άγχος και αβεβαιότητα τη στιγμή της αποφυλάκισής του», ο φυλακισμένος περνά «ατελείωτες, ανήσυχες ώρες, βυθισμένος στις σκέψεις που βασανίζουν όλους τους ενόχους.»(59) Ακολουθεί η ανακαίνιση της φυλακής Walnut Street και η κατασκευή των φυλακών Cherry Hill και Auburn οι οποίες σηματοδότησαν δύο διακριτά συστήματα απομόνωσης, το σύστημα του διαχωρισμού και το σύστημα της σιωπής.

VII. Η Φυλακή Walnut Street στη Φιλαδέλφεια. Διακρίνεται η πτέρυγα με τα κελιά απομόνωσης, η οποία συμβολίζεται με το γράμμα D.

VII. Η Φυλακή Walnut Street στη Φιλαδέλφεια. Διακρίνεται η πτέρυγα με τα κελιά απομόνωσης, η οποία συμβολίζεται με το γράμμα D.

Το 1788 αποφασίζεται η ανακαίνιση της φυλακής Walnut Street στη Φιλαδέλφεια (Εικ.VII), ώστε να συμπεριλάβει μια πτέρυγα με κελιά για τον εγκλεισμό των κρατούμενων που θεωρούνται πιο σκληροί και γι’ αυτό μια κακή επιρροή για τους υπόλοιπους. Οι διαστάσεις των κελιών είναι 2,44μ. μήκος, 1,83μ. πλάτος και 2,74μ. ύψος. Κατασκευάστηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να επιβάλλεται οπτική απομόνωση στους κρατούμενους και η επικοινωνία με τους άλλους φυλακισμένους να είναι αδύνατη. Πρόκειται για το πρώτο αμερικάνικο σωφρονιστικό ίδρυμα όπως επίσης και για την πρώτη φυλακή απομόνωσης αν και η απομόνωση δεν είναι απόλυτη: αφορά μόνο ορισμένους κρατούμενους που άλλοτε θα είχαν καταδικαστεί σε θάνατο και εκείνους που μέσα στην ίδια τη φυλακή έχουν υποβληθεί σε ειδική τιμωρία.

VIII. Η φυλακή Cherry Hill στη Φιλαδέλφεια της Πενσυλβανίας, έργο του John de Haviland, 1829. Το πρωτότυπο σχέδιο περιελάμβανε 250 κελιά απομόνωσης, όλα στο ισόγειο. Η απόφαση να αυξηθεί ο αριθμός των κελιών σε 400 ανάγκασε τον Haviland να προσθέσει έναν όροφο. Ο Haviland εισήγαγε το ακτινωτό σχέδιο από την Αγγλία.

VIII. Η φυλακή Cherry Hill στη Φιλαδέλφεια της Πενσυλβανίας, έργο του John de Haviland, 1829. Το πρωτότυπο σχέδιο περιελάμβανε 250 κελιά απομόνωσης, όλα στο ισόγειο. Η απόφαση να αυξηθεί ο αριθμός των κελιών σε 400 ανάγκασε τον Haviland να προσθέσει έναν όροφο. Ο Haviland εισήγαγε το ακτινωτό σχέδιο από την Αγγλία.

Η ανακαίνιση της φυλακής Walnut Street ήταν μόνο η αρχή. «Το 1829 επικυρώθηκε η νομοθεσία η οποία καθιστούσε τον απομονωτικό εγκλεισμό επίσημη πολιτική της Πολιτείας της Πενσυλβανίας.»(60) Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος κτίζεται τον ίδιο χρόνο η φυλακή Cherry Hill (Εικ.VIII) από τον John de Haviland οποίος εισαγάγει το ακτινωτό σχέδιο από την Αγγλία. Το γεγονός αυτό σηματοδότησε τη γέννηση ενός νέου σωφρονιστικού συστήματος. Το σύστημα του διαχωρισμού ή το σύστημα της Πενσυλβανίας όπως έγινε γνωστό, ήταν βασισμένο στην ιδέα του εγκλεισμού στην απομόνωση, όπου οι καταδικασμένοι έπρεπε αφού απομακρυνθούν από την κοινωνία να φυλαχτούν σε κελιά απομονωμένα μεταξύ τους. Η εργασία σε πάγκους που βρίσκονταν μέσα στο κελί και ο προαυλισμός που διεξάγονταν ατομικά στην ιδιωτική μικρή αυλή που προορίζονταν για κάθε κρατούμενο ήταν η μοναδική δυνατότητα ψυχαγωγίας. Υπήρχε ένα καθεστώς αυστηρής πειθάρχησης, απομόνωσης και περισυλλογής. Όλες οι επαφές με τον έξω κόσμο έπρεπε να αποφεύγονται. Η ανάγνωση της Αγίας Γραφής θα εφοδίαζε τους κατάδικους με την πνευματική καθοδήγηση που ήταν απαραίτητη για το σωφρονισμό τους. Η απομόνωση για πρώτη φορά δεν είναι απλώς μια πλευρά του σωφρονιστικού συστήματος ούτε πολύ περισσότερο η ακραία του έκφανση. Η απομόνωση είναι αυτή καθεαυτή η βάση όλης της διαδικασίας της φυλάκισης.

IX. Κάτοψη της φυλακής Auburn

IX. Κάτοψη της φυλακής Auburn

Λίγο αργότερα στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης ενέκυψε μια άλλη σωφρονιστική φιλοσοφία η οποία έγινε ανταγωνιστική στο σύστημα της Πενσυλβανίας. Μια πολύ αυστηρή μορφή απομονωτικής φυλάκισης επιβλήθηκε για το σύντομο χρονικό διάστημα των δέκα μηνών στη φυλακή Auburn. (Εικ.IX) Ο σωφρονισμός επιδιώχθηκε να λάβει χώρα σε ένα ειδικό μπλοκ αποτελούμενο από ογδόντα κλειστοφοβικούς θαλαμίσκους με εμβαδόν όχι μεγαλύτερο από δύο – τρία τετραγωνικά μέτρα ο καθένας. Οι έγκλειστοι κατάδικοι έγιναν το υποκείμενο μιας τόσο ολοκληρωτικής απομόνωσης που είτε πέθαναν είτε τρελάθηκαν. «Τα απογοητευτικά αποτελέσματα στο Auburn οδήγησαν τις αρχές της Πολιτείας της Νέας Υόρκης στο να απαγορεύσουν την απόλυτη απομόνωση το 1823.»(61) Η απόλυτη απομόνωση αντικαταστάθηκε από ένα καθεστώς σκληρής συλλογικής εργασίας σε συνθήκες απόλυτης σιωπής κατά τη διάρκεια της μέρας και εγκλεισμού σε κελιά τη νύχτα. Κάθε απόπειρα επικοινωνίας μεταξύ των καταδίκων – ακόμα και η ανταλλαγή ενός βλέμματος – από δω και στο εξής τιμωρούνταν με ένα γερό χέρι ξύλο με στόχο να αποτραπεί η «ηθική μόλυνση». Το σύστημα της απομόνωσης των κρατούμενων σε ατομικά κελιά τη νύχτα και συνάθροισής τους στα εργαστήρια τη μέρα σε καθεστώς σιωπής, ονομάστηκε σύστημα της σιωπής ή σύστημα Auburn/Sing-Sing.

Στην πραγματικότητα τα δύο αυτά συστήματα ήταν δύο διαφορετικές λύσεις στο ίδιο πρόβλημα, αυτό της αποτροπής της επικοινωνίας μεταξύ των κρατουμένων ή όπως θα έλεγε ο Φουκώ «η καταναγκαστική εξατομίκευση με τη διακοπή κάθε σχέσης που δεν θα ελέγχεται από την εξουσία ή που δεν θα ακολουθεί την ιεραρχία».(62) Η απομόνωση στη μία ή στην άλλη μορφή ήταν από όλους αποδεκτή και αυτός ήταν ο πραγματικός θρίαμβος της ιδεολογίας της μεταρρύθμισης. Σε ότι αφορά όμως το ρόλο της αρχιτεκτονικής υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά: στη μια περίπτωση οι τοίχοι ήταν αυτοί που χρησιμοποιούνταν για να επιβάλλουν την απομόνωση, ενώ στην άλλοι την επέβαλλε ουσιαστικά η βαρβαρότητα των δεσμοφυλάκων. Οι γάλλοι de Beaumont και de Tocqueville παρατήρησαν ότι παρόλο που οι κρατούμενοι στο σύστημα της σιωπής βρίσκονταν σε άμεση φυσική σχέση μεταξύ τους, ήταν στην πραγματικότητα τόσο απομονωμένοι όσο και εκείνοι στα κελιά του Cherry Hill, επειδή «τα κορμιά τους είναι μαζί, αλλά οι ψυχές τους είναι χωριστά … είναι πραγματικά απομονωμένοι, παρόλο που κανένας τοίχος δεν τους διαχωρίζει.»(63) Η απομόνωση στο Cherry Hill, η οποία στην πραγματικότητα ήταν απομόνωση με μέσο την αρχιτεκτονική, ξεπερνούσε την αναγκαιότητα η επικοινωνία να καταστέλλεται με την ωμή βία και τον εκφοβισμό, όπως έπρεπε να γίνει στο Auburn.

image032

X. Οι τυπικές αρχιτεκτονικές διατάξεις των δύο κύριων συστημάτων φυλάκισης των αρχών του 19ου αιώνα: του συστήματος του διαχωρισμού ή πενσυλβανικού συστήματος και του συστήματος της σιωπής ή συστήματος Auburn/Sing – Sing.

X. Οι τυπικές αρχιτεκτονικές διατάξεις των δύο κύριων συστημάτων φυλάκισης των αρχών του 19ου αιώνα: του συστήματος του διαχωρισμού ή πενσυλβανικού συστήματος και του συστήματος της σιωπής ή συστήματος Auburn/Sing – Sing.

Στο δεύτερο μέρος θα ασχοληθούμε λεπτομερέστερα με τις φυλακές που κατασκευάστηκαν με βάση το σύστημα του διαχωρισμού, το οποίο διατηρούσε την απομόνωση με όργανο το ίδιο το κτίριο της φυλακής. Εδώ θα περιοριστούμε να αναφέρουμε ότι το σύστημα του διαχωρισμού υιοθέτησε τα εξωτερικά κελιά (όπως στο σωφρονιστικό κατάστημα της Ρώμης) και τις ακτινωτές πτέρυγες κελιών (όπως στη φυλακή της Γάνδης), ενώ το σύστημα της σιωπής χρησιμοποίησε εσωτερικά κελιά (όπως στη φυλακή της Γάνδης) και απλές ορθογωνικού σχήματος πτέρυγες κελιών (όπως στο σωφρονιστικό κατάστημα της Ρώμης). (Εικ.X)

Τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των δύο συστημάτων γρήγορα έγιναν το αντικείμενο μιας ζωηρής δημόσιας συζήτησης σε όλα τα επίπεδα. Τα ερωτήματα που τέθηκαν ήταν θεολογικά (μήπως η μετάνοια θα πρέπει να είναι το κύριο στοιχείο του σωφρονισμού;), ιατρικά (μήπως προκαλεί τρέλα η απόλυτη απομόνωση;), οικονομικά (τι είναι λιγότερο δαπανηρό;), αρχιτεκτονικά και διοικητικά (ποια μορφή φυλακής εξασφαλίζει την πιο αποτελεσματική επιτήρηση;) και άλλα. «Για τους υποστηριχτές του συστήματος του διαχωρισμού, η φυλακή Cherry Hill «ήταν πιο φιλοσοφημένη σε ότι αφορά τις θεωρητικές της αρχές, πιο πρακτική και απλή σε ότι αφορά την εφαρμογή τους και πιο ανθρώπινη σε ότι αφορά το πνεύμα της από ότι το σύστημα του Auburn.» Για τους υποστηρικτές του συστήματος της σιωπής ήταν απλά μια πάρα πολύ υψηλού κόστους απόδειξη της ανοησίας των φιλάνθρωπων και των μεταρρυθμιστών. Η φυλακή Cherry Hill σύντομα έφτασε στο σημείο να ταυτίζεται με την αναμορφωτική φυλάκιση, ενώ η φυλακή Auburn με την τιμωρητική φυλάκιση, το Cherry Hill με τον ιδεαλισμό, το Auburn με τον ρεαλισμό.»(64)

Το σύστημα της φυλακής Auburn προβλέπει ατομικό κελί για τη νύχτα, εργασία και γεύματα από κοινού, αλλά με τον όρο οι κρατούμενοι να τηρούν απόλυτη σιγή και να μην τους επιτρέπεται να μιλούν σε κανέναν άλλον εκτός από τους φύλακες και αυτό με την άδειά τους και χαμηλόφωνα. Αυτό σύμφωνα με τον Φουκώ αποτελεί έκδηλη αναφορά στο μοναστικό πρότυπο και στην πειθαρχία του εργαστηρίου. «Η φυλακή πρέπει να αποτελεί τον μικρόκοσμο μιας τέλειας κοινωνίας, όπου τα άτομα είναι απομονωμένα στην πνευματική τους υπόσταση, όπου όμως η συνάντηση μεταξύ τους γίνεται σε ένα πλαίσιο αυστηρά ιεραρχικό, χωρίς καμία πλάγια σχέση, έτσι ώστε η επικοινωνία να μην μπορεί να γίνεται παρά μονάχα κάθετα. Το πλεονέκτημα του συστήματος του Auburn, κατά τους οπαδούς του, είναι ότι πρόκειται για μια αντιγραφή της ίδιας της κοινωνίας. Ο καταναγκασμός εξασφαλίζεται με υλικά μέσα, αλλά προπάντων με έναν κανόνα που όλοι πρέπει να σέβονται και που τον εγγυώνται η επιτήρηση και οι τιμωρίες. Αντί να κρατούνται οι κατάδικοι «στα σίδερα όπως το άγριο θηρίο στο κλουβί του» καλύτερο είναι «να παίρνουν μέρος από κοινού σε χρήσιμες ασκήσεις, να υποχρεώνονται από κοινού να αποκτούν καλές συνήθειες, να προλαμβάνεται η μεταδοτικότητα των κακών ηθών με μια δραστήρια επιτήρηση, εξασφαλίζοντάς τους την περισυλλογή με τον κανόνα της σιωπής.» Ο κανόνας αυτός συνηθίζει τον κρατούμενο να «θεωρεί το νόμο ιερή εντολή, που η παράβασή της προκαλεί μια δίκαιη και νόμιμη τιμωρία.» Με αυτόν τον τρόπο η απομόνωση, οι συγκεντρώσεις χωρίς επικοινωνία ανάμεσα στους κρατούμενους, καθώς και η εφαρμογή του νόμου που διασφαλίζεται από έναν αδιάλειπτο έλεγχο, πρέπει να επαναφέρουν τον εγκληματία στον ίσιο δρόμο επανακαθιστώντας τον ως κοινωνικό άτομο: έτσι ο εγκληματίας εκπαιδεύεται σε μια «ωφέλιμη και καρτερική δραστηριότητα», αναπροσαρμόζεται στις «συνήθειες της κοινωνικότητας.»(65)

Αντίθετα στο σύστημα του διαχωρισμού στην Πενσυλβανία η επαναπροσαρμογή του εγκληματία δεν προσδοκάται σύμφωνα με τον Φουκώ από την επιβολή του νόμου, αλλά από το τι υπαγορεύει στο άτομο η ίδια του η συνείδηση. «Ολομόναχος ο κρατούμενος στο κελί του αντικρίζει τον εαυτό του. Με κατασιγασμένα τα πάθη του και μακριά από τον κόσμο που τον περιτριγυρίζει, ακούει μόνο τη φωνή της συνείδησής του και καθώς τη συμβουλεύεται νιώθει να ξυπνάνε μέσα του οι ηθικές αρχές που ποτέ δεν εγκαταλείπουν ολότελα την ανθρώπινη καρδιά.» Δεν είναι λοιπόν ο τυπικός σεβασμός του νόμου ή μόνο ο φόβος της τιμωρίας που θα επηρεάσει τον κρατούμενο, αλλά η ίδια η φωνή της συνείδησής του. Κάλλιο μια συνειδητή υποταγή παρά μια επιπόλαιη εκπαίδευση, μια αλλαγή «ηθικότητας» και όχι συμπεριφοράς. Στις φυλακές της Πενσυλβανίας τα μόνα αναμορφωτικά όργανα είναι η συνείδηση και οι βουβοί τοίχοι όπου αυτή προσκρούει. Στη φυλακή Cherry Hill, «οι τοίχοι αντιπροσωπεύουν την τιμωρία του εγκλήματος. Στο κελί ο κρατούμενος αντικρίζει τον εαυτό του, είναι αναγκασμένος να ακούει τη φωνή της συνείδησής του.» Γι’ αυτό και η εργασία σε τούτες τις φυλακές είναι μάλλον μια παρηγοριά παρά μια υποχρέωση. Οι φύλακες δεν είναι απαραίτητο να ασκούν καταναγκασμούς που εξασφαλίζονται από την ίδια την υλικότητα των πραγμάτων και επομένως το κύρος τους μπορεί να είναι αποδεκτό. «Σε κάθε επίσκεψή του, ο φύλακας απευθύνει λίγα εγκάρδια λόγια που ξυπνάνε στην καρδιά του κρατούμενου μαζί με την ευγνωμοσύνη, την ελπίδα και την παρηγοριά. Ο κρατούμενος αγαπά το φύλακά του και τον αγαπά γιατί ο φύλακας είναι γλυκομίλητος και συμπονετικός. Οι τοίχοι είναι τρομακτικοί και ο άνθρωπος είναι καλός.» Στο κατάκλειστο αυτό κελί, στον προσωρινό αυτόν τάφο, ο μύθος της ανάστασης εύκολα υλοποιείται. Ύστερα από τα ζοφερά σκοτάδια και τη σιωπή, η αναγέννηση. Το δεσμωτήριο Auburn ήταν η ίδια η κοινωνία με όλο της τον δυναμισμό. Η φυλακή Cherry Hill αντιπροσωπεύει τη ζωή που καταλύεται και ξαναρχίζει(66)

Η διαμάχη μεταξύ των δύο συστημάτων γρήγορα μεταφέρθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Ευρώπη, καθώς αρκετοί ήταν οι ευρωπαίοι που επισκέφθηκαν τις πρωτοποριακές αμερικάνικες φυλακές. Από αυτούς αξίζει να αναφέρουμε τους πιο γνωστούς. Ήταν δύο γάλλοι, ο Gustave de Beaumont και ο φιλόσοφος Alexis de Tocqueville οι οποίοι το 1833, μετά την επίσκεψή τους, δημοσίευσαν το διάσημο έργο τους «Περί του ποινικού συστήματος των ΗΠΑ και περί της εφαρμογής του στη Γαλλία» (Du systeme penitentiaire aux Etats-Unis et de son application en France) και δύο άγγλοι, ο William Crawford και ο ιερέας Whitworth Russell.

Τελικά το σύστημα της σιωπής επικράτησε στις Ηνωμένες Πολιτείες και το σύστημα του διαχωρισμού στην Ευρώπη για λόγους που έχουν να κάνουν κυρίως με τα διαφορετικά δεδομένα στα πεδία της οικονομίας και της παραγωγής στις δύο ηπείρους. «Η μεγάλη έλλειψη εργατικού δυναμικού στις ΗΠΑ, που δεν μπορούσε να την καλύψει το κύμα των Ευρωπαίων μεταναστών, μετέτρεψε τους κρατούμενους σε μια οικονομικά ενδιαφέρουσα, ευκολοπροσφερόμενη και φτηνή πηγή εργατικής δύναμης. Οι κρατικές φυλακές άρχισαν να θεωρούνται οικονομικό πρόβλημα. Φυσικά άρχισε η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης των φυλακισμένων και ο σχεδιασμός των χώρων εργασίας τους έγινε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της βιομηχανοποίησης της παραγωγής. Η παραγωγικότητα της συλλογικής εργασίας σε ορθολογιστικά σχεδιασμένα εργαστήρια, ξεπερνάει κατά πολύ την παραγωγικότητα της εργασίας που γίνεται στα ατομικά κελιά. Έτσι καθιερώθηκε μόνο η διανυκτέρευση σε ατομικά κελιά και η συλλογική εργασία κατά τη διάρκεια της ημέρας.»(67) Το τελειωτικό χτύπημα στο σύστημα του διαχωρισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες δόθηκε όταν τελικά «η ίδια η φυλακή Cherry Hill επανακατασκευάστηκε ακολουθώντας το σύστημα του Auburn.»(68)

Στην Ευρώπη τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. «Σε αντίθεση με την Αμερική υπήρχε ένα πλεόνασμα εργατικών χεριών και έτσι η άνοδος της παραγωγικότητας δεν συσχετίστηκε με την ιδιοποίηση της εργατικής δύναμης των κρατούμενων. Η μεγάλη ανεργία και η εξαθλίωση προκάλεσαν τη θέσπιση εξοντωτικών ποινών, που έπρεπε να τρομάζουν ακόμα και τους πεινασμένους. Το αίσθημα της πλήρους εξάρτησης και υποταγής, απομόνωσης και έλλειψης κάθε είδους βοήθειας ήταν το μεγαλύτερο βασανιστήριο που μπορούσε να γίνει σε κάποιον.»(69)

Στη Γαλλία το σύστημα του διαχωρισμού αργεί λίγο να καθιερωθεί. «Η συζήτηση που άρχισε στη Γαλλία το 1830, δεν είχε ακόμα τελειώσει το 1850. Ο Charles Lucas, οπαδός του συστήματος της φυλακής Auburn, ήταν ο εμπνευστής του βουλεύματος του 1839 για το καθεστώς των κεντρικών φυλακών (εργασία από κοινού και απόλυτη σιωπή). Το κύμα ανταρσίας που ξέσπασε, ίσως και οι ταραχές σε ολόκληρη τη χώρα, στα χρόνια 1842-1843, συνέβαλαν στην υιοθέτηση το 1844 του πενσυλαβανικού καθεστώτος της απόλυτης απομόνωσης που εγκωμιάστηκε από τους Demetz, Blouet και de Tocqueville.»(70)

Αντίθετα στη Βρετανία, παρόλο που η απομόνωση με σκοπό το σωφρονισμό είχε ήδη δοκιμαστεί, μετά την εμφάνιση της αναφοράς των Crawford και Russell το 1834 αυτή ανακαλύφτηκε εκ νέου. «Όταν οι Crawford και Russell έφεραν τις πληροφορίες και τα στοιχεία του αμερικάνικου πειράματος γύρω από τον εγκλεισμό στην απομόνωση στη Βρετανία, τα υποδέχτηκαν σαν να ήταν κάτι το καινοφανές και το αδοκίμαστο.»(71) Εάν η αναμόρφωση του χαρακτήρα ήταν ο αντικειμενικός σκοπός τότε η απομόνωση έπρεπε να επανεισαχθεί «για να δώσει στον ένοχο το χρόνο που απαιτείται, ώστε τα πάθη του να κοπάσουν και τα καλύτερα αισθήματά του να ανακτήσουν την επιρροή τους, εξουθενώνοντας τα ζωώδη ένστικτα που τον εφοδιάζουν με κουράγιο.»(72) Τα κύρια χαρακτηριστικά της εισαγωγής της απομόνωσης στο ποινικό σύστημα της Αγγλίας κατά τη διάρκεια αυτού του δεύτερου κύματος, ήταν ακριβώς τα ίδια με αυτά του πρώτου κύματος της μεταρρύθμισης το 18ο αιώνα, δηλαδή: σωφρονισμός μέσω του διαλογισμού, αντίσταση στην εξάπλωση της διαφθοράς μέσω της αποτροπής της επικοινωνίας και αποτροπή της εγκληματικής συμπεριφοράς μέσω του τρόμου.

Εύλογα προκύπτει το ερώτημα γιατί η απομόνωση αφού είχε ήδη δοκιμαστεί και απορριφθεί στην Αγγλία επανεισάγεται τώρα με τη μορφή του συστήματος του διαχωρισμού; Μια πρώτη απάντηση έχει να κάνει με το ότι όπως τότε η ανεξαρτησία των Ηνωμένων Πολιτειών είχε σαν αποτέλεσμα την αναγκαστική εγκατάλειψη της ποινής της εκτόπισης και την μεταρρύθμιση του ποινικού συστήματος, έτσι και τώρα τα αποτελέσματα μιας έρευνας τη δεκαετία του 1830 για τα αποτελέσματα των εκτοπίσεων στην Αυστραλία (που ξεκίνησαν το 1788 με προορισμό το Botany Bay έναν κόλπο στην ανατολική ακτή της) και τις συνθήκες που επικρατούν κατά τη μεταφορά, οδηγούν στην οριστική εγκατάλειψη αυτής της ποινής. «Μεταξύ των 100.000 και πλέον ανδρών, γυναικών και παιδιών που εξορίστηκαν στην Αυστραλία, περίπου το ένα τρίτο πέθανε στη διαδρομή.»(73)

Μια βαθύτερη απάντηση έχει να κάνει με το γεγονός ότι τώρα υπάρχουν πλέον οι τεχνολογικές δυνατότητες (περισσότερα στο δεύτερο μέρος) η απομόνωση να είναι ολοκληρωτική, να μην εγκλείεται μόνο ο κρατούμενος σωματικά, αλλά να εγκλωβίζονται και οι εικόνες και οι ήχοι. Η επικοινωνία στο σύστημα του διαχωρισμού μπλοκάρεται πλέον από την ίδια τη μέθοδο της κατασκευής. Για τους ειδικούς της εποχής «οι αισιόδοξες ελπίδες των πρώτων μεταρρυθμιστών δεν εκπληρώθηκαν επειδή ήταν άσχετοι ή είχαν σοβαρά υποτιμήσει τους προβληματισμούς της οικοδομικής. Η φιλοσοφία τους ήταν σωστή, η τεχνολογία τους ήταν ανεπαρκής(74) Ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών της Βρετανίας ξεκαθάρισε με μια εγκύκλιο που απευθύνονταν στις τοπικές αρχές και ενθάρρυνε την υιοθέτηση του συστήματος του διαχωρισμού, τη διαφορά μεταξύ της παλιάς μορφής της απομόνωσης και της νέας πρακτικής. «Είναι γενικά κατανοητό ότι η φυλάκιση στην απομόνωση συνεπάγεται τον εγκλεισμό σε ένα καταθλιπτικό και σκοτεινό κελί με μόνο ψωμί και νερό και χωρίς καμία ενασχόληση για τους κρατούμενους. Το σύστημα του διαχωρισμού από την άλλη σημαίνει εγκλεισμό σε ένα ευρύχωρο, φωτεινό, θερμαινόμενο και αεριζόμενο κελί με ηθική και θρησκευτική κατήχηση, κανονική απασχόληση και καθημερινές επισκέψεις του ιερέα και άλλων αξιωματούχων της φυλακής.»(75) Τέλος, ενδεικτικό της εξάπλωσης του συστήματος του διαχωρισμού στην Ευρώπη εκείνα τα χρόνια είναι το γεγονός ότι «το 1846 συνήλθε το πρώτο διεθνές σωφρονιστικό συνέδριο στη Φρανκφούρτη της Γερμανίας, στις όχθες του ποταμού Main, στο οποίο αποφασίστηκε ότι το σύστημα του διαχωρισμού έπρεπε να εφαρμοστεί σε όλους τους κατάδικους.»(76) Πολλοί ήταν οι Ευρωπαίοι που επισκέφθηκαν τις αμερικάνικες πρωτοποριακές φυλακές απομόνωσης και έλαβαν γνώση των νέων συστημάτων και των τεχνολογικών καινοτομιών σε αυτές.

Έτσι η απομόνωση που είχε δοκιμαστεί και απορριφθεί στην Ευρώπη επανεισάγεται με τη μορφή του συστήματος του διαχωρισμού. Η αποτυχία των πρώτων ευρωπαϊκών φυλακών απομόνωσης να σωφρονίσουν τους έγκλειστους αποδίδεται στην για τεχνικούς λόγους αποτυχία αυτών των φυλακών να περιορίσουν αποτελεσματικά την επικοινωνία μεταξύ των κρατουμένων και να εγκλωβίσουν τις εικόνες και τους ήχους του έξω κόσμου. Οι αμερικάνικη επινοητικότητα σε αυτόν τον τομέα φάνηκε να αποτελεί τη λύση του προβλήματος. Τελικά το σύστημα του διαχωρισμού θεσμοθετείται νομικά στην Αγγλία με νόμο του 1839. Το 1842 ολοκληρώνεται στην Αγγλία η κατασκευή της πρότυπης φυλακής Pentonville (Εικ. ΧΙ) από τον μηχανικό Joshua Jebb, ένα ίδρυμα πολύ σημαντικό γιατί στην εποχή του αποτελούσε την τελευταία λέξη της τεχνολογίας και αποτέλεσε πραγματικά ένα πρότυπο, με την έννοια ότι δεκάδες φυλακές στην Βρετανία, αλλά και πολλές στην υπόλοιπη Ευρώπη κτίστηκαν είτε βασιζόμενες στα σχέδια του Jebb, είτε αποτελώντας ακριβή αντίγραφα. Οι κατασκευαστικές καινοτομίες αυτής της φυλακής θα παρουσιαστούν αναλυτικά στο δεύτερο μέρος.

XI. Η Πρότυπη Φυλακή του Pentonville, έργο του μηχανικού Joshua Jebb, 1840-42.

XI. Η Πρότυπη Φυλακή του Pentonville, έργο του μηχανικού Joshua Jebb, 1840-42.

(54) The fabrication of virtue – English prison architecture 1750-1840, Robin Evans, Εκδ. «Cambridge University Press», 1982, σελ.192 / (55) ο.π. (54), σελ. 265 / (56) ο.π. (54), σελ.266 / (57) The new red barn – A critical look at the modern american prison, William Nagel, Εκδ. «Walker and Company», 1973, σελ.6 / (58) ο.π. (57), σελ.8 / (59) Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Michel Foucault, Εκδ. «Εκδόσεις Ράππα», 1976, σελ.165 / (60) ο.π. (57), σελ.8 / (61) ο.π. (54), σελ.318 / (62) ο.π. (59), σελ.313 / (63) ο.π. (54), σελ.323 / (64) ο.π. (54), σελ.320-322 / (65) ο.π. (59), σελ.311-312 / (66) ο.π. (59), σελ.312-313 / (67) Η αναζήτηση για τον ιδανικό τρόπο εξόντωσης – Φυλακές και αρχιτεκτονική, Winfried Reebs, Εκδ. «Εκδόσεις Αμηχανία», 1988, σελ.29-30 / (68) Prison architecture – An international survey of representative closed institutions and analysis of current trends in prison design, United Nations Social Defence Research Institute, The evolution of prison, Leslie Fairweather, Εκδ. «The Architectual Press Ltd.», 1975, σελ.41, (Prisons and programmes, Torsten Eriksson) / (69) ο.π. (67), σελ.30 / (70) ο.π. (59), σελ.335 / (71) ο.π. (54), σελ.323 / (72) ο.π. (54), σελ.325 / (73) ο.π. (68), σελ.18 / (74) ο.π. (54), σελ.335 / (75) ο.π. (54), σελ.327 / (76) ο.π. (54), σελ.198

1.5 ΟΙ ΕΠΙΚΡΙΤΕΣ ΤΗΣ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ – ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

Οι επικρίσεις της απομόνωσης ξεκινάνε πολύ νωρίς και συμπίπτουν με την πρώτη περίοδο της εφαρμογής της στις αγγλικές φυλακές. Το 1792 κυκλοφόρησε μια μπροσούρα με τίτλο «η Βαστίλη του Gloucester: οι θλιβερές λεπτομέρειες της ζωής ενός φτωχού αγοριού», η οποία κατηγορούσε τους δικαστές της κομιτείας ότι καταδίκασαν ένα δεκαεξάχρονο αγόρι σε επτά χρόνια εγκλεισμό στην απομόνωση επειδή έκλεψε λίγα ρούχα. Η τιμωρία του χαρακτηρίζεται «σίγουρα χειρότερη από τις ποινές στις οποίες καταδικάζονται οι δολοφόνοι.» «Η μπροσούρα περιέγραφε την ανεπανόρθωτη φθορά της διάνοιας στο καθεστώς της απομόνωσης. Υποστηρίζονταν ότι η προσωπικότητα του αγοριού «καταπιέστηκε μέχρι του σημείου να φτάσει σε μια κατάσταση απόλυτης ανοησίας», ότι τα μάτια του «στριφογύριζαν με άγριο τρόμο πάνω σε ένα απέραντο κενό» και η γλώσσα του «έχασε την ικανότητα να αρθρώνει λέξεις».(77) Το κείμενο τελειώνει με μια έκκληση στην κομιτεία να βάλει τέλος σε αυτή τη φρικτή διανοητική τιμωρία.

Η νέα αυτή μορφή εγκλεισμού χρησιμοποιήθηκε επίσης και για την τιμωρία πολιτικών αδικημάτων και έτσι έχουμε περιγραφές από πρώτο χέρι για την απομόνωση με σκοπό τον σωφρονισμό. «Το 1799 ο βιβλιοδέτης Kidd Wake ο οποίος καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια κάθειρξη στη φυλακή του Gloucester επειδή δημοσίευσε την μπροσούρα «όχι στον βασιλιά Γεώργιο – όχι στον πόλεμο», κατάφερε με κάποιο τρόπο να δημοσιεύσει μια αφίσα που απεικόνιζε τον εαυτό του στο κελί του και μια έκκληση στους δικαστές και στους ενόρκους να το σκέφτονται πολύ καλά πριν στείλουν κάποιον στην απομόνωση.»(78)

Αργότερα οι καταγγελίες του συστήματος του διαχωρισμού συνήθως γίνονται σε συνδυασμό με την εμφάνιση της φρενοβλάβειας στις νέες φυλακές. Αυτό που συνήθως λέγεται είναι ότι ενώ η ηπιότητα του συστήματος παραχαϊδεύει το σώμα των εγκλείστων, η δριμύτητα του επιτίθεται στο νου τους. «Στις 2 Δεκεμβρίου του 1843, ο John Bull αποκάλυψε ότι αρκετοί κρατούμενοι στο Pentonville είχαν ήδη υποκύψει στην τρέλα … Στα πρώτα οκτώ χρόνια οι αρχές διακήρυξαν εικοσιδύο άτομα φρενοβλαβείς, βρήκαν εικοσιέξι άτομα να υποφέρουν από παραισθήσεις και κατέγραψαν τρεις επιτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας.»(79) Σύμφωνα με έρευνες, η πρότυπη φυλακή παρήγαγε «δέκα φορές περισσότερους ψυχοπαθείς»(80) από το φυσιολογικό.

Αξίζει εδώ να γίνει μια αναφορά στον πιο διάσημο ίσως από τους επικριτές της απομόνωσης, στον Κάρολο Ντίκενς, συγγραφέα του «Όλιβερ Τουίστ». Ο άγγλος συγγραφέας επισκέφθηκε και αυτός τις απομονωτικές αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών το 1842. Τα αποτελέσματα του εγκλεισμού ανδρών, γυναικών και παιδιών στην απομόνωση του προξένησαν φρίκη. «Πιστεύω ότι σε ότι αφορά τα αποτελέσματά της (η απομόνωση) είναι σκληρή και λανθασμένη. Σε ότι αφορά τις προθέσεις της είναι ευγενική, ανθρώπινη και επιβάλλεται με σωφρονιστική διάθεση, αλλά είμαι πεπεισμένος ότι αυτοί οι οποίοι επινόησαν αυτό το σύστημα πειθαρχίας στις φυλακές … δεν έχουν ιδέα τι είναι αυτό που κάνουν. Πιστεύω ότι πολύ λίγοι άνθρωποι είναι σε θέση να εκτιμήσουν τις πελώριες ποσότητες βάσανου και αγωνίας που αυτή η τρομακτική τιμωρία … επιβάλλει στα θύματά της … Θεωρώ ότι αυτή η αργή και καθημερινή επέμβαση στα μυστήρια της ανθρώπινης διάνοιας, είναι αμέτρητα χειρότερη από κάθε δυνατό βασανιστήριο του σώματος.»(81)

Βέβαια οι καταγγελίες ότι η απομόνωση οδηγεί στην τρέλα επιβεβαιώνονται μεταξύ άλλων και από τους ίδιους τους μεταρρυθμιστές των φυλακών. Οι οπαδοί της απομόνωσης δεν αρνούνταν ότι ο εγκλεισμός αυτής της μορφής μπορούσε να διαλύσει τη δομή του ανθρώπινου μυαλού, απλά πίστευαν ότι αξίζει τον κόπο να το διακινδυνεύσει αυτό κανείς προκειμένου να συντελεστεί ο σωφρονισμός. «Ο αιδεσιμότατος Burt και ο αιδεσιμότατος Nihil για παράδειγμα, ένιωθαν ότι η διανοητική κατάρρευση ήταν ένας αναπόφευκτος κίνδυνος ενός συστήματος στο πλαίσιο του οποίου η θέληση κάθε κατάδικου «καθυποτάσσονταν … λύγιζε ή έσπαγε» και η ηθική τους γίνονταν «εύπλαστη μέσω της πειθαρχίας». Τα καλά αποτελέσματα του συστήματος του διαχωρισμού πήγαζαν από το ίδιο το πειθαναγκαστικό ξεδίπλωμα του μυαλού. «Δεν είναι ότι η δύναμη της βούλησης εξασθενεί, αλλά ότι οι κακές επιρροές από τις οποίες η θέληση ενεργοποιήθηκε, απομακρύνονται ή ελαττώνονται και η θέληση λυγίζει σε αυτή την κατεύθυνση ή σπάει λόγω της αντίστασής της στην αρετή.» Η δύναμη της διάνοιας πρέπει να υποστεί κάποια ποσότητα βίας για να επιτευχθεί ο σωφρονισμός. Δεν ήταν λογικό να περιμένει κανείς απώλειες κατά τη διάρκεια αυτής της μάχης; Το ερώτημα δεν ήταν αν η πρότυπη φυλακή παρήγαγε τρέλα και παραφροσύνη, αλλά αν το ρίσκο ήταν υπερβολικό. Οι Nihil, Burt και Adshead επέμεναν ότι δεν ήταν, προσθέτοντας ότι υπάρχουν κάποιοι λόγοι να πιστεύουμε ότι η κοινωνική τάξη των εγκληματιών ήταν σαν σύνολο, εν πάση περιπτώσει, επιρρεπής στις διανοητικές παρεκκλίσεις.»(82)

Αλλά το στοίχημα είχε ήδη χαθεί για τους οπαδούς της απομόνωσης για έναν βαθύτερο λόγο. Όσο οι τεχνικές προδιαγραφές των φυλακών προσέγγιζαν τα όρια της τελειότητας τόσο τα δόγματα των μεταρρυθμιστών πλησίαζαν στην τελική τους δοκιμασία. Η αποτυχία της φυλακής στο να μετασχηματίσει τον χαρακτήρα των εγκληματιών δεν μπορούσε πλέον να αποδοθεί σε «ατέλειες της κατασκευής». Ήταν ίσως δυνατό κάθε κελί να θωρακιστεί λίγο περισσότερο ολοκληρωτικά απέναντι στη «διείσδυση του κακού», αλλά τέτοιες βελτιώσεις μετά τα μέσα του 19ου αιώνα θεωρούνταν πλέον μικρής πρακτικής σημασίας. «Με την ανέγερση του Pentonville ένα καθοριστικό σημείο έφτασε, μετά το οποίο η αντίληψη ότι ο εγκλεισμός μπορούσε να απολυτρώσει τους εγκληματίες, εξαφανίστηκε από την ποινική θεωρία με εκπληκτική ταχύτητα δίνοντας τη θέση της είτε σε έναν άδειο σκεπτικισμό, είτε σε μια θετική δυσπιστία.»(83)

Το αποφασιστικό ζήτημα στο οποίο συμφωνούσαν πλέον όλοι οι επικριτές της απομόνωσης, ήταν ότι η φυλακή δεν μπορούσε να αναμορφώσει τον χαρακτήρα. «Δεν έκαναν απλά κριτική σε ένα συγκεκριμένο σύστημα απομόνωσης, θέλοντας να προτείνουν ένα νέο και καλύτερο πλαίσιο στη θέση του. Ο σκεπτικισμός τους είχε πιο βαθιές ρίζες: αρνούνταν συλλήβδην την ίδια την πιθανότητα του σωφρονισμού μέσω της φυλάκισης.»(84) Οι νέες ιδέες που πλέον κυριαρχούν, είτε συνδέουν το έγκλημα με τις δομές της κοινωνίας (όπως πχ έκανε ο Κάρολος Μαρξ), είτε θεωρούν ότι προσδιορίζεται από τη γενετική δομή του ανθρώπινου είδους, συγκλίνουν στο ότι η εξάλειψή του ήταν πέρα από τις δυνατότητες επίδρασης της φυλακής.

Η ιδεολογική κατάρρευση της απομόνωσης με στόχο τον σωφρονισμό προφανώς δεν συνεπάγεται ότι γκρεμίζονται και οι φυλακές απομόνωσης ή ότι κατασκευάζονται καινούριες με νέο σχεδιασμό. Ενδεικτικό είναι ότι αν εξαιρέσουμε τις Ηνωμένες Πολιτείες «μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950, η πλειοψηφία των σωφρονιστικών ιδρυμάτων που χρησιμοποιούνταν ήταν παλιές ακτινωτές φυλακές κτισμένες πριν από εκατό έως εκατόν τριάντα χρόνια.»(85) Αυτό όμως που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι η αρχιτεκτονική των φυλακών παύει για πολλά χρόνια να εξελίσσεται με βάση την εξυπηρέτηση της λειτουργίας της απομόνωσης. «Η αλλαγή ήταν αλλαγή αντίληψης χωρίς καμία σημαντική αλλαγή στην πρακτική. Η ίδια η φυλακή η οποία είχε μεγεθύνει ένα είδος αισιοδοξίας, με τις αρχές να θεωρούν τους τιμωρημένους περισσότερο εύπλαστους από ότι αποδείχτηκε ότι είναι, δεν άλλαξε σχεδόν καθόλου.»(86) Γεγονός είναι ότι πρακτική της απομόνωσης χαλαρώνει και σχεδόν εγκαταλείπεται. Ακόμα και στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες «τελικά το 1890 το ανώτατο δικαστήριο αποφάσισε ότι ο απομονωτικός εγκλεισμός και η αισθητηριακή αποστέρηση προκαλούν παραφροσύνη και καταδίκασε αυτήν την πρακτική … και το 1913 ο απομονωτικός εγκλεισμός καταργήθηκε επίσημα.»(87)

Μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η απομόνωση διατηρείται μόνο στα πειθαρχεία των φυλακών και στις φυλακές – πειθαρχεία, που προορίζονται για τους κρατούμενους που χαρακτηρίζονται ως ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Στις ΗΠΑ «ο απομονωτικός εγκλεισμός ποτέ δεν εξαφανίστηκε εντελώς από το τοπίο των φυλακών, παρόλο που η χρήση της στη Νέα Υόρκη για τον επόμενο ενάμισι αιώνα περιορίστηκε σε ένα μικρό αριθμό «προβληματικών τροφίμων» οι οποίοι επιτέθηκαν ή σκότωσαν άλλους κρατούμενους ή μέλη του σωφρονιστικού προσωπικού.»(88)

ΧΙΙ. Η φυλακή Αλκατράζ τη δεκαετία του 1940

ΧΙΙ. Η φυλακή Αλκατράζ τη δεκαετία του 1940

Με τα πειθαρχεία των φυλακών δεν θα ασχοληθούμε ιδιαίτερα. Σε ότι αφορά τις φυλακές – πειθαρχεία θα αρκεστούμε εδώ να παραθέσουμε το πρόγραμμά τους. «Κράτηση σε ατομικά κελιά όλη τη νύχτα και κατά την μεγαλύτερη διάρκεια της μέρας. Διαίρεση της φυλακής σε μικρά διαμερίσματα με ανεξάρτητα προαύλια. Υποχρεωτική χρήση ομοιόμορφης στολής. Εργασία στα κελιά. Άσκηση από το διευθυντή της φυλακής πειθαρχικής εξουσίας με εφαρμογή αυστηρού κανονισμού και χρησιμοποίηση ειδικευμένου προσωπικού. Περιορισμός στη χρησιμοποίηση των προαυλίων, περιορισμοί στις επισκέψεις και περιορισμός της αλληλογραφίας. Καντίνα ελεγχόμενη, συσσίτιο κατώτερο, κάπνισμα μόνο στο προαύλιο. Ειδικοί αυστηροί όροι κράτησης με πειθαρχικά κελιά και τακτικό έλεγχο των κελιών.»(89) Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι φυλακές – πειθαρχεία διαθέτουν αρκετά από τα τυπικά γνωρίσματα των φυλακών απομόνωσης. Το πρώτο και το πιο διάσημο παράδειγμα φυλακής – πειθαρχείου ύψιστης ασφαλείας για όσους παίρνουν τον χαρακτηρισμό «ταραξίας κρατούμενος», ήταν οι διαβόητη φυλακή Αλκατράζ, που λειτουργούσε με το σύστημα της σιωπής και κτίστηκε στο ομώνυμο νησάκι στον κόλπο του Σαν Φραντσίσκο στις ΗΠΑ, το 1934.(Εικ.ΧΙΙ)

(77) The fabrication of virtue – English prison architecture 1750-1840, Robin Evans, Εκδ. «Cambridge University Press», 1982, σελ.189 / (78) ο.π. (77), σελ.386 / (79) ο.π. (77), σελ.387 / (80) ο.π. (77), σελ.387 / (81) The new red barn – A critical look at the modern american prison, William Nagel, Εκδ. «Walker and Company», 1973, σελ.9 / (82) ο.π. (77), σελ.386-387 / (83) ο.π. (77), σελ.388 / (84) ο.π. (77), σελ.387 / (85) Prison architecture – An international survey of representative closed institutions and analysis of current trends in prison design, United Nations Social Defence Research Institute, The evolution of prison, Leslie Fairweather, Εκδ. «The Architectual Press Ltd.», 1975, σελ.33 / (86) ο.π. (77), σελ.385 / (87) Control Unit Prisons (SHU), Frank Atwood, http://www.geocities.com/CapitolHill/Rotunda/4027/shucontrolunits.htm, 2003, σελ.2 / (88) Solitary has a harsh past – Illness, insanity result from 19th-century experiments at Auburn prison, Paul Grondahl, http://www.timesunion.com/aspstories/storyprint.asp?storyID=42029, 2000, σελ.2 / (89) Η αρχιτεκτονική των φυλακών – Από πλευράς κοινωνικής, πολεοδομικής και κτιριολογικής, Γιάννης Τριανταφυλλίδης, Εκδ. «Δημοσιεύματα Εταιρείας Προστασίας Αποφυλακιζομένων Θεσσαλονίκης», 1964, σελ.72-73

1.6 Η ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΜΟΝΩΤΙΚΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΣΤΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥΣ

Φυλακές απομόνωσης υπήρχαν πάντα. Παρόλα αυτά μπορούμε να αναγνωρίσουμε δύο περιόδους έντονης έξαρσης του φαινομένου. Η πρώτη, όπως είδαμε, ξεκινάει στο τέλος του 18ου αιώνα και διαρκεί μέχρι τα μέσα του 19ου. Η δεύτερη ξεκινάει τη δεκαετία του 1970 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Την ιδεολογική θεμελίωση του απομονωτικού εγκλεισμού ανέλαβαν κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου οι θεολόγοι, ενώ τον ίδιο ρόλο έπαιξε κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιόδου η επιστήμη της ψυχιατρικής.

Οι απαρχές αυτής της εξέλιξης εντοπίζονται τη δεκαετία του 1950. «Πρότυπες πειραματικές έρευνες γίνονται τη δεκαετία του ’50 και του ’60 στα ιατρικά κέντρα των πανεπιστημίων του Harvard και του McGill. Οι μελέτες αυτές χρηματοδοτούνται από την αμερικάνικη κυβέρνηση, ειδικότερα από το υπουργείο άμυνας και την CIA (US Central Intelligence Agency).»(90) Η πιο γνωστή όμως έρευνα έγινε το 1962 από τον καθηγητή ψυχολογίας της σχολής βιομηχανικού μάνατζμεντ του MIT (Massachusetts Institute of Technology), Edgar Schein, ο οποίος υποστηρίζει ότι «φυσικές, ψυχολογικές και χημικές τεχνικές μπορούν να χρησιμοποιηθούν πάνω σε φυλακισμένους για να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους.»(91)

Ο Schein ήταν ένας παγκόσμιας φήμης ειδικός στις διαδικασίες άσκησης ψυχολογικής πίεσης και είχε κάνει έρευνες πάνω στα βασανιστήρια και την πλύση εγκεφάλου που ασκήθηκαν στους Αμερικάνους αιχμαλώτους στον πόλεμο της Κορέας. Στις προτάσεις του Schein συμπεριλαμβάνονταν η απομόνωση και η αισθητηριακή αποστέρηση (sensory diprivation) ως μέσα για την διάλυση της κοινωνικότητας μεταξύ των κρατούμενων καθώς και των σχέσεων που είχαν με τον έξω κόσμο. Αυτή η μορφή ψυχολογικού αποπροσανατολισμού, δηλαδή η απομάκρυνση της παρουσίας άλλων ανθρώπων που βοηθάει την αυτοεκτίμηση, ονομάστηκε «αρχή Muttnik» ή «ψυχολογία της αφάνειας» (psychology of invisibility).

Μέχρι και τη δεκαετία του 1960 οι ψυχιατρικές αυτές θεωρίες έμειναν στο επίπεδο της επιστημονικής συζήτησης μεταξύ των ειδικών. (Για παράδειγμα τον Απρίλιο του 1961 έλαβε χώρα στις ΗΠΑ το επιστημονικό συνέδριο με τίτλο «νέοι ορίζοντες της σωφρονιστικής»). Την περίοδο αυτή η αντιμετώπιση των κρατουμένων και η χάραξη της σωφρονιστικής πολιτικής έχει επηρεαστεί από το αναμορφωτικό ιδεώδες (rehabilitative ideal) και από το μοντέλο της φυλακής – ψυχοθεραπευτηρίου. Το αναμορφωτικό ιδεώδες έχει ως σκοπό τη «δημιουργία των υλικών εκείνων και ψυχολογικών προϋποθέσεων που είναι αναγκαίες για την ενσωμάτωση του κρατούμενου στο κοινωνικό σύνολο. Ένας τέτοιος σκοπός προϋποθέτει βεβαίως την ενεργό συνεργασία του κρατούμενου με το προσωπικό της φυλακής, γι’ αυτό και δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά με ανθρωπιστική μεταχείρισή τους εκ μέρους του προσωπικού αυτού, «άνοιγμα» της φυλακής και άτυπες επαφές μεταξύ προσωπικού και κρατουμένων, χωρίς τα φορμαλιστικά πλαίσια της συνεχούς και καταπιεστικής επιτήρησης, μέσα στα οποία λειτούργησε το σύστημα των φυλακών – πειθαρχείων.»(92)

Οι απόψεις του Schein και των υπόλοιπων ψυχιάτρων που ερευνούσαν εκείνη την εποχή την χρήση της απομόνωσης ως μέθοδο πλύσης εγκεφάλου, δεν εντάσσονταν σε αυτή τη λογική και αυτός είναι ένας από τους λόγους που δεν εφαρμόστηκαν άμεσα. Σε πειραματικό επίπεδο γνωρίζουμε ότι έγιναν κάποιες έρευνες. Σε μία από αυτές «φοιτητές πληρωνόντουσαν είκοσι δολάρια προκειμένου να ζήσουν σε μικρούς απομονωτικούς θαλαμίσκους χωρίς να κάνουν τίποτα. Το πείραμα επρόκειτο να κρατήσει έξι εβδομάδες, αλλά κανένας από τους φοιτητές δεν άντεξε πάνω από μερικές μέρες. Πολλοί είχαν έντονες παραισθήσεις … ενώ σε αυτήν την κατάσταση τους δίνανε προπαγανδιστικά μηνύματα. Ανεξαρτήτως του πόσο ανεπαρκή ήταν τα μηνύματα ή του πόσο παράλογα ακούγονταν, η προπαγάνδα είχε ένα αξιοσημείωτο αντίκτυπο στη συμπεριφορά όλων των φοιτητών, ο οποίος κράτησε τουλάχιστον για ένα χρόνο μετά την αποχώρησή τους από το πείραμα.»(93)

Αυτό που επανέφερε τον απομονωτικό εγκλεισμό στο προσκήνιο δεν ήταν η θεωρητική επαναθεμελίωση της σωφρονιστικής πολιτικής στους κύκλους των νομικών, ούτε κάποιου είδους μεταρρύθμισή της, όπως είχε γίνει στο παρελθόν. Οι υποστηρικτές του δεν προσπαθούν να εμφυσήσουν ανθρωπισμό στον τρόπο με τον οποίο τιμωρούνται οι εγκληματίες. Η δικαιολόγησή του δεν στηρίχθηκε στο ηθικό υπόβαθρο που χρησιμοποιούσαν οι μεταρρυθμιστές του 18ου και του 19ου αιώνα. Αντιθέτως βασίστηκε στην αποτυχία του αναμορφωτικού ιδεώδους να πείσει για την αποτελεσματικότητά του. Η ελπίδα ότι αν δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις με την προσφορά εργασίας, εκπαίδευσης, ψυχαγωγίας, δημιουργώντας μια μικρογραφία υγιούς κοινωνίας, ο κρατούμενος σταδιακά θα αναμορφωνόταν και θα ήταν ικανός να επανενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο, σταδιακά ατόνησε. Αντίθετα αυξανόταν συνεχώς το ποσοστό των κρατούμενων που αντιδρούσαν σε οποιαδήποτε προσπάθεια αναμόρφωσής τους, ενώ οι ταραχές στις φυλακές ήταν όλο και πιο συχνές.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 οι θεωρίες αυτές άρχισαν να χάνουν έδαφος, κατ΄ αρχήν γιατί προϋπέθεταν ένα πολύπλοκο και συνήθως πολυδάπανο πρόγραμμα ψυχολογικής υποστήριξης των κρατουμένων (πχ ομαδική ψυχοθεραπεία), καθώς και επειδή ήταν δύσκολη η «συνεργασία» των κρατουμένων με τους θεραπευτές, καθώς και των θεραπευτών με το φυλακτικό προσωπικό. Άλλωστε σύμφωνα με τον William Nagel «πρώτα από όλα δεν υπάρχει γενικά αποδεκτός προσδιορισμός της αναμόρφωσης και δεύτερον υποθέτει ότι το άτομο που θα αναμορφωθεί μοιράζεται τις ίδιες αξίες και τα ίδια κίνητρα με τους φύλακες, δάσκαλους και θεραπευτές. Με άλλα λόγια το να μετατρέψεις προβληματικούς παραβάτες σε αξιοσέβαστους οπαδούς των παραδοσιακών αξιών βρίσκεται στην καρδιά του στόχου της αποκατάστασης. Ένα προφανές ερώτημα προκύπτει: και τι θα γίνει με την ολοένα και μεγαλύτερη ομάδα των νέων κρατούμενων που δεν αποδέχονται τους παραδοσιακούς στόχους της αμερικάνικης κοινωνίας και που στην πραγματικότητα θεωρούν τους εαυτούς τους πολιτικούς ομήρους;»(94)

Την αντίφαση αυτή είχαν αντιληφθεί από νωρίς πολλοί επιστήμονες που ασχολήθηκαν με το σωφρονιστικό σύστημα. «Όλη η δομή και λειτουργία της φυλακής έχει ως υπόβαθρο τη μη οικειοθελή πειθάρχηση των κρατουμένων και τη γενικότερη οργάνωσή της ως ολοκληρωτικού ιδρύματος».(95) Στο χώρο της φυλακής συστεγάζονται δύο ολότελα διαφορετικές ομάδες: οι φύλακες και οι κρατούμενοι, με τη δεύτερη να δέχεται όλα τα «δεινά της φυλάκισης» (δηλαδή σύμφωνα με τον Sykes τις στερήσεις της ελευθερίας, των υλικών αγαθών, των ετεροφυλοφιλικών σχέσεων και του αισθήματος αυτοσεβασμού και ασφάλειας). Για να υπομείνουν αυτά τα δεινά οι φυλακισμένοι αναπτύσσουν ένα δικό τους υποπολιτισμό ο οποίος μεταξύ άλλων εκλαμβάνει ως αρετή την αμφισβήτηση της εξουσίας των σωφρονιστικών υπαλλήλων και την αλληλεγγύη μεταξύ τους. Η ανάπτυξη αντιπαραθετικών σχέσεων μεταξύ φυλακισμένων και προσωπικού φυλακών που ενίοτε και ανάλογα με τις συνθήκες μπορεί να οδηγήσει σε ανοιχτή σύγκρουση, αποτρέπει τη λειτουργία του αναμορφωτικού μοντέλου που έχει ως βάση τη συνεργασία των δύο αυτών ομάδων.

Από την άλλη υπήρχε μια ομάδα ψυχολόγων που πρότειναν ένα σύστημα από λεπτομερείς κανόνες με βάση τους οποίους θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τους πιο σκληρούς και αποφασισμένους κρατούμενους, χωρίς να είναι απαραίτητη κανενός είδους συνεργασία από μέρους τους. Η υπόσχεση αυτή μάλλον και όχι η προσπάθεια του εμπνευστή της Edgar Schein να πείσει ότι το σύστημά του θα μπορούσε να ονομαστεί επαναδιαπαιδαγώγηση ενηλίκων (μιας και ο όρος «πλύση εγκεφάλου» ήταν αρνητικά φορτισμένος) ήταν αυτό που έπεισε τους υπεύθυνους να δοκιμάσουν τη «νέα» αυτή ιδέα. Στο συνέδριο με θέμα «νέοι ορίζοντες της σωφρονιστικής» που έγινε τον Απρίλη του 1961 στις ΗΠΑ ο Schein έλεγε: «… το κυριότερο επιχείρημά μου είναι, ότι αν θέλουμε να προκαλέσουμε μια σημαντική μεταβολή στη συμπεριφορά κάποιου, είναι απαραίτητο να εξασθενίσουμε την παλιά του ιδεολογία και τρόπο συμπεριφοράς, να την παραμερίσουμε και τελικά να την εξαφανίσουμε. Επειδή όμως αυτές οι σχέσεις εκφράζονται στην καθημερινότητα συνδεδεμένες στενά με συναισθηματικές αλληλουχίες είναι συχνά απαραίτητο να τις καταστρέψουμε. Θα ήμουν ευτυχής αν δεν συνδέατε την έκφραση «πλύση εγκεφάλου με την πολιτική και την ηθική, αλλά με το ότι απλώς για μια σκόπιμη αλλαγή συμπεριφοράς μιας ομάδας ή ενός ατόμου, από άλλους ανθρώπους που ελέγχουν τέλεια το περιβάλλον τους … Αντί να λέμε ότι η επαναδιαπαιδαγώγηση ενηλίκων είναι σαν πλύση εγκεφάλου και γι’ αυτό να την απορρίπτουμε, καλύτερα είναι να λέμε ότι η πλύση εγκεφάλου μοιάζει με μερικούς τρόπους επαναδιαπαιδαγώγησης και γι’ αυτό έχει μερικά καλά χαρακτηριστικά. Αυτό προσπαθώ να σας δείξω.»(96)

Οι αντιλήψεις του Schein κωδικοποιήθηκαν σε ένα πρόγραμμα εικοσιτεσσάρων σημείων, τα οποία αξίζει να αναφέρουμε. «1. Μεταφορά των φυλακισμένων σε χώρους πλήρους απομόνωσης για να εξασθενήσουν σοβαρά ή να διασπαστούν με επιτυχία οι σχέσεις τους. 2. Απομάκρυνση των ανθρώπων που ανήκουν στον τύπο του «φυσικού αρχηγού». 3. Τοποθέτηση στην «ηγεσία» ανθρώπων πρόθυμων για συνεργασία. 4. Απαγόρευση κάθε συλλογικής ενέργειας που δεν συμφωνεί με τις αρχές της πλύσης εγκεφάλου. 5. Πλαστογράφηση της υπογραφής κρατούμενου, σε γραπτές καταγγελίες εναντίων συντρόφων τους και διάδοση των εγγράφων αυτών. 6. Κατασκόπευση των φυλακισμένων και διάδοση των στοιχείων του ατομικού τους φακέλου. 7. Χρησιμοποίηση πληροφοριοδοτών και παρατηρητών. 8. Να πειστούν οι κρατούμενοι ότι δεν μπορούν να εμπιστευτούν κανένα. 9. Μεγαλύτερη επιείκια σε όσους δείχνουν προθυμία για συνεργασία. 10. Αυτοί που αρνούνται να συνεργαστούν να τιμωρούνται. 11. Συστηματική κατακράτηση του ταχυδρομείου. 12. Να εμποδίζεται οποιαδήποτε επαφή με οποιονδήποτε δεν έχει σχέση ή αντιτίθεται στις μεθόδους επαναδιαπαιδαγώγησης. 13. Διάλυση κάθε είδους ομαδικού σχηματισμού μεταξύ των κρατουμένων. 14. Δημιουργία συνείδησης ότι οι φυλακισμένοι είναι εγκαταλελειμμένοι από την κοινωνία και πλήρως απομονωμένοι. 15. Καταστροφή κάθε συναισθηματικής υποστήριξης. 16. Οι κρατούμενοι δεν πρέπει να γράφουν σε συγγενείς ή γνωστούς για τις συνθήκες κράτησής τους. 17. Σε ότι αφορά τα βιβλία και τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας να είναι δυνατή η πρόσβαση μόνο σε ότι ενθαρρύνει την νεοσχηματιζόμενη προσωπικότητα του φυλακισμένου. 18. Πρόκληση διφορούμενων καταστάσεων, όπου τα πρότυπα συμπεριφοράς φαίνονται ασαφή και μετά άσκηση πίεσης στον κρατούμενο. Θέλοντας να ξεφύγει από την πίεση ή παίρνοντας μια ανάσα μπορεί να υιοθετήσει τους επιθυμητούς κανόνες συμπεριφοράς. 19. Τα άτομα που έχουν υποστεί την πλύση εγκεφάλου και η θέλησή τους έχει εξασθενήσει ή καταστραφεί, να έρχονται σε επαφή με άλλα που έχουν ήδη αρχίσει να προσαρμόζονται στα επιθυμητά πρότυπα. 20. Χρησιμοποίηση τεχνικών για τη μείωση της αυτοεκτίμησης του ατόμου όπως: ταπείνωση, δυσφήμηση, δημιουργία κλίματος φόβου, απειλές, φωνές, πρόκληση αισθημάτων ενοχής σε συνδυασμό με τη στέρηση του ύπνου, συνεχείς ανακρίσεις και δημιουργία ενός αυταρχικού καθεστώτος μέσα στη φυλακή. 21. Τιμωρία αυτών που δεν ακολουθούν τις συμβουλές των νομοταγών συγκρατούμενών τους. 22. Οι παλαιότεροι να επαναλαμβάνουν συνεχώς στο αναπροσαρμοζόμενο άτομο ότι δεν έζησε ούτε στιγμή σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες του. 23. Ανταμοιβή της υπακοής με πιο ανθρώπινη μεταχείριση. Η πίεση να σταματάει μόνο όταν το άτομο συμπεριφέρεται σύμφωνα με τον νέο κώδικα ηθικής. 24. Δημιουργία ενός τρόπου κοινωνικής και ηθικής υποστήριξης που να ενθαρρύνει το νέο τρόπο συμπεριφοράς(97)

Οι τεχνικές του Schein εξελίχθηκαν μετά την εφαρμογή τους σε πρακτικό και όχι πια σε πειραματικό επίπεδο. «Μια από τις πιο περιεκτικές ανασκοπήσεις βρίσκεται στο διάγραμμα για τον ποινικό εξαναγκασμό (penal coercion), ο οποίος ανατυπώθηκε το 1983 από τη Διεθνή Αμνηστία στην έκθεσή της για τα βασανιστήρια.»(98) Το διάγραμμα αυτό του Biderman, αποτελείται από οκτώ τμήματα που το καθένα έχει δύο ενότητες, η μία για το σκοπό και η άλλη για τη στρατηγική επίτευξής του. Η τρίτη ενότητα που παρατίθεται παρακάτω, περιέχει συγκεκριμένες μεθόδους που χρησιμοποιούνται στις σύγχρονες φυλακές απομόνωσης, σύμφωνα με στοιχεία που έχουμε αντλήσει από μαρτυρίες φυλακισμένων και άλλες πηγές.

Τμήμα α’: ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ

  • «Σκοπός: Να αποστερηθούν οι κρατούμενοι την κοινωνική υποστήριξη, τόσο από τους άλλους κρατούμενους, όσο και από τον έξω κόσμο, να καταπιεστεί η ικανότητα αντίστασης, να αναπτυχθεί και να ενισχυθεί η ανησυχία για τον εαυτό τους και να δημιουργηθεί εξάρτηση από τους φύλακες.
  • Στρατηγική: Χρήση του απομονωτικού εγκλεισμού με απομόνωση, μερική απομόνωση ή ομαδική απομόνωση.»
  • Μέθοδοι: Απομονωτικός εγκλεισμός για 22,5 μέχρι 23,5 σε ειδικά κατασκευασμένο κελί που εμποδίζει την επικοινωνία με τους υπόλοιπους κρατούμενους. Κάθε κρατούμενος παραμένει απομονωμένος από τους συγκρατούμενούς του, ακόμα και κατά τη διάρκεια που ο κρατούμενος βρίσκεται εκτός κελιού. Λογοκρισία, κατακράτηση, καθυστέρηση αλληλογραφίας ή αυθαίρετη επιστροφή της στον αποστολέα. Περιορισμός και παρακολούθηση των τηλεφωνημάτων. Ελαχιστοποίηση επισκέψεων οι οποίες πραγματοποιούνται χωρίς φυσική επαφή μεταξύ του κρατούμενου και του επισκέπτη, παρενόχληση και απειλές στους επισκέπτες.

Τμήμα β’: ΜΟΝΟΠΩΛΗΣΗ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

  • «Σκοπός: Να επικεντρωθεί η προσοχή του κάθε κρατούμενου στην οδυνηρή του κατάσταση, να εξαφανιστεί κάθε ανταγωνιστικό ερέθισμα σε σχέση με τα ερεθίσματα που ελέγχουν οι κρατούντες και να εμποδιστούν όλες οι πράξεις που δεν είναι συμβατές με τη συμμόρφωση.
  • Στρατηγική: Απομόνωση, δυνατό φως, στείρο περιβάλλον, περιορισμός κινήσεων και μονότονο φαγητό.»
  • Μέθοδοι: Διαμόρφωση ενός όσο το δυνατόν πιο μονότονους σκηνικού, τόσο μέσα στο κελί, όσο και στον χώρο προαυλισμού που πρέπει να μοιάζει με το κελί. Καμία επαφή με το φυσικό περιβάλλον. Το κελί δεν έχει θέα του εξωτερικού χώρου, ενώ πολλές φορές δεν υπάρχει ούτε έμμεσο φυσικό φως. Ο κρατούμενος ποτέ δεν μπορεί να αγγίξει άλλους, ενώ οι φύλακες τον αγγίζουν μόνο για να τον αλυσοδέσουν ή να του ασκήσουν βία. Έντονο φως για δεκαέξι ώρες την ημέρα ελεγχόμενο από τους φύλακες και φως ασφαλείας ακόμα και τη νύχτα. Ελαχιστοποίηση των επιτρεπόμενων αντικειμένων που μπορεί να κατέχει ο κρατούμενος. Περιορισμός κάθε ενδιαφέρουσας απασχόλησης και εξαναγκασμός σε απραξία.

Τμήμα γ’: ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΕΞΑΣΘΕΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΑΝΤΛΗΣΗΣ

  • «Σκοπός: Να εξασθενήσει η φυσική και πνευματική ικανότητα αντίστασης του κρατούμενου.
  • Στρατηγική: Σίτιση στα όρια της λιμοκτονίας, έκθεση σε ανθυγιεινές συνθήκες, άρνηση ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και στέρηση ύπνου.»
  • Μέθοδοι: Χαμηλής διατροφικής αξίας φαγητό σε μικρές ποσότητες. Μη παροχή χειμερινού ρουχισμού κατά τη διάρκεια του προαυλισμού το χειμώνα και ρύθμιση των κλιματιστικών σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Άρνηση εξέτασης και περίθαλψης των σωματικά ή ψυχικά άρρωστων. Παρενόχληση ύπνου με την πρόκληση θορύβου και συστηματικό ξύπνημα των κρατουμένων επειδή έχουν καλυφθεί κάτω από τις κουβέρτες ή κοιμούνται γυμνοί.

Τμήμα δ’: ΑΠΕΙΛΕΣ

  • «Σκοπός: Να καλλιεργηθεί το άγχος και η απόγνωση.
  • Στρατηγική: Απειλή θανάτου ή σωματικής βλάβης και προσφορά ανταμοιβής για προσωρινή συμμόρφωση.»
  • Μέθοδοι: Μόνιμη απειλή χρήσης βίας κατά της ζωής των κρατουμένων. Αυθαίρετη χρήση βίας, ενίοτε χωρίς πρόκληση από τη μεριά του φυλακισμένου. Χρήση μηχανημάτων ηλεκτροσόκ, σπρωξίματα ενώ ο κρατούμενος βαδίζει με αλυσίδες στα πόδια και κράτησή του για ώρες σε ειδικά κρεβάτια, όπου είναι δεμένος χειροπόδαρα. Χρήση ασφυξιογόνων αερίων και βίαιες εξαγωγές κρατουμένων από τα κελιά τους. Διασπορά φημών με σκοπό να έρθουν σε σύγκρουση οι κρατούμενοι μεταξύ τους ή με τους φύλακες. Τοποθέτηση στο ίδιο κελί ή στον ίδιο χώρο κρατούμενων που έχουν εχθρικές σχέσεις. Σύμφωνα με έναν κρατούμενο στη φυλακή Red Onion της Πολιτείας της Virginia των ΗΠΑ, το κλίμα που καλλιεργείται από τους φύλακες μπορεί να συνοψισθεί στο σλόγκαν «θα κάνεις αυτό που σου ζητάνε, όταν σου το ζητάνε, όπως σου το ζητάνε, για όσο διάστημα στο ζητάνε, αλλιώς θα πυροβοληθείς, θα χτυπηθείς, θα δεχτείς ηλεκτροσόκ, θα τραυματιστείς ή θα πεθάνεις.»

Τμήμα ε’: ΠΕΡΙΣΤΑΣΙΑΚΕΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ

  • «Σκοπός: Να παρακινηθεί η συμμόρφωση και να παρεμποδιστεί η προσαρμογή.
  • Στρατηγική: Περιστασιακές ανταμοιβές και κυμαινόμενη συμπεριφορά.»
  • Μέθοδοι: Περιστασιακές παραχωρήσεις προνομίων σε υπάκουους κρατούμενους, όπως μετακίνηση χωρίς αλυσίδες, παροχή τηλεόρασης, μη χρήση βίας, μεγαλύτερα διαστήματα προαυλισμού, αύξηση τηλεφωνημάτων κα. Τα προνόμια αυτά παραχωρούνται επιδεικτικά σε κάποιους κρατούμενους, ώστε αυτό να το αντιλαμβάνονται οι υπόλοιποι. Αυθαίρετη απόσυρση προνομίων και μεταβολή συμπεριφοράς από τους φύλακες, ώστε οι κρατούμενοι να αισθάνονται ότι όλοι οι κανόνες μπορεί να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή. Δημιουργία ασταθούς περιβάλλοντος, όπου είναι αδύνατον να προσαρμοστεί ο κρατούμενος.

Τμήμα στ’: ΕΠΙΔΕΙΞΗ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑΣ

  • «Σκοπός: Να φανεί η ματαιότητα της αντίστασης.
  • Στρατηγική: Αναμέτρηση και επίδειξη απόλυτου ελέγχου.»
  • Μέθοδοι: Επίδειξη απόλυτης και ανεξέλεγκτης εξουσίας πάνω στους κρατούμενους με τιμωρίες που βασίζονται σε κατασκευασμένα ή ανύπαρκτα στοιχεία και απόδειξη στον κρατούμενο ότι δεν υπάρχει κανενός είδους έλεγχος πάνω στους δεσμοφύλακες. Απουσία ορατής προοπτικής εξόδου από την απομόνωση, εκτός και αν ο κρατούμενος γίνει πληροφοριοδότης, τελειώσει η ποινή του ή πεθάνει.

Τμήμα ζ’: ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ

  • «Σκοπός: Να φανεί ότι το κόστος της αντίστασης είναι πολύ πιο καταστροφικό για τον αυτοσεβασμό από ότι η παράδοση και να υποβιβαστούν οι ανησυχίες των κρατουμένων σε ζωώδες επίπεδο.
  • Στρατηγική: Παρεμπόδιση ατομικής υγιεινής, καλλιέργεια σιχαμερού περιβάλλοντος και παρεμπόδιση της ιδωτικότητας.»
  • Μέθοδοι: Εξαναγκασμός των φυλακισμένων να κρατάνε τα σκουπίδια στο κελί για ημέρες και σπάνιος καθαρισμός του κελιού. Μη παροχή των αναγκαίων για την υγιεινή των κρατουμένων. Επίσκεψη των φυλάκων ή των συμβούλων την ώρα που ο κρατούμενος κάνει χρήση της τουαλέτας. Συστηματικοί εξευτελιστικοί σωματικοί έλεγχοι του κρατούμενου χωρίς λόγο.

Τμήμα η’: ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΣΕ ΑΣΗΜΑΝΤΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

  • «Σκοπός: Να αναπτυχθεί η συνήθεια της υποταγής.
  • Στρατηγική: Επιβολή ασήμαντων κανονισμών.»
  • Μέθοδοι: Μετάδοση από τα μεγάφωνα εντολών που αφορούν έναν ή κάποιους κρατούμενους σε όλα τα κελιά. Αφύπνιση των κρατούμενων με πρόφαση την καταμέτρηση.(99)

Από τα παραπάνω γίνεται εμφανές ότι ο απομονωτικός εγκλεισμός δεν έχει απλά να κάνει με τον χωρικό περιορισμό των κρατουμένων και την καταστροφή κάθε είδους επικοινωνία μεταξύ τους. Είναι ένα ολόκληρο σύστημα καθυπόταξης των κρατουμένων στο οποίο η απομόνωση λειτουργεί ως μέσο και δεν είναι ο τελικός σκοπός. Βέβαια οι μέθοδοι που αναφέρθηκαν δεν είναι στο σύνολό τους κανόνας σε όλες τις φυλακές απομόνωσης, ούτε εφαρμόζονται παντού στον ίδιο βαθμό. Για παράδειγμα σε κάποιες φυλακές υπάρχει εντονότερη προσπάθεια τρομοκράτησης των φυλακισμένων με χρήση βίας, όπως στο Red Onion της Virginia, όπου οι δεσμοφύλακες κάνουν συστηματική χρήση των μηχανών για την πρόκληση ηλεκτροσόκ και πυροβολούν με πλαστικές σφαίρες για το παραμικρό. Αλλού δίνεται έμφαση στον ψυχολογικό πόλεμο, με παροχή και στέρηση προνομίων, όπως στην πολιτειακή φυλακή του Colorado, όπου οι κρατούμενοι χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: σε αυτούς που δεν έχουν καθόλου προνόμια και κυκλοφορούν με αλυσίδες στα πόδια και χειροπέδες, σε αυτούς που έχουν τηλεόραση αλλά επίσης κυκλοφορούν αλυσοδεμένοι και σε αυτούς που έχουν τηλεόραση και τους επιτρέπεται να πηγαίνουν μέχρι το ντους ή το τηλέφωνο χωρίς συνοδεία και αλυσίδες. Οι κρατούμενοι σε μακρόχρονο απομονωτικό εγκλεισμό, καταβάλλουν υπεράνθρωπη προσπάθεια για να προσαρμοστούν, σε συνθήκες, οι οποίες όπως φάνηκε είναι ειδικά διαμορφωμένες για να αποτρέψουν την προσαρμογή αυτή. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, οι περισσότεροι δεν τα καταφέρνουν. Όσοι εισέρχονται υγιείς αναπτύσσουν στην πλειοψηφία τους κάποιου είδους ψυχοπάθεια, ενώ αυτοί που είχαν ήδη κάποιο πρόβλημα ψυχικής διαταραχής αντιμετωπίζουν μια σταδιακή επιδείνωση της κατάστασής τους.

Ο Dr.Stuart Grassian, καθηγητής στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου του Harvard, είναι σήμερα ο πιο γνωστός επιστήμονας που ασχολείται με τις ψυχοπαθολογικές συνέπειες του απομονωτικού εγκλεισμού. Έχει κάνει διάφορες μελέτες πάνω σε φυλακισμένους και ανακάλυψε μια σειρά από συγκεκριμένες διαταραχές που συνιστούν το «σύνδρομο των ειδικών μονάδων κράτησης» (Security Housing Unit – SHU syndrom). Σε μία από αυτές τις έρευνες, εξετάστηκαν πενήντα τρόφιμοι στη μονάδα ελέγχου του Pelican Bay στην Καλιφόρνια. Ο Dr.Grassian «ανακάλυψε ότι σαράντα από τους πενήντα κρατούμενους (80%), είτε είχαν υποστεί μια σοβαρότατη επιδείνωση σε ήδη υπάρχουσα ψυχική ασθένεια, είτε είχαν αναπτύξει ψυχιατρικά συμπτώματα που σχετίζονταν με το «περιβάλλον αισθητηριακής αποστέρησης» (restricted enviromental stimulation – RES), σαν συνέπεια του απομονωτικού εγκλεισμού.»(100) Τα συμπτώματα που διέγνωσε συμφωνούσαν με παλαιότερες μελέτες γερμανών επιστημόνων, όπου ανάμεσα στο 1857 και το 1909 είχαν συγγράψει τριανταεπτά άρθρα για το ίδιο θέμα, εξετάζοντας εκατοντάδες κρατούμενους. Τα συμπτώματα αυτά χωρίστηκαν σε τέσσερις κατηγορίες.

Αλλαγές στην αντιληπτική ικανότητα:

  • Γενική υπερευαισθησία στα εξωτερικά ερεθίσματα. Η πλειοψηφία των κρατούμενων ενοχλείται αφόρητα από το φως, τις οσμές, τους ήχους, τις γεύσεις. Εξοργίζονται από θορύβους όπως το καζανάκι ή οι σωληνώσεις, δεν μπορούν να αντέξουν τη μυρωδιά από το φαγητό, δεν ανέχονται τη γεύση του νερού. Αντιληπτικές παραμορφώσεις, παραισθήσεις και εξωπραγματικές εμπειρίες (derealization experiences). Οι φυλακισμένοι ακούνε ψιθύρους ή φωνές, χωρίς να μπορούν να επιβεβαιώσουν αν ήταν πραγματικές ή αποκυήματα της φαντασίας τους. «Άκουσα τους φύλακες να μιλάνε. Το είπαν αυτό; Ναι; Όχι; Προσπαθώ να το επιβεβαιώσω (από τον κρατούμενο στο διπλανό κελί). Καμιά φορά ακούει κάτι που εγώ δεν ακούω. Ξέρω ότι κάποιος από τους δυο μας είναι τρελός, αλλά ποιος; Μήπως χάνω τα λογικά μου;» Οι παραισθήσεις είναι διαφόρων ειδών, όπως τοίχοι που αρχίζουν να λειώνουν ή να κυματίζουν ή πράγματα που κινούνται στην άκρη του οπτικού πεδίου του κρατούμενου.

Συγκινησιακές διαταραχές:

  • Κυμαινόμενες κρίσεις πανικού, οι οποίες συνοδεύονται από ταχυκαρδία, κόψιμο της αναπνοής, τρέμουλο ή φόβο επικείμενου θανάτου.

Διαταραχές στη σκέψη:

  • Εμφάνιση πρωτόγονων φαντασιώσεων. Οι κρατούμενοι έχουν φαντασιώσεις εκδίκησης, βασανισμού και ακρωτηριασμού των δεσμοφυλάκων. Τους είναι αδύνατον να ελέγξουν τις εικόνες εκδίκησης που συνεχώς επανέρχονται.
  • Μανία καταδίωξης, παράνοια. Οι κρατούμενοι ακούνε ανύπαρκτες συζητήσεις για το άτομό τους ή νομίζουν ότι τους έχουν ρίξει φάρμακο στο φαγητό.

Προβλήματα στον έλεγχο των παρορμήσεων:

  • Οι κρατούμενοι αδυνατούν να ελέγξουν τις παρορμήσεις τους και έχουν εκρήξεις βίας ή αυτοκαταστροφής. Άλλοι καταστρέφουν ότι βρουν μπροστά τους στο κελί, σκίζουν τις φωτογραφίες ή την αλληλογραφία τους και άλλοι κατά τη διάρκεια των κρίσεων αυτοτραυματίζονται ή κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας, χωρίς να έχουν συνείδηση των πράξεών τους.(101)

(90) Psychological death row – Supermaximum security prisons, sensory deprivation and effects of solitary confinement, Angie Hougas,  danenet.danenet.org/amnesty/supermax.html, 2001, σελ.3 / (91) Control Unit Prisons (SHU), Frank Atwood, http://www.geocities.com/CapitolHill/Rotunda/4027/shucontrolunits.htm, 2003, σελ.2 / (92) Εγκληματολογικοί ορίζοντες – Α’:Θεωρία και πρακτική της ποινικής καταστολής, Νέστωρ Κουράκης, Εκδ. «Εκδόσεις Αντ.Ν.Σάκκουλα», 1991, σελ.31 / (93) ο.π. (91), σελ.2 / (94) The new red barn – A critical look at the modern american prison, William Nagel, Εκδ. «Walker and Company», 1973, σελ.13 / (95) ο.π. (91), σελ.10 / (96) Η αναζήτηση για τον ιδανικό τρόπο εξόντωσης – Φυλακές και αρχιτεκτονική, Winfried Reebs, Εκδ. «Εκδόσεις Αμηχανία», 1988, σελ.46 / (97) ο.π. (96), σελ.47-48 / (98) ο.π. (91), σελ.3 / (99) ο.π. (91), σελ.3-6 / (100) ο.π. (91), σελ.6 / (101) Psychopathological effects of solitary confinement, Stuart Grassian MD, American Journal of Psychiatry, http://www.intd.net/scott/sgrassian_1183.html, 1983, σελ.4-5

1.7 ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΕΞΑΠΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΑΠΟΜΟΝΩΤΙΚΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ ΣΤΙΣ ΗΠΑ

Στις ΗΠΑ το ποσοστό των αφροαμερικάνων, αλλά και των μελών των υπόλοιπων μειονοτήτων που καταλήγει στις φυλακές, είναι δυσανάλογα υψηλό. Οι μαύροι κρατούμενοι, ήδη από τη δεκαετία του 1950, άρχισαν να οργανώνονται προκειμένου να ανατρέψουν τις διακρίσεις και τη δυσμενή μεταχείριση που τους είχαν τοποθετήσει στον πυθμένα της εσωτερικής κοινωνίας της φυλακής. «Όλο και περισσότεροι γινόντουσαν μέλη του «έθνους του Ισλάμ» το οποίο το 1960 είχε σχεδόν 100.000 μέλη, πολλά από τα οποία στις φυλακές. Οι υπεύθυνοι των φυλακών αποφάσισαν να διαλύσουν αυτές τις ομάδες, να απαγορεύσουν τις μουσουλμανικές συγκεντρώσεις και να κλείσουν τα πιο μαχητικά μέλη σε απομονωτικά κελιά που ονομαζόντουσαν «κέντρα προσαρμογής» (adjustment centers). Τα κέντρα αυτά παρουσιάστηκαν ως η ανθρώπινη εναλλακτική λύση των μπουντρουμιών, στα οποία έστελναν μέχρι τότε όσους υπέπιπταν σε πειθαρχικά παραπτώματα. Το κράτος τα θεώρησε ύστατα αναμορφωτικά εργαλεία, στα οποία οι αδιόρθωτοι κρατούμενοι θα δέχονταν εντατική ημερήσια αναμορφωτική – ψυχιατρική βοήθεια, μαζί με ομαδική θεραπεία, εκπαίδευση και ειδικά διαμορφωμένο πρόγραμμα εργασίας.»(102)

Σταδιακά όμως τα κέντρα προσαρμογής μετατράπηκαν σε φυλακές μέσα στις φυλακές, με δικούς τους χώρους προαυλισμού, φαγητού και εκπαίδευσης. Αν και η παραμονή σε αυτά ήταν προγραμματισμένη για ένα διάστημα το πολύ τριών μηνών, μετατράπηκαν σε χώρο που στέλνονταν μόνιμα όλοι οι ανεπιθύμητοι κρατούμενοι. Σταδιακά εγκαταλείφθηκαν όλα τα προγράμματα δραστηριοτήτων και ψυχιατρικής παρακολούθησης με την επίκληση λόγων ασφάλειας και οικονομίας. Έτσι αποτέλεσαν τους προγόνους των σύγχρονων φυλακών απομόνωσης.

«Το 1963 το ομοσπονδιακό γραφείο για τις φυλακές των ΗΠΑ (Federal Bureau of Prisons) έκλεισε τις φυλακές του Αλκατράζ που ήταν μέχρι τότε οι φυλακές ύψιστης ασφαλείας.»(103) Οι φυλακισμένοι από το Αλκατράζ μεταφέρθηκαν στο Marion της Πολιτείας του Ilinois. Οι κατασκευαστές αυτής της φυλακής αρχικά έδωσαν έμφαση στην ασφάλεια. Μεταξύ άλλων, οι κρατούμενοι θα παρέμεναν στα κελιά τους για είκοσι ώρες το εικοσιτετράωρο. Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του ’60 και του ’70, η πολιτική ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας στις ΗΠΑ, μεταφέρθηκε και στο εσωτερικό των φυλακών. Η υποκουλτούρα των φυλακισμένων αποκτά ένα ολοένα και πιο επαναστατικό περιεχόμενο, ενώ αυξάνονται αυτοί που ανήκουν σε ένοπλες οργανώσεις ή «συμμορίες» με πολιτικό υπόβαθρο. Συγκροτούνται οργανώσεις κυρίως σε φυλετικό επίπεδο προκειμένου να ελέγξει η κάθε μειονότητα το άμεσο περιβάλλον της, αλλά και να ανατρέψει το καθεστώς των φυλετικών διακρίσεων μέσα στην φυλακή.

Παράλληλα ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού καταλήγει στις φυλακές ενώ το ποινικό σύστημα σε όλες τις βαθμίδες του παραμένει άδικο για τα μέλη των μειονοτήτων. «Στην Πολιτεία της Καλιφόρνια το 1970 οι αφροαμερικάνοι αποτελούν το 7% του πληθυσμού και ταυτόχρονα το 29,8% των φυλακισμένων.»(104) Μια έρευνα που έγινε το 1979 και δημοσιοποιήθηκε από το τμήμα στατιστικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, προσπάθησε να προσδιορίσει την πιθανότητα που έχει ένας Αμερικάνος πολίτης να βρεθεί στη φυλακή. «Χρησιμοποιώντας τα στοιχεία της τελικής έκθεσης η πιθανότητα για έναν Αφροαμερικάνο να μπει στη φυλακή κατά τη διάρκεια της ζωής του ήταν 22%. Αντίστοιχα οι ινδιάνοι την περίοδο 1976 – 1978 συλλαμβάνονταν από την αστυνομία σε μια αναλογία δέκα φορές μεγαλύτερη από ότι οι λευκοί(105) Και ενώ το προφίλ του μέσου κρατούμενου ήταν μέλος μειονότητας προερχόμενο από αστικό κέντρο, η συντριπτική πλειοψηφία των σωφρονιστικών υπαλλήλων είναι λευκοί, αγροτικής προέλευσης και εντελώς διαφορετικής κουλτούρας.Μεγάλο μέρος των εγκλείστων θεωρεί τον εαυτό του πολιτικό κρατούμενο. Έτσι στις φυλακές και ειδικά στα τμήματα που στέλνονται οι «ανεπιθύμητοι» δημιουργείται ένα εκρηκτικό μίγμα.

«Το 1970 στο κέντρο προσαρμογής των φυλακών της Καλιφόρνια, ένας σωφρονιστικός υπάλληλος σκοτώνει τρεις μαύρους κρατούμενους. Ο κρατούμενος George Jackson κηρύσσει εκδίκηση ενός προς έναν στους δεσμοφύλακες. Σχεδόν αμέσως το σώμα ενός νεαρού λευκού δεσμοφύλακα ρίχνεται από τον διάδρομο – εξώστη (tier) κάποιων κελιών. Αντιδρώντας ανάλογα οι υπεύθυνοι των φυλακών στην Καλιφόρνια περιόρισαν τις μετακινήσεις, την πρόσβαση σε πληροφορίες και τις επισκέψεις σε συγγενείς και δικηγόρους των κρατουμένων. Από το κελί του στο κέντρο προσαρμογής του San Quentin, το οποίο ήταν πια ένα θερμοκήπιο επαναστατικής σκέψης, ο George Jackson έγραψε μυστικά το βιβλίο του με τίτλο «blood in my eye», ένα κάλεσμα για αντάρτικο στις φυλακές. Στις 21 Αυγούστου του 1971 στο κέντρο προσαρμογής του San Quentin οι κρατούμενοι προσπάθησαν να καταλάβουν τη φυλακή με αποτέλεσμα να σκοτωθούν ο Jackson, δύο άλλοι κρατούμενοι και τρεις δεσμοφύλακες. Τρεις άλλοι δεσμοφύλακες τραυματίστηκαν. Αυτό το φθινόπωρο οι στάσεις στις φυλακές εξαπλώθηκαν σε όλη τη χώρα. Στην πιο αιματηρή από αυτές στο σωφρονιστικό ίδρυμα Attica της Νέας Υόρκης, τριάντα δύο κρατούμενοι και έντεκα μέλη του προσωπικού των φυλακών έχασαν τη ζωή τους όταν η αστυνομία και ένα σώμα του στρατού κατέστειλε την εξέγερση χρησιμοποιώντας ασφυξιογόνα αέρια, ελικόπτερα και ισχυρή δύναμη πυρός.»(106)

Το 1972 η πρώτη επίσημη μονάδα ελέγχου (control unit) ανοίγει στην ομοσπονδιακή φυλακή Marion του Ilinois, σαν πειραματική μονάδα τροποποίησης συμπεριφοράς. «Αντίστοιχες μονάδες άρχισαν να ανοίγουν σε πολιτειακές φυλακές σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένου και της μονάδας ελέγχου στο New Jersey.»(107) «Η διαφορά μιας μονάδας ελέγχου συνίσταται στο γεγονός ότι ενώ κάθε φυλακή έχει πειθαρχεία (administrative segregation cells, Ad-Seg) που χρησιμοποιούνται για μικρής διάρκειας απομονωτικό εγκλεισμό λόγω πειθαρχικών παραπτωμάτων, οι μονάδες ελέγχου χρησιμοποιούνται για μεγάλης διάρκειας κράτηση και επιχειρήσεις ενάντια σε ομάδες φυλακισμένων και συγκεκριμένες δραστηριότητες.»(108)

Γι’ αυτό το λόγο η φυλακή στο Marion αποτέλεσε τομή στη σωφρονιστική πολιτική και ταυτόχρονα πρότυπο για τα επόμενα χρόνια. Η απομόνωση παύει να είναι μόνο όργανο προσωρινής τιμωρίας αλλά συνιστά ένα διαφορετικό σύστημα σωφρονισμού: τον απομονωτικό εγκλεισμό που έχει διαφορετικούς στόχους και υπακούει σε διαφορετικούς κανόνες. Αρχικά στο Marion περιλαμβάνεται μέσα στη φυλακή ύψιστης ασφαλείας η μονάδα ελέγχου που στεγάζεται σε ξεχωριστό κτίριο με τέσσερις πτέρυγες. Οι μισές ονομάζονται τμήμα τιμωρητικής απομόνωσης (punitive segregation). Οι φυλακισμένοι στέλνονται εκεί για μικρότερες περιόδους και για συγκεκριμένα πειθαρχικά παραπτώματα. Οι άλλες μισές προορίζονται για αυτούς που θα μείνουν μεγάλα διαστήματα απομονωμένοι.

Αρχικά ο απομονωτικός εγκλεισμός χρησιμοποιήθηκε από το κράτος σαν απάντηση στον πολιτικό ριζοσπαστισμό της δεκαετίας του ’70. Σύμφωνα με τον ειδικό σε θέματα σωφρονιστικής πολιτικής στις ΗΠΑ, William Nagel, «πολλά ιδρύματα απέκτησαν ένα νέο είδος προβληματικού κρατούμενου, τον ακτιβιστή. Πολλοί διοικητές αποφάσισαν αυθαίρετα να τον απομονώσουν από τον υπόλοιπο πληθυσμό της φυλακής. Η μονάδα ελέγχου χρησιμεύει στο να τον αποκλείει από τους συγκρατούμενούς του.»(109) Το 1983, σε απάντηση ενός μεμονωμένου περιστατικού βίας, ολόκληρη η φυλακή στο Marion μπήκε σε καραντίνα «και παρέμεινε σε καραντίνα από τότε με τους φυλακισμένους να είναι κλεισμένοι κατά μέσο όρο εικοσιδύο και μισή ώρες ημερησίως στα κελιά τους.»(110) «Πριν από αυτό, το κλείσιμο σε καραντίνα μιας φυλακής χρησίμευε στο να ελέγχει και να καταστέλλει την αναστάτωση σε μια φυλακή, περιορίζοντας αυστηρά τα δικαιώματα των κρατουμένων. Το Marion ήταν η πρώτη φυλακή που έκανε την καραντίνα μόνιμη κατάσταση.»(111)

Μετά από αυτό πολλές Πολιτείες σε όλη την Αμερική έκτισαν φυλακές απομόνωσης και από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 οι φυλακές μέγιστης ασφάλειας και αισθητηριακής απομόνωσης (supermax sensory deprivation prisons) άρχισαν να εξαπλώνονται.Το κλείσιμο σε καραντίνα όλης της φυλακής στο Marion δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά είχε να κάνει με την αναδιάρθρωση όλου του σωφρονιστικού συστήματος των ΗΠΑ. Από το 1983 και μετά ο απομονωτικός εγκλεισμός παύει να αποτελεί ένα πείραμα και μπαίνει στην πράξη αποκτώντας πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και προδιαγραφές σε όλη τη χώρα, όποιο όνομα κι αν έχει. Σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες οι φυλακές απομόνωσης ονομάζονται μεταξύ άλλων: «κέντρο προσαρμογής (adjustment center), κέντρο ασφαλούς στέγασης (security housing unit), συγκρότημα μέγιστου ελέγχου (maximum control complex), φυλακή μέγιστης διοίκησης (administrative maximum, ad-max), ειδική μονάδα στέγασης (special housing unit), μονάδα ελέγχου βίας (violence control unit), μονάδα ειδικής διαχείρισης (special management unit), και μονάδα εντατικής διαχείρισης (intensive management unit).»(112)

«Το 1996 υπήρχαν πάνω από σαράντα φυλακές απομόνωσης που φύλασσαν περίπου 15.000 κρατούμενους.»(113) Σήμερα υπάρχουν τουλάχιστον 57 φυλακές ύψιστης ασφαλείας και απομόνωσης στις ΗΠΑ, 16 εκ των οποίων βρίσκονται στην Πολιτεία του Τέξας.(114) Η επέκταση και μαζικοποίηση της χρήσης του συστήματος του απομονωτικού εγκλεισμού στις ΗΠΑ, οφείλεται σε πολλούς παράγοντες που περιγράφονται αναλυτικότερα παρακάτω. Μεταξύ άλλων πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξαν τα επιχειρηματικά συμφέροντα του λόμπι κατασκευής φυλακών, η πολιτική κατάσταση, καθώς και η αποτυχία του υπάρχοντος σωφρονιστικού συστήματος.

Ο αριθμός των φυλακισμένων που καταλήγουν στις φυλακές απομόνωσης με την κατηγορία της συμμετοχής σε συμμορία, είναι ένας από τους βασικότερους λόγους πολλαπλασιασμού των ιδρυμάτων αυτών. Το ζήτημα των συμμοριών στις φυλακές των ΗΠΑ έχει πολλές προεκτάσεις. Τόσο οι ομάδες που αντιτίθενται στις φυλακές απομόνωσης, όσο και οι ίδιοι οι κρατούμενοι, κατηγορούν το υπουργείο δικαιοσύνης των ΗΠΑ, ότι προσπαθεί να δημιουργήσει με διάφορους τρόπους θέμα συμμοριών. «Φύλακες σπέρνουν φήμες που προκαλούν τη μία ομάδα εναντίων της άλλης.»(115) «Φυλακισμένοι κατηγορούνται για συμμετοχή σε συμμορία απλά επειδή βρίσκονταν στο ίδιο μέρος με άλλους κρατούμενους που θεωρούνται μέλη συμμοριών … Φυλακισμένοι που χρησιμοποιούν αφροκεντρικά σύμβολα, λέξεις στα σουαχίλι, κόκκινους και πράσινους χάρτες της Αφρικής, θεωρούνται «παραστρατιωτικοί» από τους υπεύθυνους των φυλακών του New Jersey.»(116) Στην ίδια Πολιτεία υπάρχει ξεχωριστή πτέρυγα φυλακών που ονομάζεται μονάδα διοικητικού ελέγχου (managemant control unit) και στεγάζει εβδομήντα πέντε άτομα που δεν έχουν διαπράξει κανένα πειθαρχικό παράπτωμα, αλλά θεωρούνται «κίνδυνος για την ασφάλεια του ιδρύματος».

«Από τη στιγμή που θα θεωρηθεί μέλος συμμορίας η μόνη ελπίδα του κρατούμενου για να βγει από τη φυλακή είναι να καρφώσει κάποιους συγκρατούμενούς του, να περιμένει να συμπληρωθεί η ποινή του ή να πεθάνει.»(117) Με αυτόν τον τρόπο ο εγκλεισμός στην απομόνωση χρησιμοποιείται ως εργαλείο εξαναγκασμού σε ομολογίες που θα εμπλέξουν άλλους κρατούμενους στην κατηγορία της συμμετοχής σε συμμορία ή σε άλλες παραβιάσεις των κανονισμών της φυλακής. Στην πραγματικότητα ο κρατούμενος έχει δύο επιλογές: να περάσει το υπόλοιπο της ποινής του (ίσως και όλη του τη ζωή) στην απομόνωση ή να δώσει πληροφορίες στον υπεύθυνο για τις εγκληματικές ενέργειες (criminal activities coordinator) και να γίνει στόχος αντιποίνων για τους συγκρατούμενούς του. Στη δεύτερη περίπτωση αναγκάζεται να γίνει μόνιμος ώστε να τον προστατεύουν οι φύλακες. Πολλοί κρατούμενοι στην απόγνωσή τους δίνουν ψευδείς πληροφορίες για συγκρατούμενούς τους, συνήθως γι’ αυτούς που είναι πολύ αδύναμοι ή απομονωμένοι για να εκδικηθούν. «Οι κρατούμενοι που βγαίνουν από τις πτέρυγες απομόνωσης των φυλακών αυτόματα θεωρείται ότι έχουν καρφώσει.»(118) Έτσι διατηρείται ένας κύκλος αντεκδίκησης που εκτός των άλλων έχει ως συνέπεια να αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των φυλακισμένων που στέλνονται στις φυλακές απομόνωσης λόγω πειθαρχικών παραπτωμάτων.

Από τη στιγμή που θα φτιαχτεί μια φυλακή απομόνωσης είναι προδιαγεγραμμένο ότι θα γεμίσει σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Το έργο αυτό αναλαμβάνει ο μηχανισμός κατάταξης των κρατουμένων. Το ζήτημα των συμμοριών είναι ένας μόνο από τους πολλούς παράγοντες πολλαπλασιασμού των φυλακών απομόνωσης. Το ίδιο το σύστημα απομόνωσης χρησιμοποιείται για να αναπαράγει τον εαυτό του. Το νοσηρό αυτό παιχνίδι δεν είναι μια εφεύρεση κάποιων σωφρονιστικών υπευθύνων. Πίσω από την κατασκευή των φυλακών ύψιστης ασφαλείας και απομόνωσης υπάρχουν εκτός των άλλων και ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα. Η κατασκευή φυλακών και ειδικά φυλακών απομόνωσης αποτελεί ένα ιδιαίτερα κερδοφόρο κλάδο της οικονομίας των ΗΠΑ. «Οι φυλακές είναι σήμερα μια από τις μεγαλύτερες σε ανάπτυξη βιομηχανίες στις ΗΠΑ. Η χρήση της απομόνωσης είναι ένα μέρος μόνο αυτού του σχεδίου ανάπτυξης. Το βιομηχανικό σύμπλεγμα των φυλακών φυλάσσει πάνω από 1.700.000 άτομα σε πολιτειακές και ομοσπονδιακές φυλακές (εξαιρώντας τις εγκαταστάσεις για τον εγκλεισμό παιδιών, μεταναστών και τα τοπικά κρατητήρια) … Ο νέος έγχρωμος άνδρας που δεν αξίζει τίποτα στην υπάρχουσα οικονομία ξαφνικά γεννά 30.000 με 60.000 δολάρια μέσα στο «σωφρονιστικό» σύστημα.»(119)

Οι φυλακές απομόνωσης λόγω των ειδικών τους απαιτήσεων σε κτιριακή υποδομή, τεχνολογία παρακολούθησης, συστήματα ασφαλείας και μεγάλο αριθμό δεσμοφυλάκων, είναι πολύ πιο δαπανηρές από τις φυλακές μικρής ή μεσαίας ασφάλειας. «Οι φυλακές ύψιστης ασφαλείας στο Boscobel θα κοστίσουν 47.500.000 δολάρια και θα έχουν ετήσιο κόστος λειτουργίας 14.700.000 δολάρια. Θα έχουν προσωπικό 280 ατόμων με χωρητικότητα 509 κρατουμένων»(120), αναλογεί δηλαδή πάνω από ένας φύλακας για δύο κρατουμένους σε ένα σωφρονιστικό ίδρυμα που διαθέτει τα τελειότερα μέσα παρακολούθησης και ασφάλειας. «Στο Estelle του Τέξας το κόστος κράτησης ενός ατόμου στη φυλακή είναι περίπου τριάντα δολάρια. Στη φυλακή ύψιστης ασφαλείας είναι πενήντα δολάρια.»(121)

Σύμφωνα με ειδικούς του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ «αυτές οι μονάδες και οι εγκαταστάσεις είναι πολύ πιο ακριβές στην κατασκευή από τις συμβατικές φυλακές εν μέρει λόγω των αυξημένων και εκτεταμένων προδιαγραφών ασφάλειας στις κλειδαριές, πόρτες και περιμέτρους, στους ενισχυμένους τοίχους, ταβάνια και πατώματα και συνήθως στη συνύπαρξη προηγμένων τεχνολογικών συστημάτων και τεχνολογίας. Το λειτουργικό τους κόστος αποδείχτηκε επίσης πολύ μεγαλύτερο. Η προσφορά γευμάτων και άλλων υπηρεσιών στο κάθε κελί ξεχωριστά, οι πολλαπλές συνοδείες φυλάκων και η συντήρηση των περίπλοκων ηλεκτρονικών συστημάτων είναι μερικά παραδείγματα απαραίτητων δραστηριοτήτων. Ο αριθμός των σωφρονιστικών υπαλλήλων που απαιτούνται για να εγγυηθούν την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια, την μετακίνηση των φυλακισμένων, τους ελέγχους ασφαλείας, τη μεταφορά του φαγητού και των υπόλοιπων προμηθειών και υπηρεσιών στα ατομικά κελιά γενικά αυξάνει τον αριθμό του προσωπικού, άρα και το λειτουργικό κόστος, πολύ υψηλότερα από όσο στις συμβατικές φυλακές.»(122)

Το επιχειρηματικό λόμπυ κατασκευής φυλακών δεν θα μπορούσε να δεσμεύσει τα υπέρογκα κρατικά κονδύλια που απαιτούνται, αν δεν είχε την υποστήριξη της επίσημης πολιτικής ηγεσίας. Σε πολλές Πολιτείες των ΗΠΑ οι κυβερνήτες εντάσσουν την κατασκευή φυλακών ύψιστης ασφαλείας και απομόνωσης στα πλαίσια της σκληρής πολιτικής τους ενάντια στο έγκλημα. «Το να υιοθετείς σκληρή τιμωρητική πολιτική απέναντι στους εγκληματίες παραμένει μια πολιτικά δημοφιλής θέση. Οι εκλεγμένοι υπεύθυνοι που υιοθετούν «σκληρή» πολιτική ενάντια στο έγκλημα (tough on crime policies) προωθούν τις φυλακές ύψιστης ασφαλείας για το συμβολικό τους μήνυμα, ανεξαρτήτως της αναγκαιότητάς τους. Φοβούμενοι να κατηγορηθούν ότι «καλοπιάνουν» τους εγκληματίες ή ότι είναι «ήπιοι» απέναντι στο έγκλημα, λίγοι πολιτικοί έχουν θελήσει να αμφισβητήσουν τις φυλακές απομόνωσης στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».(123) Το συμβολικό μήνυμα αυτών των φυλακών είναι ότι το κράτος είναι αποφασισμένο να αντιμετωπίσει τους χειρότερους των χειρότερων (the worst of the worst). Αυτούς που αφού παραβίασαν το νόμο στην ελεύθερη κοινωνία δεν δέχονται να συνετιστούν ούτε μέσα στη φυλακή. Ενδεικτικά είναι τα λόγια του ρεπουμπλικάνου γερουσιαστή του Τέξας John Whitmire, του ηγέτη της εκστρατείας υπέρ των φυλακών μεγίστης ασφαλείας: «όταν κάποιος είναι τόσο κακός που θέλει να μπει στη φυλακή και να τσακώνεται, να κάνει αθλιότητες και να μην συνεργάζεται, θα ρωτούσα εσάς: πού αλλού θα βάζατε ένα άτομα σαν αυτό;»(124)

Στο Τέξας το 6% των εγκλείστων βρίσκεται σε πειθαρχική απομόνωση δηλαδή 8.000 άτομα, ενώ πρόκειται να κτιστούν ακόμη τέσσερις φυλακές αυξάνοντας τον αριθμό αυτό. Σύμφωνα με τον ραδιοτηλεοπτικό σταθμό ABC «με την αύξηση των ποινών στέρησης της ελευθερίας, μείωσης των αναστολών, επιμήκυνσης των ποινών η πίεση που παράγει το είδος των φυλακισμένων που καταλήγουν στις φυλακές απομόνωσης θα αυξηθεί.»(125) Στους παράγοντες που βοηθούν την εκστρατεία αυτήν δεν πρέπει να εξαιρεθεί ο ρόλος της τηλεόρασης που με την υπερπροβολή των εγκλημάτων μέσα και έξω από τις φυλακές, τις εκπομπές που δείχνουν καταδιώξεις καταζητούμενων και ποικίλους άλλους τρόπους, δημιουργούν ένα κλίμα φόβου στην κοινή γνώμη ο οποίος γίνεται αντικείμενο καπηλείας. Η υπόσχεση για μεγαλύτερη ασφάλεια από το έγκλημα βρίσκει πρόσφορο έδαφος σε εκείνους τους πολίτες που αισθάνονται ανυπεράσπιστοι. Η πίεση αυτή μεταφέρεται και στη νομική εξουσία, αλλά και στους υπεύθυνους των φυλακών οι οποίοι συνήθως συντάσσονται με τον πολλαπλασιασμό των φυλακών μεγίστης ασφαλείας. Θεωρούν (και όχι άδικα) ότι είναι ευκολότερο να ελέγξεις έναν κρατούμενο που είναι κλεισμένος στο κελί του εικοσιτρείς ώρες το εικοσιτετράωρο και δεν συνευρίσκεται ποτέ με τους συγκρατούμενούς του.

(102) The crime of punishment – Pelican bay maximum security prison, Corey Weinstein και Eric Cummins, http://www.thirdworldtraveler.com/Prison_System/CrimePunish_Pelican.html, 1996, σελ.5 / (103) Capaign to abolish control unit prisons, http://www.unix.oit.umass.edu/~kastor/groups/nacun/c.u.pamphlet.html, 1995, σελ.1 / (104) ο.π. (102), σελ.4 / (105) The proliferation of control unit prisons in the United States, Fay Dowkel και Glenn Good, http://www.jpp.org/fulltext-v4/v4n2-f.html, 1993, σελ.9 / (106) ο.π. (102), σελ.6 / (107) Solitary confinement torture in the US, Bonnie Kerness, http://www.sonic.net/~doretk/Issues/98-09%20FALL/solitery.html, 1998, σελ.1/ (108) ο.π. (103), σελ.2 / (109) The new red barn – A critical look at the modern american prison, William Nagel, Εκδ. «Walker and Company», 1973, σελ.84 / (110) ο.π. (107), σελ. 1 / (111) ο.π. (103), σελ.1 /  / (112) ο.π. (103), σελ.1 / (113) Control Unit Prisons (SHU), Frank Atwood, http://www.geocities.com/CapitolHill/Rotunda/4027/shucontrolunits.htm, 2003, σελ.3 / (114) Breeding Monsters, Bonnie Kerness, περιοδικό «Fortune News», τεύχος καλοκαιριού 2001, http://www.fortunesociety.org/supermax.pdf, σελ.12 / (115) ο.π. (107), σελ.2 / (116) What is a supermax prison?, Alice Lynd, http://www.spunk.org/texts/prison/sp001611.txt, 1996, σελ.8 / (117) ο.π. (102), σελ.4 / (118) ο.π. (102), σελ.4 / (119) ο.π. (107), σελ.4 / (120) Superwaste – Or why we built prisons for people already in prison, Joel McNally, http://www.shepherd-express.com/shepherd/20/37/columnists/taking-liberties.html, 1999, σελ.2 / (121) The prison of the future, abcnews.go.com/sections/us/DailyNews/nlpt980827_prisons4.html, σελ.1 / (122) Supermax prisons: overview and general considerations, Morris Thigpen, Susan Hunter, Richard Franklin, US Department of Justice – National Institute of Corrections, http://www.nicic.org/pubs/1999/014937.pdt, 1999, σελ.1-2 / (123) Supermax Prisons: an overview, Human Rights Watch, http://www.hrw.org/reports/2000/supermax/Sprmx002.htm, 2000, σελ.2 / (124) ο.π. (121), σελ.2 / (125) ο.π. (121), σελ.3

1.8 Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ

Ενδιαφέρον έχει να εξεταστεί το θέμα του ποια ήταν η σύνθεση των κρατουμένων μιας φυλακής απομόνωσης. Κατά τη διάρκεια της μεταρρύθμισης των φυλακών το 19ο αιώνα, η πίστη στις σωφρονιστικές δυνατότητες της φυλακής ήταν τέτοια που κατ’ αρχήν κυριαρχούσε η αντίληψη ότι ο απομονωτικός εγκλεισμός είναι κατάλληλος για την αναμόρφωση οποιουδήποτε έδειχνε σημάδια ροπής προς το έγκλημα, άσχετα με τις ίδιες τις πράξεις του. «Μια επιτροπή της Εταιρείας για τη Βελτίωση της Πειθαρχίας στις Φυλακές (Society for the Improvement of Prison Discipline – SIPD) αποφάσισε το 1818, ότι δεν ήταν το έγκλημα αυτό καθεαυτό το οποίο τιμωρούνταν στις φυλακές, αλλά αυτό το οποίο περιγράφονταν ως «οι συνήθειες και οι προδιαθέσεις» των φυλακισμένων: μια καθαρή διατύπωση μιας αντίληψης που αποτελούσε κοινό τόπο μεγάλου μέρους της ποινικής σκέψης του 19ου αιώνα. Το ερώτημα της δικαστικής ενοχής ήταν ένα θέμα καθαρά νομικής σημασίας. Οποιοσδήποτε εκδήλωνε σημάδια φαύλης συμπεριφοράς, θα μπορούσε να βελτιωθεί από τη διαδικασία της φυλάκισης.»(126) Η αντίληψη αυτή οδήγησε πολλές φορές στο να επιβληθούν οι σκληρότερες συνθήκες φυλάκισης σε αυτούς που είχαν διαπράξει τα ελαφρότερα παραπτώματα, επειδή θεωρήθηκαν πιο επιδεκτικοί σωφρονισμού. «Χάρη στη βαθιά πίστη που υπήρχε για τις αναμορφωτικές δυνάμεις της απομόνωσης στη Βρετανία, αυτή χρησιμοποιήθηκε πιο συχνά απέναντι σε μικρούς παραβάτες, παρά ενάντια σε εγκληματίες, καθώς οι πρώτοι φάνταζαν καλύτερο υλικό για αναμόρφωση.»(127)

Φυσικά στην απομόνωση έστελναν κατά καιρούς και τους θεωρούμενους ως ιδιαίτερα πωρωμένους εγκληματίες με σκοπό να μη διαφθείρουν τους υπόλοιπους. Αργότερα με την εμφάνιση της επιστήμης της εγκληματολογίας οι εγκληματίες χωρίζονται σε τύπους και κάποιοι από αυτούς θεωρούνται καταλληλότεροι για την απομόνωση. «Με την ταξινόμηση του Ferrus … έχουμε τρεις τύπους καταδίκων: αυτούς που είναι προικισμένοι «με πνευματικά εφόδια ανώτερα από το μέσο όρο ευφυΐας, όπως τον έχουμε καθορίσει», αλλά που έχουν πάθει διαστροφή, είτε από τις «ροπές του οργανισμού τους» και μια «έμφυτη προδιάθεση», είτε από μια «επιζήμια λογική», μια «απαράδεκτη ηθική», μια «επικίνδυνη εκτίμηση του κοινωνικού καθήκοντος». Για αυτούς ενδεδειγμένη θα ήταν η απομόνωση μέρα και νύχτα, ο μοναχικός περίπατος και στην περίπτωση που η επαφή με τους άλλους είναι αναπόφευκτη, θα πρέπει «να τους βάλουν ένα ελαφρό μετάλλινο προσωπείο, σαν κι αυτά που χρησιμοποιούνται στα λατομεία ή στις ξιφομαχίες». Η δεύτερη κατηγορία αποτελείται από κατάδικους «διεστραμμένους, στενοκέφαλους, ηλίθιους ή απαθείς, που παρασύρονται σε κακές πράξεις από αδιαφορία για ατίμωση ή για αρετή, από δειλία, από οκνηρία θα λέγαμε, καθώς και από έλλειψη αντίδρασης στις κακές παροτρύνσεις». Το καθεστώς που τους ταιριάζει είναι λιγότερο η καταστολή και περισσότερο η εκπαίδευση και αν είναι δυνατόν η από κοινού εκπαίδευση: απομόνωση τη νύχτα, από κοινού εργασία την ημέρα, επιτρεπτές συνομιλίες με τον όρο να γίνονται υψηλόφωνα, ανάγνωση από κοινού ακολουθούμενη από ερωτήσεις που και αυτές θα επικυρώνονται με ανταμοιβές. Υπάρχουν τέλος «οι ανόητοι ή ανίκανοι» κατάδικοι, «που μια ελαττωματική διάπλαση τους καθιστά ακατάλληλους για κάθε ενασχόληση που θα απαιτούσε κάποια διανοητική προσπάθεια και κάποια σταθερή θέληση, οι οποίοι είναι αδύνατον να συναγωνιστούν τους έξυπνους εργάτες στη δουλειά και που καθώς δεν έχουν ούτε αρκετή μόρφωση για να μάθουν τι είναι κοινωνικό καθήκον, ούτε και αρκετή ευφυΐα για να το αντιληφθούν και να καταπολεμήσουν τα προσωπικά τους ένστικτα, οδηγούνται στο κακό εξαιτίας της ίδιας της ανικανότητάς τους. Σε αυτούς η μοναξιά δε θα έκανε τίποτε άλλο παρά να εντείνει την αδράνειά τους. Πρέπει λοιπόν να ζουν από κοινού, αλλά έτσι ώστε να σχηματίζουν ολιγάριθμες ομάδες, υποβαλλόμενοι συνεχώς σε συλλογικές ενασχολήσεις και σε αυστηρή επιτήρηση.»(128)

Ενδιαφέρον έχει να παραθέσουμε εδώ ένα απόσπασμα της διάλεξης του καθηγητή της ψυχιατρικής στο πανεπιστήμιο Harvard της Βοστώνης Herbert Leiderman με τίτλο «ο άνθρωπος μόνος του, αισθητηριακή αποστέρηση και αλλαγή συμπεριφοράς», που έγινε στο πλαίσιο του συνεδρίου με τίτλο «νέοι ορίζοντες της σωφρονιστικής» τον Απρίλιο του 1961 στις ΗΠΑ. Παρόλο που τα δύο κείμενα απέχουν χρονικά πάνω από έναν αιώνα, οι αντιλήψεις είναι παρόμοιες, μπορούμε να πούμε πως ανήκουν στην ίδια σχολή σκέψης. «Τώρα πρέπει να επανεξετάσουμε την απομόνωση σαν σωφρονιστικό μέσο. Θα πραγματευτώ τρεις διαφορετικούς ανθρώπινους τύπους και τις πιθανές τους αντιδράσεις. Ο πρώτος είναι ψυχικά υγιής, αλλά όσον αφορά τη συμπεριφορά του προσαρμόζεται δύσκολα. Μπορεί να ανεχθεί εναλλασσόμενες περιόδους απομόνωσης χωρίς να υποστεί σοβαρές βλάβες, όμως η απομόνωση σαν μέσο προσαρμοστικότητας του αποδεικνύεται λιγότερο αποτελεσματική, από μια δοκιμασμένη μέθοδο κοινωνικής αφομοίωσης. Ο δεύτερος τύπος είναι ένα ψυχοπαθητικό άτομο, που ρέπει από μόνο του στην απομόνωση και αυτό αποτελεί σύμπτωμα της ψυχοπαθολογίας του. Προφανώς η απομόνωση σαν μέσο αλλαγής της συμπεριφοράς του, είναι άχρηστη. Ένας τρίτος τύπος είναι το άτομο που ελέγχει δύσκολα τον εσωτερικό του κόσμο. Είναι εξαρτημένος από απρόβλεπτες και εναλλασσόμενων διαστάσεων, συγκινησιακές και κοινωνικές διαθέσεις, ιδίως όταν προσπαθεί να κρατήσει την ψυχική του ισορροπία. Όταν δεχτεί μειωμένο ποσοστό ερεθισμάτων μπορεί να υποστεί ψυχικές ανωμαλίες όπως παραισθήσεις, απώλεια της αίσθησης του χρόνου και του ελέγχου των κινήσεων. Μπορεί να γίνει ανίκανος να σκεφτεί και να κρίνει(129)

Αυτό που διαφοροποιεί σήμερα τη σύνθεση των κρατουμένων μιας φυλακής απομόνωσης σε σχέση με ένα άλλο σωφρονιστικό ίδρυμα είναι η διαδικασία εισαγωγής τους σε αυτήν. Ενώ το υπόλοιπο τμήμα του έγκλειστου πληθυσμού διαχωρίζεται με βάση τον τύπο του εγκλήματος που διέπραξε (κάτι που ισχύει από τη γέννηση του σωφρονιστικού συστήματος) ή με βάση την ηλικία και το φύλο (αναμορφωτήρια ανηλίκων και γυναικείες φυλακές), ο έγκλειστος στις φυλακές απομόνωσης καταλήγει εκεί με βάση τη διαγωγή του στη φυλακή. Σχεδόν κανένας δε στέλνεται κατευθείαν στις φυλακές απομόνωσης, αλλά μεταφέρεται εκεί αφού έχει εκτίσει μέρος της ποινής του με αφορμή κάποιες πραγματικές ή φανταστικές παραβιάσεις των κανόνων της φυλακής, δηλαδή του εσωτερικού κανονισμού που έχει το κάθε σωφρονιστικό ίδρυμα.

Στήνεται έτσι ένας ολόκληρος μηχανισμός μέσα στις φυλακές, ο οποίος επιλέγει ποιοι θα στέλνονται στις φυλακές ή τις πτέρυγες απομόνωσης. Ο μηχανισμός αυτός είναι ανεξάρτητος από τη νομική εξουσία, ένα είδος δικαστηρίου μέσα στις ίδιες τις φυλακές που λειτουργεί χωρίς κανένα έλεγχο και διαφάνεια. Σύμφωνα με την οργάνωση «εκστρατεία για την κατάργηση των φυλακών απομόνωσης» (campaign to abolish control unit prisons), «η ακροαματική διαδικασία κατάταξης, όταν υπάρχει, μπορεί μόνο να ονομαστεί παρωδία δικαστηρίου στην οποία απουσιάζει η διαδικασία κατηγορίας.»(130) Έχει δημιουργηθεί ένας εσωτερικός μηχανισμός κατάταξης που έχει απόλυτη εξουσία, τόσο στην επιλογή των κρατουμένων που θα εγκλειστούν στις φυλακές απομόνωσης, όσο και στη διάρκεια του εγκλεισμού, αφού είναι στη δικαιοδοσία του να ελέγχει ποιοι μπορούν να ξαναγυρίσουν στις συμβατικές φυλακές. Σκοπός της διαδικασίας δεν είναι να τιμωρηθούν κάποιοι κρατούμενοι που υπέπεσαν σε πειθαρχικά παραπτώματα, αφού για το λόγο αυτό υπάρχουν τα πειθαρχεία μέσα στις φυλακές, όπου μπορούν να στείλουν τους παραβάτες. Ούτε σκοπός είναι η κατάταξη των κρατουμένων με την συνηθισμένη έννοια, δηλαδή του διαχωρισμού των κρατουμένων με βάση το έγκλημά τους (ξεχωριστές πτέρυγες για τους δολοφόνους, τους βιαστές και τους χρεοφειλέτες), ώστε να μην επηρεάζει η μία ομάδα την άλλη και να μην εκτίθενται σε κίνδυνο κρατούμενοι που διέπραξαν ελαφρύτερα αδικήματα.

Δεν επιδιώκεται ο διαχωρισμός των κρατουμένων με βάση την έννοια της ασφαλούς φύλαξης η οποία επηρέασε τις παραδοσιακές αρχές σχεδιασμού των φυλακών μέχρι τότε. Σύμφωνα με αυτή αρκούσε να κρατηθεί σε συνθήκες ύψιστης ασφάλειας το 10% των κρατουμένων που είχαν την τάση να αποδράσουν (και όχι αυτοί που είχαν κάνει τα πιο σοβαρά εγκλήματα ή ήταν απειλή για τους συγκρατούμενούς τους λόγω της συμπεριφοράς τους. «Εφόσον λοιπόν ο αρχιτέκτονας δεν έχει να αντιμετωπίσει περιπτώσεις αυστηρής ασφάλειας για το 90% των κρατουμένων, μπορεί ίσως να χρησιμοποιήσει για τους πιο πολλούς φυλακισμένους και υπνωτήρια που και το κόστος κατασκευής κατεβάζουν και τη δυνατότητα προσαρμογής δίνουν στο φυλακισμένο με τη συναναστροφή με τον συνάνθρωπό του.»(131) Με τη λογική αυτή θα κλείνονταν σε φυλακές απομόνωσης οι κρατούμενοι που έχουν κάνει προσπάθεια απόδρασης, κάτι που γενικά δεν ισχύει. Άλλωστε το χαρακτηριστικό των ιδρυμάτων αυτών δεν είναι η ασφαλής φύλαξη, όπως συνέβαινε στις παλαιότερες φυλακές – πειθαρχεία.

Η τεχνική της κατάταξης εξελίχθηκε στις ΗΠΑ σε μία διαδικασία αξιολόγησης και κατηγοριοποίησης του χαρακτήρα του κρατούμενου, αμέσως μετά την είσοδό του στο σωφρονιστικό ίδρυμα, έτσι ώστε να διαχωριστούν οι φυλακισμένοι με έναν πιο «εμπεριστατωμένο» τρόπο. Με μια ερμηνεία της κατάταξης θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι σκοπός των φυλακών ύψιστης ασφάλειας και απομόνωσης είναι να διαχωρίσουν τους κρατούμενους που με βάση τα εγκλήματα, το χαρακτήρα και το παρελθόν τους, αποτελούν απειλή για τους υπόλοιπους. Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση με τη διαδικασία που ακολουθείται για την επιλογή των κρατουμένων που μεταφέρονται στις φυλακές απομόνωσης. Το παρατηρητήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων (human right watch) μετά από έρευνα που έκανε «δεν πείστηκε ότι τα κριτήρια και οι διαδικασίες που ακολουθούνται για να επιλεγούν οι κρατούμενοι που θα τοποθετηθούν σε αυτές τις εγκαταστάσεις ουσιαστικά διαχωρίζουν αυτούς τους κρατούμενους που χρειάζονται τέτοιου είδους υπερβολικά μέτρα ελέγχου … Στην πράξη σύμφωνα με αυτούς τους κανόνες, ένας κρατούμενος καταδικασμένος για ένα πλημμέλημα μπορεί να καταλήξει στις φυλακές απομόνωσης επειδή παραβίασε μια σειρά από κανονισμούς που δεν απείλησαν ούτε έβλαψαν κανέναν(132) Σύμφωνα με μια έρευνα σε φυλακισμένους, φύλακες, επισκέπτες και συγγενείς των κρατουμένων «η συνηθισμένη συμπεριφορά η οποία οδήγησε σε σοβαρές πειθαρχικές τιμωρίες ήταν η φραστική επίθεση σε φύλακες και η άρνηση εκτέλεσης εντολών.»(133)

Σύμφωνα με το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, πρέπει να στέλνονται σε φυλακές απομόνωσης «φυλακισμένοι που έχουν επιδείξει ότι είναι χρονίως βίαιοι ή επιθετικοί που παρουσιάζουν μια σοβαρή πιθανότητα να αποδράσουν ή που έχουν επιδείξει την ικανότητα να υποκινούν ταραχές ή με άλλους τρόπους είναι απειλητικοί για την εύρυθμη λειτουργία των συμβατικών φυλακών.»(134) Στην πραγματικότητα τα κριτήρια αυτά είναι τόσο ασαφή και οι μηχανισμοί κατάταξης εντελώς ανεξέλεγκτοι που επιτρέπουν στις διοικήσεις των φυλακών να στέλνουν κατά βούληση τους φυλακισμένους που επιθυμούν στις φυλακές απομόνωσης. Αρχικός σκοπός του μηχανισμού αυτού είναι να αποκλείσει ένα κομμάτι του πληθυσμού που αποτελεί κίνδυνο για τη λειτουργία της φυλακής ως σωφρονιστικού ιδρύματος. Κατ’ αρχήν αυτών που αμφισβητούν με την παρουσία τους την απόλυτη εξουσία των δεσμοφυλάκων, αυτών που προσπαθούν να αμυνθούν συλλογικά, αυτών που μπορούν να αποτελέσουν σύμβολο ανυπακοής. Όποιος φυλακισμένος κάνει συχνά μηνύσεις στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ή αναφορές στους επιθεωρητές των φυλακών, όποιος διαμαρτύρεται για τη ρατσιστική ή άδικη συμπεριφορά των φυλάκων, όποιος απαντήσει έστω και μια φορά στη συνεχή βίαιη μεταχείρισή του από τους δεσμοφύλακες, έχει κάνει το βήμα για να μεταφερθεί στη μονάδα ύψιστης ασφαλείας και απομόνωσης. Στη συνέχεια ακολουθεί μια σειρά από άλλους κρατούμενους οι οποίοι μπορεί να μην παρουσιάζουν κίνδυνο για την εύρυθμη λειτουργία της φυλακής, είναι όμως ενοχλητικοί για τους φύλακες ή όπως θα φανεί παρακάτω τους τοποθετούν στις φυλακές απομόνωσης ως μέσο εκβιασμού. Οι περισσότεροι μπορούν να χαρακτηριστούν ως «παράπλευρες απώλειες» του συστήματος του απομονωτικού εγκλεισμού. Ο αποκλεισμός αυτός των «ανεπιθύμητων» από τους υπόλοιπους κρατούμενους, αλλά και μεταξύ τους, δεν είναι προσωρινός, αλλά διαρκεί επ’ αόριστον.

Οι κρατούμενοι που καταλήγουν στις φυλακές απομόνωσης ανήκουν σε ομάδες με συγκεκριμένο προφίλ. «Η αισθητηριακή αποστέρηση σαν μέθοδος τροποποίησης της συμπεριφοράς χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα για τα φυλακισμένα μέλη του κόμματος των μαύρων πανθήρων (black panthers party), του μαύρου απελευθερωτικού στρατού (black liberation army), του κινήματος για την ανεξαρτησία του Πουέρτο Ρίκο (Puerto Rican indipendence movement), του κινήματος αμερικανών ινδιάνων (american indian movement), των ακτιβιστών, των μελών ισλαμικών οργανώσεων και των εκπρόσωπων των κρατουμένων. Όλοι κάποια στιγμή, βρέθηκαν σε εκτεταμένη απομόνωση, πολλές φορές πολύχρονη. Πολλοί πολιτικοί κρατούμενοι ζουν ακόμη στην απομόνωση, όχι επειδή υπέπεσαν σε πειθαρχικά παραπτώματα, αλλά γι’ αυτό που είναι και γι’ αυτό που πιστεύουν.»(135)

Οι ψυχικά ασθενείς είναι μια ομάδα που αντιπροσωπεύει ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό των κρατούμενων στην απομόνωση. Πολλοί από αυτούς δεν είναι ικανοί να αντεπεξέλθουν στους νόμους της ελεύθερης κοινωνίας, πόσο μάλλον της φυλακής. Ανίκανοι να ακολουθήσουν τους κανονισμούς της φυλακής, καταλήγουν να βαρύνονται με ατελείωτα παραπτώματα που τους στέλνουν για χρόνια στην απομόνωση. Έχουν αναφερθεί πολλά περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης και βασανισμού από δεσμοφύλακες, κρατουμένων που είναι ψυχικά ασθενείς και που αρκετές φορές κατέληξαν στο θάνατο. Αίτιο αυτού του φαινομένου είναι η ανεπάρκεια των ιδρυμάτων που μπορούν να δεχτούν τους ψυχικά ασθενείς παραβάτες. Έτσι προωθούνται στις φυλακές απομόνωσης οι οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση λειτουργούν ως αποθήκη, χωρίς καμία θεραπευτική ή σωφρονιστική διάσταση. «Ο ταχύτερα αυξανόμενος πληθυσμός που βρίσκεται στην απομόνωση είναι μάλλον οι έγχρωμοι νέοι, φυλακισμένοι με βάση τους ρατσιστικούς νόμους καταπολέμησης των ναρκωτικών (crack cokaine laws). Πολλοί από αυτούς δέχτηκαν παράλογα μεγάλες ποινές. Η οργή τους τους οδηγεί σε πραγματικά ή κατασκευασμένα παραπτώματα, λίγο μετά τη φυλάκισή τους, που καταλήγουν στην τοποθέτησή τους σε φυλακές μέγιστης αισθητηριακής αποστέρησης και ασφάλειας.»(136)

(126) The fabrication of virtue – English prison architecture 1750-1840, Robin Evans, Εκδ. «Cambridge University Press», 1982, σελ.270 / (127) ο.π. (126), σελ.189 / (128) Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Michel Foucault, Εκδ. «Εκδόσεις Ράππα», 1976, σελ.330-331 / (129) Η αναζήτηση για τον ιδανικό τρόπο εξόντωσης – Φυλακές και αρχιτεκτονική, Winfried Reebs, Εκδ. «Εκδόσεις Αμηχανία», 1988, σελ.44 / (130) Capaign to abolish control unit prisons, http://www.unix.oit.umass.edu/~kastor/groups/nacun/c.u.pamphlet.html, 1995, σελ.1 / (131) Η αρχιτεκτονική των φυλακών – Από πλευράς κοινωνικής, πολεοδομικής και κτιριολογικής, Γιάννης Τριανταφυλλίδης, Εκδ. «Δημοσιεύματα Εταιρείας Προστασίας Αποφυλακιζομένων Θεσσαλονίκης», 1964, σελ.60 / (132) An american gulag: Indiana’s super-max prisons, Andy Mager,  http://www.skbee.com/andy/penSword/PRIS1.HTML, σελ.4 / (133) What is a supermax prison?, Alice Lynd, http://www.spunk.org/texts/prison/sp001611.txt, 1996, σελ.3 / (134) Supermax prisons: overview and general considerations, Morris Thigpen, Susan Hunter, Richard Franklin, US Department of Justice – National Institute of Corrections, http://www.nicic.org/pubs/1999/014937.pdt, 1999, σελ.6 / (135) Solitary confinement torture in the US, Bonnie Kerness, http://www.sonic.net/~doretk/Issues/98-09%20FALL/solitery.html, 1998, σελ.2 / (136) ο.π. (135), σελ.2

1.9 ΛΕΥΚΑ ΚΕΛΙΑ – ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ ΣΕ ΓΕΡΜΑΝΙΑ, ΤΟΥΡΚΙΑ, ΕΛΛΑΔΑ

Η αντιμετώπιση ριζοσπαστικών πολιτικών μορφών δράσης γίνεται η αφορμή για την επαναφορά του απομονωτικού εγκλεισμού και στην Ευρώπη. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, υπάρχει στη Γερμανία, αλλά και στις υπόλοιπες δυτικοευρωπαϊκές χώρες μια έντονη ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας και ειδικότερα της νεολαίας. Γίνονται πολυάριθμες διαδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, κατά του αμερικανόφιλου καθεστώτος του Σάχη στο Ιράν, ενάντια στα πυρηνικά. Το διάστημα αυτό πλήθος νέων πολιτικοποιήθηκαν και εντάχθηκαν στην πληθώρα των διαφορετικών οργανώσεων της αριστεράς, της αυτονομίας, του αντιπυρηνικού κινήματος κτλ. Μια σειρά από αυτές προσπάθησαν να αναπτύξουν στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών μητροπόλεων ένοπλα τμήματα που θα ενίσχυαν το αντάρτικο των πόλεων. Την ίδια περίοδο αναπτύσσονται σε διάφορα μέρη της υφηλίου αντάρτικες ομάδες με αντιιμπεριαλιστικό – εθνικοαπελευθερωτικό υπόβαθρο, που σε πολλές περιπτώσεις καταφέρνουν να ανατρέψουν τα υπάρχοντα καθεστώτα.

Στη Γερμανία κέντρο των πολιτιστικών και πολιτικών εξελίξεων είναι το Βερολίνο. Εκεί θα σχηματιστούν ένοπλες ομάδες όπως η RAF και η «2 Ιούνη». Η RAF (Rote Armee Fraktion – Φράξια Κόκκινος Στρατός) που άρχισε τη δράση της το 1970 θα γίνει ευρύτερα γνωστή όχι τόσο λόγω του μεγέθους της ή της επιτυχίας των ενεργειών της, όσο λόγω της αντιμετώπισης των φυλακισμένων μελών της από το Γερμανικό κράτος και το κίνημα αλληλεγγύης σε αυτούς. Το 1972 μετά από δύο χρόνια δράσης της οργάνωσης, συλλαμβάνονται τα ηγετικά της μέλη Andreas Baader, Ulrike Meinhof, Gudrun Ensslin, Holger Meins και Jan Carl Raspe. Το 1974 μεταφέρονται στον ειδικά διαμορφωμένο έβδομο όροφο της φυλακής Stammheim (Εικ.ΧΙΙΙ) οι Baader, Ensslin, Meinhof και Raspe, ενώ ο Holger Meins παραμένει σε άλλη φυλακή λόγω της πολύ κακής κατάστασης της υγείας του μετά την απεργία πείνας στην οποία μετέχουν όλα τα μέλη της RAF.

ΧΙΙΙ. Η φυλακή Stammheim στη Στουτγκάρδη της Γερμανίας.

ΧΙΙΙ. Η φυλακή Stammheim στη Στουτγκάρδη της Γερμανίας.

Το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου ο Holger Meins θα πεθάνει από ασιτία, ενώ διαδηλώσεις γίνονται σε όλη την Ευρώπη με το σύνθημα «εκδίκηση για τον Holger Meins». Πρόκειται για την τρίτη στη σειρά απεργία πείνας των κρατουμένων, οι οποίοι αφού έχουν περάσει ένα χρόνο σε καθεστώς πλήρους απομόνωσης, διαμαρτύρονται για τις συνθήκες κράτησης και για την αδυναμία τους να υπερασπιστούν τον εαυτό τους υπό αυτές τις συνθήκες. Παρόλα αυτά η δίκη θα συνεχιστεί κανονικά, ακόμη και χωρίς την παρουσία των κατηγορουμένων, ενώ ψηφίζονται μια σειρά από νομικές διατάξεις που δικαιολογούν τις «ειδικές συνθήκες κράτησης». «Η δημοτικότητα της RAF βρίσκεται στο απόγειό της. Η φυλάκιση δεν έκανε άλλο από το να ισχυροποιήσει το πολιτικό της κύρος. Από το 1970 ως το 1972 η αστυνομία καταδίωκε περίπου σαράντα άτομα. Το 1974 ο αριθμός αυτός αυξάνεται σε τριακόσια άτομα και ο κατάλογος συμπαθούντων που διαθέτει η αντιτρομοκρατική υπηρεσία περιλαμβάνει δέκα χιλιάδες ονόματα.»(137) Δημιουργούνται ομάδες υποστήριξης των πολιτικών κρατουμένων όπως η «Κόκκινη Βοήθεια» που ενεργούν με νόμιμα μέσα όπως η πολιτική προπαγάνδα και η παροχή δικηγόρων υπεράσπισης. Την ίδια περίοδο γίνονται μία σειρά από απαγωγές και αεροπειρατείες με σκοπό την απελευθέρωση κρατουμένων μελών της RAF, αλλά και άλλων ομάδων.

Στις 9 Μαΐου του 1976 η Ulrike Meinhof θα βρεθεί κρεμασμένη στο κελί της χωρίς κανένα σημείωμα που να δικαιολογεί την πράξη της. Η επίσημη εκδοχή είναι αυτοκτονία κάτι που αμφισβητούν οι υπόλοιποι κρατούμενοι και οι συγγενείς της. Το Stammheim θα γίνει το σύμβολο της παντοδυναμίας του γερμανικού κράτους, αλλά και της ηρωικής αντίστασης των κρατουμένων. Ο όρος «λευκά κελιά» που χρησιμοποιείται στην Ελλάδα, προέρχεται από τα κελιά κράτησης των ηγετικών μελών της RAF που βρίσκονταν στην επονομαζόμενη «λευκή πτέρυγα».

Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1977 απαγάγεται ο επιχειρηματίας Hans Martin Slayer με αίτημα την απελευθέρωση εννιά φυλακισμένων μελών της RAF, μεταξύ των οποίων βρίσκονται όλοι οι κρατούμενοι στο Stammheim. Ξεκινάνε διαπραγματεύσεις με τους απαγωγείς, ενώ παράλληλα εβδομήντα δύο φυλακισμένοι τίθενται σε κατάσταση πλήρους απομόνωσης όπου δεν μπορούν να επικοινωνήσουν ούτε με τους δικηγόρους τους. Ο Andreas Baader γράφει μια επιστολή εκ μέρους των κρατουμένων του Stammheim. «Λαμβάνοντας υπ’ όψη όλα τα μέτρα που έχουν ληφθεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι εβδομάδων είναι εύκολο να συμπεράνει κανείς ότι η διεύθυνση των φυλακών ελπίζει ότι θα εξωθήσει έναν ή περισσότερους από εμάς στην αυτοκτονία ή τουλάχιστον να καταστήσει την εκδοχή μιας αυτοκτονίας αληθοφανή. Δηλώνουμε σαφώς ότι κανείς από εμάς δεν έχει την πρόθεση να αυτοκτονήσει. Λαμβάνοντας υπ’ όψη τις δηλώσεις των αξιωματούχων της φυλακής ότι μπορεί «να βρεθούμε νεκροί», αν συμβεί αυτό θα μας έχουν σκοτώσει οι αρχές των φυλακών σαν συνέπεια των δικαστικών και πολιτικών μέτρων που έχουν λάβει εναντίων μας το τελευταίο διάστημα.»(138)

Στις 13 Οκτωβρίου του 1977 γίνεται αεροπειρατεία σε αεροπλάνο που μεταφέρει ογδόντα έξι επιβάτες με προορισμό τη Φρανκφούρτη. Οι αεροπειρατές ζητούν την απελευθέρωση των ίδιων εννιά φυλακισμένων καθώς και δύο παλαιστινίων. Μετά από περιπέτεια τεσσάρων ημερών το αεροπλάνο φτάνει στο αεροδρόμιο της πρωτεύουσας της Σομαλίας Μογκαντίσου, όπου έχει συμφωνηθεί να σταλούν οι κρατούμενοι μέλη της RAF. Στις 18 Οκτωβρίου και ενώ οι αεροπειρατές απασχολούνται με τις διαπραγματεύσεις, εισβάλουν στο αεροπλάνο τρεις ειδικές ομάδες Γερμανών κομάντο σκοτώνοντας τρεις αεροπειρατές και απελευθερώνοντας τους ομήρους. Την ίδια μέρα βρίσκονται νεκροί στα κελιά τους οι Baader, Ensslin και Raspe, ενώ επιζεί η μαχαιρωμένη Irmgard Möller. Την επόμενη ημέρα βρίσκεται νεκρός και ο επιχειρηματίας Slayer μετά από ανακοίνωση των απαγωγέων στη γαλλική εφημερίδα Liberation, αφού ήταν πια εμφανές ότι το γερμανικό κράτος δεν πρόκειται να συνδιαλλαγεί. Η επίσημη εκδοχή θεωρεί ότι οι φυλακισμένοι αυτοκτόνησαν μόλις πληροφορήθηκαν την αποτυχία της αεροπειρατείας στο Μογκαντίσου. Ο Baader και ο Raspe αυτοπυροβολήθηκαν, η Ensslin κρεμάστηκε και η Möller αποπειράθηκε αποτυχημένα να αυτοκτονήσει με ένα τραπεζομάχαιρο. Μαζί υπάρχει και ένα ολόκληρο σενάριο για το πώς κατάφεραν να εισάγουν τα όπλα οι φυλακισμένοι, αλλά και πώς πληροφορήθηκαν τις εξελίξεις στο Μογκαντίσου σε συνθήκες πλήρους απομόνωσης. Βέβαια την εκδοχή αυτή δεν επιβεβαιώνει η Möller που τελικά επέζησε. Ανεξάρτητα από το τι πραγματικά συνέβη το βράδυ της 18 Οκτωβρίου στο Stammheim, ένα συμπέρασμα από τα γεγονότα είναι ότι η απομόνωση των φυλακισμένων από τον έξω κόσμο και τους υπόλοιπους συγκρατούμενούς τους, τους αφήνει εντελώς ανυπεράσπιστους στην όποια επιχείρηση φυσικής ή ψυχολογικής εξόντωσής τους.

Στην Τουρκία το σύστημα του απομονωτικού εγκλεισμού εισήχθη σαν μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος της χώρας. Ήρθε ως απάντηση στο πρόβλημα της διαχείρισης από το τουρκικό κράτος των πολιτικών κρατουμένων και της αντιμετώπισης της δράσης τους μέσα στις φυλακές. Στην Τουρκία υπάρχουν χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι, οι οποίοι φυλάσσονταν μέχρι τις αρχές του 2001 αποκλειστικά με το σύστημα των ομαδικών κοιτώνων. Οι κρατούμενοι ζούσαν και ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες. Ενδεικτικό είναι ότι «ανάμεσα στο 1980 και το 2000, περίπου 500 κρατούμενοι έχασαν τη ζωή τους στις φυλακές για λόγους που έχουν να κάνουν με τις κακές συνθήκες διαβίωσης και υγιεινής, τις απεργίες πείνας, τις ενέργειες αυτοθυσίας και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις»(139) Λόγω της ομαδικής τους κράτησης και της πολιτικής τους κουλτούρας, οι κρατούμενοι δημιουργούσαν συλλογικότητες εντός της φυλακής. Έτσι όχι μόνο κατάφερναν να αλληλοϋποστηρίζονται αλλά και να αντιστέκονται στο σωφρονιστικό μηχανισμό των φυλακών με διάφορους τρόπους. Το τουρκικό κράτος θεσμοθέτησε από το 1991 το νομικό καθεστώς που στηρίζει τον απομονωτικό εγκλεισμό με σκοπό να διαλύσει την εσωτερική οργάνωση των πολιτικών κρατούμενων και να αποκτήσει τον ολοκληρωτικό έλεγχο των φυλακών, ώστε να ελπίζει ότι η κράτησή τους θα είναι «αποτελεσματική». Το 1995 γίνεται η πρώτη προσπάθεια για μεταφορά πολιτικών κρατουμένων στην ειδική μονάδα κράτησης του Eskisehir. Οι φυλακισμένοι ξεκίνησαν απεργία πείνας και την 69η ημέρα και ενώ δώδεκα από αυτούς είχαν πεθάνει, το Υπουργείο Δικαιοσύνης υπό το βάρος των διαμαρτυριών ανέστειλε την εφαρμογή του μέτρου.

XIV. Κάτοψη ισογείου τουρκικής φυλακής τύπου F.

XIV. Κάτοψη ισογείου τουρκικής φυλακής τύπου F.

Το επόμενο διάστημα έγινε μία συστηματική υπερπροβολή αποπειρών απόδρασης και ταραχών στις φυλακές από τα τουρκικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Τα κελιά απομόνωσης προτείνονταν ως ο μοναδικός τρόπος για να αποκτήσει το κράτος τον έλεγχο στις φυλακές και να σταματήσουν τα έκτροπα. Το 1999 το τουρκικό κράτος ανακοίνωσε ότι κατασκευάζει φυλακές απομόνωσης που ονομάστηκαν φυλακές τύπου F. (Εικ.XIV) Οι πολιτικοί κρατούμενοι ξεκίνησαν για άλλη μια φορά τον αγώνα τους ενάντια στο σχέδιο αυτό. Στις 20 Οκτωβρίου του 2000 άρχισαν απεργία πείνας, αλλά αυτή τη φορά η κυβέρνηση ήταν αποφασισμένη να μην υποχωρήσει με κάθε κόστος. Στις 19 Δεκεμβρίου του 2000 εισβάλουν ταυτόχρονα σε είκοσι διαφορετικές φυλακές χιλιάδες αστυνομικών και στρατιωτών με σκοπό να εκκενώσουν με τη βία τις φυλακές από τους πολιτικούς κρατούμενους που αρνούνταν να τις εγκαταλείψουν. Κατά τη διάρκεια της εισβολής εικοσιοκτώ κρατούμενοι και δύο στρατιώτες σκοτώθηκαν δια ξυλοδαρμού, κάηκαν ή πέθαναν από ασφυξία λόγω της υπερβολικής χρήσης ασφυξιογόνων αερίων. Στο θάλαμο C-1 των φυλακών Bayrampasa έξι γυναίκες κάηκαν ζωντανές σε τέτοιο βαθμό που τα πτώματά τους μπόρεσαν να ταυτοποιηθούν μόνο με εξετάσεις DNA.

Σήμερα λειτουργούν ήδη έξι φυλακές απομόνωσης στην Τουρκία που φυλάσσουν περίπου 2000 πολιτικούς κρατούμενους. Παράλληλα είναι υπό κατασκευή και άλλες φυλακές απομόνωσης με υπόγεια κελιά και συνολική χωρητικότητα περίπου 8000 κρατουμένων. Όταν ολοκληρωθούν και αυτές προβλέπεται ότι θα κρατούνται σε απομονωτικό εγκλεισμό το σύνολο σχεδόν των πολιτικών κρατούμενων και μια αρκετά μεγάλη μερίδα ποινικών.

Στην Ελλάδα μέχρι πρόσφατα δεν είχε γίνει λόγος για φυλακές απομόνωσης. Οι ελληνικές φυλακές είναι στην πλειοψηφία τους παλιές και στεγάζουν πολύ περισσότερους κρατούμενους από την προβλεπόμενη χωρητικότητά τους. Χαρακτηριστικό επίσης είναι το μεγάλο πλήθος αγροτικών φυλακών που κατασκευάστηκαν στην Ελλάδα. Μετά τη σύλληψη των κατηγορούμενων για τις υποθέσεις της «17 Νοέμβρη» και του ΕΛΑ, ανακατασκευάστηκε ο ημιυπόγειος χώρος μιας πτέρυγας του σωφρονιστικού καταστήματος Αθηνών – Πειραιώς στον Κορυδαλλό. Μερίδα των κρατουμένων και των συνηγόρων τους καταγγέλλουν ότι τα «ειδικά» κελιά του Κορυδαλλού (Εικ.XV) είναι στην πραγματικότητα φυλακές απομόνωσης. Παρακάτω θα εξετάσουμε την αλήθεια αυτού του ισχυρισμού συγκρίνοντας τους συγκεκριμένους χώρους κράτησης και τις συνθήκες εγκλεισμού με τα διεθνή πρότυπα χώρων που λειτουργούν σαν φυλακές απομόνωσης.

XV. Τα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού (το σκούρο χρώμα υποδηλώνει το έδαφος) 1. Χώρος επισκεπτηρίου    2. Κελιά (3 μέτρα κάτω από το έδαφος) 3. Σκάλα που οδηγεί στο χώρο της δικαστικής αίθουσας στο ισόγειο 4. Σκάλα από όπου οι κατηγορούμενοι ανεβαίνουν στο δικαστήριο     5. Πόρτα για τη σκάλα που ανεβαίνουν στο προαύλιο 6. Υπαίθριος χώρος επάνω από τα κελιά δίπλα στο δικαστήριο  7. Διάδρομος Α πτέρυγας που περνάει πάνω από τα κελιά 8. Γ Πτέρυγα με 2 χουντικούς  9. Α Πτέρυγα (μόνο ισόγειο και 1ος όροφος)     10. Προαύλιο με λαμαρίνα 8 μέτρα και συρμάτινη οροφή

XV. Τα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού (το σκούρο χρώμα υποδηλώνει το έδαφος) 1. Χώρος επισκεπτηρίου 2. Κελιά (3 μέτρα κάτω από το έδαφος) 3. Σκάλα που οδηγεί στο χώρο της δικαστικής αίθουσας στο ισόγειο 4. Σκάλα από όπου οι κατηγορούμενοι ανεβαίνουν στο δικαστήριο 5. Πόρτα για τη σκάλα που ανεβαίνουν στο προαύλιο 6. Υπαίθριος χώρος επάνω από τα κελιά δίπλα στο δικαστήριο 7. Διάδρομος Α πτέρυγας που περνάει πάνω από τα κελιά 8. Γ Πτέρυγα με 2 χουντικούς 9. Α Πτέρυγα (μόνο ισόγειο και 1ος όροφος) 10. Προαύλιο με λαμαρίνα 8 μέτρα και συρμάτινη οροφή

(137) Η ομάδα Μπάαντερ Μάινχοφ – Η RAF και η ένοπλη πάλη στη Γερμανία 1963-93, Τομ Βαγκ, Εκδ. «Ελεύθερος Τύπος», 1997, σελ.62 / (138) ο.π. (137), σελ.89 / (139) Isolation prisons in Turkey, International platform against isolation, περιοδικό «Isolation», ειδικό τεύχος 1, Απρίλιος 2003, σελ.11

2. Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ

2.1 Η ΧΩΡΟΘΕΤΗΣΗ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ

Όπως προκύπτει και από το πρώτο μέρος, οι φυλακές μετά τη μεταρρύθμιση, ακολουθώντας τις υποδείξεις του Howard, κτίζονται κατά κανόνα «μακριά από πόλεις και άλλα κτίσματα».(140) Περίπου μέχρι τη δεκαετία του 1970, η κυρίαρχη αντίληψη για την πολεοδομική τοποθέτηση όλων των φυλακών, ήθελε το χώρο στον οποίο επρόκειτο να ιδρυθεί ένα σωφρονιστικό ίδρυμα «να βρίσκεται κοντά σε γραμμές ηλεκτρικής ενέργειας και να μην γειτονεύει άμεσα με κατοικημένες περιοχές … Το έδαφος να είναι κατάλληλο, η θέση απομονωμένη και η επαφή με το συγκοινωνιακό δίκτυο άμεση.»(141) Αναγνωρίζονταν βέβαια ότι «σαν κύριο πάντα μειονέκτημα μένει η δυσκολία των επισκέψεων.»(142)

Αργότερα η αντίληψη αυτή αντιστράφηκε, σύμφωνα με τις απόψεις που επικράτησαν. «Οι φυλακές πρέπει να τοποθετούνται μέσα στις αστικές περιοχές και όχι να ξαποστέλλονται στην εξοχή μίλια μακριά από την κοντινότερη πόλη. Αυτό ωφελεί τόσο τους φυλακισμένους των οποίων οι οικογένειες μπορεί αλλιώς να έχουν δυσκολίες στο να τους επισκεφθούν, όσο και το προσωπικό των φυλακών, το οποίο σε κάθε άλλη περίπτωση θα είναι υπερβολικά αποκομμένο. Η σύγχρονη τάση σύμφωνα με την οποία επιδιώκεται η ενσωμάτωση του παραβάτη στην κοινότητα από την οποία προέρχεται, μπορεί να υποβοηθηθεί σημαντικά από μια στενότερη χωροταξική επαφή της φυλακής με αυτήν την κοινότητα.»(143) Είναι προφανές ότι οι σύγχρονες φυλακές απομόνωσης οι οποίες βρίσκονται από θεωρητική άποψη στους αντίποδες αυτής της λογικής, τοποθετούνται κατά κανόνα σε όσο το δυνατόν πιο απομονωμένες τοποθεσίες.

Μετά τη μεταρρύθμιση της σωφρονιστικής πολιτικής στα μέσα περίπου του 20ου αιώνα, θεωρήθηκε ότι βασικός παράγοντας αποτυχίας του συστήματος ήταν η απομόνωση του καταδικασμένου από την κοινωνία, η οποία απέτρεπε τόσο την αναμόρφωσή του, όσο και την επανένταξή του σε αυτή. Με βάση την «αρχή της εξομοίωσης» γίνεται προσπάθεια να ελαχιστοποιηθούν οι δυσμενείς συνέπειες του εγκλεισμού. Η αρχή της εξομοίωσης πρακτικά συνεπάγεται ότι «καταβάλλεται προσπάθεια να μη διαφέρει ουσιαστικά και ποιοτικά η ζωή στις φυλακές από τη διαβίωση έξω από αυτές σε άλλα σημεία, εκτός από την ελευθερία κινήσεως.»(144) Πρέπει να παρέχονται στον κρατούμενο όλες οι εκπαιδευτικές, ιατρικές και κοινωνικές υπηρεσίες που παρέχονται και στην κοινωνία των ελεύθερων πολιτών και να ενισχύεται ο δεσμός του κρατούμενου με την οικογένεια και τα άτομα με τα οποία συναναστρεφόταν, ώστε να μην αποξενωθεί από το προηγούμενο περιβάλλον του. Για το λόγο αυτό επιδιώκονταν, μόνιμα ή περιστασιακά, η παρουσία της επιστημονικής και ακαδημαϊκής κοινότητας στις φυλακές. Πλήθος ειδικών, ιατροί, ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι κτλ, θα έπρεπε να δουλεύουν ή να επισκέπτονται συχνά τις φυλακές, ώστε να παρέχονται όλες οι δυνατότητες βοήθειας και η πρόσβαση σε όλα τα δικαιώματα που έχει η υπόλοιπη κοινωνία. Παράλληλα επιδιώκεται «το σωφρονιστικό κατάστημα να στελεχωθεί από άτομα που να εναρμονίζονται με τον τρόπο ζωής και την εθνική κουλτούρα του κατάδικου.»(145) Για την επίτευξη των στόχων αυτών θα ήταν αναγκαίο τα σωφρονιστικά ιδρύματα να είναι μέσα ή πολύ κοντά στα μεγάλα αστικά κέντρα. Κατ’ αρχήν από εκεί προέρχεται το μεγαλύτερο ποσοστό των εγκλείστων, άρα θα είχαν τη δυνατότητα να είναι κοντά στις οικογένειες και τον κοινωνικό τους περίγυρο, ώστε να γίνονται συχνότερες επισκέψεις. Επίσης είναι πιο εύκολο να βρεθεί το κατάλληλο επιστημονικό προσωπικό, αλλά και να προσληφθεί φυλακτικό προσωπικό που θα συγγενεύει περισσότερο πολιτισμικά με τους έγκλειστους.

Όμως παρά την αλλαγή του επίσημου σωφρονιστικού ιδεώδους, οι φυλακές εξακολούθησαν και τα επόμενα χρόνια να χωροθετούνται σε απομονωμένες αγροτικές περιοχές. «Με εξαίρεση τα κρατητήρια που ήταν μέσα στα κοινοτικά σωφρονιστικά καταστήματα (στις ΗΠΑ) και κάποιες μικρές εγκαταστάσεις για εξειδικευμένες περιπτώσεις, όλα τα νέα σωφρονιστικά ιδρύματα που επισκεφτήκαμε, ήταν σε αγροτικές περιοχές. Ήταν απομακρυσμένα από πανεπιστήμια, αδύνατον να προσεγγιστούν από μέσα μαζικής μεταφοράς και μοιάζανε να κατασκευάστηκαν για να αποθαρρύνουν την ενασχόληση του πολίτη και της κοινότητας μαζί τους. Επιπλέον ήταν συνήθως επανδρωμένα από ανθρώπους της επαρχίας που δεν συμπαθούσαν ή ακόμα και αντιπαθούσαν τις φιλοδοξίες, τον τρόπο ζωής και τις ιδιαίτερες πολιτιστικές αξίες των κρατούμενων που ήταν κυρίως μαύροι, μιγάδες και ινδιάνοι προερχόμενοι από αστικά κέντρα.»(146)

Πολλοί είναι οι λόγοι για τους οποίους προτιμάται μια απομονωμένη αγροτική περιοχή για την κατασκευή μιας φυλακής. Ίσως ο πιο σημαντικός είναι οι αντιδράσεις των κατοίκων στα αστικά κέντρα. Συνήθως χρησιμοποιείται οποιοδήποτε μέσο πίεσης προκειμένου να μην κτιστεί, να μην επεκταθεί ή να φύγει μια σωφρονιστική εγκατάσταση από αστικές περιοχές (χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των κατοίκων του Κορυδαλλού). Ειδικά αν η φυλακή αυτή πρόκειται να φυλάξει τους «χειρότερους» εγκληματίες, είναι βέβαιο ότι οι αντιδράσεις αυτές θα είναι πιο οξυμένες. Επιπλέον η αξία γης στα αστικά κέντρα είναι πολύ υψηλότερη. Αυτό και μόνο μπορεί να καταστήσει αδύνατη την κατασκευή μιας φυλακής, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει και την πίεση των ιδιοκτητών ακινήτων που φοβούνται ότι θα απαξιωθεί η περιουσία τους. Η ίδια διαδικασία είναι πολύ ευκολότερη σε μια αγροτική περιοχή που έχει πληγεί από την ανεργία. Εκεί μπορεί να αξιοποιηθεί μια κρατική έκταση ή να αγοραστεί το οικόπεδο σε φθηνότερη τιμή. Οι αντιδράσεις είναι μικρότερες, ενώ συνήθως αυτές αντισταθμίζονται από τις πιέσεις διαφόρων φορέων με στόχο την ενίσχυση της απασχόλησης. Υπάρχει επίσης μεγαλύτερη δυνατότητα εξεύρεσης σωφρονιστικού προσωπικού. Βέβαια σύνηθες πρόβλημα για αυτούς τους λόγους είναι οι ελλείψεις σε επιστημονικό προσωπικό. Άλλωστε όπως παραδέχεται και σε έκθεσή του το Εθνικό Ινστιτούτο Σωφρονιστικής που υπάγεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, «τα αγροτικά μέρη έχουνε γίνει ο κανόνας τα τελευταία χρόνια, αφού η κατασκευή σωφρονιστικών ιδρυμάτων αντιμετωπίζεται από τις μικρότερες κοινωνίες ως μέσο ενίσχυσης της τοπικής οικονομίας με μια «βιομηχανία» που είναι σχετικά φιλική στο περιβάλλον και σταθερή. Άλλωστε από κάθε επενδυτή (είτε αυτός είναι το δημόσιο, είτε είναι κάποιος ιδιώτης) προτιμάται μια περιοχή στην οποία είναι αποδεκτός, περά κάποια στην οποία αντιμετωπίζει αντιδράσεις.»(147)

Οι πρώτες σύγχρονες φυλακές απομόνωσης στις ΗΠΑ προέκυψαν από τη μετατροπή κάποιων πτερύγων ορισμένων φυλακών ύψιστης ασφάλειας σε πτέρυγες απομόνωσης. Αυτό έγινε στην περίπτωση του Marion στο Illinois, σε πολλές αμερικάνικες φυλακές, αλλά και στο Stammheim της Γερμανίας. Στη συνέχεια κατασκευάζονταν νέες πτέρυγες για να αποτελέσουν φυλακές απομόνωσης, σε ήδη υπάρχοντα συγκροτήματα φυλακών. Έτσι η φυλακή απομόνωσης είναι πραγματικά, όπως συνηθίζεται να λέγεται, «μια φυλακή μέσα στη φυλακή». «Η τοποθέτηση φυλακών απομόνωσης σε ήδη υπάρχουσες σωφρονιστικές εγκαταστάσεις, είτε με την ανακαίνιση κάποιας πτέρυγας, είτε με κατασκευή της από την αρχή, συνήθως προσφέρει πολλά πλεονεκτήματα: μικρότερη αντίσταση της τοπικής κοινωνίας στη διαδικασία χωροθέτησης, ήδη υπάρχουσες συμφωνίες επέκτασης … και διαθεσιμότητα λογιστικής υποστήριξης, όταν η νέα εγκατάσταση τεθεί σε λειτουργία. Η τοποθέτηση αυτή μπορεί να προσφέρει το πλεονέκτημα της ύπαρξης έμπειρου προσωπικού, να διευκολύνει τη ροή του προσωπικού από την φυλακή απομόνωσης σε τμήματα λιγότερο εντατικού ελέγχου και να προσφέρει μεγαλύτερη δυνατότητα υποστήριξης σε μια κατάσταση ανάγκης. Αντίθετα οι επικριτές αυτής της τακτικής υποστηρίζουν ότι είναι δύσκολο να διατηρήσεις τον υψηλό βαθμό ασφάλειας και επιτήρησης, όταν την ίδια στιγμή υπάρχουν προγράμματα λιγότερο εντατικής επιτήρησης στο ίδιο συγκρότημα φυλακών.»(148)

Κάθε πτέρυγα κελιών στο σωφρονιστικό κατάστημα Αθηνών – Πειραιώς στον Κορυδαλλό διαθέτει υπόγειο, το οποίο χρησιμοποιείται είτε σαν αποθηκευτικός χώρος, είτε στεγάζει τα πειθαρχικά κελιά των φυλακών. Στα κελιά αυτά εγκλείονται για τιμωρία οι απείθαρχοι κρατούμενοι για διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις λίγες μέρες. Δύο τέτοιοι χώροι που συμπεριλαμβάνουν περίπου σαράντα κελιά μετατράπηκαν σε πτέρυγες απομόνωσης για να υποδεχτούν τους υπόδικους που κατηγορούνται για τη συμμετοχή τους στις οργανώσεις «17 Νοέμβρη» και ΕΛΑ και ονομάστηκαν «ειδικά» κελιά.(149)

Ειδικά στις περιπτώσεις που πρόκειται να φυλαχτεί μεγάλος αριθμός πολιτικών κρατούμενων, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι η επιλογή ενός απομακρυσμένου μέρους γίνεται και για να δυσχεράνει την πραγματοποίηση κινητοποιήσεων μέσα και έξω από τις φυλακές. Ενώ εξακολουθούν να κατασκευάζονται πτέρυγες απομόνωσης σε ήδη υπάρχοντα συγκροτήματα φυλακών, εδώ και κάποια χρόνια κερδίζει έδαφος η λογική να κατασκευάζονται αυτοτελή συγκροτήματα φυλακών απομόνωσης, όπως στην περίπτωση της φυλακής στο Sincan της Τουρκίας. «Οι φυλακές τύπου F της πόλης Sincan, βρίσκονται σε μια τοποθεσία μακριά από τις κατοικημένες περιοχές της πόλης. Βρίσκονται σε μια ανοιχτή κοιλάδα σε μια περιοχή καθαρά αγροτική. Προς τα δυτικά η περιοχή των φυλακών συνορεύει με ιδιωτικές αγροτικές καλλιέργειες, προς τα βόρεια με οικόπεδα που ανήκουν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, προς τα νοτιοδυτικά με στρατιωτικές εγκαταστάσεις … Συνοπτικά λοιπόν στην εν λόγω περιοχή υπάρχουν τα κτίρια δύο φυλακών τύπου F, το συγκρότημα το οποίο στεγάζει τους κοιτώνες και τις υπηρεσίες της φρουράς, καθώς και το συγκρότημα των διοικητικών υπηρεσιών της φυλακής … Η διοίκηση των φυλακών μας δήλωσε πως η έκταση που καλύπτει το κτίριο της πρώτης φυλακής τύπου F, είναι 18.000 τ.μ. … Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η μεγάλη απόσταση από τις κατοικημένες περιοχές, καθώς και η τεράστια χέρσα έκταση που έχει παραχωρηθεί στο δημόσιο. Αυτό καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την επικοινωνία μεταξύ της πόλης και των φυλακών. Είναι προφανές ότι οι συνθήκες αυτές θα καταστήσουν εξαιρετικά δύσκολη την πρόσβαση των δικηγόρων και των συγγενών των κρατουμένων, γεγονός που παραβιάζει το δικαίωμα επικοινωνίας τους.»(150)

(140) Prison architecture – An international survey of representative closed institutions and analysis of current trends in prison design, United Nations Social Defence Research Institute, The evolution of prison, Leslie Fairweather, Εκδ. «The Architectual Press Ltd.», 1975, σελ.17 / (141) Η αρχιτεκτονική των φυλακών – Από πλευράς κοινωνικής, πολεοδομικής και κτιριολογικής, Γιάννης Τριανταφυλλίδης, Εκδ. «Δημοσιεύματα Εταιρείας Προστασίας Αποφυλακιζομένων Θεσσαλονίκης», 1964, σελ.144 / (142) ο.π. (141), σελ.145 / (143) ο.π. (140), σελ.33 / (144) Θεσμικά πλαίσια, όρια και ιδεολογικοπολιτικοί άξονες του κώδικα βασικών κανόνων για τη μεταχείριση των κρατουμένων, Καλλιόπη Σπινέλλη, περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα», τεύχος 41-42, Εκδ. «Κριτική ΑΕ», 1990, σελ.72 / (145) The new red barn – A critical look at the modern american prison, William Nagel, Εκδ. «Walker and Company», 1973, σελ.47 / (146) ο.π. (145), σελ.47 / (147) Supermax prisons: overview and general considerations, Morris Thigpen, Susan Hunter, Richard Franklin, US Department of Justice – National Institute of Corrections, http://www.nicic.org/pubs/1999/014937.pdt, 1999, σελ.19 / (148) Θέματα νεότερης και σύγχρονης ιστορίας από τις πηγές, Φ.Κ.Βώρος, Ξ.Οικονομοπούλου, Β.Ασημομύτης, Ν.Δημακόπουλος, Θ.Κατσουλάκος, Εκδ. «Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων», 1979, σελ.19 / (149) Συνέντευξη με τον Γιάννη Σερίφη, πρώην κρατούμενο στα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού. / (150) Φυλακές τύπου F στην πόλη Sincan, έκθεση επίσκεψης και έρευνας, Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (IHD), Ένωση Αλληλεγγύης και Αλληλοβοήθειας των Οικογενειών των Κρατουμένων (TAYAD), Ένωση Αλληλεγγύης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τους Αδικημένους (MAZLUM-DER), περιοδικό «Ο αγώνας στην Τουρκία και το Κουρδιστάν», τεύχος 21, 2000, σελ.36

2.2 Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΞΩ ΚΟΣΜΟ

2.2.1 ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΔΥΤΟ

Ένας από τους βασικότερους ρόλους που παίζει η φυλακή από τη γέννησή της, είναι να αποκλείει τους κρατούμενους από την κοινωνία. Έτσι τα «άρρωστα» ή «προβληματικά» μέλη της απομακρύνονται από αυτήν, ώστε να μην την μολύνουν με τις συνήθειές τους και να μην την βάζουν σε κίνδυνο με τις πράξεις τους. Ο κρατούμενος απελευθερώνεται όταν πια θεωρείται ότι έχει θεραπευτεί, όπως και αν ονομάζεται η θεραπεία αυτή: σωφρονισμός, τιμωρία, αναμόρφωση ή επανένταξη. Η φυλακή όμως έχει και τον αντίστροφο ρόλο, τον οποίο οι περισσότεροι αγνοούν ή προτιμούν να μην αναφέρουν. Να αποκλείσει τον έξω κόσμο, την κοινωνία, από την πραγματικότητα της φυλακής. Πρόκειται για έναν μηχανισμό αυτοάμυνας του σωφρονιστικού συστήματος.

Ο διπλός αυτός αποκλεισμός επιτελείται με διάφορα μέσα. Αρχικά ήταν απόλυτος, αφού όχι μόνο δεν ήταν επιζητούμενη η επαφή των κρατουμένων με τον έξω κόσμο, αλλά πιστεύονταν ότι η απομόνωση αυτή είχε θεραπευτικά αποτελέσματα. Εκείνη την περίοδο όμως, επειδή η φυλακή θεωρούνταν μια ανθρωπιστική επανάσταση, οι φυλακές ήταν ένας χώρος επίδειξης της προόδου και της μεγαλοψυχίας της νομικής εξουσίας. Έτσι όπως δείξαμε και στο πρώτο μέρος, έχουμε ένα πλήθος από μαρτυρίες συγγραφέων, φιλοσόφων και επιστημόνων που επισκέπτονταν τις φυλακές για να δουν από κοντά το νέο αυτό επίτευγμα.

Μετά την μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος που έλαβε χώρα το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, θεωρήθηκε ότι ο αποκλεισμός των φυλακισμένων από την κοινωνία ήταν βασικό αίτιο της αποτυχίας του συστήματος. Ο κρατούμενος θα έπρεπε να έχει τα ίδια δικαιώματα με τον ελεύθερο πολίτη (αρχή της εξομοίωσης). Βασικά δικαιώματα θεωρούνται η πρόσβαση στην πληροφορία και την ενημέρωση, είτε αυτή έχει τη μορφή βιβλίων, εφημερίδων, ραδιοφώνου, τηλεόρασης, είτε τη μορφή της επικοινωνίας με άτομα από τον έξω κόσμο, άμεση, τηλεφωνική ή δια αλληλογραφίας.

Η φυλακή όμως προστατεύει τον βασικό πυρήνα της λειτουργίας της, δηλαδή τον φυσικό περιορισμό των κρατουμένων, την ασφαλή κράτησή τους αλλά και την απομάκρυνση όλων των παραγόντων που δρουν αρνητικά στη διαδικασία σωφρονισμού. Έτσι η φυλακή έπρεπε να επιτρέπει και ταυτόχρονα να περιορίζει την επαφή του κρατούμενου με τον έξω κόσμο. Την αποστολή αυτή ανέλαβε να φέρει σε πέρας για άλλη μια φορά η αρχιτεκτονική, αλλά και μια σειρά κανονισμών, την τήρηση των οποίων εγγυάται το φυλακτικό προσωπικό. Εγκαθίσταται πια μια λεπτή ισορροπία μεταξύ των εννοιών επικοινωνία – αποκλεισμός, ελευθερία – περιορισμός, εμπιστοσύνη – ασφάλεια. Η ισορροπία αυτή δεν είναι ιδεατή, αλλά αποτυπώνεται τόσο στο χώρο με συγκεκριμένες αρχιτεκτονικές επιλογές, όσο και στο επίπεδο του ελέγχου των δραστηριοτήτων των κρατούμενων με τη χρήση συγκεκριμένων τεχνικών επιτήρησης.

Η ισορροπία αυτή στις περιπτώσεις των φυλακών μέγιστης ασφάλειας και απομόνωσης, είναι μετατοπισμένη υπέρ του αποκλεισμού της πληροφορίας και της επικοινωνίας. Παραχωρούνται μόνο αυτά που προβλέπονται από τις διατάξεις που καθορίζουν τα ελάχιστα δικαιώματα των κρατουμένων, ενώ γίνεται προσπάθεια περιστολής των νόμιμων δικαιωμάτων με την εισαγωγή ειδικών κανονισμών για αυτές τις φυλακές ή ακόμα και με την εμφανή καταπάτηση τους. Η επικοινωνία με βάση τις αρχές του απομονωτικού εγκλεισμού είναι μη επιθυμητή, αφού έτσι χαλαρώνει ο απόλυτος έλεγχος πάνω στον φυλακισμένο. Είναι ένα ερέθισμα που λειτουργεί αρνητικά στο διαμορφωμένο περιβάλλον αισθητηριακής αποστέρησης. Είναι μια δυνατότητα για προσφορά συναισθηματικής υποστήριξης απέναντι σε ένα σύστημα που στοχεύει στην απομάκρυνση οποιουδήποτε ψυχολογικού ερείσματος.

Στην περίπτωση των φυλακών απομόνωσης, ο σχεδιασμός του χώρου είναι αυτός που πρώτα και κύρια περιορίζει την επικοινωνία μεταξύ των κρατούμενων και των επισκεπτών. Ο πιο φανερός περιορισμός είναι η κατάργηση της φυσικής επαφής στο επισκεπτήριο. Ταυτόχρονα όμως ο χώρος επισκέψεων λειτουργεί ως φράγμα ανάμεσα στον επισκέπτη και την φυλακή. Είναι ο μόνος χώρος που μπορεί να προσεγγίσει. Η ίδια η φυλακή παραμένει ένα άδυτο. Κανείς εκτός από το σωφρονιστικό προσωπικό δε μπορεί να δει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν οι κρατούμενοι.

Οι εξελίξεις που οδήγησαν στο δεύτερο κύμα μαζικής κατασκευής φυλακών απομόνωσης στην εποχή μας, ουδέποτε επικαλέστηκαν τον ανθρωπισμό. Αντίθετα επαγγέλλονται τη συντριβή των αντιστάσεων του κρατούμενου που συντελείται εν κρυπτώ. Σε αντίθεση με τον 19ο αιώνα, η εξουσία τον 21ο αιώνα δεν αισθάνεται περήφανη και δεν επιδεικνύει δημόσια τις φυλακές απομόνωσης. Είναι και αυτό μια κάποια πρόοδος.

Η εξαγωγή πληροφοριών που σχετίζονται με τις συνθήκες στις φυλακές τιμωρείται συνήθως αυστηρά. «Υπάρχει πολύς φόβος από τη μεριά των κρατούμενων για τα αντίποινα από τους φύλακες αν αναφέρουν οτιδήποτε για το Lucasville (τη φυλακή) … Ξέρω από πρώτο χέρι τι συμβαίνει εξαιτίας ενός φίλου μου που κάτι ανέφερε. Μπήκε στη μαύρη λίστα των αξιωματικών υπηρεσίας. Η πρώτη και η δεύτερη βάρδια αξιωματικών υπηρεσίας έρχονταν κάθε μέρα και έκανε άνω – κάτω το κελί και τη ντουλάπα του. Απειλήθηκε επειδή ανέφερε στον επιθεωρητή ότι τον παρενοχλούσαν. Τα γράμματά του άρχισαν να «χάνονται». Η πρόσβασή του στο τηλέφωνο δεν γινόταν επιτρεπτή. Τον πήγανε για ξύρισμα του κεφαλιού στη μέση του χειμώνα επειδή τα μαλλιά του ήταν πολύ μακριά.»(151)

Άλλωστε η επιτυχία και το εύρος μιας κινητοποίησης μέσα στις φυλακές εξαρτάται άμεσα από την επαφή της φυλακής με τον έξω κόσμο. Ενδεικτικό είναι το απόσπασμα από το κεφάλαιο «ο ρόλος του Τύπου», στην εργασία του Ν.Κουράκη με τίτλο «φυλακή και βία»: «δύο στοιχεία θα πρέπει να ληφθούν εδώ υπόψη. Πρώτον ότι οι εξεγέρσεις στις φυλακές εμφανίζουν μεταδοτικότητα με τρόπο ώστε συνήθως τη μία εξέγερση να ακολουθεί νέα σε άλλο τμήμα της φυλακής ή και αλλού και δεύτερον ότι αρκετά συχνά οι εξεγέρσεις έχουν ένα πολιτικοποιημένο ή ιδεολογικό περίβλημα, γεγονός το οποίο επιβοηθεί τη δικαιολόγησή τους στη συνείδηση των κρατουμένων, αλλά και την παράλληλη προσέλκυση υποστηρικτών μέσα από αντίστοιχους πολιτικούς κύκλους. Είναι φανερό ότι και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο ρόλος του Τύπου καθίσταται ρυθμιστικός στην έκλυση ή και στη συντήρηση εξεγέρσεων, αφού με την τυχόν εκτεταμένη δημοσιότητα που θα δώσει, ενδέχεται να συντελέσει αφενός στον πολλαπλασιασμό τους και αφετέρου στην ιδεολογική τους νομιμοποίηση απέναντι στην κοινή γνώμη. Ανεξάρτητα όμως από τα ενδεχόμενα αυτά, η προβολή μιας εξέγερσης από τον Τύπο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω διατήρηση ή και επέκτασή της, στο μέτρο κατά το οποίο οι κρατούμενοι με τις στασιαστικές τους ενέργειες επιδιώκουν να στρέψουν την προσοχή της κοινής γνώμης στα προβλήματά τους. Ο Τύπος έρχεται τότε και ικανοποιεί με τα δημοσιεύματά του την ανάγκη για επικοινωνία που οι κρατούμενοι δεν μπόρεσαν να έχουν με τους εκπρόσωπους της Πολιτείας μέσα στη φυλακή.»(151)

Ο Φουκώ χαρακτηρίζει τους χώρους αποκλεισμού και τιμωρίας με τον όρο «ετεροτοπίες». Όπως η ουτοπία αποτελεί μια εξιδανικευμένη εικόνα της κοινωνίας που αντιπαραβάλλεται στην υπαρκτή κοινωνία, έτσι και οι ετεροτοπίες είναι φανταστικές εικόνες που έχει δημιουργήσει η κοινωνία όπου ζουν οι τιμωρημένοι, οι οποίες δημιουργούνται ως αντιπαραβολή στον κόσμο των ελεύθερων. «Ο χώρος της φυλακής δεν είναι ένας ακόμα «κοινωνικός» χώρος, όπως είναι η αγορά, οι χώροι αναψυχής, οι χώροι εργασίας και άλλοι, ούτε μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν μια ακόμη λειτουργία της πόλης. Αποτελεί εξορισμού έναν αντί-τόπο, μια αντί-λειτουργία…» (153)

(151) What is a supermax prison?, Alice Lynd, http://www.spunk.org/texts/prison/sp001611.txt, 1996, σελ.8 / (152) Εγκληματολογικοί ορίζοντες – Α’:Θεωρία και πρακτική της ποινικής καταστολής, Νέστωρ Κουράκης, Εκδ. «Εκδόσεις Αντ.Ν.Σάκκουλα», 1991, σελ.45 / (153) Η φυλακή ως «ετεροτοπία»: συμβολή στη θεώρηση του Φουκώ για τους χώρους εγκλεισμού, Βασίλης Γκανιάτσας, περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα», τεύχος 41-42, Εκδ. «Κριτική ΑΕ», 1990, σελ.59

2.2.2 ΤΑ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΑ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ – ΑΜΕΣΗ ΕΠΑΦΗ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕ ΤΟΝ ΕΞΩ ΚΟΣΜΟ

Ήδη στις πρώτες αγγλικές φυλακές απομόνωσης του τέλους του 18ου αιώνα, από τη στιγμή που κλείνονταν μέσα, οι κρατούμενοι αποκόπτονταν από την κοινωνία. Όλες οι κοινωνικές επαφές τους διαμεσολαβούνται πλέον από τις αρχές. Την ίδια περίοδο οι επισκέψεις και αργότερα και η αλληλογραφία τελούσαν υπό αυστηρούς περιορισμούς και περιστασιακά απαγορεύονταν. Στις παλιές φυλακές απομόνωσης του τέλους του 18ου αιώνα και των αρχών του 19ου οι επισκέψεις των συγγενών και των φίλων στους κρατούμενους γίνονται σε ειδικό χώρο. «Το εντευκτήριο των ξένων ήταν ένας χώρος αρκετά μεγάλος κοντά στην είσοδο της φυλακής και σε επαφή με τη διοίκηση. Όλη η αίθουσα χωρίζονταν στα τρία με κιγκλιδώματα κατά μήκος. Ο ένας χώρος ήταν για τους επισκέπτες, στη μέση ήταν ο διάδρομος του φύλακα και μετά ο χώρος των κρατουμένων. Έτσι οι επισκέπτες από τους κρατούμενους χωρίζονταν με δύο κιγκλιδώματα τοποθετημένα σε απόσταση.»(154)

XVI. Κάτοψη ισογείου του κεντρικού υπόστεγου της Kομιτειακής Φυλακής Dorchester του αρχιτέκτονα William Blackburn, 1795.

XVI. Κάτοψη ισογείου του κεντρικού υπόστεγου της Kομιτειακής Φυλακής Dorchester του αρχιτέκτονα William Blackburn, 1795.

Αξίζει σε αυτό το σημείο να παραθέσουμε τις σημειώσεις του αρχιτέκτονα William Blackburn στα σχέδια της φυλακής του Dorchester (Εικ.XVI), οι οποίες δημοσιεύτηκαν το 1795. Ο Blackburn περιγράφοντας τη διαδικασία του επισκεπτηρίου των κρατουμένων, αποδίδει το στενό συσχετισμό ανάμεσα στη διαδικασία και τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό που κάνει αυτή τη διαμεσολάβηση αποτελεσματική. «Όταν οι επισκέπτες έρχονται να δουν τους καταδικασμένους για χρέη, τους επιτρέπεται αμέσως να πάνε στο δικό τους δωμάτιο επισκεπτηρίου (το οποίο στο σχέδιο συμβολίζεται με το γράμμα Ε), η εσωτερική πόρτα του οποίου παραμένει σταθερά κλειδωμένη, ενώ η εξωτερική παραμένει ανοιχτή. Υπάρχουν δύο παράθυρα τα οποία ανοίγονται εκεί, ένα για κάθε δωμάτιο διημέρευσης των χρεοφειλετών. Τα παράθυρα αυτά έχουν μπάρες, αλλά ένα τραπέζι τις διαπερνά έτσι ώστε το μισό να βρίσκεται στο δωμάτιο των χρεοφειλετών και το άλλο μισό στο δωμάτιο του επισκεπτηρίου. Συνεπώς οι χρεοφειλέτες δεν αποκλείονται από την κοινωνία, τις σχέσεις ή τους φίλους τους, παρόλα αυτά δεν επιτρέπεται γενικά στους επισκέπτες να εισέρχονται στα δωμάτια και με αυτό το μέσο πολλές ανωμαλίες αποτρέπονται. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ο δεσμοφύλακας, όταν το βρίσκει σωστό, ξεκλειδώνει την εσωτερική πόρτα και επιτρέπει στο χρεοφειλέτη να παίρνει μαζί του το φίλο του, μέσα στο κελί ή την αυλή του. Για τους κακούργους δεν υπάρχουν οι ίδιες παραχωρήσεις, οι φίλοι τους δεν μπορούν να τους δουν παρά μόνο παρουσία του φύλακα. Οι τρεις πύλες οι οποίες οδηγούν στα δικά τους δωμάτια επισκέψεων (που συμβολίζονται στο σχέδιο με τα γράμματα Η και Ι) είναι όλες κλειδωμένες. Ο δεσμοφύλακας μετά από αίτηση, επιτρέπει στον επισκέπτη να βρίσκεται στο χώρο μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης πύλης και στέκεται ο ίδιος στο χώρο μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης, ενώ ο κρατούμενος παραμένει στην αυλή. Έτσι μπορεί να αποτρέψει αποτελεσματικά την εισαγωγή όπλων, αλκοολούχων ποτών και άλλων αντικειμένων η χρήση των οποίων είναι απαγορευμένη στη φυλακή, καθώς και να ελέγχει κάθε ανάρμοστη συζήτηση.»(155)

Στις πιο σύγχρονες φυλακές – πειθαρχεία εφαρμόστηκε για πρώτη φορά μια πιο δραστική λύση: «τα «visiting boxes» καμωμένα από γυαλί και σίδερο, ώστε ο φυλακισμένος και ο επισκέπτης να μπορούν να βλέπονται και να συζητούν, αλλά να μην μπορούν να περάσουν κανένα αντικείμενο ο ένας στον άλλο.»(156) Αρχικά σε μία φυλακή πρέπει να τεθούν περιορισμοί στην άμεση επαφή του κρατούμενου με τους επισκέπτες, δικηγόρους, συγγενείς ή φίλους. Ο χώρος συνάντησης των κρατουμένων με τους επισκέπτες δεν ταυτίζεται με τον χώρο εγκλεισμού τους. Είναι ένας χώρος ειδικά διαμορφωμένος, ο οποίος βρίσκεται συνήθως έξω από το κύριο συγκρότημα των φυλακών, πολλές φορές μαζί με το κτίριο διοίκησης και ονομάζεται επισκεπτήριο ξένων. Στο επισκεπτήριο αποτυπώνονται αρχιτεκτονικά με τον πιο καθαρό τρόπο οι περιορισμοί στην επικοινωνία μεταξύ κρατούμενων και «ξένων».

Υπάρχουν διάφοροι τύποι επίσκεψης, ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο επιτρέπεται η φυσική επαφή και η ιδιωτικότητα (ο W.Nagel διακρίνει πέντε τύπους επισκέψεων, την κλειστή επίσκεψη, την επίσκεψη περιορισμένης επαφής, την επίσκεψη φιλικής επαφής, την επίσκεψη ελεύθερης κίνησης και τη συζυγική ή οικογενειακή επίσκεψη). Εδώ θα αναφερθούμε μόνο στο τύπο επισκέψεων που επιτρέπονται στις φυλακές απομόνωσης, δηλαδή στις επισκέψεις κλειστού τύπου. Σε αυτή την περίπτωση τόσο η φυσική επαφή, όσο και η ιδιωτικότητα δεν υφίστανται.

image058

XVII. Επισκεπτήρια σχεδιασμένα για επισκέψεις κλειστού τύπου σε φυλακές των ΗΠΑ. Η επικοινωνία μεταξύ κρατουμένων και επισκεπτών γίνεται είτε μέσω μικρών οπών είτε με τη βοήθεια τηλεφωνικών συσκευών.

XVII. Επισκεπτήρια σχεδιασμένα για επισκέψεις κλειστού τύπου σε φυλακές των ΗΠΑ. Η επικοινωνία μεταξύ κρατουμένων και επισκεπτών γίνεται είτε μέσω μικρών οπών είτε με τη βοήθεια τηλεφωνικών συσκευών.

«Η κλειστή επίσκεψη δεν δίνει καμία δυνατότητα για φυσική επαφή ανάμεσα στον κρατούμενο και τους επισκέπτες. Ένα διαχωριστικό στοιχείο από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι, δημιουργεί ένα απόλυτο φυσικό φράγμα μεταξύ του κρατούμενου και του επισκέπτη. Συνήθως ένας πάγκος στο ύψος του τραπεζιού εξέχει και από τις δύο πλευρές του διαχωριστικού. Υπάρχουν επίσης πάγκοι ή καρέκλες στερεωμένα στο έδαφος. Υαλοπίνακες ή παλιότερα ατσάλινο πλέγμα είναι τοποθετημένα μέσα στο διαχωριστικό για να επιτρέπουν την οπτική αλλά όχι τη φυσική επαφή. Όταν χρησιμοποιούνται υαλοπίνακες, είτε υπάρχει μια μικρή μεταλλική οπή, είτε παρέχεται ένα ζευγάρι ακουστικά τηλεφώνου για να επιτρέπει τη μετάδοση του ήχου (Εικ.XVII). Μέσα από την οπή η φωνή μόλις που ακούγεται, ειδικά όταν η αίθουσα επισκέψεων είναι γεμάτη. Το τηλέφωνο είναι εξίσου μη ικανοποιητικό, αφού παρέχει αλλοιωμένη και απρόσωπη επικοινωνία.»(157)

Κάθε κρατούμενος κατά τη διάρκεια του επισκεπτηρίου δεν μπορεί να δει τους διπλανούς του, γιατί βρίσκεται σε ένα κουβούκλιο στο οποίο μόνο η μια πλευρά επιτρέπει την οπτική επαφή και βλέπει στο θάλαμο των επισκεπτών μέσω του διαφανούς διαχωριστικού. Κατά τη διάρκεια του επισκεπτηρίου τα πόδια του κρατούμενου είναι αλυσοδεμένα, ενώ σε πολλά ιδρύματα το ένα ή και τα δύο χέρια είναι δεμένα με χειροπέδες πάνω στην ειδική ζώνη που φοράει στη μέση του. «Μερικοί κρατούμενοι αποθάρρυναν ή ακόμα και αρνήθηκαν επισκέψεις επειδή η απουσία επαφής τις έκανε συναισθηματικά μη ικανοποιητικές, περισσότερο οδυνηρές παρά βοηθητικές και επειδή δεν ήθελαν να τους βλέπουν οι επισκέπτες αλυσοδεμένους.»(158) Οι κλειστές επισκέψεις είναι πολύ εύκολο να επιτηρηθούν αφού δεν μπορεί να υπάρξει φυσική επαφή. Επιπλέον η χρήση του τηλεφώνου επιτρέπει την παρακολούθηση των συνομιλιών και δίνει τη δυνατότητα στη διοίκηση να τις διακόπτει.

Στην είσοδο του χώρου όπου βρίσκονται τα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού έχει διαμορφωθεί ο χώρος του επισκεπτηρίου, στο οποίο οι κρατούμενοι επιτρέπεται να συναντούν τους δικηγόρους τους και τους συγγενείς τους μέχρι δεύτερου βαθμού. Πρόκειται για επισκεπτήριο κλειστού τύπου από τη στιγμή που ένα γυάλινο διαχωριστικό αποτρέπει τη φυσική επαφή μεταξύ του κρατούμενου και του επισκέπτη και η επικοινωνία γίνεται με τη βοήθεια μιας τηλεφωνικής συσκευής. Οι συνομιλίες παρακολουθούνται και το επισκεπτήριο καταγράφεται από κάμερα, ενώ ένας δεσμοφύλακας είναι συνεχώς παρών. Οι δικηγόροι δεν μπορούν να μεταβιβάσουν απευθείας έγγραφα στους πελάτες τους, αυτά παραδίδονται στους φύλακες οι οποίοι αφού τα ελέγξουν επιτρέπουν ή απαγορεύουν την παράδοσή τους στους κρατούμενους. Το επισκεπτήριο επιτρέπεται για μισή ώρα δύο φορές την εβδομάδα.(159)

Τόσο η μεταφορά του κρατούμενου από το κελί μέχρι το χώρο επίσκεψης, όσο και των επισκεπτών από την είσοδο μέχρι εκεί, γίνεται όσο το δυνατόν πιο οδυνηρή. Ο φυλακισμένος μεταφέρεται φορώντας χειροπέδες και αλυσίδες στα πόδια, ενώ συχνά είναι δεμένος από τη μέση με μια αλυσίδα, την οποία κρατάει ένας φύλακας. Έχει υποστεί μέχρι να φτάσει στο χώρο του επισκεπτηρίου τουλάχιστον μία εξονυχιστική σωματική έρευνα. Στη φυλακή Sincan της Τουρκίας «οι επισκέψεις στους κρατούμενους είναι δυνατές μόνο κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Όλα τα αυτοκίνητα πρέπει να σταθμεύουν τουλάχιστον ένα χιλιόμετρο μακριά από τις φυλακές. Το υπόλοιπο της διαδρομής πρέπει να το καλύψουν ακόμα και οι αρκετά ηλικιωμένοι συγγενείς με τα πόδια. Στο δρόμο για τη φυλακή πρέπει να περάσουν από τρία σημεία ελέγχου, στα οποία ελέγχονται τα διαβατήριά τους και τους γίνεται σωματικός έλεγχος. Σε ένα άλλο σημείο ελέγχου, ήδη μέσα στη φυλακή, παίρνονται τα δακτυλικά τους αποτυπώματα, τα οποία σε ένα άλλο κτίριο της φυλακής διασταυρώνονται με τα προσωπικά τους στοιχεία.»(160)

Σε πολλές φυλακές υπάρχει συγκεκριμένη λίστα ατόμων, τα οποία έχουν δικαίωμα να επισκεφτούν το φυλακισμένο. «Οι επισκέπτες στην ειδική μονάδα κράτησης της Πολιτείας της Indiana των ΗΠΑ πρέπει να ανήκουν στη λίστα που έχει γίνει δεκτή, η οποία περιέχει το πολύ δέκα ονόματα, στα οποία δεν επιτρέπεται να συμπεριλαμβάνονται τα ονόματα πρώην κατάδικων.»(161)

Η συχνότητα των επισκέψεων στις φυλακές απομόνωσης διαφέρει ανάλογα με το σωφρονιστικό ίδρυμα, αλλά είναι μικρότερη από αυτή των συμβατικών φυλακών. Συνήθως επιτρέπονται επισκέψεις κάθε δεκατέσσερις μέρες. Πολλές φορές είναι απαραίτητο μια επίσκεψη να ανακοινωθεί στη διοίκηση της φυλακής μέχρι και σαρανταοκτώ ώρες πριν για να εγκριθεί. Στη φυλακή Sincan της Τουρκίας «οι επισκέπτριες και οι επισκέπτες μπορούν να δουν τους συγγενείς τους μόνο σε απόσταση ενός μέτρου πίσω από ένα διαχωριστικό τζάμι. Δεν μπορούν και δεν τους επιτρέπεται να τους αγγίξουν. Η επικοινωνία γίνεται μέσα από ένα τηλεφωνικό σύστημα. Όποιος συζητά κάτι παραπάνω από τα προσωπικά, διατρέχει τον κίνδυνο να διακοπεί η επίσκεψη και να του επιβληθεί απαγόρευση επισκέψεων για δύο έως τρεις μήνες. Οι φύλακες είναι επιφορτισμένοι με το να ασκούν λογοκρισία, έτσι ώστε συνέχεια να διακόπτονται οι επισκέψεις για μικροπράγματα. Τις περισσότερες φορές, οι επισκέψεις διαρκούν μόνο πέντε έως δεκαπέντε λεπτά. Εκτός αυτού οι επισκέψεις επιτρέπονται μόνο σε συγγενείς πρώτου βαθμού, έτσι ώστε ούτε καν τα ξαδέλφια να μην μπορούν να μιλήσουν στους συγγενείς τους. Στο επισκεπτήριο επιτρέπεται να είναι το πολύ τρεις κρατούμενοι, αλλά και αυτό μόνο αν είναι φυλακισμένοι στο ίδιο κελί. Φυλακισμένοι από άλλα κελιά δεν επιτρέπεται να τους βλέπουν και να τους μιλάνε. Υπάρχουν δε μερικοί κρατούμενοι στους οποίους δεν επιτρέπεται να δέχονται καμία επίσκεψη.»(162)

(154) Η αρχιτεκτονική των φυλακών – Από πλευράς κοινωνικής, πολεοδομικής και κτιριολογικής, Γιάννης Τριανταφυλλίδης, Εκδ. «Δημοσιεύματα Εταιρείας Προστασίας Αποφυλακιζομένων Θεσσαλονίκης», 1964, σελ.169 / (155) The fabrication of virtue – English prison architecture 1750-1840, Robin Evans, Εκδ. «Cambridge University Press», 1982, σελ.171-174 / (156) ο.π. (154), σελ.170 / (157) The new red barn – A critical look at the modern american prison, William Nagel, Εκδ. «Walker and Company», 1973, σελ.103 / (158) Cold Storage – Supermaximum security confinement in Indiana, Human Rights Watch, http://www.hrw.org/reports/1997/usind/, 1997, σελ.27 / (159) Συνέντευξη με τον Γιάννη Σερίφη, πρώην κρατούμενο στα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού. / (160) Αβάστακτες συνθήκες στις φυλακές τύπου F, Δελτίο τύπου της επιτροπής κατά του βασανιστηρίου της απομόνωσης, περιοδικό «Ο αγώνας στην Τουρκία και το Κουρδιστάν», τεύχος 22, 2001, σελ.14 / (161) ο.π. (158), σελ.27 / (162) ο.π. (158), σελ.14

2.2.3 Η ΕΜΜΕΣΗ ΕΠΑΦΗ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΞΩ ΚΟΣΜΟ

Πέρα από την άμεση επικοινωνία με επισκέπτες οι κρατούμενοι στις φυλακές απομόνωσης στερούνται πολλών άλλων μορφών επικοινωνίας που στις συμβατικές φυλακές αποτελούν θεμελιώδη δικαιώματα. Οι τηλεφωνικές επαφές γενικά περιορίζονται σε ένα συγκεκριμένο αριθμό τηλεφωνημάτων ή υπάρχει όριο στο χρόνο ομιλίας που δικαιούται ο κρατούμενος την εβδομάδα ή το μήνα. Η τηλεφωνική επαφή είναι κεφαλαιώδες ζήτημα για έναν κρατούμενο, ειδικά όταν η φυλακή βρίσκεται σε απομονωμένο μέρος, μακριά από τον τόπο καταγωγής του. Είναι μαζί με την αλληλογραφία οι μοναδικοί τρόποι να κρατήσει επαφή με τα άτομα που αδυνατούν να τον επισκέπτονται. Παρόλο που η τηλεφωνική επικοινωνία δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο ως προς την ασφαλή φύλαξή του, σε όλες τις φυλακές απομόνωσης περιορίζεται ο αριθμός των τηλεφωνημάτων που μπορεί να κάνει.

Εφόσον η επικοινωνία των κρατούμενων, τόσο η άμεση, όσο και η τηλεφωνική δεν προστατεύεται από ένα σαφές και ελάχιστο επιτρεπτό όριο (κανόνας 37 των βασικών ελάχιστων δικαιωμάτων των κρατουμένων του ΟΗΕ (standard minimum rules for the treatment of the prisoners): «πρέπει να επιτρέπεται στους κρατούμενους κάτω από την αναγκαία επιτήρηση, να επικοινωνούν με τις οικογένειες και τους ευυπόληπτους φίλους τους σε τακτά χρονικά διαστήματα, τόσο έμμεσα όσο και με επισκέψεις»),(163) είναι στην ευχέρεια της διεύθυνσης του κάθε ιδρύματος να την περιορίσει όσο θέλει με εσωτερικούς κανονισμούς. Στις φυλακές του Red Onion στη Virginia, οι φυλακισμένοι δικαιούνται δύο τηλεφωνήματα των δεκαπέντε λεπτών το μήνα, αν το προνόμιο δεν τους έχει αφαιρεθεί λόγω κακής διαγωγής. Τα τηλεφωνήματα γίνονται με έξοδα του αποδέκτη και είναι ακριβά, θέτοντας ένα οικονομικό όριο για τις συνήθως χαμηλού εισοδήματος οικογένειες των φυλακισμένων. Οι κρατούμενοι δικαιούνται τέσσερις δίωρες επισκέψεις το μήνα. Ο περιορισμός του χρόνου είναι ιδιαίτερα σκληρός δεδομένου του ότι οι περισσότεροι φυλακισμένοι προέρχονται από περιοχές που απέχουν πολλά χιλιόμετρα.

Στα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού κάθε κρατούμενος επιτρέπεται να τηλεφωνεί μόνο σε επτά συγκεκριμένους αριθμούς κλήσης, που έχει από πριν δηλώσει στις αρχές. Τα τηλεφωνήματα επιτρέπονται κατά τη διάρκεια του προαυλισμού από τα καρτοτηλέφωνα που βρίσκονται στο διάδρομο και στο προαύλιο.(164)

Όσον αφορά τη αλληλογραφία υπάρχουν συχνά περιορισμοί τόσο στα γράμματα που μπορεί να δέχεται, όσο και στα γράμματα που μπορεί να στέλνει ο κρατούμενος. Για παράδειγμα «τα εισερχόμενα γράμματα μπορεί να είναι μακροσκελή, αλλά να έχουν το πολύ δέκα σελίδες φωτοτυπημένων εγγράφων»(165), περιορίζοντας τη δυνατότητα του κρατούμενου να δέχεται πληροφορίες από τον έξω κόσμο. Πάγια τακτική όμως είναι ο έλεγχος των γραμμάτων με την επίκληση λόγων ασφάλειας, αντιμετώπισης της διακίνησης ναρκωτικών κτλ. Σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει συστηματική κατακράτηση της αλληλογραφίας, γράμματα που χάνονται ή που καθυστερούν. Το ίδιο περίπου συμβαίνει και με την πρόσβαση των κρατούμενων και σε βιβλία ή στον Τύπο. Αυτή είτε απαγορεύεται εντελώς, είτε επιτρέπεται ένας μέγιστος αριθμός βιβλίων, περιοδικών ή εφημερίδων, αφού το καθένα από αυτά περάσει από έλεγχο. Στις τουρκικές φυλακές απομόνωσης οι κρατούμενοι δικαιούνται να διαθέτουν τρία βιβλία το μήνα εξαιρουμένων κάποιων που απαγορεύει η διοίκηση της φυλακής. Επιτρέπεται γενικά να διαβάζουν εφημερίδες, αλλά αφενός είναι υποχρεωμένοι να τις επιστρέφουν, αφετέρου κάποια άρθρα αφαιρούνται.(166)

Στα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού στην αρχή δεν επιτρέπονταν οι εφημερίδες, αλλά αργότερα οι κρατούμενοι μπορούσαν να παραγγέλνουν όσες και όποιες ήθελαν. Τα βιβλία επιτρέπονται, αλλά οι φύλακες τα ελέγχουν και πολύ συχνά τους αφαιρούν τα εξώφυλλα, με αποτέλεσμα κάποιοι κρατούμενοι να μη ζητάνε να τους δοθούν τα βιβλία τους στη φυλακή για να μην καταστρέφονται.

Συχνά επίσης έντυπα που απευθύνονται στους κρατούμενους, αλλά και η αλληλογραφία τους δεν τους παραδίδονται.(167) Η τηλεόραση και το ραδιόφωνο για τους κρατούμενους των φυλακών ύψιστης ασφάλειας και απομόνωσης δεν είναι απλά μέσο ενημέρωσης και πηγή πληροφοριών για το τι συμβαίνει στον έξω κόσμο. Είναι η μοναδική δυνατότητα ψυχαγωγίας ή τουλάχιστον ένα υποκατάστατό της, αφού σε αυτού του τύπου τις φυλακές απουσιάζει οποιοδήποτε πρόγραμμα ψυχαγωγίας, επιμόρφωσης ή εργασίας πλην ελάχιστων περιπτώσεων. Ακόμα και τα προγράμματα επιμόρφωσης όταν προβλέπονται, συνίστανται σε εκπομπές που μεταδίδονται στην τηλεόραση. Στη φυλακή Red Onion της Πολιτείας της Virginia των ΗΠΑ «αυτή τη στιγμή το μόνο εκπαιδευτικό πρόγραμμα διαθέσιμο στους φυλακισμένους είναι κάποια προγράμματα εξομοίωσης λυκειακής εκπαίδευσης στην τηλεόραση … Δεν υπάρχουν καθόλου προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης.»(168) Το πιο σημαντικό ίσως για τους έγκλειστους στη φυλακή απομόνωσης είναι ότι το ραδιόφωνο αλλά κυρίως η τηλεόραση, είναι τα μόνα μέσα που έχουν για να σπάσουν το καθεστώς απόλυτης αισθητηριακής αποστέρησης. Μέσα σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον από μπετόν και σίδερο η τηλεόραση είναι ένα παράθυρο στον φυσικό κόσμο, μια ψευδαίσθηση ανθρώπινης παρουσίας, μια ευκαιρία να ακούσουν τη φωνή κάποιου άλλου. Το ραδιόφωνο και η τηλεόραση αποκτούν έτσι ιδιαίτερα σημαντική διάσταση στη ζωή του κρατούμενου. Είναι όμως και η καλύτερη ευκαιρία ελέγχου των ερεθισμάτων και των πληροφοριών που παίρνει ο κρατούμενος, καθώς και ένα εργαλείο προπαγάνδας. «Η τηλεόραση και το ραδιόφωνο μπορούν να απαγορευθούν και όταν ακόμα επιτρέπονται ελέγχονται από τους φύλακες.»(169) Ο ήχος του ραδιοφώνου φτάνει στον φυλακισμένο από το ίδιο ηχείο με το οποίο του στέλνει εντολές η διεύθυνση των φυλακών. Ο φυλακισμένος έχει απλά τη δυνατότητα να κλείνει τη συσκευή της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου.

Στα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού, οι κρατούμενοι μπορούν να έχουν ένα ραδιόφωνο με μπαταρίες, αλλά όχι τηλεόραση.(170)

Τόσο ή τηλεόραση όσο και τα άλλα μέσα επικοινωνίας του κρατούμενου με τον έξω κόσμο, λόγω της κεφαλαιώδους σημασίας που έχουν για τον ίδιο, αποκτούν τεράστια δύναμη στα χέρια της διοίκησης των φυλακών. Ο αριθμός των τηλεφωνημάτων που μπορεί να κάνει ο φυλακισμένος, οι επισκέψεις που θα δεχθεί, η πρόσβασή του σε γραφική ύλη, στον Τύπο και σε βιβλία, το αν θα έχει τηλεόραση και για πόση ώρα, εξαρτώνται αποκλειστικά από τη διεύθυνση των φυλακών. Όλα αυτά θεωρούνται προνόμια τα οποία μπορούν να αφαιρεθούν ανά πάσα στιγμή, χωρίς να μπορεί ο κρατούμενος να τα διαπραγματευτεί. Στην ειδική μονάδα κράτησης της Indiana «αν και καμία πτέρυγα δεν είναι επίσημα καταχωρημένη ως «τιμητική» πτέρυγα ή πτέρυγα των τιμωρημένων, οι βαρυποινίτες εισέρχονται στη β’ ανατολική πτέρυγα, που θεωρείται η πιο «δύσκολη». Αν διατηρήσουν ιστορικό καλής διαγωγής, μπορεί να μεταφερθούν στην πτέρυγα α’, που είναι αρκετά πιο ήσυχη και που ένα μεγάλο ποσοστό φυλακισμένων έχει τηλεόραση … Στη φυλακή υπάρχουν περιορισμένα προνόμια που εξαρτώνται από την καλή συμπεριφορά. Τα ραδιόφωνα επιτρέπονται εξαρχής, αλλά οι κρατούμενοι δικαιούνται τηλεόραση μετά από τρεις μήνες καλής διαγωγής. Μετά από δώδεκα μήνες καλής διαγωγής μπορούν να βλέπουν τηλεόραση όλο το εικοσιτετράωρο αντί για δώδεκα ώρες.»(171) Βέβαια το ιστορικό καλής διαγωγής δεν εγγυάται κανένα από αυτά τα προνόμια. Η παντελής απουσία εγγυήσεων που να καλύπτουν το φυλακισμένο, συνδυασμένη με τη δυνατότητα των φυλάκων να παίρνουν και τις πιο αυθαίρετες αποφάσεις που αφορούν τη ζωή του, εντείνουν το αίσθημα πλήρους υποταγής. Ο κρατούμενος δεν έχει δικαιώματα, αλλά πιθανά προνόμια.

(163) Standard Minimum Rules for the Treatment of Prisoners, First United Nations congress on the prevention of crimes and the treatment of offenders, 1955 / (164) Συνέντευξη με τον Γιάννη Σερίφη, πρώην κρατούμενο στα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού. / (165) Virginia’s Red Onion state proson, Human Rights Watch, http://www.hrw.org/reports/1999/redonion/, 1999, σελ.8 / (166) Συνέντευξη με τον Cem Kara, πρώην κρατούμενο στη φυλακή τύπου F στην Kandira και τον Kenan Yildiz,  πρώην κρατούμενο στη φυλακή τύπου F στο Edirne (Ανδριανούπολη) της Τουρκίας. / (167) ο.π. (164) / (168) ο.π. (165), σελ.9 / (169) What is a supermax prison?, Alice Lynd, http://www.spunk.org/texts/prison/sp001611.txt, 1996, σελ.1 / (170) ο.π. (164) / (171) Cold Storage – Supermaximum security confinement in Indiana, Human Rights Watch, http://www.hrw.org/reports/1997/usind/, 1997, σελ.16,28

2.3 ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΤΟΨΕΙΣ, ΠΤΕΡΥΓΕΣ ΚΕΛΙΩΝ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ   2.3.1 ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟΙ ΤΥΠΟΙ ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΚΑΤΟΨΕΩΝ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ

XVIII. Άποψη του εσωτερικού του σωφρονιστικού καταστήματος του Stateville στην Πολιτεία Illinois των ΗΠΑ, που άνοιξε το 1919 και σχεδιάστηκε από τον C. Harrick Hammond. Πρόκειται για μία από τις ελάχιστες φυλακές που κατασκευάστηκε ακολουθώντας το αυθεντικό σχέδιο του Πανοπτικού του Τζέρεμυ Μπένθαμ.

XVIII. Άποψη του εσωτερικού του σωφρονιστικού καταστήματος του Stateville στην Πολιτεία Illinois των ΗΠΑ, που άνοιξε το 1919 και σχεδιάστηκε από τον C. Harrick Hammond. Πρόκειται για μία από τις ελάχιστες φυλακές που κατασκευάστηκε ακολουθώντας το αυθεντικό σχέδιο του Πανοπτικού του Τζέρεμυ Μπένθαμ.

Οι πρώτες τυπικές μορφές της γενικής κάτοψης των φυλακών απομόνωσης, η πανοπτική και η ακτινωτή φυλακή που κατά κάποιο τρόπο αποτελεί μετεξέλιξη της, έχουν ήδη αναφερθεί στο πρώτο μέρος. Σε αντίθεση με τον ακτινωτό τύπο που εφαρμόστηκε ευρύτατα, ελάχιστες φυλακές κατασκευάστηκαν με βάση τον τύπο του Πανοπτικού, έτσι όπως τον φαντάστηκε ο Μπένθαμ (Εικ.XVIII). Το Πανοπτικό ήταν μια πολύ σημαντική ιδέα που επηρέασε πολύ την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των φυλακών απομόνωσης αλλά στην πρακτική εφαρμογή της είχε πολύ σοβαρά ελαττώματα. «Η εφαρμογή των σχεδίων σε μεγάλη κλίμακα δεν επέτρεπε καλή οπτική επαφή, το ένα τρίτο των κελιών έμενε χωρίς ήλιο και τα σχέδια δεν προσέφεραν τη δυνατότητα του «ποιοτικού» διαχωρισμού των κρατουμένων.»(172) Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μορφές αυτές αναπτύχθηκαν με κεντρική ιδέα την εξυπηρέτηση της λειτουργίας της επιτήρησης και όχι της απομόνωσης. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε την εποχή εκείνη η σύγχρονη δυνατότητα της ηλεκτρονικής επιτήρησης με κάμερες κτλ, αναδείκνυε σε μέγιστο ζητούμενο για την αρχιτεκτονική των φυλακών, τη δυνατότητα εύκολου οπτικού ελέγχου ολόκληρης της φυλακής από ένα προνομιακό σημείο όπου θα τοποθετούνταν οι φύλακες και γενικότερα η διοίκηση.

Η ακτινωτή μορφή έλυσε το πρόβλημα με τον καλύτερο τρόπο: οι πτέρυγες με τα κελιά διατάσσονται ακτινωτά γύρω από ένα κεντρικό σημείο ελέγχου. Η σημασία του σημείου αυτού αναδεικνύεται και από την παρέμβαση του Υπουργού των Εσωτερικών της Γαλλίας το 1841. «Η κεντρική αίθουσα ελέγχου είναι ο άξονας του συστήματος. Χωρίς κεντρικό σημείο ελέγχου, δεν είναι δυνατόν να εξασφαλιστεί μια εξακολουθητική και γενικευμένη επιτήρηση, γιατί δεν μπορεί ποτέ κανείς να έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στη δραστηριότητα, στο ζήλο και στην εξυπνάδα του υπεύθυνου που επιτηρεί άμεσα τα κελιά … Πρέπει λοιπόν ο αρχιτέκτονας να συγκεντρώσει όλη την προσοχή του στο κεντρικό αυτό σημείο, γιατί υπάρχει εδώ ένα ζήτημα πειθαρχίας και οικονομίας. Όσο περισσότερο ακριβόλογη και άνετη είναι η επιτήρηση, τόσο μειώνεται η ανάγκη να αναζητήσει κανείς στην ανθεκτικότητα της οικοδομής εγγυήσεις ενάντια στις απόπειρες απόδρασης και ενάντια στην επικοινωνία των κρατούμενων ανάμεσά τους. Η επιτήρηση θα είναι τέλεια αν από μια κεντρική αίθουσα, ο διευθυντής ή ο αρχιφύλακας, χωρίς να αλλάξει θέση, βλέπει χωρίς κανείς να μπορεί να τον δει, όχι μόνο την είσοδο όλων των κελιών, αλλά ακόμα και το εσωτερικό των περισσότερων από αυτά όταν η πόρτα είναι ανοιχτή, καθώς και τους επιτηρητές που έχουν ταχθεί να φυλάνε τους κρατούμενους σε όλους τους ορόφους.»(173)

Ο Γάλλος υπουργός έχει συλλάβει σωστά το ζήτημα: οι λειτουργίες της επιτήρησης και της απομόνωσης αλληλοεξυπηρετούνται, η μεγιστοποίηση της δυνατότητας επιτήρησης των κρατουμένων διευκολύνει την ικανότητα της φυλακής να τους κρατάει απομονωμένους, ενώ ταυτόχρονα οι απομονωμένοι κρατούμενοι επιτηρούνται ευκολότερα. Η αλήθεια αυτή αποδεικνύεται από την αρχιτεκτονική πρακτική κατά τη διάρκεια της γέννησης του συστήματος του διαχωρισμού στην Πενσυλβανία. Η πρώτη απόπειρα κατασκευής απομονωτικής φυλακής στην Πενσυλβανία ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα William Strickland. Το σχέδιό του, η φυλακή του Pittsbourg, υλοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε το 1827 (Εικ.XIX).

XIX. Κάτοψη ισογείου της πρώτης Φυλακής του Pittsburgh, έργο του William Strickland, 1818-27.

XIX. Κάτοψη ισογείου της πρώτης Φυλακής του Pittsburgh, έργο του William Strickland, 1818-27.

Η ίδια η διάταξη της κάτοψης προδίκαζε μια τεράστια αποτυχία. Αν και σχεδιάστηκε με σκοπό την εφαρμογή της απόλυτης απομόνωσης «ελαττώματα στην κατασκευή της φυλακής κατέστησαν την υλοποίηση του συστήματος του διαχωρισμού αδύνατη. Οι κρατούμενοι μπορούσαν να συνομιλούν μεταξύ τους από τα κελιά τους χωρίς καμία δυσκολία.»(174) Έτσι «ο William Strickland μια σεβαστή και κοινώς αποδεκτή προσωπικότητα στην κοινωνία της Φιλαδέλφειας, απομακρύνθηκε από το πόστο του σαν αρχιτέκτονας και η δεύτερη φυλακή της Πενσυλβανίας στο Cherry Hill ανατέθηκε στον John de Haviland, ένα νεαρό μετανάστη, ο οποίος είχε έρθει στις Ηνωμένες Πολιτείες μόλις το 1816. Ο Haviland εισήγαγε το ακτινωτό σχέδιο από την Αγγλία και πέτυχε εκεί που ο Strickland είχε αποτύχει. Η επιτυχία του ήταν τόσο καταφανής, που το 1829 του ανατέθηκε η κατεδάφιση της φυλακής του Strickland, η κατασκευή της οποίας είχε ολοκληρωθεί μόλις δύο χρόνια πριν και η ανακατασκευή της στις γραμμές του δικού του σχεδίου στο CherryHill.»(175)

Παράλληλα με τις εξελίξεις στο σχεδιασμό της πτέρυγας των κελιών, νέοι τύποι κατόψεων εμφανίζονται τον 20ο αιώνα στις φυλακές απομόνωσης. Εδώ θα αναφερθούμε σε δύο πολύ συνηθισμένους: στις φυλακές τύπου τηλεγραφόξυλου (telephonepole) και στις φυλακές – ουρανοξύστες. Το 1898 ο γάλλος αρχιτέκτονας Francisque Henri Poussin σχεδιάζει τη φυλακή απομόνωσης Fresnes κοντά στο Παρίσι με την τεράστια για την εποχή χωρητικότητα των 2000 κρατουμένων (Εικ.XX).

XX. Η φυλακή Fresnes, που κατασκευάστηκε το 1898 κοντά στο Παρίσι και σχεδιάστηκε από τον Francisque Henri Poussin. Πρόκειται για την πρώτη φυλακή τύπου τηλεγραφόξυλου (telephonepole).

XX. Η φυλακή Fresnes, που κατασκευάστηκε το 1898 κοντά στο Παρίσι και σχεδιάστηκε από τον Francisque Henri Poussin. Πρόκειται για την πρώτη φυλακή τύπου τηλεγραφόξυλου (telephonepole).

Στόχος του Poussin ήταν ακριβώς να επιλύσει ριζικά το πρόβλημα της δημιουργίας φυλακών μεγάλης χωρητικότητας, καθώς οι ακτινωτές φυλακές από ένα σημείο και μετά έπαψαν να είναι λειτουργικές, διότι εάν οι πτέρυγες μεγάλωναν υπερβολικά σε μήκος, η φυλακή δεν μπορούσε πλέον να ελέγχεται από το μοναδικό κεντρικό σημείο. Η φυλακή Fresnes ήταν η πρώτη φυλακή τύπου τηλεγραφόξυλου. «Σύμφωνα με το σχέδιο αυτό τα κτίρια μπαίνουν κατά παράταξη, ενωμένα με έναν κεντρικό διάδρομο – ραχοκοκαλιά. Σε αντίθεση με το ακτινωτό σύστημα έχουμε εδώ καλύτερο φωτισμό και αερισμό των κελιών, καθώς και δυνατότητες επεκτάσεων του συγκροτήματος. Το σχέδιο του Poussin αποτέλεσε τη βάση για την ανάπτυξη των φυλακών τα τελευταία χρόνια, κυρίως για τις φυλακές μέγιστης ασφάλειας.»(176) Ο συγκεκριμένος σχεδιασμός θυσιάζει την ύπαρξη ενός και μοναδικού προνομιακού σημείου θέασης – επιτήρησης της φυλακής (το οποίο άλλωστε στην εποχή της ηλεκτρονικής επιτήρησης είναι άνευ σημασίας), για να δώσει τη δυνατότητα πραγματοποίησης συνεχών επεκτάσεων της φυλακής αλλά και απόλυτης απομόνωσης κάθε ξεχωριστής πτέρυγας κελιών από τις υπόλοιπες. Έτσι σε μια φυλακή τύπου τηλεγραφόξυλου μπορούν εύκολα να συνυπάρχουν πτέρυγες ύψιστης ασφάλειας και απομόνωσης και πτέρυγες συμβατικές. Ο συγκεκριμένος τύπος χρησιμοποιείται ευρύτατα σε σύγχρονες φυλακές απομόνωσης, ειδικά όταν αυτές δεν κατασκευάστηκαν από την αρχή για να αποτελέσουν αποκλειστικά τέτοιες φυλακές, αλλά απλά πρόκειται για φυλακές μεγάλης ασφάλειας που διαθέτουν και ιδιαίτερη πτέρυγα απομόνωσης. Γενικότερα θεωρείται ότι «το σύστημα telephone pole (τηλεγραφόξυλο) πληρεί τις περισσότερες προϋποθέσεις για την ικανοποίηση αναγκών αυξημένης πολυπλοκότητας, ιεράρχησης, απομόνωσης και ατομικής, ιδιαίτερης μεταχείρισης των φυλακισμένων.»(177)

Ένα άλλο παράδειγμα τύπου της αρχιτεκτονικής των φυλακών που χρησιμοποιείται αρκετά συχνά για την απομόνωση των κρατούμενων, είναι η φυλακή ουρανοξύστης που πρωτοεμφανίστηκε στις ΗΠΑ το 1922. Μια φυλακή αυτού του τύπου θεωρείται ότι παρέχει τα εξής πλεονεκτήματα. «Λύνει το πρόβλημα στις περιπτώσεις μικρών αστικών οικοπέδων. Μας εξασφαλίζει από πλευράς ασφάλειας και μας απαλλάσσει από τους δαπανηρούς τοίχους περίφραξης. Ελαττώνει τις περιπτώσεις αποδράσεων. Απλουστεύει τον έλεγχο (γιατί οι φυλακισμένοι σε κάθε όροφο χωρίζονται σε ολιγάριθμες ομάδες χωρίς μάλιστα να χάνεται η συγκεντρωτικότητά τους). Απαιτεί μικρή επιφάνεια οικοπέδου που φυλάγεται εύκολα και τέλος στις περισσότερες περιπτώσεις κατεβάζει το κόστος κατασκευής και λειτουργίας.»(178) Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι «στις περιπτώσεις φυλακών μορφής ουρανοξύστη δημιουργούνται υπαίθριοι χώροι αναψυχής στο δώμα του κτιρίου.»(179) Άλλωστε το να χρησιμοποιούνται οι ταράτσες των κτιρίων για τις ανάγκες του προαυλισμού είναι κάτι το συνηθισμένο σε πολλές φυλακές μεγίστης ασφαλείας ανεξαρτήτως τύπου. Στην κεντρική ιδέα της φυλακής – ουρανοξύστη βασίζεται και η φυλακή Stammheim στη Στουτγάρδη της Γερμανίας (Εικ.ΧΧIX). Για κάποιους ειδικούς του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, οι φυλακές – ουρανοξύστες «θέτουν σοβαρούς περιορισμούς. Είναι κατάλληλες για την κράτηση μόνο για σύντομες περιόδους και όχι για όσους εκτίουν ποινές μακράς διάρκειας. Η χρήση τους είναι ή θα έπρεπε τουλάχιστον να είναι περιορισμένη σε περιπτώσεις προφυλάκισης ή μικρών ποινών.»(180)

(172) Η αναζήτηση για τον ιδανικό τρόπο εξόντωσης – Φυλακές και αρχιτεκτονική, Winfried Reebs, Εκδ. «Εκδόσεις Αμηχανία», 1988, σελ.22 / (173) Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Michel Foucault, Εκδ. «Εκδόσεις Ράππα», 1976, σελ.325-326 / (174) The fabrication of virtue – English prison architecture 1750-1840, Robin Evans, Εκδ. «Cambridge University Press», 1982, σελ.318 / (175) ο.π. (174), σελ.320 / (176) Η αρχιτεκτονική των φυλακών – Από πλευράς κοινωνικής, πολεοδομικής και κτιριολογικής, Γιάννης Τριανταφυλλίδης, Εκδ. «Δημοσιεύματα Εταιρείας Προστασίας Αποφυλακιζομένων Θεσσαλονίκης», 1964, σελ.59 / (177) ο.π. (172), σελ.38 / (178) ο.π. (176), σελ. 152 / (179) ο.π. (176), σελ.185 / (180) Prison architecture – An international survey of representative closed institutions and analysis of current trends in prison design, United Nations Social Defence Research Institute, The evolution of prison, Leslie Fairweather, Εκδ. «The Architectual Press Ltd.», 1975, σελ.30

2.3.2 Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΤΗΣ ΠΤΕΡΥΓΑΣ ΚΕΛΙΩΝ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ

Παράλληλα με τη μορφή της γενικής κάτοψης εξελίχθηκε και η μορφή της πτέρυγας με τα κελιά σε σχέση με την απομόνωση. Οι λύσεις που δόθηκαν ορισμένες φορές είναι πολύ ευρηματικές. Η γνωστή από το πρώτο μέρος πτέρυγα εξωτερικών κελιών του συστήματος του διαχωρισμού γνώρισε μια σειρά από βελτιώσεις. Ένα πρόβλημα που κατ’ αρχήν αντιμετώπισαν οι σχεδιαστές των φυλακών ήταν να απομονώσουν τους κρατούμενους που βρίσκονταν σε κελιά αντικριστά μεταξύ τους.

ΧΧI. Η νέα πτέρυγα της Κομιτειακής φυλακής Fisherton Anger του 1791.

ΧΧI. Η νέα πτέρυγα της Κομιτειακής φυλακής Fisherton Anger του 1791.

Μια πρώτη προσπάθεια παρατηρείται στη νέα πτέρυγα της κομιτειακής φυλακής Fisherton Anger το 1784 (Εικ.ΧΧI), όπου οι πόρτες των κελιών τοποθετούνται με τέτοιο τρόπο ώστε οι κρατούμενοι από το άνοιγμά τους να αντικρίζουν τον τοίχο και όχι την είσοδο του απέναντι κελιού. Πολύ πιο αποτελεσματική είναι η λύση που επιλέγεται στην κομιτειακή φυλακή του Winchester το 1787 (Εικ.ΧΧΙI), όπου έχουν κτιστεί τοίχοι στη μέση των διαδρόμων μεταξύ των κελιών. Μια πολύ εξυπνότερη λύση παρουσιάστηκε από τον αρχιτέκτονα William Blackburn, ο οποίος κατάφερε να διαιρέσει μια διώροφη πτέρυγα σε τέσσερα διαχωρισμένα τμήματα με ανεξάρτητους χώρους κίνησης, σχεδιάζοντας ένα διάδρομο πρόσβασης στη μία πλευρά της πτέρυγας των κελιών και έναν εξωτερικό διάδρομο – εξώστη ή ένα μονοπάτι στην άλλη πλευρά.

ΧΧII. Η μικρή Κομιτειακή Φυλακή του Winchester, 1787, κάτοψη ισογείου. Παρατηρούμε έξι κελιά απομόνωσης, τα οποία διαθέτουν ατομικό προαύλιο. Επίσης έχουν κτιστεί τοίχοι στη μέση των διαδρόμων των κελιών έτσι ώστε να ενισχύεται η αίσθηση της απομόνωσης.

ΧΧII. Η μικρή Κομιτειακή Φυλακή του Winchester, 1787, κάτοψη ισογείου. Παρατηρούμε έξι κελιά απομόνωσης, τα οποία διαθέτουν ατομικό προαύλιο. Επίσης έχουν κτιστεί τοίχοι στη μέση των διαδρόμων των κελιών έτσι ώστε να ενισχύεται η αίσθηση της απομόνωσης.

Το 1822 ο Thomas le Breton αντιγράφει και ταυτόχρονα βελτιώνει την παραπάνω τεχνική του Blackburn (Εικ.ΧΧΙΙI). «Στις αρχές του 19ου αιώνα μια από τις πιο αυθεντικές συνεισφορές στην τεχνική του διαχωρισμού των κρατουμένων έγινε από τον αξιωματούχο των φυλακών Thomas le Breton, ο οποίος δημοσίευσε ένα έξυπνο σχέδιο με τομές μιας πτέρυγας ακτινωτής φυλακής, στην οποία τα παράθυρα είχαν αντικατασταθεί από φωταγωγούς στην οροφή των κελιών του ορόφου για να αποτραπούν οι κρατούμενοι από το να κοιτάζουν κάτω στις παρακείμενες αυλές. Επίσης αντέγραψε την τεχνική του Blackburn».(181)

XΧΙΙI. Τομές μιας πτέρυγας ακτινωτής φυλακής, σχεδιασμένες από τον Thomas le Breton.

XΧΙΙI. Τομές μιας πτέρυγας ακτινωτής φυλακής, σχεδιασμένες από τον Thomas le Breton.

Στις αρχές του 19ου αιώνα οι πτέρυγες των φυλακών απομόνωσης από τριώροφες γίνονται διώροφες για να μην μπορούν οι κρατούμενοι στους πάνω ορόφους να κοιτάζουν έξω από τον εξωτερικό τοίχο της φυλακής. Τυπικό παράδειγμα είναι η ανακατασκευή της κομιτειακής φυλακής Fisherton Anger το 1817 (Εικ.ΧΧΙV). «Γίνονταν προσπάθεια τα κτίρια των φυλακών να παραμένουν πολύ χαμηλά ώστε να αποτρέπονται οι φυλακισμένοι στους πάνω ορόφους να κοιτάζουν έξω, πάνω από τον εξωτερικό τοίχο της φυλακής και αυτό ήταν ο παράγοντας που έκανε τα κτίρια να καταλαμβάνουν τόσο μεγάλη έκταση.»(182) Μια σειρά από τεχνικές βελτιώσεις που είχαν να κάνουν με τα παράθυρα των κελιών και το σύστημα εξαερισμού, παρέχοντας πιο αποτελεσματικές λύσεις που εξυπηρετούν την αισθητηριακή αποστέρηση των κρατούμενων, επέτρεψαν στις φυλακές απομόνωσης αργότερα, όπως θα δείξουμε, να ξαναποκτήσουν τον χαμένο όροφο χωρίς να καταφύγουν στην πολυδάπανη επιλογή να αυξήσουν το ύψος του εξωτερικού τοίχου. (Πάντως ακόμα και κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα οι ειδικοί συνέχισαν να θεωρούν ότι «οι ψηλοί και στέρεοι περιφερειακοί τοίχοι … επιδρούν ψυχολογικά … εμποδίζοντας τη θέα του εξωτερικού κόσμου.»)(183)

XΧΙV. Όψη από το εσωτερικό της Κομιτειακής Φυλακής του Fisherton Anger, η οποία ανακατασκευάστηκε το 1817 από τον Richard Ingleman.

XΧΙV. Όψη από το εσωτερικό της Κομιτειακής Φυλακής του Fisherton Anger, η οποία ανακατασκευάστηκε το 1817 από τον Richard Ingleman.

Μέχρι τότε οι τεράστιες διώροφες φυλακές έγιναν εξαιρετικά δαιδαλώδεις χάρη στο μεγάλο μήκος των διαδρόμων τους, στη συμμετρία της κάτοψης που εξυπηρετούσε την επιτήρηση και στην έλλειψη θέας του εξωτερικού κόσμου που εξυπηρετούσε την απομόνωση. «Σε όλες τις πολυγωνικές φυλακές διάδρομοι ατελείωτου μήκους είχαν κατασκευαστεί για να εξυπηρετήσουν την αστυνόμευσή τους. Μέσα σε αυτούς τους διαδρόμους ήταν πολύ εύκολο να χάσει κανείς κάθε αίσθηση προσανατολισμού, καθώς δεν υπήρχαν ούτε διακριτά χαρακτηριστικά σημεία μέσα στη φυλακή, ούτε ορατά ορόσημα έξω από αυτή. Ο Arthur Griffiths περιγράφοντας την πιο λαβυρινθώδη από όλες, αυτή του Millbank, με τις «γωνίες κάθε είκοσι γιάρδες, τα ελικοειδή κλιμακοστάσια, τους σκοτεινούς διαδρόμους, τις αναρίθμητες πόρτες και πύλες», παραθέτει την ιστορία ενός δεσμοφύλακα, ο οποίος ύστερα από πολλά χρόνια υπηρεσίας ήταν ανίκανος να βρει το δρόμο του μέσα στα δύο και τρία τέταρτα μίλια διαδρόμου χωρίς τη βοήθεια ενός κομματιού κιμωλίας.»(184)

XXV. Το εσωτερικό μιας πτέρυγας κελιών της Πρότυπης Φυλακής του Pentonville που ολοκληρώθηκε το 1842. Παρατηρούμε ότι η διάταξη της στοάς είναι παρόμοια με αυτή του Σωφρονιστικού Καταστήματος της Ρώμης που κατασκευάστηκε το 1704.

XXV. Το εσωτερικό μιας πτέρυγας κελιών της Πρότυπης Φυλακής του Pentonville που ολοκληρώθηκε το 1842. Παρατηρούμε ότι η διάταξη της στοάς είναι παρόμοια με αυτή του Σωφρονιστικού Καταστήματος της Ρώμης που κατασκευάστηκε το 1704.

Μια εξέλιξη που ακολούθησε λίγο μετά ήταν η αντικατάσταση των διαδρόμων ανάμεσα στα κελιά στους ορόφους, από διαδρόμους – εξώστες, με προφανή στόχο την διευκόλυνση της επιτήρησης. Οι πτέρυγες των κελιών παίρνουν έτσι τη μορφή της θολωτής στοάς, μια μορφή που είχε πραγματοποιηθεί πάνω από εκατό χρόνια πριν, το 1704 στο σωφρονιστικό κατάστημα της Ρώμης, για να ανακαλυφθεί ξανά στην Ευρώπη το 1837 (Εικ.ΧΧV). «Το 1837, οι William Crawford και Whitworth Russel, δημοσίευσαν μια σειρά από επτά ιδανικά σχέδια για κομιτειακές φυλακές, βασισμένα όπως δήλωσαν, σε σχέδια με τα οποία τους είχε εφοδιάσει ο Haviland στη Φιλαδέλφεια, αλλά η μορφή των φυλακών αυτών διέφερε αρκετά από το Cherry Hill. Δεν υπήρχαν καθόλου διάδρομοι. Στενοί σιδερένιοι διάδρομοι – εξώστες συνέδεαν τους διάφορους ορόφους των κελιών με αμφότερες τις πλευρές μιας ευρύτερης θολωτής στοάς. Η διευθέτηση η οποία δεν διέφερε πολύ από το σωφρονιστικό κατάστημα της Ρώμης του Carlo Fontana, υιοθετήθηκε και από τον Joshua Jebb στο σχεδιασμό της πρότυπης φυλακής του Pentonville. Η εκ νέου εισαγωγή των εσωτερικών στοών φαίνεται ότι προέκυψε όχι από το σύστημα του διαχωρισμού της Φιλαδέλφειας, αλλά από τις φυλακές της Νέας Υόρκης που ακολουθούσαν το σύστημα της σιωπής και όπου η απόλυτη και καθολική επιτήρηση ήταν ουσιαστική για τη διοίκηση.»(185)

XXVI. Το εσωτερικό της πτέρυγας κελιών της φυλακής Sing-Sing.

XXVI. Το εσωτερικό της πτέρυγας κελιών της φυλακής Sing-Sing.

Οι πτέρυγες με τα κελιά σε πολλές αμερικάνικες φυλακές ύψιστης ασφάλειας του 20ου αιώνα, αποτελούν εξέλιξη της τυπικής πτέρυγας με τα εσωτερικά κελιά των φυλακών του συστήματος της σιωπής των αρχών του 19ου αιώνα. Στο «εγχειρίδιο για το σχεδιασμό και την κατασκευή των σωφρονιστικών ιδρυμάτων» που δημοσίευσε το ομοσπονδιακό γραφείο για τις φυλακές των ΗΠΑ το 1949, προωθήθηκε μια καινούρια κεντρική ιδέα σε σχέση με την ασφάλεια και την απομόνωση. Η ιδέα αυτή μπορεί καλύτερα να περιγραφεί, συγκρίνοντας μια παλιά φυλακή του συστήματος της σιωπής (πχ τη διαβόητη φυλακή Sing-Sing) και μια νεότερη φυλακή – πειθαρχείο.

XXVII. Τυπική τομή πτέρυγας εσωτερικών κελιών φυλακής υψίστης ασφαλείας. Δημοσιεύτηκε το 1949 στις ΗΠΑ.

XXVII. Τυπική τομή πτέρυγας εσωτερικών κελιών φυλακής υψίστης ασφαλείας. Δημοσιεύτηκε το 1949 στις ΗΠΑ.

Στην παλιά φυλακή Sing-Sing (Εικ.ΧΧVI) η κεντρική πτέρυγα περιείχε μία σειρά από εσωτερικά κελιά που όλα βρίσκονταν μέσα σε ένα κτίριο και σε όλα η πρόσβαση γίνονταν μέσω ενός κοινού διάδρομου – εξώστη. Τα ελαττώματα είναι προφανή: δεν υπήρχε δυνατότητα κατάλληλου διαχωρισμού των κρατουμένων, η επιτήρηση και ο έλεγχος δυσχεραίνονταν, ειδικά όταν εξελίσσονταν στάσεις κρατουμένων και τα κελιά ήταν σκοτεινά και συγκέντρωναν λίγο φυσικό φως. Ο σχεδιασμός των νεότερων φυλακών – πειθαρχείων ενσωμάτωνε μια απλή επινόηση για το φωτισμό ολόκληρης της πτέρυγας με τα κελιά μέσω ενός κεκλιμένου φωταγωγού στην οροφή αντί για παράθυρα στον πλαϊνό τοίχο (Εικ.ΧΧVII). «Τα πλεονεκτήματα αυτού του νέου σχεδιασμού της πτέρυγας των κελιών είναι όπως φαίνεται και στην τομή τα ακόλουθα. Η μέγιστη δυνατή επιτήρηση επιτυγχάνεται με το ελάχιστο προσωπικό. Όλες οι πτέρυγες με τα κελιά είναι δυνατόν να αποκλειστούν και να απομονωθούν από τις άλλες μονάδες, ενώ διατηρείται το συμπαγές στοιχείο του σχεδίου του SingSing. Οι εξώστες επιτήρησης σχεδιάζονται πάνω από τους διαδρόμους των κελιών και εξασφαλίζουν εξαιρετική θέα όλων των κελιών κάθε πτέρυγας. Κάθε κελί δέχεται τη μέγιστη ποσότητα φυσικού φωτός από τους φωταγωγούς της οροφής (χωρίς να επιτρέπει τη θέα εκτός της φυλακής για τους κρατούμενους). Οι πτέρυγες αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε κάθε τύπου σχέδιο φυλακής, αλλά ειδικότερα στη μορφή τύπου τηλεγραφόξυλου (telephone pole). Η εύκολη πρόσβαση σε όλα τα υπόλοιπα τμήματα της φυλακής και στα εργαστήρια εξασφαλίζεται από τις αρετές της συμπαγούς διαρρύθμισης των κελιών.»(186)

(181) The fabrication of virtue – English prison architecture 1750-1840, Robin Evans, Εκδ. «Cambridge University Press», 1982, σελ.261 / (182) ο.π. (181), σελ.286 / (183) Η αρχιτεκτονική των φυλακών – Από πλευράς κοινωνικής, πολεοδομικής και κτιριολογικής, Γιάννης Τριανταφυλλίδης, Εκδ. «Δημοσιεύματα Εταιρείας Προστασίας Αποφυλακιζομένων Θεσσαλονίκης», 1964, σελ.207 / (184) ο.π. (181), σελ.291 / (185) ο.π. (181) σελ.342-344 / (186) Prison architecture – An international survey of representative closed institutions and analysis of current trends in prison design, United Nations Social Defence Research Institute, The evolution of prison, Leslie Fairweather, Εκδ. «The Architectual Press Ltd.», 1975, σελ.31

2.3.3 ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ

Η φυλακή Stammheim είναι ένα από τα πρώτα παραδείγματα φυλακών μέγιστης ασφάλειας, της οποίας ένα τμήμα μετατράπηκε σε φυλακή απομόνωσης. Το συγκρότημα των φυλακών αποτελείται από τέσσερα τμήματα. Θα ασχοληθούμε μόνο με την πτέρυγα των ανδρών στον έβδομο όροφο της οποίας διαμορφώθηκε το τμήμα απομόνωσης, όπου τον Απρίλη του 1974 μεταφέρθηκαν τα μέλη της RAF (Εικ.ΧΧVΙΙI). Αργότερα μετατράπηκε σε τμήμα απομόνωσης και το υπόγειο της ίδιας πτέρυγας.

ΧΧVIII. Κάτοψη ορόφου της πτέρυγας με τα κελιά της φυλακής Stammheim.

ΧΧVIII. Κάτοψη ορόφου της πτέρυγας με τα κελιά της φυλακής Stammheim.

XXIX. Τομή της πτέρυγας με τα κελιά της φυλακής Stammheim.

XXIX. Τομή της πτέρυγας με τα κελιά της φυλακής Stammheim.

Κατ’ αρχήν η πτέρυγα των ανδρών έχει κατασκευαστεί με δομή φυλακής ουρανοξύστη με επτά ορόφους, ισόγειο και υπόγειο. Το δώμα της πτέρυγας διαμορφώθηκε μεταγενέστερα σε χώρο προαυλισμού για όσους κρατούνται στην απομόνωση, με την προσθήκη ενός στεγάστρου. Κάθε όροφος αποτελείται από δύο σειρές κελιών οι οποίες εκτείνονται εκατέρωθεν ενός εσωτερικού διαδρόμου. Η πτέρυγα που έχει μήκος περίπου εκατό μέτρων διαθέτει ένα κεντρικό κλιμακοστάσιο και δύο βοηθητικά. Κατά μήκος του διαδρόμου και στην κεντρική του ζώνη υπάρχουν επίσης δύο κλιμακοστάσια τα οποία επιτρέπουν την επικοινωνία ανά τρεις ορόφους (από τον πρώτο οδηγούμαστε στον τρίτο και από τον τέταρτο στον έκτο). Στη θέση του κεντρικού κλιμακοστασίου γίνεται μια κάμψη της διεύθυνσης του κορμού της πτέρυγας. Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και το προσωπικό ασφάλειας του κάθε ορόφου σε έναν θάλαμο που εξέχει μέσα στον κεντρικό διάδρομο, ώστε να έχει άμεση οπτική επαφή με τα δύο σκέλη του διαδρόμου και με τις πόρτες των κελιών. Η επιλογή του εβδόμου ορόφου και του υπογείου δεν ήταν τυχαία αφού είναι οι μόνοι όροφοι στους οποίους ο εσωτερικός διάδρομος δεν επικοινωνεί με τους υπόλοιπους ορόφους μέσω της διαμήκους σκάλας που επιτρέπει την οπτική και ακουστική επαφή (Εικ.ΧΧIX). Ανάμεσα σε κάθε δύο κελιά των φυλακισμένων μελών της RAF είχε αφεθεί ένα κενό κελί, όπως κενό ήταν και το κελί που βρισκόταν ακριβώς από κάτω τους στον έκτο όροφο. Έτσι δεν είχαν ακουστική επικοινωνία μεταξύ τους, ούτε και με κανέναν άλλο κρατούμενο.

Οι φυλακές απομόνωσης της νεότερης περιόδου έχουν ιστορία τριάντα χρόνων (ίσως σαράντα, αν υπολογίσουμε τη μεταβατική περίοδο της δεκαετίας του ’70). Όπως αναφέρθηκε και στο κεφάλαιο 2.1, στο πρώτο διάστημα, δηλαδή κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ήταν συνηθισμένο να μετατρέπονται πτέρυγες φυλακών μέγιστης ασφάλειας σε φυλακές απομόνωσης. Αυτό γινόταν με προσαρμογή των κελιών (περισσότερες λεπτομέρειες στο κεφάλαιο 2.5.1) και των χώρων προαυλισμού στις νέες απαιτήσεις. Οι χώροι επισκέψεων δεν χρειάστηκε να υποστούν σημαντικές αλλαγές, αφού ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, εφαρμοζόταν σχεδόν αποκλειστικά το σύστημα των κλειστών επισκέψεων στις φυλακές μέγιστης ασφάλειας.

Γρήγορα όμως φάνηκε ότι οι ιδιαίτερες ανάγκες των φυλακών απομόνωσης δεν μπορούσαν να καλυφθούν από κτίρια που είχαν κατασκευαστεί για άλλο σκοπό. Το λειτουργικό κόστος μιας φυλακής που έχει διαφορετικές προδιαγραφές και λειτουργεί ως φυλακή απομόνωσης, είναι πολύ μεγαλύτερο και υπερσκελίζει τη διαφορά του κόστους ανακατασκευής μιας φυλακής, σε σχέση με την κατασκευή μιας καινούριας φυλακής από την αρχή. Άλλωστε η ολοένα και μεγαλύτερη «ζήτηση» τέτοιων ιδρυμάτων, γρήγορα έθεσε επί τάπητος μια σειρά από νέες προκλήσεις.

Οι κρατούμενοι θα έπρεπε να είναι κλεισμένοι 22,5 με 23,5 ώρες ημερησίως στο κελί τους και άρα αυτό θα έπρεπε να εξυπηρετεί μια σειρά από λειτουργίες που στις συμβατικές φυλακές καλύπτονταν σε άλλους χώρους. Οι κοινόχρηστοι χώροι με τη συμβατική έννοια δεν υπάρχουν. Δεν είναι επιτρεπτή η συγκέντρωση φυλακισμένων στον ίδιο χώρο, ακόμα και όταν ο κρατούμενος πρέπει να βγει από το κελί του, γεγονός που είναι απαραίτητο για να εκτελεστούν διάφορες δραστηριότητες. Οποιαδήποτε μεταφορά κρατούμενου από το κελί του σε άλλο χώρο, πρέπει να γίνεται υπό το καθεστώς της αυστηρής επιτήρησης τουλάχιστον δύο δεσμοφυλάκων οι οποίοι τον συνοδεύουν για όλο το διάστημα που βρίσκεται εκτός κελιού.

Ένα από τα βασικότερα προβλήματα που πρέπει να λυθούν είναι η τοποθέτηση του φυλακτικού προσωπικού, το οποίο είναι πολλαπλάσιο μια συμβατικής φυλακής αντίστοιχης χωρητικότητας. Όλες οι υπηρεσίες που σε άλλες φυλακές εξυπηρετούνται ομαδικά (όπως το φαγητό, η υγιεινή κτλ) στις φυλακές απομόνωσης πρέπει να παρασχεθούν ατομικά. Σε μία συμβατική φυλακή οι λειτουργίες αυτές, είτε δεν απαιτούν επιτήρηση, είτε αυτή είναι πολύ πιο περιορισμένη και αυτό μειώνει κατακόρυφα τις απαιτήσεις σε προσωπικό. Εκτός αυτού είναι απαραίτητη η επικοινωνία, η επιτήρηση και η παροχή ορισμένων υπηρεσιών μέσα στο κελί, εφόσον ο κρατούμενος είναι αναγκασμένος να παραμείνει εκεί όλη σχεδόν την ημέρα.

Παράλληλα η αναγκαιότητα της μη συνεύρεσης των κρατούμενων σε όλο το διάστημα των διαφορετικών μετακινήσεων και δραστηριοτήτων τους εκτός του κελιού θέτει άλλα προβλήματα στο σχεδιασμό: δεν είναι δυνατόν για παράδειγμα να εξυπηρετηθούν όλοι οι κρατούμενοι από μια κεντρική αυλή, όσο και αν ελαχιστοποιηθεί ο χρόνος προαυλισμού, ούτε είναι δυνατόν όλες οι κινήσεις να εξυπηρετούνται από έναν ή περιορισμένους κεντρικούς διαδρόμους, γιατί αυτό θα έκανε αδύνατη την πραγματοποίηση του στόχου οι κρατούμενοι να μην συναντούνται ποτέ.

Το σύνολο αυτών των προβλημάτων επιδιώκεται να λυθεί στις φυλακές απομόνωσης με συγκεκριμένους τρόπους. Χρησιμοποιούνται ηλεκτρονικά συστήματα, ώστε η επικοινωνία των κρατουμένων με το φυλακτικό προσωπικό, αλλά και μέρος της επιτήρησης και των παρεχόμενων υπηρεσιών να μπορούν να εκτελούνται από απόσταση (κεφάλαια 2.4 και 2.5) και να μην είναι απαραίτητη η μετακίνηση του προσωπικού των φυλακών. Ελαχιστοποιούνται οι απαιτούμενες αποστάσεις, τόσο σε μήκος, όσο και σε αριθμό, ώστε να περιοριστεί η χρονική διάρκεια των επιτηρούμενων διαδρομών. Γίνεται κατάτμηση των χώρων που θα χρησιμοποιούνται εκ περιτροπής από τους κρατούμενους και διαχωρίζονται οι χώροι κίνησης, ώστε οι κρατούμενοι να μην συναντούνται.

Οι προδιαγραφές που περιγράφονται παραπάνω, αποτελούν εκτός των άλλων και τα νέα ζητούμενα στο σχεδιασμό των φυλακών απομόνωσης που οδήγησαν σε καινούριες λύσεις, οι οποίες όμως αξιοποίησαν τους ήδη υπάρχοντες αρχιτεκτονικούς τύπους φυλακών. Το σύνολο των κελιών χωρίζεται σε μικρότερες ομάδες οι οποίες αποτελούν ξεχωριστά τμήματα μέσα στη φυλακή. Κάθε ένα από αυτά τα τμήματα έχει ένα βαθμό ανεξαρτησίας από την υπόλοιπη φυλακή, καθώς και ένα θάλαμο από τον οποίο οι φύλακες επιτηρούν όσο το δυνατόν περισσότερες κινήσεις γίνονται στα όρια του τμήματος. Μέσα σε κάθε τέτοιο τμήμα υπάρχουν όλοι οι χώροι που θα χρησιμοποιεί ο κρατούμενος, εκτός από το επισκεπτήριο. Υπάρχει ένας αριθμός κλειστών χώρων γυμναστικής, τα ντους όταν αυτά είναι εκτός κελιών, αίθουσες συνάντησης με σωφρονιστικούς συμβούλους και μικρές νομικές βιβλιοθήκες. Σε επαφή με τον κορμό του τμήματος βρίσκονται πολλοί μικροί χώροι προαυλισμού.

ΧΧΧ. Ο κεντρικός θάλαμος ελέγχου σύγχρονης φυλακής απομόνωσης στις ΗΠΑ.

ΧΧΧ. Ο κεντρικός θάλαμος ελέγχου σύγχρονης φυλακής απομόνωσης στις ΗΠΑ.

Έτσι ένας κρατούμενος μπορεί να βρίσκεται για χρόνια στη φυλακή, χωρίς να έχει δει ποτέ το μεγαλύτερο μέρος της, αφού όλες του οι κινήσεις γίνονται στον περιορισμένο χώρο του τμήματος. Αυτό όμως που έκανε δυνατή τη διάσπαση του ενός σημείου επιτήρησης σε περισσότερα, είναι η ύπαρξη ενός «απομακρυσμένου κεντρικού θαλάμου ελέγχου, που ενεργοποιεί ηλεκτρονικά τις πόρτες των κελιών, τις πόρτες των ντους, τις εισόδους σε κάθε τμήμα, καθώς και μια σειρά από λειτουργίες σε αυτό. (Εικ.ΧΧΧ)»(187) Με αυτόν τον τρόπο απλοποιείται πολύ το πρόβλημα της κατάτμησης των χώρων, της ανεξαρτησίας των κινήσεων και του περιορισμού του μήκους τους. Επιπλέον διευκολύνεται η οπτική επιτήρηση, η οποία παρά τη χρήση των ηλεκτρονικών μέσων εξακολουθεί να παίζει σημαντικό ρόλο. Μπορούν έτσι να χρησιμοποιηθούν μια σειρά από μεθόδους που αναφέρθηκαν ήδη και βασίζονται στο δίπολο επιτήρηση – απομόνωση.

Οι δύο φυλακές απομόνωσης της Πολιτείας Indiana των ΗΠΑ, που θα περιγράψουμε, είναι τυπικά παραδείγματα ιδρυμάτων που πληρούν όλες τις καινούριες αρχές σχεδιασμού, οι οποίες αναφέρθηκαν προηγουμένως. Και οι δύο αυτές φυλακές κατασκευάστηκαν εξαρχής για να αποτελέσουν αποκλειστικά φυλακές απομόνωσης, η πρώτη το 1991 και η δεύτερη το 1993. «Τα τέσσερα πανομοιότυπα τμήματα του ιδρύματος μέγιστου ελέγχου (maximum control facility) της Πολιτείας της Indiana των ΗΠΑ, αποκαλούνται τμήμα A, B, C και D αντίστοιχα. Θυμίζοντας το διάσημο Πανοπτικό του Τζέρεμυ Μπένθαμ, κάθε τμήμα βρίσκεται γύρω από ένα υπερυψωμένο κέντρο ελέγχου με γυάλινους τοίχους. Γύρω από το κέντρο ελέγχου υπάρχουν τέσσερις διώροφες πτέρυγες κελιών: κάθε μία έχει δεκατέσσερα κελιά (συμπεριλαμβανομένου ενός που προορίζεται για περιφερειακή νομική βιβλιοθήκη) και δύο ντους. Κάθε τμήμα διαθέτει επίσης δύο κλειστούς χώρους άσκησης, ένα δωμάτιο ιατρικής εξέτασης και δύο μικρά δωμάτια για σωφρονιστικούς συμβούλους. Οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι που βρίσκονται στο κέντρο ελέγχου, μπορούν να επιτηρούν οπτικά τους διαδρόμους κάθε πτέρυγας, το μπροστινό μέρος κάθε κελιού και το εσωτερικό όλων των χώρων προαυλισμού και άσκησης από την ανοιχτή πλευρά τους. Μπορούν επίσης να ελέγχουν τις εισόδους του τμήματος, αλλά όχι τις πόρτες των κελιών, οι οποίες έχουν δίπλα τους αυτόνομα χειριστήρια.

Τα τέσσερα πανομοιότυπα τμήματα της ειδικής μονάδας κράτησης (special housing unit) της Indiana είναι κάπως μεγαλύτερα από αυτά του ιδρύματος μέγιστου ελέγχου και διαφορετικά σχεδιασμένα. Μετά την είσοδο στην ειδική μονάδα κράτησης, βρίσκει κανείς έναν κεντρικό διάδρομο. Στη μία κατεύθυνση βρίσκεται η πλευρά Α, με τα τμήματα Α ανατολικό και Α δυτικό, εκατέρωθεν του διαδρόμου. Στην άλλη κατεύθυνση βρίσκεται η πλευρά Β με τα τμήματα Β ανατολικό και Β δυτικό αντίστοιχα. Το τμήμα Β δυτικό διαφέρει από τα άλλα τρία στο ότι στεγάζει κρατούμενους που εκτίουν μικρής διάρκειας πειθαρχική απομόνωση, ενώ τα υπόλοιπα φυλάσσουν κρατούμενους που προέρχονται από τις άλλες φυλακές της Πολιτείας και στάλθηκαν στην ειδική μονάδα κράτησης για απομόνωση μακράς διάρκειας. Πάνω από τους μισούς κρατούμενους είναι ψυχικά ασθενείς, όταν ο ίδιος δείκτης για το σύνολο των κρατούμενων είναι 5%. Στην ειδική μονάδα κράτησης, όπως και στο ίδρυμα μέγιστου ελέγχου, υπάρχουν τέσσερα διαφορετικά τμήματα που το καθένα έχει ένα κέντρο ελέγχου. Οι έξι διώροφες πτέρυγες κάθε τμήματος φεύγουν ακτινωτά από το κέντρο σε τρία παράλληλα ζεύγη. Μία γυάλινη οροφή καλύπτει το χώρο ανάμεσα σε κάθε δύο παράλληλες πτέρυγες, επιτρέποντας σε μία περιορισμένη ποσότητα φυσικού φωτός να εισχωρήσει στα κελιά των κρατουμένων από τις σχισμές της πόρτας. Κάθε πτέρυγα κελιών περιέχει δώδεκα κελιά, έξι στην πάνω σειρά και, έξι στην κάτω, δύο ντους και ένα εξωτερικό προαύλιο στο τέλος του διαδρόμου απέναντι από το κέντρο ελέγχου. Μέσα από τους γυάλινους τοίχους του θαλάμου ελέγχου, οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι μπορεί να επιτηρούν οπτικά τους διαδρόμους των πτερύγων, αλλά όχι το εσωτερικό των κελιών. Μπορούν επίσης να ελέγξουν ηλεκτρονικά τις πόρτες των κελιών και των διαδρόμων, καθώς και να ακούσουν τους κρατούμενους μέσω ενός συστήματος επικοινωνίας. Αν και οι φύλακες δεν έχουν οπτική επαφή με τα προαύλια, τα οποία διαθέτουν συμπαγείς τοίχους, επιτηρούν τους προαυλιζόμενους κρατούμενους χρησιμοποιώντας κάμερες. Εκτός από τα κελιά και τον θάλαμο ελέγχου, κάθε τμήμα περιέχει ένα δωμάτιο συμβούλου, ένα θάλαμο ιατρικής εξέτασης, ένα χώρο οδοντιατρικής φροντίδας, μια περιφερειακή νομική βιβλιοθήκη και ένα δωμάτιο για κούρεμα.»(188)

Στην Τουρκία όλες οι φυλακές απομόνωσης έχουν κατασκευαστεί με βάση το ίδιο σχέδιο και ονομάζονται φυλακές τύπου F λόγω του σχήματος της γενικής τους κάτοψης. Οι έξι πανομοιότυπες φυλακές που λειτουργούν αυτή τη στιγμή βρίσκονται στο Edirne (Ανδριανούπολη), στο Tekirdag, στο Kocaeli/Kandira, στην περιοχή Kiriklar της Σμύρνης, στο Bolu και στο Sincan. Οι φυλακές αυτές αποτελούνται από τέσσερα τμήματα που περιέχουν ατομικά κελιά και κελιά τριών ατόμων και το τμήμα της διοίκησης. Κάθε τμήμα χωρίζεται από τα υπόλοιπα με ένα διάδρομο πλάτους τριών μέτρων. Στο ένα άκρο των τμημάτων αυτών υπάρχουν τα ατομικά κελιά, ενώ την υπόλοιπη έκταση καταλαμβάνουν τα κελιά τριών ατόμων. Συνολικά σε κάθε φυλακή υπάρχουν 108 κελιά για τρία άτομα και 56 ατομικά.

XXXI. Κάτοψη μέρους της πτέρυγας με τα κελιά  των τουρκικών φυλακών τύπου F. Διακρίνεται η διαρρύθμιση των ατομικών κελιών, των κελιών των τριών ατόμων, των προαυλίων τους και των διαδρόμων.

XXXI. Κάτοψη μέρους της πτέρυγας με τα κελιά των τουρκικών φυλακών τύπου F. Διακρίνεται η διαρρύθμιση των ατομικών κελιών, των κελιών των τριών ατόμων, των προαυλίων τους και των διαδρόμων.

Η μεγαλύτερη πρωτοτυπία στις φυλακές αυτές σε σχέση με τις αντίστοιχες των ΗΠΑ, είναι η σχέση των προαυλίων με τα κελιά. Αντί να επιλεγεί η λύση με τις μικρές διώροφες πτέρυγες κελιών και τα προαύλια γύρω από αυτές, εδώ όλα τα κελιά είναι ισόγεια (τα κελιά των τριών ατόμων διαθέτουν και όροφο) και έχουν όλα άμεση επαφή με ένα προαύλιο. Τα κελιά των τριών ατόμων έχουν ανεξάρτητο προαύλιο το καθένα, ενώ τα ατομικά κελιά εκτονώνονται ανά δύο, τρία ή τέσσερα στο ίδιο προαύλιο (Εικ.ΧΧΧI). Με αυτόν τον τρόπο, εφόσον οι πόρτες των κελιών ελέγχονται ηλεκτρονικά από τη διοίκηση, είναι δυνατόν να διεξάγεται ο προαυλισμός των κρατουμένων χωρίς τη συνοδεία δεσμοφυλάκων, οι οποίοι με κάμερες παρακολουθούν τι γίνεται στα προαύλια. Αυτό μειώνει στο ελάχιστο τις μετακινήσεις των κρατουμένων, αφού στο κελί υπάρχουν όλες οι εγκαταστάσεις υγιεινής και καθαριότητας και κατ’ επέκταση και τις απαραίτητες μετακινήσεις των δεσμοφυλάκων. Έτσι οι φυλακές απομόνωσης της Τουρκίας, μπορούν να λειτουργήσουν με πολύ λιγότερο προσωπικό σε σχέση με τις αντίστοιχες των ΗΠΑ.

Πρωτότυπη λύση έχει δοθεί και στο σύστημα των διαδρόμων. Σε κάθε διάδρομο που διασχίζει ένα τμήμα της φυλακής αντιστοιχούν έξι κελιά, τρία σε κάθε πλευρά. Με την προσθήκη ενός τοίχου στη μέση μειώνεται στα τρία ο αριθμός των κελιών που έχουν πρόσβαση στον ίδιο διάδρομο. Έτσι είναι πολύ πιο εύκολο να μετακινούν τους κρατούμενους, χωρίς αυτοί να συναντούνται, αλλά και δυσχεραίνεται ή καταργείται εντελώς η επικοινωνία των απέναντι κελιών στον ίδιο διάδρομο. Μάλιστα η τοποθέτηση πόρτας σε κάθε άκρο διαδρόμου, επιτρέπει σε περίπτωση ανάγκης να απομονωθεί ο κάθε διάδρομος των τριών κελιών, ώστε ακόμα και αν οι κρατούμενοι καταφέρουν να αποδράσουν από το κελί ή το προαύλιο, να βρεθούν αποκλεισμένοι σε έναν αδιέξοδο διάδρομο.

Τα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού είναι ημιυπόγεια. Στη μία πλευρά της πτέρυγας βρίσκεται ένας διάδρομος, απέναντί του η σειρά των κελιών και πίσω από τα κελιά το προαύλιο. Το προαύλιο το οποίο βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο από τα κελιά, έχει έκταση περίπου 100 τ.μ., στο σημείο εισόδου του είναι στενό και μετά διευρύνεται και είναι χωρισμένο στα δύο με ένα σιδερένιο διαχωριστικό. Όταν ο κρατούμενος κατευθύνεται στο προαύλιο συνοδευόμενος από τους φύλακες, βγαίνει από το κελί του, διασχίζει το διάδρομο που έχει μήκος περίπου 30μ., ανεβαίνει μία από τις δύο μικρές σκάλες που υπάρχουν στις δύο άκρες του διαδρόμου και τον κλειδώνουν στον αντίστοιχο χώρο προαυλισμού. Υπάρχουν συνολικά εξήντα(!) κάμερες στο χώρο της πτέρυγας, που παρακολουθούν οποιαδήποτε κίνηση.(189)

(187) Supermax prisons: overview and general considerations, Morris Thigpen, Susan Hunter, Richard Franklin, US Department of Justice – National Institute of Corrections, http://www.nicic.org/pubs/1999/014937.pdt, 1999, σελ.19 / (188) Cold Storage – Supermaximum security confinement in Indiana, Human Rights Watch, http://www.hrw.org/reports/1997/usind/, 1997, σελ.27 / (189) Συνέντευξη με τον Γιάννη Σερίφη, πρώην κρατούμενο στα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού.

2.4 ΚΑΤΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ, ΠΡΟΑΥΛΙΣΜΟΣ, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΙΤΙΣΗ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ

2.4.1 ΟΙ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΛΙ ΣΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ

Η οπτική επαφή μεταξύ των κρατουμένων ήταν αρκετά εύκολο να αποτραπεί στα κελιά, αλλά πολύ δύσκολο να γίνει το ίδιο από τη στιγμή που ο κρατούμενος έβγαινε από εκεί για να εργαστεί, να προαυλιστεί, να παρακολουθήσει τη λειτουργία ή να φάει. Στις πρώτες φυλακές απομόνωσης του τέλους του 18ου αιώνα στην Αγγλία, ένα ερώτημα το οποίο φαίνεται ότι απασχόλησε έντονα τους αρχιτέκτονες, είχε να κάνει με το πώς είναι δυνατόν να συνδυαστεί η απομόνωση με την καταναγκαστική εργασία, η οποία ήταν για τους μεταρρυθμιστές ένα ακόμα εργαλείο σωφρονισμού. Με βάση την απάντηση που δόθηκε μπορούμε να διακρίνουμε τρεις τυπικές λύσεις.

Στην πρώτη περίπτωση η εργασία απλώς θυσιάζεται σε όφελος της απομόνωσης. Έτσι διαπιστώνουμε ότι η απομόνωση ιεραρχείται συχνά πρώτη μεταξύ των μέσων αναμόρφωσης των κατάδικων. Βρισκόμαστε σε μια εποχή που η καταναγκαστική εργασία σαν τρόπος επιβολής πειθαρχίας είναι κυρίαρχος. Ενίοτε το στοιχείο της απουσίας της από ένα σωφρονιστικό ίδρυμα, αρκεί για να διαπιστώσουμε ότι πρόκειται για φυλακή απομόνωσης. «Η παντελής έλλειψη χώρων εργασίας είναι μια καλή ένδειξη ότι όλοι οι κρατούμενοι «κρατούνται σε διαχωρισμό» μέρα και νύχτα σε αυτές τις φυλακές.»(190) Ένα παράδειγμα φυλακής απομόνωσης χωρίς καταναγκαστική εργασία είναι και η κομιτειακή φυλακή Fisherton Anger (βλ.Εικ.ΧΧI) που κατασκευάστηκε το 1791.

ΧΧΧΙI. Το Σωφρονιστικό Κατάστημα του Preston, σχέδιο του William Blackburn το 1784, κάτοψη ισογείου. Περιλαμβάνει 124 εργαστήρια ύφανσης υπό καθεστώς ατομικής απομόνωσης σε δύο ορόφους.

ΧΧΧΙI. Το Σωφρονιστικό Κατάστημα του Preston, σχέδιο του William Blackburn το 1784, κάτοψη ισογείου. Περιλαμβάνει 124 εργαστήρια ύφανσης υπό καθεστώς ατομικής απομόνωσης σε δύο ορόφους.

Μια δεύτερη τυπική λύση του προβλήματος παρατηρείται στο σωφρονιστικό κατάστημα του Preston το 1784 (Εικ.ΧΧΧΙI), στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν 124 εργαστήρια ύφανσης υπό καθεστώς ατομικής απομόνωσης. «Σε αρκετές διατάξεις υπάρχουν ξεχωριστά διαμερίσματα για εργασία και ύπνο, ακόμα και εκεί όπου εφαρμόζεται ο εγκλεισμός στην απομόνωση.»(191) Η λύση αυτή είναι ιδιαίτερα αντιοικονομική γιατί αν κάθε κρατούμενος πρέπει να διαθέτει δύο κελιά απομόνωσης, ένα για ύπνο και ένα για εργασία, οι απαιτήσεις αυτόματα διπλασιάζονται.

ΧΧΧΙΙI. Αργαλειός στο εσωτερικό απομονωτικού κελιού της φυλακής Pentonville, ώστε ο κρατούμενος να παραμένει σε αυτό και κατά τη διάρκεια της εργασίας του.

ΧΧΧΙΙI. Αργαλειός στο εσωτερικό απομονωτικού κελιού της φυλακής Pentonville, ώστε ο κρατούμενος να παραμένει σε αυτό και κατά τη διάρκεια της εργασίας του.

Τέλος υπάρχει η περίπτωση στην οποία η εργασία εκτελείται μέσα στο κελί, λύση που επιλέχθηκε αργότερα και για τις φυλακές του συστήματος του διαχωρισμού (Εικ.ΧΧΧΙΙI). Η λύση αυτή προφανώς απαιτεί ένα πιο ευρύχωρο κελί στο οποίο συχνά προστίθεται και ένα ατομικό περιτοιχισμένο προαύλιο και η απομόνωση γίνεται απόλυτη. «Υπήρχε μια ακόμη παραλλαγή στην οποία ένα μέρος της φυλακής αποτελούνταν από κελιά απομόνωσης για εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο και τα οποία είχαν το καθένα το δικό του προαύλιο, έτσι ώστε ο προαυλισμός, όπως άλλωστε και η εργασία και ο ύπνος να μετατρέπονται σε δραστηριότητες υπό καθεστώς απομόνωσης.»(192) Ήδη από το 1787, στην κομιτειακή φυλακή του Winchester (βλ.Εικ.ΧΧΙI), παρατηρούμε έξι κελιά απομόνωσης τα οποία διαθέτουν ατομικό προαύλιο. Αξίζει να αναφέρουμε ότι το πρόβλημα του συνδυασμού της απομόνωσης και των καταναγκαστικών έργων βρήκε την οριστική του λύση κάποια χρόνια αργότερα στο σύστημα της σιωπής, όπως δείξαμε στο πρώτο μέρος.

Η λύση του ατομικού προαυλίου αποτελεί εξέλιξη, καθώς «οι πρώτες αγγλικές φυλακές απομόνωσης είτε χρησιμοποιούσαν τους διαδρόμους μεταξύ των κελιών για τον προαυλισμό των τροφίμων, είτε παρείχαν έναν αριθμό μεγαλύτερων προαυλίων, στα οποία οι κρατούμενοι προαυλίζονταν ατομικά ή σε μικρές καλά φρουρούμενες ομάδες.»(193) Ατομικό περιτοιχισμένο προαύλιο υπήρχε και στη φυλακή Cherry Hill για τον απομονωτικό προαυλισμό των κρατούμενων (Εικ.VIII). Το αρχικό σχέδιο προβλέπονταν ισόγειο, αλλά οι ανάγκες αύξησης του αριθμού των κρατούμενων επέβαλλαν να προστεθεί ένας επιπλέον όροφος. Έτσι «οι κρατούμενοι στο δεύτερο όροφο, φυσιολογικά δεν μπορούσαν να έχουν μια μικρή αυλή. Αντί γι’ αυτό τους παραχωρούνταν δύο κελιά (για τον προαυλισμό), αλλά ποτέ δεν έβγαιναν έξω στον καθαρό αέρα.»(194)

Στην πρότυπη φυλακή Pentonville, ο προαυλισμός των κρατουμένων σχεδιάστηκε να λαμβάνει χώρα σε τρεις ειδικά σχεδιασμένους χώρους στο πρότυπο του πανοπτικού (Εικ.ΧΙ). «Ανάμεσα στις τέσσερις πτέρυγες της φυλακής οροθετούνταν περιοχές του εδάφους από 108 περιτειχισμένες σφηνοειδείς σχισμές με ανοιχτά κιγκλιδώματα στο άκρο τους, αλλά διαχωρισμένες η μια από την άλλη έτσι ώστε να αποτελούν ιδιωτικές περιβόλους. Αυτά ήταν τα προαύλια, όπου μια φορά τη μέρα κάθε κρατούμενος θα περνούσε μια ώρα περπατώντας μπρος – πίσω. Στο κέντρο αυτών των επιδέξια φτιαγμένων κύκλων από προαύλια θα υπήρχε ένα στεγασμένο περίπτερο επιθεώρησης στο οποίο ένας ανεξιχνίαστος δεσμοφύλακας που συγκαλύπτονταν από το οπτικό πεδίο των κατάδικων θα μπορούσε να εποπτεύει ότι συνέβαινε γύρω του με μια ματιά.»(195) Το συγκεκριμένο σχέδιο δεν υλοποιήθηκε ποτέ στο Pentonville. Αντί γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκε μια άλλη μέθοδος (Εικ ΧΧΧIV). «Τοποθετήθηκαν πλακοστρωμένα μονοπάτια που ακολουθούσαν ομόκεντρες τροχιές, γύρω από τα οποία οι κατάδικοι φορώντας τις μάσκες τους, πορεύονταν κρατώντας σφιχτά κάποια σκοινιά τα οποία ήταν δεμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε να αφήνουν ένα διάκενο περίπου σαρανταπέντε μέτρα.»(196)

XΧΧIV. Ο προαυλισμός των κρατούμενων στην Πρότυπη Φυλακή του Pentonville το 1856.

XΧΧIV. Ο προαυλισμός των κρατούμενων στην Πρότυπη Φυλακή του Pentonville το 1856.

Οι μάσκες που κάλυπταν τα πρόσωπα των κρατούμενων ήταν ένα μόνο από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά εκείνη την εποχή για να εξαφανίσουν την προσωπικότητα των κρατούμενων και να εντείνουν την απομόνωση. «Οι κατάδικοι έπρεπε να αφήνουν τα κελιά τους συγκεκριμένες και καθορισμένες ώρες για τον προαυλισμό ή την κατήχηση στο παρεκκλήσι της φυλακής. Εκεί εμφανίζονταν ένα συγκεκριμένο πρόβλημα. Κάποιος κατάδικος ενδεχομένως να αναγνώριζε κάποιον γνωστό του ή ακόμα και να ξεκινούσε μία επίβουλη γνωριμία μέσα στην φυλακή. Όλα τα μέσα τα οποία ανακοίνωναν την προσωπική ταυτότητα κάποιου έπρεπε συνεπώς να καταργηθούν. Οι κατάδικοι απεκδυόμενοι τα ονόματά τους, απέκτησαν νούμερα, τα οποία κοσμούσαν τη στολή και την πόρτα του κελιού τους. Ήταν μια προσβολή για έναν υπάλληλο της φυλακής το να προφέρει το όνομα ενός κατάδικου, ενώ το πιο προσωπικό και το πιο αναγνωρίσιμο από τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου, το πρόσωπο, καλύπτονταν πάντα από μια μάσκα από καφέ ύφασμα, η οποία διέθετε σχισμές μόνο για τα μάτια.»(197)

XXXV. Κάτοψη ισογείου της μικρής Φυλακής του Littledean του William Blackburn το 1785. Η είσοδος στο παρεκκλήσι ελέγχεται από δύο περιστρεφόμενες θύρες.

XXXV. Κάτοψη ισογείου της μικρής Φυλακής του Littledean του William Blackburn το 1785. Η είσοδος στο παρεκκλήσι ελέγχεται από δύο περιστρεφόμενες θύρες.

Όπως συνέβη και στο θέμα του προαυλισμού έτσι και στο θέμα του εκκλησιασμού γρήγορα επινοήθηκαν από τους αρχιτέκτονες οι σχεδιαστικές λύσεις που θα επέτρεπαν η θεία λειτουργία να διεξάγεται σε καθεστώς απομόνωσης. Ήδη από το 1785 το παρεκκλήσι της φυλακής Littledean (Εικ.ΧΧΧV), έργο του αρχιτέκτονα William Blackburn, «χωρίζεται σε τμήματα με ξύλινα διαχωριστικά»(198) και η είσοδος σε αυτό ελέγχεται από δύο περιστρεφόμενες θύρες. Αργότερα στη φυλακή Cherry Hill εφαρμόστηκε ένα πιο απλό σύστημα, το οποίο όπως έχουμε δει και στο πρώτο μέρος, εφαρμόζονταν ήδη από το 1704 στο σωφρονιστικό κατάστημα της Ρώμης. «Τις Κυριακές ο ιεροκήρυκας πήγαινε στο χώρο του κεντρικού παρατηρητηρίου και από εκεί εκφωνούσε το κήρυγμά του όσο πιο δυνατά μπορούσε στην κατεύθυνση κάθε ξεχωριστού διαδρόμου επιτήρησης διαδοχικά.»(199) Η αρχιτεκτονική μορφή η οποία εξέφρασε αυτό το σύστημα εμφανίζεται αργότερα σε φυλακή του τέλους του 19ου αιώνα στη Μαδρίτη (Εικ.XXXVI), όπου «για να μετέχουν οι φυλακισμένοι στη θεία λειτουργία, έκτισαν τους διαδρόμους μιας φυλακής με ατομικά κελιά έτσι που να συγκλίνουν σε μία οξεία γωνία από την κεντρική αίθουσα προς το τέλος του διαδρόμου.»(200)

ΧΧΧVI. Φυλακή με ατομικά κελιά στη Μαδρίτη, (τέλος του 19ου αιώνα).

ΧΧΧVI. Φυλακή με ατομικά κελιά στη Μαδρίτη, (τέλος του 19ου αιώνα).

Στον προτεσταντικό κόσμο όμως γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι η θεία λειτουργία της αγγλικανικής εκκλησίας απαιτούσε μια πιο άμεση παρουσία και συμμετοχή των πιστών. Έτσι το ζητούμενο για τους αρχιτέκτονες που σχεδίαζαν τα παρεκκλήσια των φυλακών απομόνωσης διατυπώθηκε εκείνη την εποχή ως εξής: «να επινοηθούν τα μέσα με τα οποία κάθε κρατούμενος θα ήταν επιτυχώς διαχωρισμένος από τους υπόλοιπους, ενώ την ίδια στιγμή έπρεπε να μπορεί να βλέπει τον ιερέα και να είναι ορατός από αυτόν και ταυτόχρονα να είναι εκτεθειμένος στην εποπτεία και τον έλεγχο των υπαλλήλων της φυλακής.»(201) Η λύση δεν άργησε να έρθει. Το 1835 ο αιδεσιμότατος Whiteworth Russell παρουσιάστηκε στο δούκα του Richmond με ένα σχέδιο παρεκκλησιού για φυλακή απομόνωσης του James Savage, το οποίο περιελάμβανε 432 θαλαμίσκους, όλους προσανατολισμένους στην κατεύθυνση του άμβωνα. Οι κρατούμενοι από τη στιγμή που κατέβαιναν στους θαλαμίσκους από την εξέδρα πρόσβασης που υπήρχε από πάνω, ήταν σε άμεση επαφή με τον ιερέα, «εν τούτοις δεν μπορούσαν να ειδωθούν ή να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.»(202)

Μια τελειοποιημένη παραλλαγή αυτής της λύσης σχεδιάστηκε και εφαρμόστηκε στην πρότυπη φυλακή Pentonville (Εικ.XXXVII). «Οι κατάδικοι ήταν απομονωμένοι σε ξύλινα στασίδια ανοιχτά από πάνω, μέσα από τα οποία μπορούσαν να δουν την ανασηκωμένη εικόνα του ιερέα που βρίσκονταν στον άμβωνα, ενώ οι φύλακες ήταν στρατηγικά κατανεμημένοι στην αίθουσα, σε θέσεις που βρίσκονταν σε υψηλότερο επίπεδο στις άκρες και από τις οποίες μπορούσαν να δουν μέσα στα στασίδια. Αφού έμπαιναν μέσα, οι κατάδικοι έκλειναν διαδοχικά τις πόρτες. Όταν έκλεινε και η τελευταία πόρτα, τραβούσαν μια λαβή που βρίσκονταν στο τέλος της σειράς και κλείδωναν ολόκληρη τη γραμμή των θαλαμίσκων μέσω μιας σειράς από διασυνδεδεμένες μπετούγιες, μέχρι να τελειώσει η κατήχηση. Τότε η ίδια διαδικασία διεξάγονταν αντίστροφα.»(203) Παρόμοιο σύστημα εφαρμόστηκε και στη φυλακή Fresnes.

XXXVII. Το παρεκκλήσι της Πρότυπης Φυλακής του Pentonville, όπως φαίνεται από τον άμβωνα.

XXXVII. Το παρεκκλήσι της Πρότυπης Φυλακής του Pentonville, όπως φαίνεται από τον άμβωνα.

Η σίτιση εύκολα μετατράπηκε σε δραστηριότητα που εκτελούνταν στην απομόνωση, καθώς στις περισσότερες, αν όχι σε όλες της φυλακές της μεταρρύθμισης, το φαγητό κατά κανόνα διανέμεται από τους φύλακες μέσα στα κελιά. Στην πρότυπη φυλακή Pentonville μάλιστα η διαδικασία τελειοποιήθηκε και αυτοματοποιήθηκε. «Η διαδικασία σίτισης ολόκληρης της φυλακής έπαιρνε λιγότερο από δέκα λεπτά, χάρη στον επιτυχημένο συνδυασμό μηχανικής επιδεξιότητας και πειθαρχημένου καταμερισμού της εργασίας, ενώ κατά τη διάρκεια της δεν χρειάζονταν να ειπωθεί ούτε μια λέξη.»(204)

Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου μεταξύ των δύο μεγάλων φάσεων έξαρσης του φαινομένου του απομονωτικού εγκλεισμού, ήταν γνωστό ότι «οι μεγάλες αίθουσες τραπεζαρίας δεν επιτρέπουν διαχωρισμό των διάφορων ταξινομημένων μονάδων. Η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού κρατουμένων σε ένα χώρο κατά την ώρα του φαγητού προετοιμάζει το έδαφος για ταραχές και είναι γεγονός ότι οι περισσότερες στάσεις έχουν αρχίσει στην τραπεζαρία.»(205) Αναφέρονται δύο αρχιτεκτονικές λύσεις αυτού του προβλήματος. Η μία έχει να κάνει με την τοποθέτηση των καθισμάτων της τραπεζαρίας, η οποία μπορεί να γίνει με δύο τρόπους, αντικριστά ή κατά τη μία διεύθυνση. «Ο δεύτερος τρόπος και με σταθερά έπιπλα παρέχει καλύτερη εποπτεία και πειθαρχία.»(206) Αργότερα επιλέγεται η λύση η μεγάλη κεντρική τραπεζαρία να διαιρείται σε περισσότερα του ενός τμήματα. Η λύση αυτή γενικεύεται. «Αν εξαιρέσουμε την κατηγορία των φυλακών χαμηλής ασφάλειας, οι υπηρεσίες σίτισης παρέχονται σε κάθε πτέρυγα χωριστά, με το φαγητό να ετοιμάζεται σε μια κεντρική κουζίνα.»(207)

(190) The fabrication of virtue – English prison architecture 1750-1840, Robin Evans, Εκδ. «Cambridge University Press», 1982, σελ.176 / (191) ο.π. (190), σελ.176 / (192) ο.π. (190), σελ.176-177 / (193) ο.π. (190), σελ.338 / (194) Prison architecture – An international survey of representative closed institutions and analysis of current trends in prison design, United Nations Social Defence Research Institute, The evolution of prison, Leslie Fairweather, Εκδ. «The Architectual Press Ltd.», 1975, σελ.41 / (195) ο.π. (190), σελ.361 / (196) ο.π. (190), σελ.361 / (197) ο.π. (190), σελ.361 / (198) ο.π. (190), σελ.174 / (199) ο.π. (190), σελ.337 / (200) Η αρχιτεκτονική των φυλακών – Από πλευράς κοινωνικής, πολεοδομικής και κτιριολογικής, Γιάννης Τριανταφυλλίδης, Εκδ. «Δημοσιεύματα Εταιρείας Προστασίας Αποφυλακιζομένων Θεσσαλονίκης», 1964, σελ.41 / (201) ο.π. (190), σελ.338 / (202) ο.π. (190), σελ.361 / (203) ο.π. (190), σελ.338 / (204) ο.π. (190), σελ.360 / (205) ο.π. (200), σελ.179 / (206) ο.π. (200), σελ.179 / (207) ο.π. (194), σελ.38

2.4.2 ΟΙ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΛΙ ΣΤΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ

Ο απομονωτικός εγκλεισμός, όταν επανήλθε στο προσκήνιο, είχε πια διαφορετικό ιδεολογικό υπόβαθρο σε σχέση με την πρώτη εφαρμογή του. Δε βασίζεται πια στη μετάνοια του κρατούμενου με τη θεολογική διάσταση που της είχαν δώσει οι πρώτοι θεωρητικοί της μεταρρύθμισης, ούτε επιδιώκεται με την καταναγκαστική εργασία να βελτιωθεί ο χαρακτήρας και οι συνήθειες του φυλακισμένου. Αντιθέτως γίνεται προσπάθεια να απομακρυνθεί οποιοδήποτε ψυχολογικό έρεισμα και να καμφθεί η θέλησή του για αντίσταση. Πρέπει να καταστραφεί οτιδήποτε θεωρεί ο κρατούμενος «σκοπό ύπαρξης» ή μέσο αυτοβελτίωσης. Η κατάσταση στην οποία περιέρχεται ονομάζεται «εξαναγκασμένη απραξία» (forced idleness). Η εργασία, καταναγκαστική ή προαιρετική, είναι αντίθετη με τη νέα αυτή λογική του απομονωτικού εγκλεισμού. Επιπλέον η ομαδική εργασία ή η εργασία εκτός κελιού δε θα μπορούσε να επιτραπεί σε ένα ίδρυμα τόσο στενής επιτήρησης. Η επαφή του κρατούμενου με τη θρησκεία του, παρόλο που θεωρείται βασικό του δικαίωμα, συνήθως περιορίζεται σε «προσφορά θρησκευτικών προγραμμάτων έξω από την πόρτα του κελιού … ή προσφορά θρησκευτικών υπηρεσιών μέσω κλειστού τηλεοπτικού κυκλώματος μέσα στο κελί.»(208)

Οι περιπτώσεις στις οποίες ο κρατούμενος βγαίνει από το κελί του είναι πολύ συγκεκριμένες και πάντα προγραμματισμένες από τη διοίκηση των φυλακών. Κάθε φορά που πρέπει να συμβεί αυτό, ακολουθείται μια συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία είναι περίπου η ίδια σχεδόν σε όλες τις σύγχρονες φυλακές απομόνωσης των ΗΠΑ. «Κάθε φορά που ο κρατούμενος εγκαταλείπει το κελί του, υποβάλλεται σε ακραία μέτρα ασφάλειας. Πρέπει να γδυθεί, να επιτρέψει έναν οπτικό έλεγχο του σώματός του (άνοιγμα του στόματος, σήκωμα των γεννητικών οργάνων, σκύψιμο και άνοιγμα των γλουτών) και να παραδώσει τη στολή του για έλεγχο, μέσα από το άνοιγμα της πόρτας που προορίζεται για το σερβίρισμα του φαγητού. Αφού ξαναντυθεί, γυρνάει με την πλάτη στην πόρτα, βγάζει τα χέρια του από το άνοιγμα για το φαγητό και του τοποθετούν χειροπέδες. Στη συνέχεια τοποθετούνται αλυσίδες στα πόδια του και πάνω σε αυτές εφαρμόζεται μια δεύτερη αλυσίδα με την οποία τον ελέγχουν. Δύο φύλακες τον συνοδεύουν στο προαύλιο, στο ντους ή όπου αλλού κατευθύνεται, ενώ ο ένας κρατάει την αλυσίδα ελέγχου και ο άλλος μια συσκευή για ηλεκτροσόκ πάνω στο σώμα του. Οι αλυσίδες και οι χειροπέδες αφαιρούνται κατά τη διάρκεια του προαυλισμού ή του ντους και επανατοποθετούνται κατά την επιστροφή του στο κελί. Αυτά τα εκτεταμένα μέτρα ελέγχου, λαμβάνονται ακόμα και για τους κρατούμενους χωρίς βίαιο ιστορικό και διατηρούνται για όλο το διάστημα που ο κρατούμενος φυλάσσεται στην απομόνωση, ανεξάρτητα από τη διαγωγή του. Αποκαλώντας την αλυσίδα από την οποία τους τραβάνε οι φύλακες «λουρί» ή «αλυσίδα σκύλου», οι φυλακισμένοι αισθάνονται ιδιαίτερα ταπεινωμένοι από τη συγκεκριμένη μεθόδευση. Επίσης παραπονέθηκαν επειδή πολλές φορές οι φύλακες επίτηδες τραβούσαν δυνατά τις αλυσίδες για να τους προκαλέσουν, με αποτέλεσμα συχνά να πέφτουν κάτω.»(209) Στην Τουρκία ο κρατούμενος κατά τη μεταφορά του στο επισκεπτήριο δεν φοράει χειροπέδες, αλλά τον μεταφέρουν εκεί κυριολεκτικά σηκωτό δύο δεσμοφύλακες.(210)

Οι τρεις πιθανότεροι λόγοι εξόδου του κρατούμενου από το κελί είναι ο προαυλισμός, το επισκεπτήριο (η διαδικασία του αναφέρθηκε στο κεφάλαιο 2.2.2) και το ντους. Ο περιορισμός των εξόδων του κρατούμενου από το κελί του γίνεται όχι μόνο για τους λόγους που έχουμε ήδη αναφέρει (αισθητηριακή αποστέρηση, εξαναγκασμένη απραξία), αλλά, όπως παραδέχονται ειδικοί του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, και για λόγους οικονομίας προσωπικού. «Το πλήθος του προσωπικού που χρειάζεται για να μετακινηθεί κάθε κρατούμενος από το κελί στο χώρο προαυλισμού και πίσω τρεις με επτά φορές την εβδομάδα, είναι υπολογίσιμο … Δύο ή περισσότεροι φύλακες μεταφέρουν κάθε κρατούμενο ατομικά στο ντους. Αυτό είναι μια λειτουργία που απαιτεί πολύ προσωπικό, αφού προσφέρει ευκαιρία για αντίσταση, μάχη και εισαγωγή λαθραίων αντικειμένων. Τα σύγχρονα σχέδια για μονάδες εντατικού ελέγχου περιλαμβάνουν ένα ντους σε κάθε κελί με την παροχή του νερού να ελέγχεται από απόσταση, εξαφανίζοντας έτσι την ανάγκη για τη δαπανηρή σε προσωπικό συνοδεία στα κεντρικά ντους.»(211) Αυτή η καινούρια μέθοδος έχει εφαρμοστεί στις φυλακές τύπου F στην Τουρκία και στα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού.

Ο προαυλισμός και η δυνατότητα για σωματική άσκηση, θεωρούνται βασικά δικαιώματα των φυλακισμένων και προστατεύονται μεταξύ άλλων από τους βασικούς ελάχιστους κανονισμούς για τη μεταχείριση των φυλακισμένων του ΟΗΕ (κανόνας 21.1). «Κάθε κρατούμενος που δεν απασχολείται σε κάποια εξωτερική εργασία, δικαιούται τουλάχιστον μία ώρα κατάλληλης άσκησης στο ύπαιθρο, όταν το επιτρέπει ο καιρός.»(212) Το δικαίωμα αυτό συνήθως παραβιάζεται, αφού στις αμερικάνικες απομονωτικές φυλακές οι κρατούμενοι δικαιούνται κατά κανόνα μισή ώρα προαυλισμού την ημέρα ή μια ώρα τρεις φορές την εβδομάδα, ενώ ο μέγιστος χρόνος προαυλισμού σε μια φυλακή απομόνωσης των ΗΠΑ είμαι μία και μισή ώρα την ημέρα.

ΧΧΧVIII. Προαυλισμός κρατούμενου σε σύγχρονη φυλακή απομόνωσης των ΗΠΑ.

ΧΧΧVIII. Προαυλισμός κρατούμενου σε σύγχρονη φυλακή απομόνωσης των ΗΠΑ.

Ο προαυλισμός στις φυλακές απομόνωσης (Εικ.XXXVIII) είναι κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που μπορεί να φαντάζεται κανείς και σίγουρα απέχει πολύ από αυτό που έχει ανάγκη ένας κρατούμενος που βρίσκεται κλεισμένος στο κελί του 22,5 με 23,5 ώρες την ημέρα. Κατά τη διάρκεια του προαυλισμού ο φυλακισμένος δεν έχει τη δυνατότητα να έρθει σε οποιαδήποτε επαφή με τους συγκρατούμενούς του, με το φυσικό περιβάλλον και συνήθως δεν έχει τη δυνατότητα να αθληθεί. Σχεδόν πάντα ο χώρος προαυλισμού ή ο κλειστός χώρος γυμναστικής, είναι λίγο μεγαλύτερος από το κελί. Οι εξωτερικοί χώροι προαυλισμού, στην ουσία διαφέρουν πολύ λίγο από τους εσωτερικούς χώρους άσκησης, αφού είναι μικρού εμβαδού και περιβάλλονται από ψηλούς τοίχους από μπετόν, ενώ πολλές φορές έχουν στο πάνω μέρος τους κάποιου είδους συρμάτινο πλέγμα. Η παραμονή στο προαύλιο δίνει την ίδια αίσθηση με το να βρίσκεσαι στον πάτο ενός πηγαδιού. Λόγω του μικρού τους μεγέθους, του ελάχιστου εξοπλισμού τους, των τσιμεντένιων πατωμάτων, των ψηλών τσιμεντένιων τοίχων, της απουσίας εξωτερικής θέας και του γενικότερου αποστειρωμένου χαρακτήρα τους οι χώροι αυτοί προσφέρουν μικρή διαφοροποίηση από τον εγκλεισμό στο κελί. Γι’ αυτό οι περισσότεροι κρατούμενοι στις φυλακές απομόνωσης των ΗΠΑ τους αποκαλούν «μεγενθυμένα κελιά» (oversized cells) ή «σπίτια για σκύλους» (dog runs).

«Στο ίδρυμα μέγιστου ελέγχου της Indiana οι εσωτερικοί χώροι γυμναστικής είναι παράγωνα τετράπλευρα, με εμβαδόν περίπου 15τ.μ. και περιέχουν ένα ποδήλατο γυμναστικής και ένα τηλέφωνο. Ο εξωτερικός χώρος προαυλισμού έχει διαστάσεις 8,28μ. επί 2,81μ., έχει σχήμα τραπεζίου και περιλαμβάνει ένα πάγκο για βάρη, μία μπασκέτα και μία μπάλα. Το ανώτερο ένα τρίτο των τοίχων που περιβάλουν το εσωτερικό της φυλακής, είναι από διαφανές πλαστικό και επιτρέπει στους φύλακες που βρίσκονται στον υπερυψωμένο πύργο ελέγχου να παρακολουθούν τους κρατούμενους που προαυλίζονται. Το υπόλοιπο του τοίχου είναι από σκυρόδεμα ύψους δύο ορόφων έτσι ώστε οι κρατούμενοι να μην έχουν καθόλου θέα εκτός του προαυλίου … Οι κρατούμενοι δικαιούνται έξι ώρες προαυλισμού την εβδομάδα … Στην ειδική μονάδα κράτησης της Indiana, κάθε πτέρυγα κελιών συνορεύει με ένα χώρο προαυλισμού διαστάσεων περίπου 4,5μ. επί 7μ., ο οποίος έχει τοίχους από τσιμέντο υψηλότερους από δύο ορόφους και δάπεδο επίσης τσιμεντένιο. Η μισή επιφάνεια είναι στεγασμένη με διαφανές πλαστικό και η άλλη μισή με συρμάτινο πλέγμα. Εκτός από λίγες περιπτώσεις το καλοκαίρι, όταν ο κρατούμενος προαυλίζεται την κατάλληλη ώρα, σε καμία άλλη περίπτωση δεν τον βλέπει ο ήλιος (μιας και στο κελί δεν υπάρχουν παράθυρα). Το χειμώνα κάνει παγερό κρύο, το δάπεδο μπορεί να πιάσει πάγο, οπότε ο προαυλισμός καταργείται. Επειδή σε αυτή τη φυλακή δεν υπάρχουν εσωτερικές αίθουσες γυμναστικής, υπάρχουν μεγάλες περίοδοι που ο κρατούμενος δεν προαυλίζεται καθόλου. Το προαύλιο αυτό διαθέτει τον ίδιο εξοπλισμό με το προηγούμενο … Οι κρατούμενοι θεωρητικά δικαιούνται προαυλισμό για μισή ώρα την ημέρα, αλλά κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μας διαμαρτυρήθηκαν, ότι συχνά τους αρνούνταν εντελώς τον προαυλισμό.»(213)

Στην Τουρκία οι συνθήκες προαυλισμού δεν είναι ίδιες για όλους τους κρατούμενους. Τα ατομικά κελιά εκτονώνονται ανά δύο, τρία ή τέσσερα στο ίδιο προαύλιο διαστάσεων 5μ. επί 7,5μ. Η πόρτα που οδηγεί στο προαύλιο ελέγχεται ηλεκτρονικά από τους φύλακες. Η διοίκηση δεν επιτρέπει τον ομαδικό προαυλισμό τους, ενώ συχνά τον απαγορεύει εντελώς για δέκα ή δεκαπέντε μέρες σε κάποιους κρατούμενους. Τα κελιά τριών ατόμων έχουν το καθένα δικό του προαύλιο διαστάσεων 5μ. επί 10μ. Ιδιομορφία εδώ, σε σχέση με τις υπόλοιπες φυλακές απομόνωσης, είναι ότι η πόρτα του κελιού που οδηγεί στο προαύλιο είναι ξεκλειδωμένη από τις 8:00πμ μέχρι τις 7:00μμ, επιτρέποντας στους κρατούμενους να βγαίνουν όταν το θέλουν. Αυτό βέβαια στην περίπτωση που δεν είναι τιμωρημένοι, οπότε χάνουν το προνόμιο του προαυλισμού. Τόσο στα προαύλια των ατομικών κελιών, όσο και σε αυτά των τριών ατόμων, οι τοίχοι είναι ύψους 8μ., ενώ υπάρχει κάμερα για την παρακολούθησή τους.(214)

Στα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού, το προαύλιο περιβάλλεται από λαμαρίνες ύψους 10μ. και καλύπτεται από πάνω με συρματόπλεγμα. Ο χώρος είναι σαφώς μεγαλύτερος από το κελί και περιέχει μια μπασκέτα και ένα καρτοτηλέφωνο. Ο προαυλισμός διαρκεί συνολικά τρεις ώρες το εικοσιτετράωρο (μιάμιση ώρα το πρωί και μιάμιση ώρα το απόγευμα), στην αρχή ήταν αυστηρά ατομικός, αργότερα οι κρατούμενοι προαυλίζονταν ανά τρεις και σήμερα προαυλίζονται χωρισμένοι σε δύο ομάδες. Τα προαύλια, όπως και όλοι οι χώροι της πτέρυγας, παρακολουθούνται από κάμερες και οι συνομιλίες ακούγονται. Ελληνική πρωτοτυπία αποτελεί το γεγονός ότι παρά τα μεγάλα χρηματικά ποσά που δαπανήθηκαν για τη μετατροπή της πτέρυγας σε φυλακή απομόνωσης και την αγορά του υψηλής τεχνολογίας ηλεκτρονικού εξοπλισμού, τα όμβρια ύδατα λιμνάζουν στο προαύλιο λόγω κακοτεχνίας και απορροφούνται από το δάπεδο με αποτέλεσμα τα κελιά να έχουν έντονη υγρασία. Όταν βρέχει πολύ τόσο τα κελιά, όσο και ο διάδρομος γεμίζουν νερά.(215)

(208) Supermax prisons: overview and general considerations, Morris Thigpen, Susan Hunter, Richard Franklin, US Department of Justice – National Institute of Corrections, http://www.nicic.org/pubs/1999/014937.pdt, 1999, σελ.10 / (209) Virginia’s Red Onion state prison, Human Rights Watch, http://www.hrw.org/reports/1999/redonion/, 1999, σελ.8 / (210) Συνέντευξη με τον Cem Kara, πρώην κρατούμενο στη φυλακή τύπου F στην Kandira και τον Kenan Yildiz,  πρώην κρατούμενο στη φυλακή τύπου F στο Edirne (Ανδριανούπολη) της Τουρκίας. / (211) ο.π. (208), σελ.9,13 / (212) Συνέντευξη με τον Γιάννη Σερίφη, πρώην κρατούμενο στα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού. / (213) Cold Storage – Supermaximum security confinement in Indiana, Human Rights Watch, http://www.hrw.org/reports/1997/usind/, 1997, σελ.18 / (214) ο.π. (210) / (215) ο.π. (212)

2.5 ΤΟ ΚΕΛΙ, ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ

2.5.1 ΤΟ ΚΕΛΙ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ

ΧΧΧIX. Το εσωτερικό ενός κελιού της μικρής Φυλακής του Northleach, του William Blackburn. Το τυπικό κελί για τον εγκλεισμό των κρατούμενων τη νύχτα που σχεδίαζε ο Blackburn ήταν θολωτό, ασβεστωμένο άσπρο, δεν περιείχε τίποτα ξύλινο και είχε διαστάσεις από 2,7 επί 2,5   μέτρα έως 2,2 επί 1,8 μέτρα. Το μοναδικό του εξάρτημα ήταν το κρεβάτι.

ΧΧΧIX. Το εσωτερικό ενός κελιού της μικρής Φυλακής του Northleach, του William Blackburn. Το τυπικό κελί για τον εγκλεισμό των κρατούμενων τη νύχτα που σχεδίαζε ο Blackburn ήταν θολωτό, ασβεστωμένο άσπρο, δεν περιείχε τίποτα ξύλινο και είχε διαστάσεις από 2,7 επί 2,5 μέτρα έως 2,2 επί 1,8 μέτρα. Το μοναδικό του εξάρτημα ήταν το κρεβάτι.

Κατ’ αρχήν θα εξετάσουμε τις διαστάσεις των κελιών στις πρώτες φυλακές απομόνωσης, οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με το σύστημα που ακολουθείται. Τα μικρότερα είναι αυτά του συστήματος της σιωπής καθώς αποτελούν κελιά διανυκτέρευσης και άρα διαθέτουν τη μίνιμουμ επίπλωση, ένα κρεβάτι και ενδεχομένως ένα ράφι για τα πράγματα του κρατούμενου. «Τα μικρότερα κελιά της Αμερικής συναντώνται στη φυλακή SingSing με διαστάσεις 1,00μ. επί 2.10μ.»(216) Το ίδιο συνέβαινε και σε πολλές από τις πρώτες αγγλικές φυλακές απομόνωσης (Εικ.XXXIX). «Το τυπικό κελί για τον εγκλεισμό των κρατουμένων τη νύχτα που σχεδίαζε ο William Blackburn, ήταν θολωτό, ασβεστωμένο άσπρο, δεν περιείχε τίποτα ξύλινο και είχε διαστάσεις από 2,67μ. επί 2,49μ. το μεγαλύτερο στη φυλακή Gloucester, έως 2,18μ. επί 1,75μ. το μικρότερο στη φυλακή Salford. Το μοναδικό τους εξάρτημα ήταν το κρεβάτι.»(217)

Όμως το τυπικότερο χαρακτηριστικό των κελιών απομόνωσης είναι η προσθήκη κάποιας υποτυπώδους υδραυλικής εγκατάστασης, η οποία συνήθως αποτελούνταν από μια λεκάνη και έναν νιπτήρα, που καθιστούσε δυνατή την παραμονή του κρατούμενου μέσα στο κελί έπ’ αόριστον. «Από πλευράς διαρρύθμισης, στις αμερικάνικες απομονωτικές φυλακές, είναι συνηθισμένο για κάθε κελί να υπάρχει ένα αποχωρητήριο και μια εγκατάσταση για πλύσιμο.»(218) Η προσθήκη αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να μεγαλώσουν οι διαστάσεις του κελιού. Στην πρότυπη φυλακή Pentonville (Εικ.ΧL) «κάθε κελί διέθετε μια παροχή νερού. Το νερό διανέμονταν στα κελιά μέσω ενός συμπλέγματος προσεκτικά σχεδιασμένων σε ισορροπία δεξαμενών ώστε να διατηρείται η πίεση σε όλο το σύστημα. Στη γωνία κάθε κελιού υπήρχε μια ενιαία υδραυλική συσκευή με μια βρύση, η οποία τροφοδοτούσε ένα χάλκινο νιπτήρα και μια τουαλέτα από γυαλισμένο πηλό(219)

XL. Τομές ενός κελιού της Πρότυπης Φυλακής του Pentonville.

XL. Τομές ενός κελιού της Πρότυπης Φυλακής του Pentonville.

Επιπλέον στο σύστημα του διαχωρισμού όπου η εργασία εκτελούνταν μέσα στο κελί, σχεδιάστηκαν κελιά με ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις. «Σε αγγλικές φυλακές έφτασαν σε ακόμη μεγαλύτερα κελιά (4,00μ. επί 2,10μ.) μέσα στα οποία χωρούσε εκτός του κρεβατιού και ένας αργαλειός (Εικ.ΧΧΧΙΙI).»(220) Τέτοιες είναι και οι περιπτώσεις των φυλακών Cherry Hill στην Αμερική και Pentonville στην Αγγλία. «Ο μεγάλος αρχιτέκτονας φυλακών John Haviland στα πρώτα του σχέδια για τη φυλακή Cherry Hill, τα οποία και τελικά εφαρμόστηκαν, έδωσε σε κάθε κρατούμενο ένα κελί μήκους 3,58μ. πλάτους 2,29μ. και ύψους 5,03μ., αλλά πρόσθεσε και μια εξωτερική αυλή μήκους 5,49μ. και πλάτους 2,44μ. ανοιχτή από πάνω. Μέρος του κελιού χρησιμοποιούνταν σαν ένα μικρό εργαστήριο.»(221) Στη δεύτερη περίπτωση λέγεται ότι «η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισε ο Jebb ήταν ότι κάθε μία από τις αμέτρητες εσοχές ταυτόσημων εσωκλειόμενων διαμερισμάτων με διαστάσεις 2,13μ. επί 3,96μ. και ύψους 2,74μ. έπρεπε να περιέχει όλα τα απαραίτητα για τη συντήρηση της ανθρώπινης ζωής.»(222) Και πράγματι «έχοντας περιορίσει κάθε κρατούμενο στο δικό του κελί τόσο προσεκτικά, έγινε απαραίτητη η παροχή κάποιων υπηρεσιών/διευκολύνσεων μέσα σε αυτό, οι οποίες σε κάθε άλλη περίπτωση θα ήταν περιττές: ένα μετρημένο εφοδιασμό σε αέρα, θέρμανση, τεχνητό φωτισμό, νερό και εγκαταστάσεις υγιεινής. Υπήρχε δυσκολία στη θέρμανση και τον εξαερισμό ακουστικά μονωμένων κελιών.»(223)

Παρατηρώντας τις τυπικές διαστάσεις των κελιών απομόνωσης της μεταρρύθμισης, διαπιστώνουμε ότι είναι πολύ συχνά μακρόστενα. Το σχήμα αυτό είναι ιδιαίτερα ενοχλητικό για τους κρατούμενους, οι οποίοι υποχρεώνονται έτσι να βαδίζουν μέσα στο κελί τους μόνο μπρος – πίσω κατά τη μία διεύθυνση. Η υιοθέτηση αυτού του σχήματος εξηγείται ως εξής: «βασίζεται στη σχετική με την ασφάλεια ανάγκη να περιορίζεται ο κρατούμενος στη γωνία θέασης του «οφθαλμού» της πόρτας(224) Η περιορισμένη επιμήκης επιφάνεια του κελιού δεν επιτρέπει μεγάλη ποικιλία στη διαρρύθμισή του.

image131image133

XLI. Απόψεις του εσωτερικού των κελιών σε σύγχρονες φυλακές απομόνωσης των ΗΠΑ.

XLI. Απόψεις του εσωτερικού των κελιών σε σύγχρονες φυλακές απομόνωσης των ΗΠΑ.

Τα κελιά των νεότερων φυλακών απομόνωσης (Εικ.ΧLI) είναι οι απευθείας απόγονοι των κελιών των φυλακών μέγιστης ασφάλειας της δεκαετίας του 1970 και δεν απέχουν πολύ από τα κελιά των φυλακών απομόνωσης των αρχών του 20ου αιώνα. Η προσθήκη της τουαλέτας και του νιπτήρα είχε γίνει ήδη στις περισσότερες φυλακές μέγιστης ασφάλειας για να περιοριστούν οι μετακινήσεις των κρατουμένων, τουλάχιστον το βράδυ. Έτσι ένα κελί με τη μετατροπή της μιας πλευράς που συνήθως είχε και κιγκλίδωμα, του παραθύρου, καθώς και με την εγκατάσταση ορισμένων συστημάτων παρακολούθησης και επικοινωνίας, μπορούσε να μετατραπεί σε κελί απομόνωσης. Οι διαστάσεις τους, τα έπιπλά τους, ο υπόλοιπος εξοπλισμός τους και τα υλικά που χρησιμοποιούνται, είναι παρόμοια. Κάθε κελί περιέχει ένα κρεβάτι από τσιμέντο, ένα στοιχειώδες τραπέζι γραφείου από τσιμέντο ή μεταλλικό ενσωματωμένο στον τοίχο, ένα συνδυασμό νιπτήρα και τουαλέτας από ανοξείδωτο ατσάλι και ένα ράφι για την τοποθέτηση της τηλεόρασης. Ορισμένες φορές όταν το επιτρέπει ο χώρος, υπάρχει κάποιος πάγκος ενσωματωμένος στο δάπεδο, μαζί με ένα τραπέζι. Το μόνο αντικείμενο που δεν είναι από τσιμέντο ή μέταλλο είναι το στρώμα του κρεβατιού. Τόσο η επιλογή των υλικών, όσο και η μορφή των επίπλων, αποκαλύπτουν τη βασικότερη αρχή σχεδιασμού: «οι φυλακές δέχονται τα πιο καταστροφικά στοιχεία της κοινωνίας, τα οποία κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού τους, έχουν άπειρο χρόνο για να δώσουν διέξοδο στις πιο καταστροφικές τους ορμές. Γι’ αυτό το λόγο οι τοίχοι, τα έπιπλα, ο εξοπλισμός, πρέπει να είναι ουσιαστικά άθραυστα.»(225)

Άλλες αρχές που καθοδηγούν το σχεδιασμό, είναι η οικονομία και η ασφάλεια του προσωπικού, πχ ο κρατούμενος δεν πρέπει να έχει την ικανότητα, όση δύναμη ή επινοητικότητα κι αν έχει, να χρησιμοποιήσει ως όπλο οτιδήποτε ενάντια στους φύλακες. Όπως συνέβαινε και στις πρώτες φυλακές απομόνωσης η τουαλέτα, αλλά και γενικά όλα τα σημεία του κελιού, είναι ορατά από τον οφθαλμό της πόρτας, δίνοντας τη δυνατότητα στους φύλακες να παρακολουθούν και τις πιο ιδιωτικές στιγμές του κρατούμενου. «Κάθε ορθογώνιο κελί στο ίδρυμα μέγιστου ελέγχου της Indiana έχει διαστάσεις 3,9μ. επί 1,8μ. και έχει τοίχους, δάπεδο και ταβάνι από σκυρόδεμα. Οι τοίχοι είναι βαμμένοι σε μία απόχρωση του λευκού. Το βασικό έπιπλο είναι ένα στενό κρεβάτι από σκυρόδεμα που εκτείνεται από το άνοιγμα της πόρτας, ως την άλλη άκρη του κελιού και ένα στρώμα. Στη μία άκρη του κρεβατιού αντιδιαμετρικά με την πόρτα, υπάρχει ένα στοιχειώδες τραπέζι γραφείου επίσης από σκυρόδεμα. Για να το χρησιμοποιήσει ο κρατούμενος πρέπει να κάθεται στο κρεβάτι, χωρίς στήριγμα για την πλάτη. Στη συνέχεια μετά το γραφείο και απέναντι από το κρεβάτι, υπάρχει ένας συνδυασμός τουαλέτας και νιπτήρα από ανοξείδωτο ατσάλι. Στον τοίχο από την άλλη πλευρά του κρεβατιού υπάρχει ένα ψηλό ράφι για τηλεόραση. Κάτω από το ράφι βρίσκεται μια οριοθετημένη περιοχή διαστάσεων 60εκ. επί 90εκ., όπου οι κρατούμενοι μπορούν να κολλήσουν φωτογραφίες ή αφίσες. Η υπόλοιπη επιφάνεια των τοίχων πρέπει να μείνει καθαρή.»(226)

XLII. Κάτοψη κελιού της φυλακής Stammheim.

XLII. Κάτοψη κελιού της φυλακής Stammheim.

Τα κελιά στην πτέρυγα απομόνωσης της φυλακής Stammheim στη Στουτγκάρδη της Γερμανίας (Εικ.XLI) έχουν διαστάσεις 2,1μ. επί 4,2μ. Η μία γωνία του ορθογώνιου σχήματος της κάτοψης είναι κομμένη ώστε να τοποθετηθούν οι εγκαταστάσεις υγιεινής, ενώ στην μικρή πλευρά απέναντι από την πόρτα υπάρχει χαρακτηριστική τριγωνική προεξοχή, της οποίας η μία πλευρά είναι πέτασμα και στην άλλη βρίσκεται το παράθυρο. Η πόρτα είναι ολόσωμη μεταλλική (0,65μ. επί 2,4μ.) και διαθέτει τα τυπικά χαρακτηριστικά πόρτας φυλακής απομόνωσης. Το παράθυρο διαστάσεων 0,9μ. επί 1,4μ., διαθέτει μεταλλικό σκελετό και μόνο το κεντρικό τμήμα του είναι ανοιγόμενο. Στο κελί υπήρχαν μόνο ένα κρεβάτι και ένα γραφείο και μία καρέκλα, όλα μεταλλικά, καθώς και ένας νιπτήρας και τουαλέτα από πορσελάνη.

Στις φυλακές απομόνωσης της Τουρκίας, η βασική διαφορά στα κελιά (Εικ.ΧΧΧI) είναι ότι διαθέτουν κλειστό WC επιτρέποντας έτσι ένα βαθμό ιδιωτικότητας. Τα WC εκτός από νιπτήρα και τουαλέτα περιέχουν και ντους, περιορίζοντας έτσι την ανάγκη μετακίνησης του κρατούμενου εκτός του κελιού. Οι διαστάσεις του ατομικού κελιού είναι περίπου 2,2μ. επί 4,8μ. Το WC είναι διαστάσεων 1μ. επί 1,2μ. και βρίσκεται δίπλα στο άνοιγμα της πόρτας. Το κελί τριών ατόμων έχει επίσης πρωτότυπη δομή, αφού αποτελείται από δύο ορόφους διαστάσεων περίπου 4,8μ. επί 4,7μ. Ο κάτω όροφος συμπεριλαμβάνει WC διαστάσεων 1,5μ. επί 2μ. και γωνιακή σκάλα από σκυρόδεμα, στην πλευρά απέναντι από την πόρτα. Κάτω από τη σκάλα υπάρχει πλαστικό τραπέζι με σιδερένια βάση βιδωμένη στο έδαφος που λειτουργεί ως γραφείο, καθώς και τρεις πλαστικές καρέκλες. Ο πάνω όροφος προορίζεται για τον ύπνο και υπάρχουν τρία κρεβάτια και τρεις μεταλλικές ντουλάπες.(227)

Τα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού έχουν διαστάσεις περίπου 2,5μ. επί 2,5μ. Περιέχουν ένα τσιμεντένιο κρεβάτι, ένα μικρό στρογγυλό πλαστικό τραπέζι, μια πλαστική καρέκλα και διαθέτουν καλοριφέρ και τουαλέτα. Η τουαλέτα διαχωρίζεται από το υπόλοιπο κελί από τη μία πλευρά με ένα χαμηλό τοίχο ύψους 1μ., που επιτρέπει στον φύλακα να διαπιστώνει από το άνοιγμα της πόρτας ότι ο κρατούμενος βρίσκεται εκεί και περιέχει νιπτήρα, λεκάνη, ντους και έναν καθρέφτη.(228)

(216) Η αρχιτεκτονική των φυλακών – Από πλευράς κοινωνικής, πολεοδομικής και κτιριολογικής, Γιάννης Τριανταφυλλίδης, Εκδ. «Δημοσιεύματα Εταιρείας Προστασίας Αποφυλακιζομένων Θεσσαλονίκης», 1964, σελ.200 / (217) The fabrication of virtue – English prison architecture 1750-1840, Robin Evans, Εκδ. «Cambridge University Press», 1982, σελ.170 / (218) ο.π. (216), σελ.200 / (219) ο.π. (217), σελ.354 / (220) ο.π. (216), σελ. 171 / (221) Prison architecture – An international survey of representative closed institutions and analysis of current trends in prison design, United Nations Social Defence Research Institute, The evolution of prison, Leslie Fairweather, Εκδ. «The Architectual Press Ltd.», 1975, σελ.41 / (222) ο.π. (217), σελ.354 / (223) ο.π. (217), σελ.338 / (224) ο.π. (221), σελ.49 (Space in the Prison, Claude Leroy) / (225) The new red barn – A critical look at the modern american prison, William Nagel, Εκδ. «Walker and Company», 1973, σελ.18 / (226) Cold Storage – Supermaximum security confinement in Indiana, Human Rights Watch, http://www.hrw.org/reports/1997/usind/, 1997, σελ.17 / (227) Συνέντευξη με τον Cem Kara, πρώην κρατούμενο στη φυλακή τύπου F στην Kandira και τον Kenan Yildiz,  πρώην κρατούμενο στη φυλακή τύπου F στο Edirne (Ανδριανούπολη) της Τουρκίας. / (228) Συνέντευξη με τον Γιάννη Σερίφη, πρώην κρατούμενο στα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού.

2.5.2 ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ

Ανέκαθεν υπήρχε ένα βασικό αρχιτεκτονικό πρόβλημα σε όλες τις φυλακές απομόνωσης που έχει να κάνει με το κελί, το χώρο που οι κρατούμενοι περνάνε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας. Έπρεπε να αποκλειστεί η μετάδοση κάθε δυνατής οπτικής η ακουστικής πληροφορίας από το περιβάλλον στο εσωτερικό του κελιού ώστε η απομόνωση να είναι τέλεια. Οι αρχιτέκτονες γρήγορα κατόρθωσαν να οχυρώσουν τα κελιά απέναντι σε αυτή την απειλή, δίνοντας έμφαση στα αδύνατα σημεία, στις πόρτες, στα παράθυρα, στις σωληνώσεις. Όμως η πρώτη και βασικότερη τεχνική δυσκολία που αντιμετώπισαν οι αρχιτέκτονες των φυλακών απομόνωσης ήταν το πώς θα μπορούσαν να περιορίσουν την μετάδοση του ήχου μέσω των τοίχων.

Η πρώτη συστηματική, επιστημονική απόπειρα να βρεθεί η λύση αυτού του προβλήματος, έγινε το 1836 και συμμετείχε μεταξύ άλλων και ο διάσημος φυσικός Μάικλ Φαραντέι, ο εφευρέτης της ηλεκτρομαγνητικής γεννήτριας. «Στη φυλακή Millbank, στη θέση ενός αριθμού δωματίων που είχαν καταστραφεί από πυρκαγιά, κατασκευάστηκαν κάποια πειραματικά κελιά υπό την επίβλεψη του Robert Smirke. Εκεί ο ήχος αναμεταδίδονταν μέσω του δικτύου του εξαερισμού και όταν οι αεραγωγοί μπλοκάρονταν, οι φωνές ακόμα μπορούσαν να ακουστούν μέσω του συμπαγούς τοίχου. Έφεραν έτσι στο Millbank μια ομάδα ειδικών, μεταξύ των οποίων ήταν και ο πασίγνωστος επιστήμονας Μάικλ Φαραντέι, για να κατασκευάσουν τοίχους μέσω των οποίων δε θα μπορούσε να περάσει κανένα μήνυμα. Η ακουστική ήταν μια καινούρια επιστήμη. Κάποια πρόοδος είχε ήδη συντελεστεί στο σχεδιασμό των αιθουσών για συναυλίες ή για δημόσιες συνεδριάσεις, όπου ο στόχος ήταν να αναμεταδίδεται ο ήχος όσο το δυνατόν πιο μακριά και πιο καθαρά. Ο ίδιος ο Φαραντέι είχε παίξει κάποιο ρόλο σε αυτή την εξέλιξη, αλλά η αποστολή τους στο Millbank ήταν να ανακαλύψουν τους νόμους μιας τεχνολογίας με τον αντίθετο ακριβώς στόχο από αυτόν που είχε ήδη μελετηθεί στο πλαίσιο της τεχνολογίας της ακουστικής: «ένα θέμα το οποίο είχε τύχει ελάχιστης προσοχής από την πλευρά των επιστημόνων μέχρι τότε και το οποίο ουδέποτε είχε μελετηθεί με προσοχή.» Δώδεκα τοίχοι διαφορετικών προδιαγραφών κτίστηκαν, κατεδαφίστηκαν και ξανακτίστηκαν μεταξύ των ίδιων δύο κελιών (Εικ.XLIII).

XLIII. Ηχομονωμένοι τοίχοι κελιών – πειραματικές τομές σχεδιασμένες από τους Michael Faraday, Dr.D.B.Raid, Abel Blouet και G.T.Bullar το 1836.

XLIII. Ηχομονωμένοι τοίχοι κελιών – πειραματικές τομές σχεδιασμένες από τους Michael Faraday, Dr.D.B.Raid, Abel Blouet και G.T.Bullar το 1836.

Οι πειραματιζόμενοι έκαναν απόπειρες να επικοινωνήσουν μεταξύ τους από το ένα σφραγισμένο κελί στο άλλο και οι διαφορές στην απόδοση καταγράφονταν προσεκτικά, συμπεριλαμβάνοντας μια κλίμακα με διαφορετικής τονικότητας και έντασης ομιλίες και φωνές. Ο Φαραντέι φαντάζονταν ότι τα ηχητικά κύματα κατά τη διάρκεια της διέλευσής τους μέσα από υλικά διαφορετικών πυκνοτήτων, θα συμπεριφέρονταν σαν τα κύματα του φωτός. Συνεπώς οι τοίχοι σχεδιάστηκαν έτσι ώστε να παρέχουν όσο το δυνατόν περισσότερες ανώμαλες διαχωριστικές επιφάνειες, με στόχο να διαχέεται όσο το δυνατόν περισσότερο το ηχητικό κύμα κατά τη διέλευσή του μεταξύ εκπομπής και λήψης. Είναι ενδιαφέρον ότι τα αποτελέσματα των πειραμάτων φαίνονταν να επιβεβαιώνουν τις υποθέσεις του. Το πρώτο δοκίμιο μείωνε την ένταση του ήχου, αλλά οι λέξεις που εκφέρονταν με υψηλή τονικότητα μπορούσαν να διαπεράσουν με αρκετή ευκρίνεια στην άλλη πλευρά. Οι κοιλότητες που δημιουργούσαν με σπασμένα τούβλα στο εσωτερικό του τοίχου (τομές ΙΙ και ΙΙΙ) λειτουργούσαν πολύ καλύτερα και όταν παρεμβάλλονταν μάλιστα λασκαρισμένα φύλλα καναβάτσου (σκληρό ύφασμα από ίνες κάνναβης ή λιναριού) (τομή ΙV), το αποτέλεσμα ήταν τόσο καλό που οι πειραματιζόμενοι «είχαν την ικανοποίηση να γνωρίζουν ότι τίποτα καταληπτό δεν μπορούσε να αναμεταδοθεί». Ακόμα και οι πιο δυνατές κραυγές ανάγονταν σε ένα ακατάληπτο και θολό ηχητικό σήμα. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ο σχεδιασμός των παραπάνω τοίχων δε στόχευε στην ελαχιστοποίηση της αναμετάδοσης του θορύβου, στόχευε στην απάλειψη της αναμετάδοσης του νοήματος, της πληροφορίας. Η ελάττωση του θορύβου βρέθηκε ότι ήταν μεγαλύτερη στην τομή Χ, αλλά ήταν ακόμα δυνατό να ακουστούν λέξεις μέσω αυτής, συνεπώς ήταν λιγότερο προτιμητέα από την τομή ΙV, μέσω της οποίας κάθε λέξη μετατρέπονταν σε αδιευκρίνιστο και μπερδεμένο θόρυβο όταν έφτανε στην απέναντι πλευρά. Ο στόχος ήταν να συγκαλυφθεί το νόημα των ήχων. Τελικά ήταν λιγότερο ένα ζήτημα ακουστικής και περισσότερο ένα ζήτημα επιστημονικής καταστροφής της μετάδοσης του μηνύματος, της πληροφορίας μέσω του ήχου.»(229)

Στη φυλακή Pentonville χρησιμοποιήθηκαν τοίχοι μεγάλου πάχους για να καταστήσουν αδύνατη την επικοινωνία. «Οι πελώριοι πλευρικοί τοίχοι είχαν πάχος 45,72εκ. από τα θεμέλια ως την οροφή και οι θόλοι πάνω και κάτω από τα κελιά είχαν τουλάχιστον 30,48εκ. πάχος στην κορυφή.»(230) Σημασία έχουν και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή του τοίχου και ο σκοπός για τον οποίο επιλέχθηκαν. «Τα κελιά της πρότυπης φυλακής Pentonville κατασκευάζονταν από τούβλινους θόλους τους οποίους γέμιζαν με μπετόν. Ο σκελετός από βαρύ άφθαρτο τούβλο εξυπηρετούσε τρεις σκοπούς. Ήταν αδύνατον να καεί και δύσκολο να δραπετεύσει κανείς μέσα από αυτόν, αλλά η πιο πρόσφατα ανακαλυφθείσα ιδιότητά του ήταν και η πιο σημαντική: εμπόδιζε την αναμετάδοση του ήχου από κελί σε κελί. Σύμφωνα με έναν επισκέπτη της φυλακής το 1864, η σιωπή μέσα στο Pentonville ήταν τόσο ολοκληρωτική – η ησυχία ήταν τόσο απόκοσμη – που ένιωσε ότι ήταν απαραίτητο να κοιτάξει μέσα από τους «οφθαλμούς» παρακολούθησης διάφορων κελιών, για να σιγουρευτεί ότι οι κρατούμενοι ήταν πραγματικά εκεί.»(231) Η απόκοσμη αυτή ησυχία επιδιώκονταν συστηματικά. Στη φυλακή Cherry Hill μεταχειριζόντουσαν και παράξενες μεθόδους για να την επιτύχουν. «Οι δεσμοφύλακες φορούσαν παντόφλες έτσι ώστε να μην διαταράσσεται η ησυχία στους διαδρόμους.»(232)

Η επιστημονική μελέτη των μεθόδων ηχομόνωσης έλυσε ήδη από αυτή την εποχή το σχετικό πρόβλημα οριστικά, όπως οριστικά θα λυθεί τα πολύ νεότερα χρόνια και το πρόβλημα της επιτήρησης με τις κάμερες και τα μικρόφωνα – κοριούς που τοποθετούνται στα κελιά απομόνωσης. Σήμερα «σε συγκεκριμένες περιπτώσεις τα μικρόφωνα επιτρέπουν οι συνομιλίες στα κελιά να υποκλέπτονται, ακόμα και να καταγράφονται.»(233)

Τα παράθυρα σε μια φυλακή απομόνωσης έπρεπε να επιτρέπουν στο φως να εισέρχεται στο κελί και ταυτόχρονα να εμποδίζουν τον κρατούμενο να βλέπει έξω από το κελί του. Ο σημαντικότερος αρχιτέκτονας των πρώτων φυλακών απομόνωσης William Blackburn υποστήριζε ότι τα ανοίγματα που σχεδίαζε στα κελιά που προορίζονταν για τον εγκλεισμό των κρατούμενων τη νύχτα «ήταν τοποθετημένα έτσι ώστε να αποκλείουν τη συνομιλία ενώ επιτρέπουν τον εξαερισμό.»(234) Με αυτό εννοούσε ότι τα παράθυρα ήταν τοποθετημένα ψηλά στο θόλο (Εικ.ΧΧΧΙX) και δεν αντίκριζαν κανένα αντίστοιχο άνοιγμα στην απέναντι πλευρά της διαχωριστικής διόδου, κάνοντας την επαφή μεταξύ των κρατούμενων δύσκολη, αλλά βέβαια όχι αδύνατη.

Το πρόβλημα της ηχομόνωσης δεν είχε ακόμα προκύψει. Όταν αυτό έγινε θα παρέχονταν ταυτόχρονα και η τεχνολογία για μια πιο πλήρη απομόνωση, όπως δείξαμε προηγουμένως. Στην παρούσα φάση η βασική απαίτηση για τα παράθυρα ήταν να μην μπορεί ο φυλακισμένος να τα χρησιμοποιήσει για να δει όποιον ήταν στο προαύλιο. Σε αυτήν την απαίτηση ανταποκρίνονταν το ύψος στο οποίο τα τοποθετούσαν οι σχεδιαστές τους. Αν πάλι η φυλακή ήταν περιτριγυρισμένη από δημόσιους δρόμους, κήπους ή σπίτια, τότε πάλι τα παράθυρα έπρεπε να είναι πολύ ψηλά τοποθετημένα και εφοδιασμένα με σκίαστρα. «Έχουμε έτσι σε παλιές φυλακές παράθυρα, που το ύψος τους από το πάτωμα φτάνει τα 2,00μ., χωρισμένα στη μέση έτσι ώστε μόνο το επάνω μέρος να μπορεί να ανοίγει.»(235) Στη συνηθισμένη τους μορφή τα παράθυρα είναι εφοδιασμένα με κάγκελα. «Τις περισσότερες φορές η τοποθέτηση του σιδερένιου κάγκελου γίνεται εσωτερικά, για να προστατεύεται από τις καιρικές μεταβολές, για να αφήνει τα φύλλα του παραθύρου να κινούνται προς τα έξω και για να δίνει καλύτερη και πιο ήμερη μορφή στο κτίριο εξωτερικά.»(236)

Αργότερα προστίθεται η απαίτηση τα παράθυρα να μην επιτρέπουν ούτε στα ακουστικά ερεθίσματα του έξω κόσμου να εισέρχονται στο κελί. Αυτή η απαίτηση κάνει το πρόβλημα πιο περίπλοκο για τους αρχιτέκτονες. Κατ’ αρχήν για να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει τα παράθυρα να μην ανοίγουν ποτέ. Αυτό εκτός των άλλων επιτρέπει στα κάγκελα να τοποθετηθούν και πάλι εξωτερικά για μεγαλύτερη ασφάλεια. Στη φυλακή Pentonville «το παράθυρο ήταν τοποθετημένο ακριβώς τόσο ψηλά όσο χρειάζονταν για να είναι δύσκολο να δει κανείς έξω από αυτό. Ήταν κατασκευασμένο από βαριές σιδερένιες μπάρες εξωτερικά, οι οποίες συμπληρώνονταν από ένα ελαφρότερο πλαίσιο από κάθετα και οριζόντια χωρίσματα τα οποία περιείχαν σταθερά, μη ανοιγόμενα αυλακωτά τζάμια. Το παράθυρο αυτό επέτρεπε μια δόση ηλιακής ακτινοβολίας να διέρχεται μέσα στο κελί, αλλά δεν άνοιγε ποτέ. Οι ραβδώσεις στο τζάμι κατέστρεφαν οποιαδήποτε εικόνα έξω από το κελί, έτσι ώστε ακόμα κι αν ο έγκλειστος κατάφερνε να ανασηκωθεί αρκετά ώστε να κοιτάξει έξω, να μην μπορεί να ικανοποιηθεί. Το κελί ήταν τυφλό: η μορφή και το περιεχόμενο του έξω κόσμου εξαλείφονταν.»(237)

XLIV. Σχέδιο παραθύρου τύπου Bunner.

XLIV. Σχέδιο παραθύρου τύπου Bunner.

Πολύ αργότερα στις ΗΠΑ παρουσιάστηκε μια βελτιωμένη εκδοχή της ίδιας κεντρικής ιδέας, ήταν το παράθυρο τύπου «bunner» (Εικ XLIV). «Ένα ενδιαφέρον αμερικάνικο παράθυρο είναι το «bunner» που έχει κατασκευαστεί από ατσαλένιες λουρίδες. Το παράθυρο δεν ανοίγει, αλλά είναι εφοδιασμένο στην μια πλευρά με περσίδες που εξασφαλίζουν τον αερισμό που θέλουμε.»(238) Το παράθυρο στις σύγχρονες φυλακές ύψιστης ασφάλειας συχνά απουσιάζει εντελώς, αφαιρώντας οποιαδήποτε δυνατότητα εισόδου φυσικού φωτός ή θέας, με αποτέλεσμα οι κρατούμενοι να χάνουν την αίσθηση του χρόνου. Σημαντική συμβολή σε αυτή την αίσθηση έχει και η συνηθισμένη στις φυλακές απομόνωσης πρακτική να αφαιρούν τα ρολόγια από τους κρατούμενους. «Είναι αξιοσημείωτο να παρατηρήσουμε την απαγόρευση του να φοράει κανείς ρολόι χειρός σε πολλές φυλακές. Αυτό συμβάλλει στον αποπροσανατολισμό του κρατούμενου, ο οποίος επιχειρεί να αντικαταστήσει τους δείκτες της ώρας του εξωτερικού περιβάλλοντος, όπως είναι η θέση του ήλιου ή σημαντικοί ήχοι, με την ώρα που δείχνει το ρολόι που δεν έχει.»(239)

XLV. Τυπικό παράθυρο κελιού σε σύγχρονη φυλακή απομόνωσης στις ΗΠΑ.

XLV. Τυπικό παράθυρο κελιού σε σύγχρονη φυλακή απομόνωσης στις ΗΠΑ.

Όταν το παράθυρο υπάρχει, είναι πολύ στενό (Εικ.XLV) και είτε είναι αδιαφανές, είτε βλέπει σε κάποιο τοίχο, ώστε ο κρατούμενος να μην έχει καμία εικόνα του τι συμβαίνει εκτός της πτέρυγας. Στην καλύτερη περίπτωση, κατά τη διάρκεια της μέρας εισέρχεται ένα έμμεσο, χαμηλής έντασης φυσικό φως, που σηματοδοτεί όμως τον κύκλο της ημέρας και της νύχτας. Στη φυλακή Red Onion της Virginia «κάθε κελί έχει ένα μακρόστενο παράθυρο που δεν ανοίγει, αλλά επιτρέπει σε μια ποσότητα φυσικού φωτός να εισέρχεται. Τα παράθυρα βλέπουν στο parking της φυλακής και έχουν κατασκευαστεί έτσι που να μην επιτρέπουν στους κρατούμενους να δουν έξω.»(240) Στο ίδρυμα μέγιστου ελέγχου της Indiana «πάνω από το γραφείο υπάρχει ένα ιδιαίτερα στενό παράθυρο, σαν αυτά που είχαν για τους τοξότες στα μεσαιωνικά κάστρα, ώστε κανείς να μην μπορεί να χωρέσει να περάσει.»(241)

Στα ειδικά κελιά των φυλακών Κορυδαλλού υπάρχει στην τουαλέτα κάθε κελιού ένα παράθυρο διαστάσεων περίπου 50εκ. επί 50εκ., τοποθετημένο σε ύψος 1,70μ. με 1,80μ., έτσι ώστε ο κρατούμενος να πρέπει να σκαρφαλώσει σε αυτό για να δει το δάπεδο του προαύλιου χώρου. Το μικρό αυτό άνοιγμα έχει σίδερα από έξω και ανοίγει προς τα μέσα, αλλά δεν επαρκεί για το φωτισμό και τον εξαερισμό του υπόγειου κελιού. Έτσι το τεχνητό φως είναι απαραίτητο καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας.(242)

Ένα άνοιγμα στην πόρτα που χρησιμεύει στο να μπορεί ο δεσμοφύλακας να βλέπει ανά πάσα στιγμή τι κάνει ο κρατούμενος, είναι τυπικό στις φυλακές απομόνωσης και όχι μόνο. «Για την επίβλεψη του εσωτερικού του κελιού υπάρχει μια κωνική τρύπα με το στενότερο άνοιγμα προς το διάδρομο για το μάτι του φύλακα. Ο οφθαλμός αυτός τοποθετείται σε ύψος 1,55μ. … Για τους περισσότερους πάντως σωφρονιστές και σήμερα ακόμη θεωρείται απαραίτητη η τοποθέτηση «οφθαλμού» σε κάποια θέση της θύρας.»(243) Για τους περισσότερους κρατούμενους αντίθετα είναι ένα στοιχείο που καταλύει οποιαδήποτε έννοια ιδιωτικότητας. «Η απόλυτη αδυναμία να τοποθετήσει κανείς τον εαυτό του έξω από τη δυνατότητα εποπτείας των δεσμοφυλάκων, πρέπει να είναι τραυματική για τους συνηθισμένους κρατούμενους. Η διευθέτηση που το επιτρέπει αυτό είναι παρόμοια με αυτή ενός ζωολογικού κήπου(244) Πολλές φορές το κελί παρακολουθείται επίσης από κάμερα ή από μικρόφωνο. «Αυτά τα δύο αντικείμενα της σύγχρονης τεχνολογίας, το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και τα μικρόφωνα (κοριοί), έχουν αποδειχθεί κεφαλαιώδους σημασίας ως μηχανισμοί ελέγχου και επειδή αντικαθιστούν τους ανθρώπους έχουν εντείνει τον απεχθή και απρόσωπο χαρακτήρα των φυλακών.»(245)

XLVI. Εξωτερική και εσωτερική όψη της πόρτας κελιού της Πρότυπης Φυλακής του Pentonville.

XLVI. Εξωτερική και εσωτερική όψη της πόρτας κελιού της Πρότυπης Φυλακής του Pentonville.

Ένα άλλο τυπικό άνοιγμα στις πόρτες είναι αυτό από το οποίο παρέχεται το φαγητό στις περισσότερες φυλακές απομόνωσης. Στο Pentonville (Εικ.XLVI) «η είσοδος του κελιού ήταν μια στενή χαμηλή σχισμή, ενώ η ίδια η πόρτα ήταν ξύλινη με μια εξωτερική προστατευτική επιφάνεια από μεταλλικά φύλλα. Σε αυτήν υπήρχαν δύο βοηθητικά ανοίγματα, ένα ματάκι σχεδιασμένο έτσι ώστε να μπορεί κανείς να κοιτάξει προς το εσωτερικό του κελιού, αλλά όχι από μέσα προς τα έξω και ένα δεύτερο το οποίο μπορούσε να δεχτεί το δίσκο με τα γεύματα που έφερναν οι δεσμοφύλακες.»(246) Στην ίδια φυλακή επίσης υπήρχε «μια μικρή λαβή πάνω από την πόρτα του κελιού την οποία όταν ο κρατούμενος την τραβούσε, χτυπούσε ένα κουδούνι για να ειδοποιήσει το προσωπικό και ταυτόχρονα ένας αριθμημένος μικρός δίσκος υψώνονταν στο διάδρομο υποδεικνύοντας από ποιο κελί προέρχονταν η ειδοποίηση. Αυτό ήταν ένα αντικείμενο την ύπαρξη του οποίου απαιτούσε ένας νόμος του Κοινοβουλίου, ο οποίος καθόριζε ότι κάθε φυλακισμένος ο οποίος κρατούνταν στην απομόνωση έπρεπε να έχει ανά πάσα στιγμή πρόσβαση στο προσωπικό.»(247) Γενικά σε ότι αφορά τις πόρτες των φυλακών απομόνωσης μπορούμε να πούμε ότι «κατασκευάζονται με ξεχωριστή προσοχή, χοντρές και εσωτερικά επενδυμένες με σίδερο, έχοντας ένα μικρό παραθυράκι για σερβίρισμα. Έχουμε ακόμα παραδείγματα παλιών φυλακών με τη θύρα ολόσωμη και σιδερένια. Οι διαστάσεις της ήταν όσο το δυνατόν μικρές (ύψος 1,90μ. και πλάτος μέχρι και 0,60μ.)»(248)

Μια βασική διαφορά των κελιών των φυλακών απομόνωσης σε σχέση με τα συμβατικά κελιά, είναι ότι στη θέση των κιγκλιδωμάτων που υπήρχαν στη μία πλευρά του κελιού, που έβλεπε προς το διάδρομο, υπάρχουν ολόσωμες μεταλλικές θύρες με δύο ανοίγματα. Αυτό περιορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα του φυλακισμένου να επικοινωνεί με τα διπλανά κελιά, αλλά και να έχει μία εικόνα, έστω και περιορισμένη, του εσωτερικού της πτέρυγας. Έχοντας αποκλείσει όλες τις άλλες πιθανές διόδους επικοινωνίας (τοίχοι, παράθυρα, σωληνώσεις ), μένουν μόνο δύο σχισμές στον κρατούμενο για να μπορέσει να ανταλλάξει ακόμα και με δυσκολία κάποιες πληροφορίες με τους διπλανούς του. Όμως με τη χρήση θυρών ειδικής τεχνολογίας, μπορεί να αποκοπεί εντελώς τόσο η οπτική, όσο και η ακουστική επαφή του κρατούμενου με τα διπλανά και τα απέναντι κελιά. «Το πιο συγκλονιστικό σε σχέση με τα κελιά του ιδρύματος μέγιστου ελέγχου της Indiana, είναι οι επιβλητικές πόρτες τους. Φτιαγμένες από συμπαγές ατσάλι, το οποίο διακόπτεται μόνο από ένα διαφανές παραθυράκι στο ύψος του ματιού και μια σχισμή στο ύψος της μέσης, αποκόπτουν αποτελεσματικά τους κρατούμενους από τον κόσμο εκτός του κελιού, σβήνοντας τον ήχο και περιορίζοντας δραστικά τα οπτικά ερεθίσματα. Τέτοιου είδους πόρτες υπάρχουν στη φυλακή Marion του Illinois και σε άλλες φυλακές απομόνωσης, αν και όχι σε όλες.»(249)

Στα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού υπάρχουν σιδερένιες πόρτες που ανοίγουν αυτόματα και οι οποίες διαθέτουν μόνο ένα άνοιγμα το οποίο παίζει ταυτόχρονα το ρόλο του «οφθαλμού» παρακολούθησης και εξυπηρετεί το σερβίρισμα του φαγητού.(250)

(229) The fabrication of virtue – English prison architecture 1750-1840, Robin Evans, Εκδ. «Cambridge University Press», 1982, σελ.335-337 / (230) ο.π. (229), σελ.354 / (231) ο.π. (229), σελ.349 / (232) ο.π. (229), σελ.41 / (233) ο.π. (229), σελ.48 / (234) ο.π. (229), σελ.170 / (235) Η αρχιτεκτονική των φυλακών – Από πλευράς κοινωνικής, πολεοδομικής και κτιριολογικής, Γιάννης Τριανταφυλλίδης, Εκδ. «Δημοσιεύματα Εταιρείας Προστασίας Αποφυλακιζομένων Θεσσαλονίκης», 1964, σελ.211 / (236) ο.π. (235), σελ.211 / (237) ο.π. (229), σελ.354 / (238) ο.π. (229), σελ.212 /(239) ο.π. (229), σελ.48 / (240) Virginia’s Red Onion state prison, Human Rights Watch, http://www.hrw.org/reports/1999/redonion/, 1999, σελ.7 / (241) Cold Storage – Supermaximum security confinement in Indiana, Human Rights Watch, http://www.hrw.org/reports/1997/usind/, 1997, σελ.17 / (242) Συνέντευξη με τον Γιάννη Σερίφη, πρώην κρατούμενο στα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού. / (243) ο.π. (229), σελ.212 / (244) ο.π. (229), σελ.48 / (245) The new red barn – A critical look at the modern american prison, William Nagel, Εκδ. «Walker and Company», 1973, σελ.67 / (246) ο.π. (229), σελ.357 / (247) ο.π. (229), σελ.360 / (248) ο.π. (235), σελ.212 / (249) ο.π. (241), σελ.16 / (250) ο.π. (242)

2.5.3 ΟΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ

Στην πρότυπη φυλακή Pentonville υπήρχαν εγκαταστάσεις τεχνητού φωτισμού. «Ένα εργοστάσιο φωταερίου που υπήρχε μέσα στη φυλακή, παρείχε φωτισμό τη νύχτα, έτσι ώστε οι κρατούμενοι να μπορούν να διαβάζουν τα βράδια του χειμώνα(251)

Ο τεχνητός φωτισμός στις νεότερες φυλακές απομόνωσης των ΗΠΑ παρουσιάζει την εξής ιδιομορφία. Συνήθως υπάρχουν δύο φώτα στο κελί, διαφορετικής έντασης. Το φως μεγάλης έντασης το ελέγχει ανάλογα με τη φυλακή, ενίοτε ο κρατούμενος και ενίοτε η διοίκηση. Όταν κλείνει το πρώτο φως, ανάβει αυτόματα το βοηθητικό φως μικρότερης έντασης, το οποίο επιτρέπει την επιτήρηση ακόμα και τις ώρες που ο κρατούμενος θέλει να κοιμηθεί. «Στην ειδική μονάδα κράτησης της Indiana η λάμπα έντασης 40 Watt βρίσκεται πάνω από την τουαλέτα. Ανάμεσα στις 9:00μμ και τις 5:00πμ την ελέγχει ο κρατούμενος, ενώ την υπόλοιπη ώρα ελέγχεται από τη διεύθυνση και είναι συνήθως ανοικτή. Ακόμα όμως και όταν είναι κλειστή υπάρχει ένα νυχτερινό φως των 7 Watt αναμμένο.»(252)

Μικρής έντασης φως ασφαλείας που παραμένει ανοικτό και τη νύχτα υπάρχει και στα ειδικά κελιά των φυλακών Κορυδαλλού.(253)

Σε πολλές φυλακές το φως αυτό είναι τόσο έντονο που ο κρατούμενος για να κοιμηθεί αναγκάζεται να σκεπάσει το κεφάλι του, κάτι που απαγορεύεται (όπως και το να κοιμάται γυμνός). Έτσι οι φύλακες μπορούν όποτε θέλουν να τον ξυπνάνε με την πρόφαση αυτή, στερώντας από τους κρατούμενους ακόμα και τη δυνατότητα του φυσιολογικού ύπνου. «Στη φυλακή απομόνωσης του Wisconsin υπάρχει ένα φως χαμηλής έντασης μονίμως αναμμένο. Πολλοί κρατούμενοι παραπονούνται ότι δεν τους αφήνει να κοιμηθούν. Στην προσπάθειά τους αυτή σηκώνουν την κουβέρτα πάνω από το κεφάλι ή γυρνάνε με το ένα πλευρό προς τον τοίχο. Όμως είναι απαγορευμένο στο ίδρυμα αυτό να μην φαίνεται συνέχεια το κεφάλι του κρατούμενου. Γι’ αυτό οι φύλακες ξυπνάνε οποιονδήποτε δεν φαίνεται το κεφάλι του. Πολλές φορές μπορεί να ξυπνάνε τους κρατούμενους κάθε μία ώρα επί πολλές συνεχόμενες νύχτες.»(254)

XLVII. Οι εγκαταστάσεις θέρμανσης και εξαερισμού της Πρότυπης Φυλακής του Pentonville.

XLVII. Οι εγκαταστάσεις θέρμανσης και εξαερισμού της Πρότυπης Φυλακής του Pentonville.

Η δουλειά ενός παραθύρου είναι φυσιολογικά ο εξαερισμός και ο φωτισμός ενός χώρου, αλλά στο Pentonville, όπως είδαμε, αυτές οι δύο λειτουργίες διαχωρίζονταν. Το παράθυρο υπήρχε απλά για να βάζει μέσα στο κελί μια άμορφη κηλίδα από το φως της μέρας. Έτσι αντί για το παράθυρο η λειτουργία του εξαερισμού εξυπηρετούνταν από ένα σύστημα θέρμανσης του αέρα. Το πιο αξιοσημείωτο σε αυτό το ασυνήθιστο δίκτυο σωληνώσεων που τροφοδοτούσαν τα κελιά ήταν αυτό ακριβώς το σύστημα, που συνδύαζε τη θέρμανση με τον εξαερισμό (Εικ.XLVII) και έγινε γνωστό με το όνομα «θερμοεξαερισμός» (thermoventilation). «Η αναγκαιότητα του να καταφύγουμε σε ένα τεχνητό σύστημα για την ομαλή παροχή φρέσκου αέρα όλες τις ώρες και όλες τις εποχές» έλεγε ο Jebb «θα είναι φανερή όταν αναλογιστεί κανείς ότι για να αποτραπεί η επικοινωνία μεταξύ των κρατούμενων σε γειτονικά κελιά είναι απαραίτητο τα παράθυρα να είναι μονίμως σφαλισμένα.» Ο ήχος όπως επίσης και η θέα, έπρεπε να εμποδίζονται από το παράθυρο. Μια αφοπλιστικά απλή αιτία από την οποία πήγασε ένας τεράστιος και πολύπλοκος μηχανισμός. Ο ζεσταμένος φρέσκος αέρας παρέχονταν στο κελί μέσω ενός σωλήνα πάνω από την πόρτα. Ο ακάθαρτος αέρας εκκενώνονταν μέσω ενός σωλήνα ο οποίος βρίσκονταν στο επίπεδο του πατώματος στην αντίθετη πλευρά του κελιού. Η επανάληψη αυτής της διαρρύθμισης 520 φορές μέσα σε ένα κτίριο δε θα μπορούσε, στην καλύτερη των περιπτώσεων να είναι ένα εύκολο θέμα. Έπρεπε να υπήρχαν οκτώ συσκευές θέρμανσης στη βάση του κτιρίου ανάμεσα στα κελιά. Ο φρέσκος αέρας που εισάγεται από το περιβάλλον λόγω της μεταφοράς θερμότητας, περνούσε πάνω από μια εκτεταμένη επιφάνεια μεταλλικών πτερυγίων τα οποία προεξείχαν από τους φούρνους. Ο θερμός πλέον αέρας περνούσε στον κύριο διάδρομο διανομής και από εκεί σε κάθε κελί. Το σύστημα εξαγωγής του αέρα ήταν μια αντίστροφη παραλλαγή του συστήματος παροχής του. Όλος ο ακάθαρτος αέρας εξάγονταν μέσω ενός αεραγωγού σωλήνα που βρίσκονταν στο μέσο από κάθε πτέρυγα κελιών. Όλα αυτά για να αποτραπεί η επικοινωνία, αλλά το πρόβλημα δεν είχε ακόμα επιλυθεί επειδή οι σωληνώσεις θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν ένα ιδανικό κανάλι μυστικής ανταπόκρισης στους κρατούμενους, όντας σχεδιασμένες στο συνηθισμένο μοτίβο που αποτελούνταν από έναν κύριο κορμό με πολλές διακλαδώσεις. Ο Jebb για να αποτρέψει αυτό το συμβάν, τοποθέτησε βαριές σχάρες στερεωμένες στα ανοίγματα των σωλήνων και απομόνωσε κάθε αγωγό παροχής και εξαγωγής αέρα από τους υπόλοιπους. Η απομόνωση κάθε κελιού με αυτόν τον τρόπο προφυλάσσονταν μέσω ενός πανάκριβου πολλαπλασιασμού των σωληνώσεων, ο οποίος μετέτρεψε τους εσωτερικούς και εξωτερικούς τοίχους της κάθε πτέρυγας κελιών σε ένα λαβύρινθο διαπλεκόμενων αλλά ανεξάρτητων εσοχών. Ήταν για τον ίδιο λόγο που στους σωλήνες της αποχέτευσης που ξεκινούσαν από τις τουαλέτες των κελιών προστέθηκαν σφραγισμένα σιφώνια, ενώ το πρώιμο σχέδιο για σιφώνια που ανοιγοκλείνουν σαν καπάκια απορρίφθηκε.»(255)

Το δύσκολο πρόβλημα της διαφυγής του ήχου μέσω των αγωγών και των σωληνώσεων το είχε αντιμετωπίσει νωρίτερα και ο Haviland στο Cherry Hill με παρόμοιο τρόπο. «Οι σωλήνες του νερού και της αποχέτευσης ήταν βέβαιο ότι θα χρησιμοποιούνταν από τους κρατούμενους στην προσπάθειά τους να πιάσουν επαφή μεταξύ τους στην απομόνωσή τους. Τόσο τα σιφώνια που τοποθετήθηκαν στους νιπτήρες και στις τουαλέτες κάθε κελιού, τα οποία οδηγούσαν όλα στο έδαφος από ξεχωριστές στήλες, όσο και οι σωληνώσεις διανομής του νερού, οι οποίες ακολουθούσαν μια διαδρομή η οποία περνούσε διαδοχικά από τα κελιά και το διάδρομο επιτήρησης, έτσι ώστε κάθε κτύπος να αναμεταδίδεται εκτός από τους άλλους κρατούμενους και στους δεσμοφύλακες που περιπολούσαν, βοήθησαν ώστε να αυξηθεί η ισχύς της επίδρασης του κελιού στα μυαλά των κρατουμένων.»(256)

Οι προσπάθειες που έκαναν οι αρχιτέκτονες των φυλακών του συστήματος του διαχωρισμού σε Αγγλία και ΗΠΑ να αποτρέψουν την επικοινωνία μεταξύ των κρατουμένων μέσω των σωληνώσεων των διάφορων εγκαταστάσεων, παρόλο που δυσχέραναν πολύ, ποτέ δεν κατάφεραν να καταστήσουν απολύτως αδύνατη την επικοινωνία των κρατουμένων, οι οποίοι μη έχοντας τι άλλο να κάνουν τις ατελείωτες ώρες που περνούσαν απομονωμένοι στα κελιά τους, αποδείχτηκαν πολύ εφευρετικοί. «Οι αρχές αργότερα ανακάλυψαν από τις ομολογίες κάποιων κρατουμένων, ότι υπήρχε ένας μυστικός κώδικας χτυπημάτων γνωστός στο σύνολο του υποκόσμου, ο οποίος ήταν κατανοητός σε κάθε φυλακή απομόνωσης της Αγγλίας από τη μια άκρη της χώρας στην άλλη. Ο αιδεσιμότατος J.T.Burt δημοσίευσε αυτόν τον κώδικα, έτσι όπως του αποκαλύφθηκε από έναν πληροφοριοδότη. Ήταν απλούστατος: ένα χτύπημα αντιστοιχούσε στο Α, δύο στο Β, έως τα εικοσιέξι χτυπήματα που αντιστοιχούσαν στο Ζ.»(257)

Το γεγονός ότι τα κελιά των σύγχρονων φυλακών απομόνωσης δεν έχουν παράθυρα ή όταν έχουν, αυτά δεν είναι ανοιγόμενα, καθώς και η ύπαρξη συμπαγούς πόρτας αντί για σιδεριά, αφαιρεί κάθε δυνατότητα για φυσικό αερισμό των κελιών, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τους βασικούς ελάχιστους κανόνες για την μεταχείριση των κρατουμένων του ΟΗΕ (κανόνας 11.1): «Τα παράθυρα πρέπει να είναι αρκετά μεγάλα ώστε να επιτρέπεται στους κρατούμενους να διαβάζουν ή να δουλεύουν με φυσικό φως και πρέπει να είναι κατασκευασμένα έτσι ώστε να επιτρέπουν την είσοδο καθαρού αέρα είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει τεχνητός εξαερισμός.»(258)

Έτσι ο τεχνητός κλιματισμός είναι απαραίτητος στις πτέρυγες των κελιών, και όπου δεν υπάρχει, οι συνθήκες είναι αφόρητες. «Οι θερμοκρασίες στην ειδική μονάδα κράτησης της Indiana (όπου υπάρχουν ανεμιστήρες αντί για κλιματιστικά) φτάνουν το καλοκαίρι τους 38 βαθμούς Κελσίου και στο εσωτερικό των κελιών … είναι αποπνικτικά.»(259) Όπου υπάρχει κλιματιστικό το ελέγχει η διεύθυνση, αποκτώντας άλλο ένα όργανο τιμωρίας των φυλακισμένων. Στην ίδια φυλακή «κατά τη διάρκεια της θητείας του διευθυντή Right, το κλιματιστικό ορισμένες φορές ρυθμιζόταν πολύ χαμηλά (στους μηδέν βαθμούς Κελσίου), ως τιμωρητικό μέτρο, αφήνοντας τους κρατούμενους να παγώνουν στα κελιά τους.»(260)

(251) The fabrication of virtue – English prison architecture 1750-1840, Robin Evans, Εκδ. «Cambridge University Press», 1982, σελ.354 / (252) Cold Storage – Supermaximum security confinement in Indiana, Human Rights Watch, http://www.hrw.org/reports/1997/usind/, 1997, σελ.17 / (253) Συνέντευξη με τον Γιάννη Σερίφη, πρώην κρατούμενο στα «ειδικά» κελιά των φυλακών Κορυδαλλού. / (254) Virginia’s Red Onion state proson, Human Rights Watch, http://www.hrw.org/reports/1999/redonion/, 1999, σελ.7 / (255) ο.π. (251), σελ.357 / (256) ο.π. (251), σελ.337 / (257) ο.π. (251), σελ.337 / (258) Standard Minimum Rules for the Treatment of Prisoners, First United Nations congress on the prevention of crimes and the treatment of offenders, 1955 / (259) ο.π. (252), σελ.19 / (260) ο.π. (252), σελ.19

2.6 ΕΠΙΛΟΓΟΣ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Αντικείμενο της εργασίας αποτέλεσε η εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των φυλακών σε σχέση με τη λειτουργία της απομόνωσης. Η αρχιτεκτονική των φυλακών κλήθηκε εκτός από την απομόνωση, να εξυπηρετήσει παράλληλα και μια σειρά από άλλες λειτουργίες: την επιτήρηση, την κατηγοριοποίηση, την ασφάλεια έναντι των αποδράσεων, ενδεχομένως την καταναγκαστική εργασία κτλ. Αν και οι παραπάνω λειτουργίες αλληλοδιαπλέκονται με την απομόνωση και δεν είναι δυνατόν να διαχωριστούν τελείως, επιχειρήσαμε να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στο πώς η αρχιτεκτονική ανταποκρίθηκε στο φαινόμενο του απομονωτικού εγκλεισμού (solitary confinement). Τόσο η απομόνωση πριν την επικράτηση της φυλάκισης σαν κύρια μορφή τιμωρίας, όσο και η επιβολή της με μέσα διαφορετικά του σχεδιασμού, βρίσκονται εκτός του πεδίου που εξετάζουμε και αναφέρονται πολύ συνοπτικά. Δε γίνεται αναφορά επίσης σε περιπτώσεις όπου η απομόνωση επιβάλλεται με τη μορφή της αισθητηριακής αποστέρησης αλλά χωρίς τη διαμεσολάβηση της αρχιτεκτονικής και χωρίς να μπορούμε καν να μιλάμε για φυλάκιση. (Ένα ακραίο αλλά και επίκαιρο παράδειγμα είναι το αμερικάνικο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Guantanamo της Κούβας για αιχμαλώτους πολέμου). Τέλος δεν αναφερόμαστε στα πειθαρχεία των φυλακών διότι το καθεστώς απομόνωσης που επιβάλλεται εκεί έχει το χαρακτήρα τιμωρίας για κάποια παράβαση του σωφρονιστικού κανονισμού και είναι χρονικά περιορισμένη. Αντίθετα στον απομονωτικό εγκλεισμό η απομόνωση δεν είναι η ακραία έκφανση, αλλά ο ίδιος ο πυρήνας της λογικής του εγκλεισμού και το κυριότερο εργαλείο σωφρονισμού. Ανακεφαλαιώνοντας επιχειρούμε να συνοψίσουμε κάποια συμπεράσματα στα παρακάτω σημεία.

  • Το φαινόμενο του απομονωτικού εγκλεισμού ποτέ δεν εξαλείφτηκε τελείως και ουσιαστικά συνυπάρχει με την εμφάνιση της φυλάκισης σαν κυρίαρχη μορφή τιμωρίας στο ποινικό σύστημα. Μπορούμε να διακρίνουμε δύο περιόδους κατά τη διάρκεια των οποίων παρουσιάζει ιδιαίτερη έξαρση. Η πρώτη μπορεί περίπου να προσδιοριστεί ανάμεσα στα έτη 1790 και 1840. Η δεύτερη ξεκινάει περίπου το 1970 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
  • Κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου ο απομονωτικός εγκλεισμός φαινόταν να δικαιώνεται ηθικά από τη φρικτή κατάσταση που επικρατούσε στις υπάρχουσες κοινοβιακές φυλακές και θεμελιώθηκε ιδεολογικά με θεολογικά κυρίως επιχειρήματα. Θεωρήθηκε δε πρόοδος από ανθρωπιστικής πλευράς και οι φυλακές απομόνωσης επιδεικνύονταν από τους κατασκευαστές τους και την εξουσία.
  • Κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιόδου η επανεμφάνιση του απομονωτικού εγκλεισμού στηρίχθηκε στην αποτυχία των προοδευτικών αντιλήψεων (αναμορφωτικό ιδεώδες, αρχή της εξομοίωσης κα) να αναμορφώσουν το χαρακτήρα των κρατουμένων και επιβλήθηκε με αρχικό στόχο την καταστολή ριζοσπαστικών πολιτικών πρακτικών. Θεμελιώθηκε με βάση την υποτιθέμενη ή υπαρκτή αποτελεσματικότητά του να αναμορφώνει τη συμπεριφορά του κρατούμενου χωρίς τη συνεργασία του. Οι σύγχρονες φυλακές απομόνωσης δεν επιδεικνύονται. Αντίθετα συνήθως καταβάλλεται προσπάθεια να μην γίνει ευρύτερα γνωστό το καθεστώς κράτησης που επικρατεί σε αυτές.
  • Ο απομονωτικός εγκλεισμός έχει παρελθόν, παρόν και μέλλον και επεκτείνεται σιωπηλά, αλλά με ταχείς ρυθμούς, σε όλο τον κόσμο. Στο κείμενο ήταν αδύνατο να ασχοληθούμε με όλες τις χώρες που διαθέτουν φυλακές απομόνωσης (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Ισραήλ κα) και επικεντρωθήκαμε στα παραδείγματα των χωρών που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του φαινομένου αυτού. Αναφερόμαστε στην περίπτωση των ΗΠΑ και της Γερμανίας λόγω της συμβολής τους στην επανεμφάνιση του απομονωτικού εγκλεισμού. Ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες το φαινόμενο έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις και οι εξελίξεις στη χώρα αυτή αποτελούν διεθνές πρότυπο. Οι ΗΠΑ είναι αυτή τη στιγμή ο μεγαλύτερος εξαγωγέας του απομονωτικού εγκλεισμού. Η περίπτωση της Τουρκίας παρουσιάζει τις ιδιαιτερότητες της μαζικότητας, του ραγδαίου ρυθμού ανάπτυξης και της ιδιαίτερα δυναμικής αντίστασης. Τέλος εξετάζεται το παράδειγμα της Ελλάδας αφενός γιατί μας αφορά άμεσα, αφετέρου γιατί γίνεται μια συστηματική προσπάθεια συγκάλυψης του γεγονότος ότι για πρώτη φορά εισάγεται στην Ελλάδα το φαινόμενο του απομονωτικού εγκλεισμού με την πλήρη έννοια του όρου.
  • Ο απομονωτικός εγκλεισμός εκφράζεται χωρικά με συγκεκριμένους τύπους, έχει αναπτύξει μια δικιά του ιδιαίτερη αρχιτεκτονική η οποία εξελίσσεται και καλύπτει όλες τις κλίμακες του σχεδιασμού, από την πολεοδομική κλίμακα μέχρι το επίπεδο της οικοδομικής λεπτομέρειας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s