Μνήμες της α/συνέχειας: Όταν ο χρόνος διακόπτεται και ο χώρος γίνεται μάρτυρας

Στελίνα Πορτέση

Η προπτυχιακή ερευνητική εργασία που δημοσιεύουμε εδώ πραγματεύεται το θέμα της μνήμης και την αποτύπωσή της στον χώρο μέσα από δύο αναλυτικές μελέτες περίπτωσης: Το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Μακρονήσου και τους διάσπαρτους χώρους κράτησης και βασανισμού πολιτικών κρατουμένων στη δικτατορία της Αργεντινής. Η διερεύνηση εξετάζει κριτικά μεταξύ άλλων και τις αρχιτεκτονικές προτάσεις και χειρισμούς διαχείρισης της τραυματικής ιστορικής μνήμης.

Η εργασία παρουσιάστηκε στην Αρχιτεκτονική ΑΠΘ στο εαρινό εξάμηνο του 2017 με επιβλέπουσα την Κυριακή Τσουκαλά και σύμβουλο την Κέλλυ Παπαϊωάννου.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν αναμφισβήτητα από τα μεγαλύτερα δεινά που γνώρισε η Ευρώπη και η χώρα μας. Ωστόσο, με τη λήξη του όλοι όσοι συμμετείχαν μετρούσαν πληγές και προσπαθούσαν να τις επουλώσουν. Ή τουλάχιστον αυτό συνέβαινε εκεί όπου τα πράγματα είχαν κριθεί. Στην Ελλάδα δεν ήταν και τόσο απλό. Ο αγώνας δεν ήταν απλά εθνικοαπελευθερωτικός αλλά πολύ περισσότερο, από την πλευρά της λαϊκής πλειοψηφίας και των “αδύναμων” αυτού του κόσμου, είναι ένας αγώνας ενάντια σε ένα σύστημα που γεννάει φτώχεια, καταπίεση, ρατσισμό και πόλεμο. Όταν το όραμα αυτό καταρρέει και οι προσδοκίες χάνονται, αφού κάποιοι άλλοι είχαν ήδη αποφασίσει για τους λαούς χωρίς τους λαούς, ξεκινάει ένας Εμφύλιος Πόλεμος. Καταλήγει, όμως, σε Εμφύλιο Σπαραγμό που θα κρατήσει μέχρι τη Μεταπολίτευση με την ανοχή ή και την υποστήριξη της Δύσης αλλά και με την υποστήριξη και την προθυμία της τότε ελληνικής κυβέρνησης που ήθελε διακαώς να θεραπεύσει το “μικρόβιο του κομμουνισμού” και να “προστατεύσει” τη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας. Πολιτικές εξελίξεις, πολιτικές αποφάσεις και πράξεις καταδικάζουν ανθρώπους να ζήσουν μια κόλαση χωρίς προηγούμενο απλά και μόνο για τις ιδέες τους.

Για πολλούς ο Εμφύλιος είναι η αιτία που ακόμη και σήμερα δε μιλάμε πολύ για το ΒΠΠ ή την έκβασή του. Αλλά ούτε και το θέμα του Εμφυλίου είναι κάτι που θέλουμε να το συζητάμε γιατί προκαλεί πόνο, οπότε θα ήταν αρκετά βολικό να περάσει στη σφαίρα τη λήθης. Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι αποτελούν ένα κομμάτι της ιστορίας πολύ κοντινό στο σήμερα -από άποψη χρόνου αλλά και επίδικων που δεν έχουν εκπληρωθεί- και σε συνδυασμό με τις “αποδείξεις” που υπάρχουν ακόμη και στέκονται στο χώρο γύρω μας, για τόπους όπου κάτι συνέβη, κάτι μαρτυρά ότι κάτι συνέβη, είναι ανευθυνότητα από μέρους μας να κλείνουμε έτσι απλά τα αυτιά και τα μάτια μας. Τόποι και κτίρια, ερείπια και πέτρες που προσπαθούν να πουν μια ιστορία, που παλεύουν ενάντια στη λήθη και στο χρόνο που τόσο πολύ τα χτυπά, κάθε άλλο παρά να αγνοηθούν μπορούν.

Στην παρούσα εργασία θα προσπαθήσουμε να ακούσουμε αυτές τις ιστορίες. Θα κοιτάξουμε πίσω στο πρόσφατο παρελθόν που αφήνεται έτσι εύκολα να ξεχαστεί με τη δικαιολογία ότι επιφέρει πολύ πόνο. Θα καταπιαστούμε με το ζήτημα του Εμφυλίου Πολέμου μέσα κυρίως από τους χώρους εγκλεισμού ανθρώπων που αγωνίστηκαν για μια άλλη κοινωνία και κατέληξαν να πρέπει να πληρώσουν με τη ζωή τους για αυτό τους το όραμα. Δε θα μιλήσουμε τόσο για ιστορικά γεγονότα και αρχεία, αλλά θα είναι ο ίδιος ο χώρος το ζήτημα που θα μας απασχολήσει μιας και αποτελεί απτή απόδειξη για το τι συνέβη και πώς συνέβη. Μέσα λοιπόν από χώρους εξορίας και εγκλεισμού θα προσπαθήσουμε να ρίξουμε λίγο φως σε ό,τι έγινε, αλλά κυρίως στο γιατί ό,τι έγινε έπρεπε και πρέπει(;) να ξεχαστεί.

Πιο συγκεκριμένα, έννοιες με τις οποίες θα ασχοληθούμε και θα χρησιμοποιήσουμε για να αναλύσουμε αυτό το φαινόμενο και να εξετάσουμε τις συνθήκες με τις οποίες συνέβη αλλά και τι θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας στο σήμερα, είναι: ο χρόνος, η μνήμη και η λήθη και φυσικά ο χώρος.

Ως προς την έννοια του χρόνου, θα προσπαθήσουμε αρχικά να εξετάσουμε τι σημαίνει ο χρόνος στη νεωτερικότητα και πώς είναι συνυφασμένος με την πρόοδο. Η αντίληψη του χρόνου ως μια γραμμική ανοδική γραμμή μας δίνει αυτόματα την αίσθηση της συνέχειας (σε αυτόν) και αυτή με τη σειρά της δίνει την αίσθηση της ομοιογένειας. Για να δικαιολογηθούν όμως οι παρεκκλίσεις και η ανομοιογένεια (μέσα σε αυτές τις συνέχειες) υπάρχουν και οι ασυνέχειες που διαταράσσουν τον ομαλό ρου τις ιστορίας. Οι δύο αυτές έννοιες θα μας απασχολήσουν και θα τις αναλύσουμε στη συνέχεια ώστε να κατανοήσουμε πώς οι περίοδοι κρίσης και τα κακώς κείμενα της ιστορίας παρουσιάζονται σαν ασυνέχειες από την άρχουσα (αστική) τάξη και αντίληψη, ώστε να δικαιολογηθούν ως στιγμές-”λάθη” που δε θα επαναληφθούν. Με αυτό τον τρόπο θα εξηγήσουμε πώς καταλήγουμε να διαβάζουμε το παρελθόν μέσα από το παρόν, μιας κι εκεί γίνεται η “τελευταία” κρίση για τη διαλογή των ιστορικών στιγμών σε συνέχειες και ασυνέχειες. Οι δύο αυτοί όροι θα μας προβληματίσουν αρκετά αφού θα προσπαθήσουμε να μιλήσουμε για τις συνέχειες και τις ασυνέχειες στον κοινωνικό ιστό, καθώς θεωρούμε ότι σχετίζονται άμεσα και μάλιστα χρησιμοποιούνται εργαλειακά από την εξουσία για τη διατήρηση και την αναπαραγωγή της.

Για να συντελεστεί όμως η παραπάνω διαδικασία, απαραίτητο όχημα είναι η ίδια η μνήμη. Μόνο με μηχανισμούς ενθύμησης και λήθης μπορεί να επιτευχθεί αυτό που περιγράψαμε παραπάνω. Ένας ακόμη λόγος που θεωρούμε τη μνήμη σημαντικό και απαραίτητο εργαλείο στην εργασία αυτή, είναι ο ρόλος που παίζει στη συγκρότηση ταυτότητας, όχι μόνο για το κάθε άτομο ξεχωριστά, αλλά και για συλλογικότητες και ομάδες καθώς ακόμη και για ολόκληρους λαούς και ολόκληρες κοινωνίες. Με βάση αυτό, θα κάνουμε αναφορά και περιγραφή λιγότερο της ατομικής και περισσότερο της συλλογικής και ιστορικής μνήμης στη συγκρότηση του ατόμου και της ταυτότητάς του αλλά και στο πώς συμβάλλουν αυτές επιμέρους στο να δημιουργηθεί μια επίσημη αφήγηση. Βέβαια, η συλλογική μνήμη είναι αυτή που θα μας απασχολήσει ως επί το πλείστον, για να μη χαθούμε στην τεχνητή ομοιογένεια μιας επίσημης ιστορικής αφήγησης της άρχουσας ιδεολογίας αλλά και να έχουμε την ευκαιρία να μιλήσουμε από την πλευρά των θυμάτων, των καταπιεσμένων και όχι των θυτών, αυτών που προσπάθησαν να βυθίσουν στη λήθη όλα όσα προσπαθούμε να ερευνήσουμε σε αυτή την εργασία. Με βάση λοιπόν όλα αυτά, θα περάσουμε στη σφαίρα της λήθης και θα αναρωτηθούμε κατά πόσο είναι “αθώα” και θεραπευτική για τις κοινωνίες, και αν τελικά δεν είναι, τότε τι σημαίνει αυτό εμπράκτως.

Για να μπορούμε όμως να μιλάμε για μνήμη -αλλά και για λήθη- θα πρέπει να έχουμε ή να βρούμε και τα κατάλληλα πειστήρια. Το πιο ισχυρό και αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο λόγω αντικειμένου, είναι ο χώρος. Αφού πρώτα μιλήσουμε για το ρόλο του στην ιστορική μνήμη, θα καταλήξουμε στη συλλογική που όπως ήδη αναφέραμε μας αφορά περισσότερο. Θα αναλύσουμε για ποιους λόγους η συλλογική μνήμη όχι μόνο “θυμάται” μέσω του χώρου αλλά πολύ περισσότερο υπάρχει μέσω αυτού, γεγονός που κάνει τη μεταξύ τους σχέση άρρηκτη. Βέβαια, θα ξεκαθαρίσουμε πως μιλώντας για χώρο εννοούμε όχι μόνο το δομημένο περιβάλλον αλλά και το αδόμητο, καθώς θα φανεί ότι το βάρος της σημασίας τους είναι εξίσου κατανεμημένο και στις δύο περιπτώσεις. Σε αυτό μάλιστα το σημείο είναι που θα δοθεί απάντηση στο ερώτημα γιατί είναι τόσο σημαντικές οι έννοιες τις συνέχειας και της ασυνέχειας του χρόνου, καθώς μας αφορά η χωρική τους αποτύπωση. Μέσω της παράλληλης ανάλυσης και σύνδεσης του χώρου και του χρόνου, θα δούμε πώς η συνέχεια και η ασυνέχεια χρονικά και κοινωνικά αποτυπώνεται στο χώρο και καταλήγει να πρέπει να ερμηνευτεί και να διαχειριστεί από εμάς στο σήμερα.

Παράδειγμα προς μελέτη και προς κριτική, μέσα από το δυστυχώς ευρύ δίκτυο χώρων ασυνέχειας (τόποι εξορίας και φυλακές) της μετεμφυλιακής περιόδου, θα αποτελέσει το στρατόπεδο της Μακρονήσου, μιας και υπήρξε πρότυπο στρατοπέδου και πεδίο προπαγάνδας από την πλευρά της τότε ελληνικής κυβέρνησης και του Στέματος. Επιπρόσθετα, η Μακρόνησος συμπυκνώνει τη χωρική αυτή ασυνέχεια που περιγράψαμε και θα περιγράψουμε, ενώ παράλληλα αποτελεί ένα τόπο περισσότερο λήθης και όχι μνήμης (σε ελεύθερη παράφραση) από τη μεριά της επίσημης ιστορικής μνήμης. Αντίθετα, μπορούμε να διακρίνουμε τις προσπάθειες της συλλογικής μνήμης να κρατήσει ζωντανό το τι συνέβη εκεί αναδεικνύοντας μάλιστα τη βαθύτερη σημασία του.

Αρχικά θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε το στρατόπεδο της Μακρονήσου και το ιδιαίτερο καθεστώς που επικρατούσε εντός του. Παράλληλα θεωρούμε αναγκαίο να καταδείξουμε τους λόγους για τους οποίους κάποιος ή κάποια κατέληγε να εγκλειστεί εντός του, όπου είχε να κάνει περισσότερο με την ίδια την ταυτότητά του/της που αποτελούσε απειλή για το κράτος στη δεδομένη χρονική περίοδο, παρά με συγκεκριμένες πράξεις. Επίσης θα εξετάσουμε το σκοπό που είχε αυτή η χωρική ασυνέχεια, ο οποίος δεν ήταν η εξόντωση, αλλά η αναμόρφωση και η “θεραπεία” των εγκλείστων από το μικρόβιο του κομμουνισμού.

Δε θα πρέπει όμως να μην αναφερθούμε και στην άλλη πλευρά του στρατοπέδου, η οποία είχε να κάνει με τις δομές που προσπάθησαν να φτιάξουν και να διατηρήσουν οι ίδιοι οι κρατούμενοι. Παρά το καθεστώς εγκλεισμού όπου είχαν περιέλθει και την απόλυτη παράδοση του σώματός τους στα χέρια του κράτους και των βασανιστών, το πνεύμα τους εξακολουθούσε να μένει αδέσμευτο. Πιο συγκεκριμένα, οι δομές αλληλεγγύης που είχαν δημιουργήσει μεταξύ τους και οι διάδοση των αρχών και αξιών της Αριστεράς ήταν στοιχεία της κοινωνίας που οραματίζονταν και δεν τα άφηναν να σβήσουν ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες. Σε καμία περίπτωση δεν εξωραϊζουν τους χώρους αυτούς παρά μόνο αναφερόμαστε σε αυτό το γεγονός ως ένα παράδοξο σε σχέση με το καθεστώς εγκλεισμού στο οποίο αγωνιστές και αγωνίστριες της Αριστεράς είχαν περιέλθει.

Ο χώρος όπου συνέβαιναν όλα αυτά ήταν λιγότερο τα κτίρια, περισσότερο οι σκηνές διαβίωσης και ακόμη περισσότερο το ίδιο το φυσικό περιβάλλον του νησιού στο σύνολό του. Θα γίνει εκτενής αναφορά και ανάλυση στο πώς προέκυψαν τα κτίρια αυτά και πώς ήταν διαμορφωμένος και ο υπαίθριος χώρος, τι σήμαινε αυτό και ποια η γείωση στο σήμερα από την οποία απορρέει η ανάγκη προφύλαξης, διατήρησης και ανάδειξης αυτών των τόπων. Συμπυκνώνοντας μάλιστα τις χρήσεις αυτών των χώρων και το σκοπό της παραγωγής πόνου, όπως ήδη αναφέρθηκε και πιο πάνω, θα εξηγήσουμε γιατί η προσέγγιση θα πρέπει να είναι συνολική και κυρίως βιωματική για να φτάσουμε να πούμε πως η Μακρόνησος δεν θα έπρεπε να είναι απλά ένας τόπος-μνημείο, αλλά ένας τόπος μνήμης.

Για να εξειδικεύσουμε όμως το θέμα θα πρέπει να μπούμε πιο βαθειά στις προθέσεις που υπήρξαν από την πολιτεία για το νησί της Μακρονήσου μετά τη Μεταπολίτευση και μετά την αναγνώρισή της ως Ιστορικό Τόπο τη δεκαετία του ‘80. Η διημερίδα που έγινε με πρωτοβουλία του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου για την ανάδειξη και διαχείριση της Μακρονήσου ως Ιστορικό Τόπο, θα μας βοηθήσει να δούμε και να κάνουμε κριτική στον τρόπο που η ίδια η πολιτεία αντιμετώπισε το θέμα, θα φανούν προθέσεις και δυσκολίες για το όλο ζήτημα που προέκυψαν από πλευράς κράτους αλλά και από την τοπική κοινωνία. Κυρίως θα σταθούμε με κριτική ματιά στον τρόπο που το θέμα αναδεικνύονταν, στους χειρισμούς που έγιναν και δεν έγιναν και στην εμπλοκή των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων ως προς το θεσμικό κομμάτι. Το στοιχείο που θα προσπαθήσουμε να υπογραμμίσουμε μέσα από όλη την ανάλυση και κριτική είναι το ίδιο το νόημα ενός τέτοιου τόπου, για ποιο λόγο αποτελεί ταμπού και αν εν τέλει είναι οι ίδιες οι πράξεις της τότε εξουσίας το επίδικο ή κάτι βαθύτερο και ενδεχομένως πιο σημαντικό, το οποίο θα έπρεπε/πρέπει να αποτυπωθεί χωρικά, ώστε να μην περιέλθει στη λήθη. Σε αυτό το κομμάτι της έρευνας θα ανατρέξουμε σε κάποιες εναλλακτικές προτάσεις διαχείρησης του ζητήματος μέσα από διπλωματικές εργασίες που έχουν διεκπεραιωθεί με το συγκεκριμένο θέμα.

Για να είναι όμως η κριτική μας ολοκληρωμένη θα πρέπει να κοιτάξουμε και σε αντίστοιχα εγχειρήματα άλλων χωρών. Μέσω μιας σύντομης αναφοράς στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης θα μπούμε στη διαδικασία να δούμε πρώτα-πρώτα αν μια τέτοια σύγκριση είναι δόκιμη. Στη συνέχεια, θα δανειστούμε κάποια παραδείγματα από αντίστοιχες πολιτικές καταστάσεις που γέννησαν τέτοιου είδους χώρους στη Λατινική Αμερική και συγκεκριμένα στην Αργεντινή, σαν παράδειγμα μιας χώρας που δεν επηρεάστηκε άμεσα απο τον Β’ΠΠ. Αφού δούμε τι χώροι προέκυψαν από αντίστοιχες χρονικές ασυνέχειες, θα προσπαθήσουμε να τους ψηλαφήσουμε με όσα στοιχεία έχουμε διαθέσιμα, μιας κι εκεί μιλάμε για μια δικτατορία στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 που εξαπέλυσε άγριο κυνηγητό εναντίον ανθρώπων που έκρινε επικίνδυνους λόγω της πολιτικής τους ταυτότητας.

Περισσότερο θα μας απασχολήσει η διαχείρηση της συλλογικής μνήμης σε αυτή την περίπτωση, καθώς έχουμε παραδείγματα στο χώρο που δηλώνουν άρνηση για λήθη αυτών των γεγονότων, παρά τις προσπάθειες από τις μετέπειτα δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις να αποσιωπήσουν το ζήτημα. Και στην περίπτωση της Αργεντινής έχουμε κάποιους χώρους ασυνέχειας που προέκυψαν για την προστασία της τότε εφαρμοζόμενης πολιτικής από τον εσωτερικό εχθρό, όπως αυτός είχε αναγνωστεί. Θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε την ανατομία αυτών των χώρων, το αντίκρυπό τους στο παρελθόν και παρόν, αλλά και πώς στο σήμερα όλα αυτά δεν έχουν ξεχαστεί. Συγκεκριμένα θα αναλύσουμε τους χειρισμούς που γίνανε στο Πάρκο Μνήμης (Parqe de la Memoria) και Μνημείο για τα θύματα της Τρομοκρατίας του Κράτους στο Μπουένος Άιρες, αφού πρόκειται για ένα εγχείρημα που προσπαθεί να αποτυπώσει όλα όσα περιγράψαμε παραπάνω. Κάπως έτσι θα επιχειρήσουμε να βρούμε διαφορές και ομοιότητες με την περίπτωση της Μακρονήσου και ίσως μέσω αυτού του παραδείγματος φτάσουμε σε συμπεράσματα για τις ανάγκες διαχείρησης αυτών των τόπων μνήμης και πώς μπορεί η αρχιτεκτονική να συμβάλει από μεριάς της.

Κλείνοντας, μέσα από το τι έχει να πει η Μακρόνησος στο σήμερα σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, θα προσπαθήσουμε να δούμε αν όντως έχουμε διαφυλάξει το να αποφευχθεί ο κίνδυνος δημιουργίας τέτοιων χώρων, με βλέμμα τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον, μιας και η αρχιτεκτονική δε θα πρέπει να αποκόπτεται από την κοινωνία και ο μόνος τρόπος να το πετύχει αυτό είναι να αντιμετωπίζει σφαιρικά τα θεωρητικά και πρακτικά της ζητήματα. Ακριβώς πάνω σε αυτό το επιχείρημα θα εξετάσουμε αν τα εργαλεία που προσφέρει η αρχιτεκτονική για την αναβίωση της συλλογικής μνήμης είναι αρκετά από μόνα τους και αν εν τέλει αυτή η διαδικασία είναι ένα θέμα αμιγώς αρχιτεκτονικό.

1. ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ

1.1 Χρόνος

Στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες υπάρχει ένα στοιχείο που συνεχώς κυνηγάμε: ο χρόνος. Μάθαμε να τον αντιλαμβανόμαστε γραμμικά, ξεπερνώντας το στάδιο του Μεσαίωνα όπου κινούνταν κυκλικά. Η νεωτερικότητα μας έμαθε ότι ο χρόνος είναι μια ευθεία γραμμή που τρέχει, δε γυρνά πίσω, είναι ομοιογενής, αδιάφορος και εν τέλει κενός·[1] δε μιλάμε πια για κυκλικό χρόνο και εποχές, αλλά για μια λανθάνουσα αίσθηση γραμμικής ανάπτυξης γεγονότων. Σύμφωνα με το Σταυρίδη, ο χρόνος δε νοείται ως ξεχωριστός από τα γεγονότα τα οποία περιγράφει[2]. Ωστόσο, γίνεται ένα ουδέτερο σύστημα μέτρησης της σχέσης παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος χωρίς να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη νοηματοδότηση αυτής της σχέσης. Κι εκεί ακριβώς είναι που εντοπίζεται αυτή η “κενότητά” του. Αυτό που ο χρόνος νοηματοδοτεί είναι η διαδοχή των γεγονότων, γιατί μέσω αυτής του της γραμμικότητας λανθάνει ταυτόχρονα και μια γραμμική ανάπτυξη αυτών.

Έτσι, μπορούμε να κατανοήσουμε για ποιο λόγο ο χρόνος είναι τόσο στενά συνδεδεμένος -αν όχι άρρηκτα- με την έννοια της προόδου στη νεωτερικότητα. Καθώς εκείνος κυλά, μην μπορώντας να κάνει κάτι άλλο, η πρόοδος έπεται αυτού σαν πιστός του ακόλουθος· αυτός που δε θα τον εγκαταλείψει ποτέ. Στηριζόμενοι σε αυτή την υπόθεση, εύκολα μας δημιουργείται η αίσθηση πως καθετί ακολουθεί κάτι προς βελτίωσή του. Δημιουργείται με αυτό τον τρόπο μια “λογική της ταξινόμησης”, μια λογική “βημάτων μπροστά”[3] σε σχέση με κάτι που έγινε χτες και είναι κατώτερο από το σήμερα και αυτό που γίνεται σήμερα είναι κατώτερο από αυτό που θα γίνει αύριο. Και φυσικά αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την ιδέα της προόδου που θεμελιώνεται στον κενό χρόνο της νεωτερικότητας, αλλά ισχυροποιείται μέσα από την κανονικοποίηση των διαδικασιών που εγγυώνται την αναπαραγωγή αυτής της συγκεκριμένης νεωτερικής κοινωνίας. Η πρόοδος δε θα έρθει από μόνη της, ούτε είναι φυσικό επόμενο μόνο του χρόνου· η πρόοδος θα έρθει με ένα συγκεκριμένο τρόπο που αποκρυσταλλώνεται σε συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις, ιεραρχημένες, σε συγκεκριμένες δομές εξουσίας και προφανώς σε συγκεκριμένες συνθήκες παραγωγής.[4]

Ευθεία -κανονική(;)- γραμμή. Αυτή θα μπορούσε να είναι η σχηματοποίηση αυτού του χρόνου που περιγράφουμε. Μια ευθεία γραμμή που όμως δεν ποικίλει όσο θα πιστεύαμε. Είναι εύθραυστη και ταυτόχρονα αναγκαία για την πρόοδο, για την κοινωνία, για την πρόοδο της κοινωνίας. Αυτού του είδους η αντίληψη και η βίωση του χρόνου προφανώς επηρεάζει, αν όχι δομεί εξ’ ολοκλήρου, τη σχέση μας με το παρελθόν, τη σχέση του παρόντος με το παρελθόν, ίσως και τη σχέση του παρόντος με το μέλλον. Ο Σταυρίδης, επικαλούμενος τον Αγκάμπεν, κάνει μια πολύ σημαντική υπόθεση. Αυτός ο ομοιογενής, κενός χρόνος μπορεί όντως να σχηματοποιηθεί με τον τρόπο που περιγράψαμε, και να διαρραγεί στο παρόν. Το παρελθόν ουσιαστικά αποτελεί την ιστορική εκείνη συνέχεια του χρόνου και των γεγονότων που μπορεί δυνητικά το παρόν να τη σπάσει. Έτσι, η ευθεία γραμμή μετατρέπεται αυτόματα σε διακεκομμένη.[5] Αυτό όμως δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά μια ψευδαίσθηση ρήξης με τη συνέχεια αυτή. Γιατί το παρελθόν ήταν κάποτε παρόν, άρα μπορεί να θεωρήθηκε στην εποχή του ήδη “ρήξη” με το δικό του παρελθόν. Αλλά στο τώρα αποτελεί συνέχεια, για να επιβεβαιώσει τη γραμμική αυτή ανάπτυξη των γεγονότων και να γίνει κατανοητό από τη νεωτερικότητα. Και κάπως έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος πολλών ρήξεων όσο ο χρόνος κυλά και ένα “νέο παρόν” προκύπτει κάθε φορά που στην ουσία αποκόπτει κάθε σχέση με το παρελθόν ή το μέλλον.

Σε αυτό το σημείο μπορούμε να κάνουμε μια σημαντική αλλά ταυτόχρονα και έντονα καχύποπτη υπόθεση σε σχέση με την αντίληψη για το χρόνο στη νεωτερικότητα. Ο τρόπος με τον οποίο (η νεωτερικότητα) χειρίζεται το δίπολο της συνέχειας-ασυνέχειας του χρόνου, είναι αρκετά περίεργος σε πρώτη ανάγνωση. Και αυτό γιατί η συνέχεια τείνει να αντιμετωπίζεται ως το θετικό σκέλος μιας κατάστασης, ενώ η ασυνέχεια ως το αρνητικό. Αν μάλιστα συμπεριλάβουμε στα στοιχεία μας το γεγονός ότι αυτή η συνέχεια είναι πολλές φορές το ζητούμενο ακόμη και στις κοινωνίες, όπως ήδη αναφέραμε, τότε οδηγούμαστε σε συμπεράσματα που μας κάνουν εύκολα να καταλάβουμε γιατί οι κοινωνίες μας έχουν τόση λίγη -ως και καθόλου πολλές φορές- ανοχή στον “Άλλο”, στην ετερότητα[6]. Και ίσως αυτή η σκέψη δεν αποτελεί υπερβολή γιατί έτσι χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται από συστήματα τα οποία καλλιεργούν, όχι τάσεις χειραφέτησης, αλλά τάσεις υποταγής. Επειδή ακριβώς αυτή η συνέχεια είναι παροντοκεντρική, άρα ρηχή και εγκλωβισμένη σε μια αυτάρκεια ή και αυταρέσκεια του “τώρα”.

Για να μπορέσουμε λοιπόν να βρούμε αυτές τις τάσεις χειραφέτησης που ενδεχομένως κρύβονται σε αυτή την αντίληψη, θα πρέπει να αναρωτηθούμε: τι γίνεται αν ερμηνεύσουμε αυτές τις ενδιάμεσες ρήξεις όχι ως άψυχα κενά, αλλά ως δυνατότητες, ως κατώφλια περάσματος από τον ένα χρόνο στον άλλο; Ο Μπένγιαμιν προβληματιζόμενος πάνω σε αυτήν ακριβώς την απελευθερωτική δυναμική της νεωτερικότητας και ξεπερνώντας την υπόθεση που κάναμε προηγουμένως, υποστηρίζει πως φτάνει απλά να δούμε αυτή τη δύναμη που φέρει η νεωτερικότητα ως δυνητική θραύση της συνέχειας παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος[7]. Και αυτή η δυνατότητα είναι που μας προτρέπει συνεχώς να θέλουμε να δώσουμε μια ερμηνεία στο παρελθόν αλλά και στο παρόν. Όχι μόνο ερμηνεία αλλά περισσότερο να βρούμε τις δυνατότητες που ενδεχομένως εγκυμονεί το παρόν. Εκεί ακριβώς είναι που βρίσκεται η τάση χειραφέτησης που αναφέρθηκε παραπάνω: στη βίωση της ασυνέχειας ως εγκυμονούσα αλλαγές, όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρει ο Σταυρίδης, αλλά και στο γεγονός ότι η διαλεκτική σχέση παρόντος και παρελθόντος είναι το σημαντικότερο εφόδιο που θα μπορούσε δυνητικά να μας δώσει η νεωτερικότητα[8]. Και προφανώς εργαλείο για τη διαδικασία αυτή δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η μνήμη.

1. Σταυρίδης, 2010:97-99 / 2. Στο ίδιο, σελ. 99 / 3. Στο ίδιο, σελ. 100 / 4. Σταυρίδης, 2010:99 / 5. Στο ίδιο, σελ. 101 / 6. Σταυρίδης, 2006:16-187 / Σταυρίδης, 2010:101 / 8. Στο ίδιο, σελ. 102

1.2 Μνήμη και λήθη

Αν το στοιχείο (και στοιχειό) που κυνηγάμε είναι ο χρόνος, τότε σίγουρα το όχημα που μας μεταφέρει είναι η μνήμη. Τίποτα από όσα αναφέραμε πιο πάνω δεν έχουν νόημα χωρίς τη μνήμη, η οποία ωστόσο δεν είναι ουδέτερη ούτε κλεισμένη σε μια γυάλα μακριά από όλoυς και από όλα. Ο Halbwachs δέχεται ότι από τη μνήμη κρίνεται ο βαθμός ένταξης του ανθρώπου στην κοινωνία, καθώς διαμέσου αυτής συγκροτείται η ταυτότητά του[9]. Μάλιστα και ο Le Goff συμφωνεί πάνω σε αυτή την άποψη τόσο ως προς την ατομική όσο και ως προς τη συλλογική ταυτότητα του ανθρώπου. Ταυτόχρονα αναγνωρίζει τις τάσεις χειραφέτησης αλλά και τις τάσεις υποταγής που υπάρχουν σε αυτή την υπόθεση, καθώς η ανάγνωση του παρελθόντος εξαρτάται από τον θεατή και τη θέση του θεατή στο παρόν[10]. Ίσως μάλιστα ο λόγος για τον οποίο η μνήμη αποτελεί πεδίο μάχης μεταξύ ατόμων αλλά και μεταξύ εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων είναι αυτή ακριβώς η προηγούμενη υπόθεση. Καθένας διεκδικεί τη μνήμη του ώστε να προσδιορίσει ποιος είναι, από πού προέρχεται, πού ανήκει και τι σκοπό έχει.

Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία η εξουσία χρησιμοποιεί την ιστορία ως εργαλείο για να παγιώσει και να κατασκευάσει μοναδικές αλήθειες, όπως αναφέρει η Παπαϊωάννου[11]. Μάλιστα, προάγοντας αυτή τη σκέψη, μπορούμε να πούμε πως η ίδια η επίσημη ιστορική αφήγηση, για τα δυτικά αστικά κράτη τουλάχιστον, είναι μια μορφή εξουσίας που παγιώνεται ως η μοναδική αληθινή κατανόηση και ερμηνεία. Η επίσημη μάλιστα ιστορική αφήγηση επιλέγει τι θα αναδείξει, τι θα τονίσει, τι θα παραλείψει. Είναι αυτή που εργαλειοποιεί την κοινωνική μνήμη, την μουσειοποιεί. Με αυτό τον τρόπο ο καπιταλισμός όχι μόνο καθιστά τη μνήμη νέο πεδίο κερδοφορίας του, καθώς την εμπορευματοποιεί, αλλά ταυτόχρονα είναι ευκολότερο να χειραγωγήσει τις μάζες μέσω κατασκευασμένων γεγονότων, ωραιοποιημένων -και εν τέλει διαστρεβλωμένων- με σκοπό την υποταγή των καταπιεσμένων[12].

Δεν είναι όμως μόνο η κοινωνική μνήμη εργαλεία στα χέρια των “ισχυρών”, αλλά πολύ δε μάλλον η κοινωνική λήθη. Σύμφωνα με τη Μαντόγλου, στην κοινωνική λήθη δεν υπάρχουν μέθοδοι και τεχνικές που βοηθούν το άτομο (πόσο μάλλον τις ομάδες) να ξεχάσει, γιατί η λήθη των γεγονότων απλώς δεν υπάρχει. Αυτό που υπάρχει είναι η σιωπή γύρω από τα γεγονότα[13]. Και υπάρχουν πολλά παραδείγματα αποσιώπησης γεγονότων και καταστάσεων του παρελθόντος από την εκάστοτε εξουσία ώστε να περάσουν στη σφαίρα της λήθης. Όχι γιατί αποτελούν προϊόντα ντροπής, πόνου ή διχόνοιας (π.χ. Ολοκαύτωμα, εμφύλιοι πόλεμοι, κτλ), πράγμα που θα ήταν δόκιμο και κατανοητό ως ένα σημείο -τότε μιλάμε για μια λήθη που είναι γιατρειά για τον πόνο ολόκληρων κοινωνιών- αλλά για γεγονότα που είναι καταδικασμένα στη σιωπή, επειδή η ενθύμησή τους “κοστίζει” (π.χ. κοινωνικοί αγώνες χειραφέτησης). Το γεγονός ότι η μνήμη προκύπτει σα διαλεκτική εμπειρία σε σχέση με τη λήθη, είναι ίσως και το στοιχείο που μπορεί να μας υποδείξει την εξουσία που αντανακλάται από τη μνήμη μιας ομάδας σε μια δεδομένη στιγμή[14]. Αλλά και αντίστροφα εκεί όπου η μνήμη κατασκευάζει ταυτότητες εν ονόματι μιας κοινωνικής συνοχής, εκεί εξωθεί άλλες στον Καιάδα της λήθης για τον ίδιο ακριβώς λόγο, με την εξουσία όντας στο πλευρό της.

Ίσως θα ήταν χρήσιμο σε αυτό το σημείο να επαναλάβουμε κάποια πράγματα που ήδη ειπώθηκαν προς κατανόησή τους, αλλά και για να πάμε ένα βήμα παραπέρα. Η Δρουμπούκη κάνει μια πολύ σημαντική παραδοχή σχετικά με τη μνήμη και τη λήθη. Αναγνωρίζει πως η μνήμη, κυρίως η ιστορική, χρησιμοποιείται από τις εκάστοτε ελίτ ώστε να μπορέσουν να επιβάλλουν τις δικές τους εκδοχές για το παρελθόν. Αυτός μάλιστα είναι και ο λόγος που η μνήμη χρησιμοποιείται τόσο στον πολιτικό λόγο και γενικά στη δημόσια ζωή (ΜΜΕ, προεκλογικά σποτ, κτλ.), τις περισσότερες φορές ως επίκληση σε μια αυθεντία: την αυθεντία του παγιωμένου χρόνου[15]. Από την άλλη μεριά, η λήθη σηματοδοτεί το πέρασμα από μια εποχή σε μια άλλη ή έστω τη θέληση του ξεπεράσματος μιας εποχής, άρα αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο για την επίτευξη της προόδου της νεωτερικότητας, όπως έχουμε ήδη αναφέρει[16]. Αυτή η ίδια λήθη που εν τέλει δίνει νόημα στις ασυνέχειες του χρόνου με μια επουλωτική χροιά, χωρίς όμως απαραίτητα να ενέχει κριτική. Με άλλα λόγια, η λήθη δε δρα πραγματικά επουλωτικά, αλλά κρύβει το πλήθος των ασυνεχειών της ιστορικής μνήμης ώστε η συνέχεια να κατοχυρωθεί ως ο κανόνας, αγνοώντας ότι στην πραγματικότητα και η ιστορική μνήμη επίσης περιγράφει τις ασυνέχειες και τις τομές στο χρόνο.

Αυτός είναι και ο λόγος που σε αυτή την εργασία θα λάβουμε υπόψιν μας τη συλλογική μνήμη, καθώς η ιστορική (από τη σκοπιά της επίσημης ιστορικής αφήγησης) είναι ένας μηχανισμός που εξυπηρετεί συγκεκριμένους σκοπούς και αφήνει έξω από το ρου της ιστορίας ομάδες και άτομα που αυθαίρετα κρίνει ως “ξένα σώματα”. Να διευκρινίσουμε σε αυτό το σημείο ότι η συλλογική μνήμη έχει ελάχιστη -ή και καθόλου- σχέση με την ιστορική ή έστω την παράδοση. Και ίσως είναι αυτό το χαρακτηριστικό της εκείνο που την κάνει να πρέπει να είναι ακριβώς εκείνη η μνήμη που θα διαχειριστεί και θα αναδείξει -σε τελευταίο επίπεδο- τις ασυνέχειες και τις ρήξεις με το παρελθόν, όπως έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Η συλλογική μνήμη δεν ανακαλεί απλά, αλλά συγκρίνει. Η συλλογική μνήμη είναι που επιβεβαιώνει τον ενεργό ρόλο της διαλεκτικής συνέχειας-ασυνέχειας στην προοπτική της νοηματοδότησης του παρόντος, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Σταυρίδης[17]. Και εν τέλει, η συλλογική μνήμη ίσως είναι εκείνη η μνήμη που θα ανασύρει κομμάτια του βιωμένου χρόνου που αποτελούν το “μίασμα” της κοινωνίας του παρόντος, αυτά τα κομμάτια που η άρχουσα τάξη προσπαθεί να τα κλειδώσει στο συρτάρι της κοινωνικής λήθης.

Ξαναγυρνώντας όμως στο θέμα της διαλεκτικής σχέσης μνήμης και λήθης, με βάση όλα τα παραπάνω, αν δεχτούμε πως η μνήμη -συνεπώς και η λήθη- είναι επιλεκτική, τότε θα πρέπει να βρούμε τη μεθοδολογία εκείνη που χρησιμοποιείται για αυτή την επιλεκτικότητα. Ο Le Goff συμφωνεί με τον Erikson λέγοντας πως το παρελθόν ανακατασκευάζεται σε συνάρτηση με το παρόν στον ίδιο βαθμό που και το παρόν ερμηνεύεται μέσα από το παρελθόν. Υπάρχει αλληλεπίδραση[18]. Άρα, προφανώς και οι απόψεις που έχουμε ή που μας επηρεάζουν στο παρόν, θα είναι και αυτές που θα τις χρησιμοποιήσουμε σα φίλτρα ανάγνωσης του παρελθόντος. Αλλά επειδή μιλάμε πάντα για αυτές ως αναπόφευκτα κοινωνικά κατασκευασμένες, το θέμα της ανάγνωσης δεν είναι μόνο ατομική μας υπόθεση, αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό συλλογική και κοινωνική, μιας και κανείς μας δε μένει ανεπηρέαστος από τις κοινωνικές αλλαγές και εξελίξεις στην εκάστοτε εποχή καθώς και τις ιδέες που εκφράζει και αναπαράγει η ομάδα στην οποία ανήκει στη δεδομένη χρονική στιγμή, αλλά και ολόκληρη η κοινωνία στην οποία εντάσσεται κατ’ επέκταση[19].

Πρώτα πρέπει όμως να στηρίξουμε κάπου τις μνήμες μας, να τις ισχυροποιήσουμε για να είμαστε όσο το δυνατόν πιο σίγουροι ότι δεν ανήκουν -ότι δεν ανήκουμε- στη σφαίρα του φαντασιακού. Και ο Halbwachs και η Μαντόγλου δέχονται και υποστηρίζουν πως θυμόμαστε μέσω του χώρου[20]. Είναι το υλικό περιβάλλον που μας κάνει να φέρνουμε παρελθοντικές εικόνες στο μυαλό μας. Ο χώρος είναι μια πραγματικότητα που διαρκεί, είναι το τεκμήριο και το εργαλείο της ενθύμησης. Και προφανώς έξω από αυτό δε μπορεί να μείνει η συλλογική μνήμη που πρέπει να εξασφαλίσει τη μη λησμονιά της, την ίδια της την ύπαρξη.

9. Halbwachs, 2013:43 / 10. Μαντόγλου, 2010:19 και Halbwachs, 2013:73 / 11. Παπαϊωάννου στην Τσουκαλά, 2010:216-217 / 12. Παπαϊωάννου στην Τσουκαλά, 2010:224 / 13. Μαντόγλου, 2010:189 / 14. Στο ίδιο, σελ. 299 / 15. Δρουμπούκη, 2014:34 / 16. Στο ίδιο, σελ. 34 / 17. Σταυρίδης, 2010:103 / 18. Le Goff, 1998:44 / 19. Halbwachs, 2013:70 / 20. Στο ίδιο, σελ. 183 και Μαντόγλου, 2010:138

1.3 Χώρος

Αν ο χώρος αποτελεί τεκμήριο για τη μνήμη, τότε σίγουρα δεν μπορεί να είναι ίδιος σε κάθε περίπτωση. Αυτό που θέλουμε να αναδείξουμε με αυτή τη θέση είναι ότι, αν δεχτούμε πως στο χώρο συναντώνται και ενίοτε συγκρούονται πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές τάσεις, τότε σίγουρα αυτή η συνάντηση-σύγκρουση επηρεάζει τη μορφολογία του χώρου, δομημένου και αδόμητου. Η μνήμη χρειάζεται το χώρο και ο χώρος τη μνήμη, όπως ήδη ειπώθηκε.

Στην περίπτωση της ιστορικής μνήμης τα τεκμήρια παίζουν έναν αρκετά καθοριστικό ρόλο, καθώς αποτελούν τις αποδείξεις του παρελθόντος το οποίο περιγράφει η επίσημη ιστορική αφήγηση. Η Παπαϊωάννου κάνει μια ανάλυση σε σχέση με τη διαχείριση της μνήμης αυτής στο σήμερα και παραδέχεται πως η επίσημη ιστορική αφήγηση δημιουργεί χώρους προκειμένου να πει τη δική της εκδοχή για το παρελθόν. Το Μουσείο, παραδείγματος χάριν, λειτουργεί σαν “αποθήκη της ιστορίας”, επισημοποιώντας τη μνήμη που προέρχεται από τις αφηγήσεις τις εκάστοτε εξουσίας και ταυτόχρονα εξυπηρετεί την αναπαραγωγή της[21]. Σήμερα, βλέπουμε πολλά μουσεία να φιλοδοξούν -και εν τέλει να το καταφέρνουν σε πολύ μεγάλο βαθμό- να γίνουν τόποι. Ουσιαστικά προσπαθούν να μεταφέρουν την ιστορική σημασία ενός τόπου μέσα στον αστικό ιστό, ώστε να είναι προσβάσιμος από περισσότερους ανθρώπους. Σε αυτή την περίπτωση δύσκολα μπορούμε να μιλήσουμε για αντικειμενικότητα ως προς την αφήγηση, αφού φέρουν όλο αυτό το ιδεολογικό φορτίο που περιγράφουμε στην εν λόγω εργασία. Ούτε φυσικά μπορούμε να μπούμε σε μια βαθύτερη ανάλυση για την έννοια του Μουσείου, καθώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποτελεί αντικείμενο μιας άλλης ερευνητικής εργασίας.

Αυτό όμως που μπορούμε να συμπληρώσουμε σε σχέση με την ιστορική μνήμη είναι η περίπτωση του Μνημείου, με το οποίο αυτή επιβεβαιώνει ένα χώρο και τον εντάσσει στην αφήγησή της. Και για το Μνημείο θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλά στοιχεία ως προς τη σημασιολογία του, αλλά για τους ίδιους λόγους με πάνω, θα αρκεστούμε σε μια απλή αναφορά. Πρόκειται ουσιαστικά για τεκμήρια , όπως το ονομάζει ο Le Goff, δοσμένα, παγιωμένα, που ακόμη κι αν αφήνουν ένα περιθώριο ερμηνείας για τους χρήστες, δεν παύουν να εκφράζουν την εξουσία της κοινωνίας του παρελθόντος -ή και του παρόντος- πάνω στη μνήμη και στο μέλλον[22]. Είναι αρκετά φανερό πως μια τέτοια διαδικασία δεν μπορεί εύκολα να είναι δυναμική, δεν είναι διαλεκτική, δεν είναι προϊόν των ίδιων των ανθρώπων που ήταν πρωταγωνιστές. Η διαδικασία αυτή, μπορεί να είναι μεν πιο σύνθετη, αλλά είναι αρκετά “ασφαλής” και δύσκολα αποδομήσιμη από τους χρήστες της. Γιατί σε ένα δεύτερο επίπεδο αυτό το οποίο μπορεί να κάνει είναι να κατασκευάσει ένα υλικό περιβάλλον ώστε να αφηγείται κάτι άλλο, αντιπαραθετικό με αυτό που έγινε, για να “αλλάξει” το παρελθόν ή καλύτερα να δημιουργήσει ένα “χρήσιμο παρελθόν” για το παρόν, όπως πολύ εύστοχα αναφέρει η Δρουμπούκη[23]. Έτσι, δημιουργεί μια ενδιάμεση κατάσταση κάπου μεταξύ μνήμης και λήθης.

Αλλά αν θέλουμε να ξεχάσουμε; Τι γίνεται τότε; Ακολουθούμε τις αντίστροφες διαδικασίες και απορρίπτουμε ό,τι υποστηρίζει και ενισχύει τη μνήμη; Η απάντηση μπορεί να μοιάζει σχετικά δύσκολη, αλλά μάλλον δεν είναι και τόσο. Εκτός από τη διαδικασία “κατασκευής” του παρελθόντος -που ακριβώς πιο πάνω αναλύσαμε-, σε αρκετές περιπτώσεις φτάνει απλά να καταστρέψουμε στοιχεία του υλικού περιβάλλοντος ώστε να μη μείνει κανένα τεκμήριο που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη ή τη δράση μιας κοινωνικής ομάδας. Η άφεση πολλών αντικειμένων, μνημείων ή και ολόκληρων τόπων στην τύχη τους, είναι μια διαδικασία που δεν κοστίζει τίποτα στην εκάστοτε εξουσία. Ο χρόνος μπορεί να κάνει αυτή τη δουλειά χωρίς έξοδα και χωρίς να πρέπει να αποδοθεί ευθύνη.

Αν όμως η ιστορική μνήμη ως επίσημη ιστορική αφήγηση χρησιμοποιεί κάποια εργαλεία για τη δική της διατήρηση και αναπαραγωγή, τότε δε θα έπρεπε να συμβαίνει το ίδιο και με τη συλλογική μνήμη; Δε θα μπορούσαμε να πούμε ότι και η συλλογική μνήμη χρησιμοποιεί το χώρο και τις δυνατότητες του με τον ίδιο τρόπο, αλλά για να εξυπηρετήσει τους δικούς της σκοπούς; Το σίγουρο είναι πως υπάρχει σχέση μεταξύ χώρου και συλλογικής μνήμης. Αλλά όχι με τον τρόπο που περιγράφηκε πιο πάνω. Η συλλογική μνήμη δε χρησιμοποιεί εργαλειακά το χώρο. Υπάρχει μέσω αυτού, όπως λέει ο Σταυρίδης[24]. Και αυτό μας το δικαιολογεί πολύ εύκολα η Δρουμπούκη μέσω της ρήσης του Halbwachs, ότι δηλαδή η συλλογική μνήμη μεταφέρεται και επιβιώνει μόνο από γενιά σε γενιά[25]. Σε αυτή την πρόταση κρύβονται δύο χρόνοι: πρώτος χρόνος είναι το μέλλον αφού η σ.μ. “μεταφέρεται”, ενώ δεύτερος χρόνος είναι το παρόν μιας και η σ.μ. “επιβιώνει”. Άρα για να μπορέσει όντως να επιβιώσει πρέπει να το κάνει διαμέσο του χώρου. Και εδώ ακριβώς είναι που φαίνεται η άρρηκτη και διαλεκτική σχέση μεταξύ τους.

Ωστόσο, η διαιώνιση δεν είναι αυτοσκοπός της συλλογικής μνήμης. Το ότι η σ.μ. υπάρχει μέσω του χώρου σημαίνει πως εξαρτάται από εκφραστικές κινήσεις, οι οποίες αρθρώνουν το χώρο και δημιουργούνται έτσι διακριτές θέσεις. Άρα ιδρύονται χώροι[26]. Μέσα, λοιπόν σε αυτή την πρόταση του Σταυρίδη κρύβεται η αμφίδρομη και διαλεκτική σχέση χώρου και συλλογικής μνήμης. Με άλλα λόγια η συλλογική τέλεση σχέσης με το παρελθόν καθοδηγείται από σημάδια στο χώρο. Τα ίχνη που γεννιούνται στις τελέσεις της συλλογικής μνήμης αποτελούν και το χώρο που ιδρύεται από αυτή. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο δεν μπορεί να υπάρξει συλλογική μνήμη που να μην εκτυλίσσεται σε χωρικό πλαίσιο.

Ήδη έχουμε κάνει εκτενή αναφορά στη σημασία της χρονικής ασυνέχειας. Και αυτή την ασυνέχεια, αν δεχτούμε ότι η συλλογική μνήμη είναι που την αναδεικνύει, θα μπορέσουμε να καταλάβουμε τη σημασία που έχει ο χώρο για αυτή τη διαδικασία και για αυτή τη σχέση. Οι επιταγές και οι ανάγκες της δυναμικής της συλλογικής μνήμης δεν μπορούν να κλειστούν στα στενά πλαίσια Μουσείων ή Μνημείων με περιοδικές τελέσεις απόδοσης φόρου τιμής. Γιατί με αυτό τον τρόπο εγκλωβίζεται σε μια τεχνητή συνέχεια. Ενώ είναι ακριβώς εκείνη που όχι μόνο διαπιστώνει αλλά και αναδεικνύει την ασυνέχεια, αναζητά στο παρελθόν τη ρήξη, επομένως βαδίζει στο δρόμο της χειραφέτησης, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Σταυρίδης[27]. Δε μιλάμε απλά για ρήξη με το παρελθόν, αλλά ρήξη με την ίδια την εμπειρία του χρόνου και ίσως αυτό δικαιολογεί την υπόθεσή μας παραπάνω για το πώς η συλλογική μνήμη γεννάει χώρους με μια διαλεκτική διαδικασία.

Η αρχιτεκτονική είναι εκείνη που καλείται όχι μόνο να διαχειριστεί αυτές τις σχέσεις αλλά και να τις χωροποιήσει. Στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιείται για να εξυπηρετήσει την εξουσία και την κυρίαρχη ιστορική αφήγηση “από τα πάνω”, να παράγει χώρους που φιλοδοξούν να γίνουν τόποι, να παράγει τα τεκμήρια της μνήμης. Στη δεύτερη περίπτωση καλείται να αναδείξει πλευρές που τις επιβάλλονται “από τα κάτω”. Ωστόσο το κυρίαρχο ζήτημα που εντοπίζεται και στο οποίο αξίζει να σταθούμε είναι πως μέσω αυτών των ενεργειών, αλλά κυρίως μέσω των σκοπών που καλείται να εξυπηρετήσει, αναδεικνύεται ο πολιτικός της χαρακτήρας. Ειδικά τα τελευταία χρόνια η αρχιτεκτονική έχει εγκλωβιστεί και εξωθηθεί σε μια αστείρευτη αυταρέσκεια. Και αυτό είναι πολιτική θέση, όσο κι αν διαφωνούν αρκετοί ή προσπαθούν να πείσουν -ή να πεισθούν- για το αντίθετο. Ο προσανατολισμός της συζήτησης γύρω από αμιγώς αρχιτεκτονικά και σχεδιαστικά θέματα χωρίς κανένα πισω-κείμενο, χωρίς κανένα κοινωνικό λόγο, χωρίς κανένα πολιτικό λόγο ειδικά σε θέματα μνήμης, κάθε άλλο παρά αθώα επιλογή είναι. Για αυτούς τους λόγους η αρχιτεκτονική καλείται να ξεπεράσει αυτά τα στεγανά για να έχει όντως αντίκτυπο στην κοινωνία και να μην συγκροτεί απλά ένα στείρο αποτέλεσμα -όσο αρχιτεκτονικά άρτιο κι αν είναι αυτό- για τον εαυτό της.

21. Παπαϊωάννου στην Τσουκαλά, 2010:228 / 22. Le Goff, 1998:16 / 23. Δρουμπούκη, 2014:146 / 24. Σταυρίδης, 2006:24-25 / 25. Δρουμπούκη, 2014:92 / 26. Σταυρίδης, 2006:25 / 27. Στο ίδιο, σελ. 36

1.4 Ο χώρος μέσα από την ασυνέχεια / Η ασυνέχεια μέσα από τον χώρο

Για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε παρακάτω στην έρευνα και κριτική μας, θα πρέπει να επιστήσουμε την προσοχή και να ασχοληθούμε με ακόμη μια διάσταση του χώρου: αυτή της ασυνέχειας, άρα και της συνέχειας. Ήδη έχουμε προαναφέρει το ρόλο αυτών των 2 εννοιών ως προς την έννοια του χρόνου. Και εδώ ακριβώς θα προσπαθήσουμε να διακρίνουμε την πιθανή σύνδεση αυτών των δύο (δηλ. χώρου και χρόνου) μέσω μιας ασυνέχειας.

Κατ’ αρχάς να διευκρινίσουμε πως ενώ μιλάμε για μια ασυνέχεια, σημαίνει πως ήδη υπάρχει μια συνέχεια. Όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρει ο Σταυρίδης, η ασυνέχεια μπορεί να νοηθεί ως αναμέτρηση με μια συνέχεια[28]. Αλλά τι χωρικό αντίκτυπο μπορεί να έχει αυτή η πρόταση;

Η απάντηση είναι αρκετά εύκολη. Όπως επισημαίνει η Παντελίδου, στις σύγχρονες πόλεις υπάρχει μια εντεινόμενη αίσθηση κατάτμησης. Αν πούμε πως ο αστικός χώρος αποτελεί ένα συνεχές, τότε διαφόρων ειδών αστικά τεμάχια ορίζουν ασυνέχειες, ενισχύοντας παράλληλα την έννοια της συνέχειας[29]. Χώροι οι οποίοι δεν εντάσσονται σε καμία πόλη και εν τέλει σε καμία κοινωνία. Όχι πάντα από επιλογή, αλλά περισσότερες φορές από τις επιταγές ενός κράτους που αναγνωρίζει κάποιες ομάδες σαν απειλή για την εσωτερική του συνοχή οπότε και πρέπει να τις απομονώσει. Αναφερόμαστε περισσότερο στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και αυτό θα είναι το θέμα που θα μας απασχολήσει ακολούθως.

Στις σύγχρονες κοινωνίες, λοιπόν, αυτό που επιζητείται είναι η συνέχεια, η συνώνυμη της ομοιογένειας. Σε ένα σύστημα που γεννά κάθε είδους αντίθεση (πολιτική, πολιτισμική, ταξική, κτλ.), η ανοχή είναι μηδενική. Η διαφορετικότητα, η ετερότητα αντιμετωπίζεται και βιώνεται ως απειλή. Και για αυτούς τους λόγους είναι αναγκαία η απομόνωσή της, όχι μόνο θεσμικά, αλλά οπωσδήποτε και χωρικά. Δημιουργούνται έτσι θύλακες, μακριά από τα αστικά κέντρα, μακριά από την κοινωνία, χωρίς δυνατότητα διαφυγής, ώστε η κοινωνία να προστατευτεί. Χωροποιείται έτσι ένας εχθρός (άλλοτε εξωτερικός, άλλοτε εσωτερικός), ενώ παράλληλα προκύπτει ένα “μέσα” κι ένα “έξω” σύμφωνα με το Σταυρίδη[30]. Συνήθως αυτό το μέσα είναι αυτό που πρέπει να προστατευτεί, ενώ το έξω πρέπει να “θεραπευτεί” από την αρρώστια της ετερότητας ή ακόμη και να αφανιστεί. Το ρόλο του προστάτη υποδύεται το αστικό κράτος στην προκειμένη περίπτωση.

Γεννιούνται, έτσι, όρια μεταξύ αυτών των δύο καταστάσεων που δε διαχωρίζουν μόνο κοινωνικές ομάδες, αλλά εκφράζουν (χωρικά πια) αυτή την ασυνέχεια που προαναφέραμε. Θύλακες που κατηγοριοποιούν ζωές και ο χώρος είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο σχηματοποιείται αυτή η κατάσταση. Μέσα σε αυτές τις χωρικές ασυνέχειες έπονται και θεσμικές ασυνέχειες μέχρις ότου οι “κοινωνικοί απόβλητοι” να απογυμνωθούν από οποιοδήποτε δικαίωμά τους. Μέχρις ότου να εισέλθουν σε ένα καθεστώς εξαίρεσης των οποίων η εξαίρεση και ο αποκλεισμός αποτελούν συνέπειες καταναγκασμού, όπως υποστηρίζουν οι Diken και Laustsen[31]. Με άλλα λόγια, σε αυτούς τους ασυνεχείς χώρους αίρεται ως και η συνέχεια (των θεσμών και νόμων) του αστικού κράτους. Οι έγκλειστοι αναγιγνώσκονται ως “γυμνοί άνθρωποι” από την Παντελίδου, καθώς αποστερούνται κάθε πολιτικό -και όχι μόνο- δικαίωμα. Η σχέση τους με το νόμο είναι προσωρινή όπως προσωρινή είναι και η αναστολή του. Βρίσκονται ουσιαστικά στο ενδιάμεσο του νόμου και της ανομίας[32]. Ή ακόμη χειρότερα, στο μεταίχμιο της ανθρώπινης υπόστασης και ανυπαρξίας τους.

28. Σταυρίδης, 2010:102 / 29. Παντελίδου στην Τσουκαλά, 2010:133 / 30. Σταυρίδης, 2010:21-22 / 31. Παντελίδου στην Τσουκαλά, 2010:149 / 32. Στο ίδιο, σελ. 164

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΥ

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτελεί μια τομή στην ιστορία σχετικά κοντά (χρονικά τουλάχιστον) σε εμάς. Όπως κάθε πόλεμος, υπήρξαν νικητές και νικημένοι. Στους νικητές όμως οι απόψεις για το πώς πρέπει να ανοικοδομηθούν οι κοινωνίες, μετά από την καταστροφή του πολέμου, διίσταντο. Και ένας χώρος όπου αυτές ακριβώς οι απόψεις και ιδεολογίες συγκρούστηκαν ήταν ο ελλαδικός. Από τη μία το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ επικρατούσαν σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα, αφού πρώτα είχαν καταφέρει να ενώσουν τις πλατιές κοινωνικές μάζες υπό ένα ταξικό πρίσμα και σε έναν αγώνα όχι απλά ενάντια στον κατακτητή, αλλά σε έναν αγώνα για μια άλλη κοινωνία. Από την άλλη ο ΕΔΕΣ, με σαφώς λιγότερες δυνάμεις από τον ΕΛΑΣ και άλλες δομές, πάλεψε εντελώς εθνικοαπελευθερωτικά συμμαχώντας με τις Βρετανικές Δυνάμεις, οι οποίοι ήθελαν να εγκαταστήσουν ένα οικονομικό μοντέλο που θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των λίγων. Ωστόσο, στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη) οι συσχετισμοί δεν ήταν οι ίδιοι. Αυτό σε συνδυασμό με τις συνθήκες που υπογράφηκαν εκείνη την περίοδο μεταξύ των Συμμάχων, δυσχέραιναν ακόμη περισσότερο την κατάσταση για τους αγωνιστές του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Η κατάσταση δεν άργησε να πολωθεί και να εκτονωθεί το Δεκέμβρη του 1944 με τις δυνάμεις του ΕΑΜ να προσπαθούν να πάρουν στα χέρια τους την πρωτεύουσα, να υπερισχύσουν και να οικοδομήσουν ένα σοσιαλιστικό κράτος. Η ιστορία όμως τους επιφύλασσε τη μεγαλύτερη ειρωνεία: να γραφτεί για αυτούς αλλά χωρίς αυτούς… Αποκορύφωμα δε αυτής της φάρσας, η συνθήκη της Βάρκιζας, με την οποία όλοι οι αγωνιστές του ΕΛΑΣ βρέθηκαν μετέωροι, προδομένοι και ανήμποροι να αλλάξουν τη μοίρα τους. Και κάπως έτσι, άνοιξε ένας κύκλος αίματος, που θα ξεκινούσε με την άρνηση πολλών στρατευμάτων του ΕΛΑΣ να παραδώσουν τα όπλα τους, να παραδώσουν τα όνειρά τους και τις ιδέες τους και θα τελείωνε με την καταδίκη τους σε μια αέναη μεταφορά από το ένα σωφρονιστικό κατάστημα στο άλλο, όπου θα αναγνωρίζονταν ως προδότες(!) του έθνους και θα περνούσαν τις πύλες τις Κολάσεως.

Ο Εμφύλιος Πόλεμος μπορεί να κράτησε τυπικά 4 χρόνια (1945-1949), οι εξορίες, τα βασανιστήρια και η φρίκη κράτησαν μέχρι τη Μεταπολίτευση. Άλλοτε με περισσότερη ένταση και άλλοτε με λιγότερη. Άλλοτε με απόλυτη σκληράδα από τη μεριά του αστικού κράτους και άλλοτε με κάποιες φαινομενικές ελευθερίες και υποτυπώδη δικαιώματα. Δε μιλάμε μόνο για φυλακίσεις και εκτελέσεις σε αυτή την περίοδο. Πολύ περισσότερο μιλάμε για τα “αναμορφωτήρια” που στήθηκαν μετά τις συμβουλές των συμμάχων μας από τη Δύση (ΗΠΑ και Μ. Βρετανία) και με την προθυμία του τότε Ελληνικού Κράτους και Στέμματος για την αντιμετώπιση της κομμουνιστικής απειλής. Η εξορία δεν έφτανε από μόνη της για να προστατέψει τη συνοχή της τότε ελληνικής κοινωνίας, αλλά το κράτος ανέλαβε την “ανάνηψη” των “παιδιών” του από το “βούρκο του κομμουνισμού”.

Β’ Τάγµα Σκαπανέων στη Μακρόνησο. Διακρίνεται πίσω στο λόφο γραµµένο µε λευκές πέτρες “ΖΗΤΩ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΠΑΥΛΟΣ”, πηγή: <http://www.toperiodiko.gr/%CF%88%CE%B7%CF%86%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%AE%CF%83%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%B7-%CF%80%CE%AD/#.WVyxAlElHIU&gt;

Και για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, τα τότε συμμαχικά κράτη της Αγγλίας και των ΗΠΑ ανέλαβαν να οργανώσουν το διαλυμένο ελληνικό κράτος μετά τον πόλεμο και να εγγυηθούν την ενότητα και την ομαλότητά του. Το πλαίσιο αυτό περιελάμβανε και την ίδρυση ή ενίσχυση κρατικών μηχανισμών καταστολής και αφανισμού των κομμουνιστών και αριστερών, με την πρόφαση ότι οι ιδέες τους ήταν απειλή για το κράτος αλλά πολύ περισσότερο για το έθνος. Με έναν εμφύλιο πόλεμο σε εξέλιξη, πρακτικά αυτό σήμαινε πως οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ έπρεπε να εξουδετερωθούν και οι “αμετανόητοι” να απαλλαχθούν από την ιδεολογία τους, να “θεραπευτούν”. Και κάτι τέτοιο θα γινόταν με τη βία φυσικά. Έτσι, το Αιγαίο μετατρέπεται σε ένα μεγάλο -το μεγαλύτερο- δίκτυο τόπων εξορίας και βασανισμού στη μεταπολεμική Ελλάδα. Μακρόνησος, Γυάρος Λέρος, Τρίκερι, Αη-Στρατης και πολλά πολλά άλλα νησιά γίνονται τόποι εξορίας για τους κομμουνιστές και τους αγωνιστές της Αριστεράς που πολέμησαν για γη και ελευθερία.

Φωτογραφία ανανηψάντων, πηγή: <http://www.nostimonimar.gr/68-chronia-apo-ti-sfagi-350-fantaron-sto-makronisi/&gt;

Σε αυτή την εργασία θα ασχοληθούμε με το παράδειγμα της Μακρονήσου, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, καθώς αποτελεί το αποκορύφωμα της βίας του αστικού κράτους απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους μιας και υπέφεραν πολλές ψυχές εκεί -ενώ αρκετές δε γύρισαν ποτέ πίσω. Επιπλέον, αποτελεί το πιο γνωστό παράδειγμα των πρακτικών αυτής της περιόδου γιατί αποτέλεσε κεντρικό στοιχείο της κρατικής προπαγάνδας από πολιτειακά πρόσωπα, αλλά και γενικότερα πρόσωπα κύρους της εποχής, ώστε γρήγορα να αναγορευτεί η Μακρόνησος ως πρότυπο για τον αντικομμουνιστικό αγώνα σε παγκόσμιο επίπεδο. Ταυτόχρονα, παίζει το ρόλο “δεξαμενής” του Εθνικού Στρατού στον αγώνα του ενάντια στο ΔΣΕ πιθανότατα από “αναμορφωμένους” που στρατολογούνται όπως επισημαίνει ο Στρ. Μπουρνάζος. Στα μάτια και τα αυτιά των αγωνιστών της Αριστεράς, η Μακρόνησος δεν παύει να ισοδυναμεί με την ίδια την Κόλαση, πριν ακόμη φτάσουν εκεί.

Ένας ξερός τόπος, όπως φανερώνεται από το ίδιο του το όνομα, άνυδρος, κρημνός, άγριος και αφιλόξενος. Εκεί δε θα αφεθούν στο έλεός τους απλά αριστεροί και κομμουνιστές, αλλά θα χτιστεί ένα τεράστιο οικοδόμημα για να τους “θεραπεύσει”. Αναμορφωτήριο που φριχτότερό του δεν υπάρχει. Η προθυμία του ελληνικού κράτους και στέμματος και η οικονομική και ιδεολογική βοήθεια των Άγγλων και Αμερικανών συμμάχων θα στήσουν τον “Νέο Παρθενώνα”, το αναμορφωτήριο της Μακρονήσου.

2.1 Η χωρική ασυνέχεια της Μακρονήσου

Όπως έχουμε αναφέρει πιο πάνω σε αρκετά σημεία ένας από τους βασικούς σκοπούς του κράτους είναι η διατήρηση της συνέχειας και της συνοχής του. Αυτό έχει 2 άξονες αντιμετώπισης: έναν ως προς την πρόληψη και έναν ως προς την καταστολή. Ουσιαστικά αυτό σημαίνει πως δεν πρέπει να υπάρχουν παρεκκλίσεις ως προς ένα πρότυπο που θα οριστεί (1ος άξονας), ενώ σε περίπτωση που αυτό συμβεί τότε πρέπει το “ξένο σώμα” να απομονωθεί, να εξαφανιστεί ή να ενσωματωθεί (2ος άξονας). Όποιος, λοιπόν, παρεκκλίνει από την κανονικότητα αναγιγνώσκεται ως “ξένος”, ένας “άλλος” που απειλεί αυτή την ιερή κοινωνική συνοχή που οι κρατικοί μηχανισμοί παλεύουν με νύχια και με δόντια για να διατηρήσουν. Και έτσι ο “άλλος” γίνεται εχθρός.

Στην περίοδο του Εμφυλίου ο εχθρός αυτό ήταν εσωτερικός και έπρεπε να κατασταλεί. Το τότε ελληνικό κράτος αποφασίζει, μαζί με τη βοήθεια των ξένων (Άγγλων και Αμερικανών), αφ’ ενός να απομονώσει τον εσωτερικό του εχθρό και αφετέρου να τον εξαφανίσει. Δημιουργεί έτσι χώρους εγκλεισμού που παράλληλα θα αναμορφώνουν συνειδήσεις. Φαίνεται ξεκάθαρα πως με τη δημιουργία τέτοιων χώρων προκύπτει άμεσα ένα “εκτός” που απειλεί και ένα “εντός” που προστατεύει. Πρόκειται για τη δικαιολογία που χρησιμοποιεί το κράτος σε αυτές τις περιπτώσεις: η εγγύηση της ασφάλειας των πολιτών είναι που ντύνει με το μανδύα της δικαιοσύνης και της νομιμοποίησης την προέλευση και το στόχο αυτών των χώρων και των πρακτικών εντός αυτών, όπως προαναφέραμε[33].

Η Μακρόνησος λόγω γεωγραφικότητας και φυσικών ορίων (μιας και είναι νησί) μπορεί εύκολα να γίνει ένας τέτοιος χώρος. Και δεν αργεί καθόλου για να γίνει. Από το 1947 δέχεται τους πρώτους εγκλείστους σε ένα περιβάλλον απόλυτης καταστολής, βίας, τρομοκρατίας, προπαγάνδας ψυχολογικού πολέμου και βασανισμού, όπως περιγράφει ο Στρ. Μπουρνάζος[34]. Οι έγκλειστοι, λοιπόν, εισέρχονται σε μια κατάσταση εξαίρεσης που ορίζεται από την αναστολή του νόμου στο όνομα της προστασίας της κοινωνικής συνοχής. Με άλλα λόγια πρόκειται για μια κατασκευή που επιχειρεί να εντάξει στο νομικό σύστημα μια κατάσταση ανομίας, όπου η άρση του νόμου αποφασίζεται στο όνομα του νόμου από το υποκείμενο της εξουσίας, σύμφωνα με το Σταυρίδη[35].

Πάνω σε όλες αυτές τις παρατηρήσεις, ο χώρος είναι ίσως ο μόνος εγγυητής αυτής της κατάστασης εξαίρεσης, καθώς είναι απαραίτητος για να υπάρξει (η εξαίρεση). Εύκολα μπορούμε να φτάσουμε στο συμπέρασμα πως τα όρια του χώρου ταυτίζονται με τα όρια του νόμου. Και αυτό γιατί ο νόμος ισχύει ήδη σε ένα συγκεκριμένο χώρο (το “εντός” που αναφέραμε πιο πάνω), άρα και η αναστολή του θα ισχύει πάλι σε έναν άλλο συγκεκριμένο χώρο (το “εκτός” που επίσης αναφέραμε). Χωρίς το χώρο δεν μπορεί να υπάρξει καμία από τις δύο καταστάσεις, πόσο μάλλον η δεύτερη -αυτή της εξαίρεσης. Ωστόσο, η σχέση τους είναι αλληλοεξαρτώμενη, γιατί η χωρική αυτή ασυνέχεια του στρατοπέδου συγκέντρωσης υπάρχει και ορίζεται χάρις στην κατασκευασμένη(;) συνέχεια της πόλης.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να κάνουμε μια μικρή παρένθεση ώστε να βάλουμε και τον άξονα του χρόνου στην ανάλυσή μας, καθώς παίζει καθοριστικό ρόλο. Η ασυνέχεια που αναλύεται παραπάνω, δεν έχει να κάνει μόνο με το χώρο, αλλά και με το χρόνο. Ο Agamben κάνει μια πολύ σημαντική παραδοχή για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, θεωρώντας τα ουσιαστικά σα μια τομή στο χώρο αλλά και στο χρόνο[36]. Δεν είναι μόνο η χωρική ασυνέχεια αυτή που αποτυπώνει την αναστολή του νόμου, αλλά και η χρονική, η οποία μάλιστα εντοπίζεται στο σημείο εκείνο της διακοπής στο ρου του χρόνου με την έναρξη μια κατάστασης έκτακτης ανάγκης που ωθούν το κράτος στην άρση του νόμου για την προάσπιση του νόμου. Προσπαθώντας να σχεδιαγραμματοποιήσουμε αυτή την πρόταση, θα μπορούσαμε να πούμε πως η κήρυξη της έκτακτης ανάγκης σηματοδοτεί τη διακοπή του χρόνου και η κατάσταση εξαίρεσης εντοπίζεται ως παρένθεση στο χώρο αλλά και στο χρόνο.

Όλα όσα αναλύσαμε αποτυπώνονται με εξαιρετικά λακωνικό τρόπο στη φράση που θυμάται ο Η. Στάβερης, εξόριστος στη Μακρόνησο, να βγαίνει από το στόμα του βασανιστή του όταν αρνιόταν κατηγορηματικά να υπογράψει δήλωση μετανοίας, λέγοντάς του ότι θα περιμένει το στρατοδικείο του: “Προδότη, Βούλγαρε, κατσαπλιά, εδώ θα πεθάνεις! Εδώ είναι το στρατοδικείο, εδώ η κυβέρνηση, εδώ η πατρίδα, εδώ ο βασιλιάς, εδώ είναι η δικαιοσύνη. Όλα είναι εδώ. Η εξουσία είναι εδώ. Κι από δω, κατάλαβέ το, δε θα φύγεις ζωντανός χωρίς δήλωση!…”[37].

Ο χώρος της Μακρονήσου, ένας ακατοίκητος, ξερός και έρημος τόπος, παραλαμβάνει χρήση, “κατοικείται” για την “αναμόρφωση” εξόριστων πολιτών. Και ίσως εκεί είναι που έγκειται η ασυνέχεια του χώρου και του χρόνου: ακριβώς στην ίδια την ίδρυση και τη λειτουργία της Μακρονήσου[38]. Δε χρειαζόταν να ζήσει κάποιος για πολύ εκεί για να αντιληφθεί αυτή την ασυνέχεια. Μόλις η πρώτη του ματιά έφτανε για να νιώσει τη διακοπή του χρόνου, την ασυνέχεια του χώρου: το γυμνό, χωρίς ίχνος ζωής, τοπίο τα εθνικόφρονα συνθήματα, τα εμβατήρια από τα μεγάφωνα και η χωροθέτηση κτιρίων και σκηνών έφταναν για να επιβεβαιώσουν όλη αυτή την κατάσταση εξαίρεσης που θα γινόταν καθημερινότητα για τους πολιτικούς εξόριστους, σύμφωνα με τη περιγραφή του Π. Βόγλη[39].

33. Σταυρίδης, 2010:21-22 / 34. Μπουρνάζος στους Δημακόπουλος & Παναγιώτου, 2009:49-50 /35. Σταυρίδης, 2010:22 /36. Στο ίδιο, σελ. 22 / 37. Στάβερης, 2010:80 / 38. Μπουρνάζος στους Δημακόπουλος & Παναγιώτου, 2009:49 / 39. Βόγλης στο ίδιο, σελ. 57

2.2 Η εμπειρία του εγκλεισμού

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να διερευνήσουμε πώς ήταν η καθημερινότητα του εγκλεισμού στη Μακρόνησο, ώστε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στη διεξαγωγή και στην κριτική των συμπερασμάτων. Από τη μία σκοπιά, η ζωή στο νησί δεν ήταν ακριβώς ζωή. Αυτό όμως θα μπορούσε να δικαιολογηθεί καθώς μιλάμε για μια κατάσταση στέρησης της ατομικής ελευθερίας. Οι έγκλειστοι με την είσοδό τους στο αναμορφωτήριο της Μακρονήσου δεν ήταν απλά κρατούμενοι σε μια οποιαδήποτε φυλακή. Δε σταματούσε μόνο ο χρόνος. Δεν ήταν ο χώρος περιορισμένος και δυσχερής. Ήταν πολύ περισσότερο η απογύμνωσή τους από κάθε δικαίωμα, θεμελιακό και μη. Απλά σώματα στα χέρια των βασανιστών τους. Και ο λόγος για τον οποίο βρίσκονταν σε αυτή την κατάσταση ήταν ότι η ταυτότητά τους αποτελούσε απειλή για το κράτος.

Καταναγκαστικά έργα. Κουβάληµα πέτρας. Τις περισσότερες φορές απλά κουβαλιώντοσουν για να πεταχτούν στη θάλασσα σα µια µίµηση του µαρτυρίου του Σίσυφου, πηγή: <http://ptheo.blogspot.gr/2015/05/blog-post_13.html&gt;

Με το που οι πολιτικοί κρατούμενοι εισέρχονταν στο καθεστώς εξαίρεσης της εξορίας, η ζωή τους άλλαζε βίαια, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μετουσιώνονται -κατά κάποιο τρόπο- σε ένα είδος “εξαναγκασμένων κατοίκων του αρχιπελάγους”, όπως τους χαρακτηρίζει ο Σταυρίδης[40]. Αυτό έχει 2 πλευρές. Η μία είναι πως λόγω της αυτόματης αποκοπής τους από τον τόπο τους και από τη σχέση τους με τον τόπο τους, εισέρχονται σε μια άλλη πραγματικότητα που τους επιβάλλει την προσαρμογή σε νέα δεδομένα. Η δεύτερη είναι πως ακόμη και η ίδια η καθημερινότητα δεν είναι απλά ένα είδος τιμωρίας μακριά από συνήθειες, ρυθμούς και σχέσεις, αλλά πολύ περισσότερο η αστείρευτη και τυφλή βία, τρομοκρατία και φρίκη. Καμία συνήθεια και ανθρώπινη ανάγκη δεν είναι κατανοητή από τους βασανιστές στη Μακρόνησο. Αντιθέτως, όλα μπορούν να χρησιμεύσουν για να γίνει η ζωή των πολιτικών κρατουμένων αβάσταχτη.

Κατήχηση από το στρατιωτικό ιερέα για την απόταξη της αθεΐας (και όχι µόνο) του κοµµουνισµού, πηγή: ΙΣΤΟΡΙΚΌ ΤΟΠΙΟ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ το παράδειγµα της Μακρονήσου, πρακτικά επστηµονικής συνάντησης 6-7/3/1998, Αθήνα, φιλίστωρ, 2000, δεύτερο ένθετο φωτογραφιών

Τα βασανιστήρια (σωματικά και ψυχολογικά) και οι ξυλοδαρμοί είναι κομμάτι της καθημερινότητας των κρατουμένων. Σκοπός όμως δεν είναι η εξόντωση και ο αφανισμός αυτών των ανθρώπων. Σκοπός είναι η μετάνοια ή, πιο σωστά, η “δήλωση”. Στόχος είναι το μυαλό και η ψυχή των αγωνιστών της Αριστεράς, όχι το σώμα. Μόνο που ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί δια μέσω του σώματος. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που τα βασανιστήρια σταματούσαν λίγο πριν ο κρατούμενος καταλήξει. Μπορεί το σώμα να εξουθενώνονταν, αλλά ποτέ δεν μπορούσε να κάμψει. Έπρεπε να είναι εκεί και την άλλη μέρα για να αντέξει μέχρι να υπογράψει. Και εκτός των σωματικών βασανιστηρίων, σημαντική ήταν η ψυχολογική βία που ασκούνταν στους εγκλείστους. Η κατήχηση και η προπαγάνδα αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της αναμόρφωσης που πολλές φορές γινόταν από τους ίδιους τους ανανήψαντες. Ή ακόμη χειρότερα η παρακολούθηση των βασανιστηρίων των συντρόφων τους, ήταν το κομμάτι εκείνο που δύσκολα άντεχε κάποιος. Αποκορύφωμα ίσως αυτής της διαστροφής της εξουσίας ήταν τα καταναγκαστικά έργα, που εξουθένωναν το σώμα αλλά ακόμη παραπάνω το πνεύμα καθώς διέπονταν από μια ματαιότητα που θα μπορούσε εύκολα να τρελάνει κάποιον. Μιλάμε για μια ξεκάθαρα σωματοποιημένη εμπειρία ως προς τον εγκλεισμό, αλλά χωρίς αυτό να αφορά το σώμα αυτό καθ’ αυτό.

Φάλαγγα στην κορυφή – Φαρσακίδης σχέδιο 1949 σινική µελάνη, πηγή: <http://www.imerodromos.gr/makronisos/&gt;

Με δυο λόγια μπορούμε να αντιληφθούμε το “φορτίο” του σώματος στην άποψη του Foucault για το βασανιστήριο ως πρακτική. Το βασανιστήριο, ειδικά όταν δε γίνεται σε δημόσια θέα -και δεν εννοούμε τους ίδιους τους κρατούμενους αλλά πολύ περισσότερο μια ολοκληρωμένη κοινωνία- όπως στην περίπτωση της Μακρονήσου, αποτελεί έκφανση μια πολιτικής του τρόμου και όχι απαραίτητα περίπτωση παραδειγματισμού. Είναι η απτή απόδειξη ότι η εξουσία -είτε από τη μεριά κάποιου ανώτατου άρχοντα είτε από τη μεριά του αστικού κράτους- έχει λόγο πάνω στο σώμα του κατηγορούμενου και ουσιαστικά έτσι υποδηλώνεται η μανιασμένη παρουσία του “άρχοντα” πάνω στο σώμα του “εγκληματία”[41]. Ο μηχανισμός της Μακρονήσου χρησιμοποιεί το σώμα γιατί από μόνο του έχει μια πολιτική επένδυση που άπτεται των κοινωνικοπαραγωγικών σχέσεων στην εκάστοτε εποχή. Το σώμα είναι χρήσιμη δύναμη μόνο αν είναι ταυτοχρόνως παραγωγικό σώμα και καθυποταγμένο σώμα[42]. Άλλωστε, όπως αναφέραμε αρχικά, σκοπός ήταν ο ηθικός αφανισμός και η “ίαση” των κομμουνιστικών ιδεών· όχι η φυσική εξόντωση. Ακριβώς εκεί είναι που στοχεύει ο μηχανισμός αυτός: όχι στη φθορά του σώματος μόνο, αλλά στην ψυχοσωματική φθορά, όπως υποστηρίζει ο Παναγιωτόπουλος[43]. Και το σημαντικό είναι ότι αυτή η σωματοποίηση της εμπειρίας του εγκλεισμού χωροποιείται στη Μακρόνησο.

40. Σταυρίδης, 2010:146 / 41. Foucault, 2011:60 / 42. Στο ίδιο, σελ. 35 / 43. Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης, 2000:293 | Πρόκειται για την ημερίδα που διοργανώθηκε στο ΕΜΠ σχετικά με τη διαχείρηση της Μακρονήσου ως ιστορικό τόπο, μετά την αναγνώρισή της από το Ελληνικό Κράτος, το Μάρτη του 1998

2.3 Ο χώρος του εγκλεισμού

Αναλύσαμε ήδη τη διάσταση της ασυνέχειας του χώρου της Μακρονήσου ως προς τη συνέχεια ενός άλλου ιστού έξω από αυτή. Τι γίνεται όμως με το “μέσα”; Τι συμβαίνει εντός του χώρου αυτού και πώς μπορούμε να εξάγουμε συμπεράσματα; Το παράδοξο που θα μπορούσε κάποιος να εντοπίσει ειδικά στις περιπτώσεις των τόπων εξορίας είναι ότι το δομημένο και το αδόμητο περιβάλλον είναι εξίσου σημαντικά και άξια προς μελέτη.

Αν κοιτάξουμε πρώτα το δομημένο θα δούμε το εξής παράλογο. Σε αυτά τα ξερονήσια υπήρξε δόμηση μετά από ένα τεράστιο κενό κατοίκησης με το που μετατρέπονται σε τόπους εξορίας. Σκοπός της αρχιτεκτονικής -συνεπώς και της δόμησης- είναι ο εγκλεισμός, η αναμόρφωση και το μαρτύριο. Ακούγεται τόσο φρικαλέο όσο και είναι. Στην περίπτωση της Μακρονήσου που εξετάζουμε, ήταν οι ίδιοι οι κρατούμενοι αυτοί που έχτισαν τις φυλακές τους, τα σπίτια των βασανιστών τους, τα “αναμορφωτήριά” τους. Όλα τα κτίσματα στη Μακρόνησο -όπως και στα περισσότερα από τα άλλα ξερονήσια- είναι αποτέλεσμα καταναγκαστικών έργων των κρατουμένων κατά την παραμονή τους στο νησί. Προφανώς με υλικά του ίδιου του τόπου, μιας και η επικοινωνία ήταν περιορισμένη με τους “έξω”, στήθηκε ολόκληρος ο “Νέος Παρθενών”[44] από χέρια εξόριστων για να υποφέρουν οι ίδιοι εντός του, σαν ένας τραγικός υπαινιγμός για τον πρώτο Παρθενώνα που χτίστηκε από χέρια δούλων και “μικρών” ανθρώπων. Εδώ όμως ακριβώς λανθάνει ο μέγιστος παραλογισμός: η παραγωγή του δομημένου χώρου γινόταν από τους ίδιους τους κρατούμενους όχι μόνο στο επίπεδο της εκτέλεσης, αλλά και στο επίπεδο του σχεδιασμού -όπως η περίπτωση της εκκλησίας του νησιού- για να φυλακιστούν εντός του.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να κάνουμε ένα σχόλιο. Δε μιλάμε απλά για κτίρια που καλύπτουν κάποιες αντικειμενικές ανάγκες της -εξαναγκασμένης- καθημερινότητας του νησιού, αλλά για κτίρια που είναι επίτηδες ογκώδη και επιβλητικά. Οι κρατούμενοι, άλλωστε, εξαναγκάζονταν και στην κατασκευή αψίδων, αγαλμάτων, μνημείων, ψηφιδωτών, αετωμάτων κ.ά. καθώς μιλάμε για ένα χώρο που θα τους θύμιζε το μεγαλείο του ελληνισμού από το οποίο είχαν εκπέσει και ταυτόχρονα θα δικαιολογούσε τη φήμη του ως “Νέος Παρθενών”. Ένα περιβάλλον τεχνητής εθνικοφροσύνης είχε δημιουργηθεί στο πλαίσιο της αναμόρφωσης[45]. Πρόκειται για μια αρχιτεκτονική όχι μόνο της βιτρίνας και της σκοπιμότητας, αλλά για μια αρχιτεκτονική του παραλόγου.

Ως προς τον αδόμητο χώρο, δε χρειάστηκε να γίνουν ιδιαίτερες αλλαγές ή προσαρμογές. Το άγριο τοπίο δυσχέραινε ακόμη περισσότερο την καθημερινότητα των εγκλείστων, οπότε αυτό από μόνο του εξυπηρετούσε το σχέδιο του κράτους. Οι σχηματισμοί του ίδιου του νησιού μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως χώροι βασανισμού για τους πολιτικούς κρατούμενους, πράγμα το οποίο και συνέβαινε κατά κόρον. Η δε έκταση του νησιού και το γεγονός του μεγάλου του μήκους, μπορούσε να απομονώσει κάποιους εγκλείστους από κάποιους άλλους χωρίς να χρειαστεί να κλειστούν σε χωριστές φυλακές. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που το φυσικό περιβάλλον έμενε στη μνήμη τους περισσότερο από το δομημένο, όπως στο μυθιστόρημα του Η. Στάβερη, Γλαροφωλιά, που ήταν το όνομα της τοποθεσίας της σκηνής του συγγραφέα. Το εν λόγω σημείο ήταν τόσο απρόσιτο ώστε μόνο οι γλάροι έφταναν μέχρι εκεί.

Η διημέρευση -αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι- και η διανυκτέρευση των εγκλείστων γινόταν σε σκηνές που έστηναν από μόνοι τους, μετά από υπόδειξη των φυλάκων. Επιλέγονταν σημεία χωρίς ιδιαίτερο κριτήριο. Πολλές φορές το σημείο επιλογής ήταν κάτι παραπάνω από αδύνατο να φιλοξενήσει ανθρώπους, στα πλαίσια πάντα του τσακίσματος του ηθικού των πολιτικών εξόριστων. Σημαντικό στοιχείο της οργάνωσης του χώρου ήταν η εξασφάλιση εποπτείας των στρατιωτών επί των εξόριστων, γεγονός που διευκολύνονταν πολλές φορές από τη φυσική κλίση του εδάφους της Μακρονήσου. Επιπλέον οι εξόριστοι κατηγοριοποιούνταν ανάλογα με την ισχύ των πολιτικών τους πεποιθήσεων αλλά και από το αν θα υπέγραφαν ή όχι δήλωση. Σε κάθε επιμέρους στρατόπεδο της Μακρονήσου ο Δεξιός κλωβός ήταν για τους ανανήψαντες, όπου οι συνθήκες ήταν σχετικά βιώσιμες και αποτελούσε ουσιαστικά τον “προθάλαμο αποφυλάκισης”. Ο Αριστερός κλωβός ήταν για τους αμετανόητους, αλλά για εκείνους που δεν κρίνονταν ιδιαίτερα επικίνδυνοι ώστε να επηρεάσουν κι άλλους ή η δράση τους δεν ήταν τόσο εκτεταμένη ως προς την Αντίσταση, ενώ οι συνθήκες ήταν σαφώς χειρότερες από ό,τι στο Δεξιό κλωβό. Και τέλος υπήρχε το Σύρμα ή άλλα δύσβατα σημεία του νησιού όπου τοποθετούνταν οι πιο αμετανόητοι κομμουνιστές, οι οποίοι ζούσαν σε εντελώς άθλιες συνθήκες με καθημερινά καψόνια, βασανιστήρια και ελλείψεις σε βασικά πράγματα όπως νερού και τροφή και σε απόλυτη απομόνωση από τους υπόλοιπους εγκλείστους[46].

Μπορούμε να πούμε πως η ίδια η ιδέα του Σύρματος ήταν ο ορισμός της χωρικής ασυνέχειας όπως αποτυπωνόταν εντός των φυσικών ορίων της Μακρονήσου. Ένας χώρος απόλυτης απομόνωσης για τους πιο αμετανόητους, για εκείνους που θα “μόλυναν” τους υπόλοιπους εγκλείστους. Ο Γ. Πικρός περιγράφει την εμπειρία εντός του Σύρματος ως τον απόλυτο εξαναγκασμό, το αποκορύφωμα της διαστροφής των βασανιστών, τη στέρηση ακόμη και των πιο μικρών πραγμάτων που μπορούσαν να κάνουν έναν έγκλειστο να αντέξει τις κακουχίες. Στην ουσία ο χώρος του Σύρματος ήταν μια απότομη χαράδρα όπου δεν μπορούσε να φιλοξενήσει ανθρώπους, όχι μόνο λόγω της έντονης κλίσης του εδάφους και του δυσχερούς αναγλύφου, αλλά και γιατί πλημμύριζε με την πρώτη βροχή. Κάτι τέτοιο όμως χρησίμευε στο πλαίσιο των ατελείωτων βασανιστηρίων. Το σημαντικότερο όμως στοιχείο και εκείνο που ενισχύει την ασυνέχεια ήταν η συνθήκη της απομόνωσης από τους υπόλοιπους εξόριστους καθώς δεν υπήρχε ούτε οπτική επαφή με την κατάσταση εντός του Σύρματος. Η φράση του Γ. Πικρού είναι αρκετά κατατοπιστική: “Ποτέ δε βλέπεις τον καταυλισμό του τάγματος, τη θάλασσα και την απέραντη ακτή. Σκληρός και άπονος υψώνεται μπροστά σου ο τοίχος σα να σου λέει “ως εδώ είναι ο ορίζοντάς σου. Δεν γκρεμίζουμαι αν και εσύ δε γκρεμιστείς μαζί μου.”[47]. Την έννοια αυτής τη ασυνέχειας ενίσχυαν σε μικρότερο βαθμό τα συρματοπλέγματα που “χώριζαν” κατά μήκος του νησιού τα στρατόπεδα ΑΕΤΟ, ΒΕΤΟ, ΓΕΤΟ ώστε ο εξόριστοι να μην έχουν δυνατότητα επικοινωνίας σύμφωνα με το σχεδιασμό των υπευθύνων.

Πολλά δε από τα βασανιστήρια λάμβαναν επίσης χώρα στο ύπαιθρο. Οι φυσικοί κολπίσκοι και οι απόκρημνες χαράδρες ήταν ιδανικό μέρος για να ασκηθεί ψυχολογική πίεση στους κρατουμένους υπό την απειλή του θανάτου και όχι μόνο. Αντίστοιχα πολλά σημεία του νησιού, που ενδεχομένως να χαρακτηρίζονται από ένα συγκεκριμένο δέντρο ή κάποιο άλλο χαρακτηριστικό του φυσικού ανάγλυφου, έχουν τη δική τους ξεχωριστή σημασία ώστε να αποτελούν από μόνα τους σημεία μνήμης, καθώς εκεί μπορεί πολλοί αγωνιστές να βασανίστηκαν από κάποιον στρατιωτικό υπεύθυνο.

44. Ως “Νέος Παρθενών” η Μακρόνησος αναφέρεται σε πολλά σημειώματα της εποχής, επίσημα και ανεπίσημα, από επισκέψεις καθεστωτικών ανθρώπων της εποχής. Συγκεκριμένα στα πρακτικά της επιστημονικής συνάντησης που πραγματοποιήθηκε στο ΕΜΠ το Μάρτη του 1998 υπάρχει σχετική εισήγηση από τον Στ. Μπουρνάζο, στον ίδιο τόμο, σελ. 128-130 / 45. Βόγλης στους Δημακόπουλο & Παναγιώτου, 2009:96 / 46. Βόγλης στους Δημακόπουλο & Παναγιώτου, 2009:95-96 / 47. Πικρός, 1975:150

2.4 Η ζωή αλλιώς

Οι κρατούμενοι μπορεί να “έχτισαν” το νησί, όμως τίποτα από όλα όσα έχτισαν δεν ήταν για εκείνους. Όπως ήδη αναλύσαμε, οι ίδιοι ζούσαν μεταξύ δομημένου και αδόμητου, σε σκηνές που τις περισσότερες φορές ήταν ίσως λίγο παραπάνω από άθλιες λόγω φυσικών συνθηκών αλλά και λόγω συνωστισμού. Υπήρχαν περιπτώσεις που κατοικούσαν ακόμη και στον υπαίθριο χώρο όντας εντελώς εκτεθειμένοι στις καιρικές συνθήκες. Με βάση αυτό, θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει πως, ελλείψει χώρου, οι σχέσεις μεταξύ τους ήταν τεταμένες ή οριακά εχθρικές. Όλη η ταλαιπωρία αυτή της καθημερινής διαβίωσης ήταν στα πλαίσια των βασανισμών της κρατικής μηχανής και στόχευαν στο τσάκισμα του φρονήματος των εγκλείστων. Και αυτό ήταν κάτι που οι κρατούμενοι είχαν αντιληφθεί, οπότε και προέβαλαν αντίσταση με το δικό τους τρόπο.

Γυναίκες κρατούµενες µοιράζουν το λιγοστό νερό στις σκηνές τους, πηγή: ΙΣΤΟΡΙΚΌ ΤΟΠΙΟ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ το παράδειγµα της Μακρονήσου, πρακτικά επστηµονικής συνάντησης 6-7/3/1998, Αθήνα, φιλίστωρ, 2000, δεύτερο ένθετο φωτογραφιών

Αυτό που συνέβαινε γενικά ανάμεσα στους κρατούμενους ήταν κάτι μη αναμενόμενο. Οι σχέσεις τους διέπονταν από αμοιβαίο σεβασμό, στήριξη και κατανόηση. Ήταν σχέσεις συλλογικότητας, πραγματικά συντροφικές ενώ τα ελάχιστα αγαθά που τους δίνονταν από τους φύλακες ή όσα κατάφερναν να φτάσουν στο νησί από τις οικογένειές τους, υπόκεινται σε ένα καθεστώς κοινοκτημοσύνης. Κανένας δεν έμενε στο έλεός του και κανένας δε θα στερούνταν κάτι, όσο αυτό περνούσε από το χέρι των εγκλείστων. Και κάπως έτσι προσπάθησαν να οργανώσουν την καθημερινότητά τους ώστε να την κάνουν όσο το δυνατόν πιο εύκολη για όλους.

Κρατούµενοι “χτίστες” της Μακρονήσου, πηγή: <http://www.pekam.org.gr/lista-ekthematon-mouseiou.html&gt;

Η αλληλεγγύη είχε να κάνει και με πνευματικά αγαθά και ιδέες. Οι πολιτικοί εξόριστοι σύντομα οργάνωσαν τέτοιες δομές μεταξύ τους ώστε όλοι όσοι είχαν καταλήξει στη Μακρόνησο να μπορέσουν να γνωρίσουν τις αξίες της Αριστεράς εξαρχής ή και να εμβαθύνουν όπου αυτό χρειαζόταν. Επειδή το μορφωτικό επίπεδο των κρατουμένων δεν ήταν το ίδιο και είχε πολλές διακυμάνσεις, όσοι ξέρανε γράμματα φρόντιζαν ώστε να μάθουν σε όσους δεν ήξεραν γραφή και ανάγνωση. Με άλλα λόγια οι άνθρωποι αυτοί προσπάθησαν να φτιάξουν τις δικές τους μικρές κοινωνίες μέσα στα όρια αυτών των κολαστηρίων ώστε να επιβιώσουν και να αντέξουν τις κακουχίες. Μικρές “ουτοπίες”, όπως αναφέρει ο Σταυρίδης, όπου κατοικώντας την εξαίρεση παρήγαγαν τη δική τους καθημερινότητα σύμφωνα με τις αρχές και την ιδεολογία της Αριστεράς[48].

Κρατούµενοι στη ΣΦΑ έξω από τις σκηνές τους στη Μακρόνησο, πηγή: <http://www.pekam.org.gr/lista-ekthematon-mouseiou.html&gt;

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να καταστήσουμε σαφές πως δεν ωραιοποιούμε τις κοινότητες που προσπάθησαν να φτιάξουν οι εξόριστοι. Μπορεί να εντείνουν με τον τρόπο τους την έννοια της χωρικής ασυνέχειας της Μακρονήσου ως προς την αντίθεση της οργάνωσης των δομών του αστικού κράτους στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο αλλά ακόμη και των εσωτερικών δομών της ίδιας της Μακρονήσου, χωρίς όμως αυτό να οδηγεί σε μια βιώσιμη πραγματικότητα. Ήταν απλά δομές που βοήθησαν τους ανθρώπους αυτούς να αντέξουν, να υπερβούν τον εξαναγκασμό κι εν τέλει τις ασυνέχειες, χωρίς να σημαίνει πως πρόκειται για κάτι επιδιώξιμο μιας και οι συνθήκες που αναπτύχθηκε ήταν συνθήκες εγκλεισμού και τρομοκρατίας. Μπορούμε απλά να το δούμε και να το εξετάσουμε ως μια εξαίρεση μέσα στην ίδια την εξαίρεση της εξορίας υπό ένα άλλο πρίσμα: υπό το πρίσμα της κοινωνίας που οραματίζονταν οι άνθρωποι αυτοί.

Αναµνηστική φωτογραφία κρατούµενων γυναικών Μακρονήσου, πηγή: ΙΣΤΟΡΙΚΌ ΤΟΠΙΟ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ το παράδειγµα της Μακρονήσου, πρακτικά επστηµονικής συνάντησης 6-7/3/1998, Αθήνα, φιλίστωρ, 2000, δεύτερο ένθετο φωτογραφιών

Σύμφωνα λοιπόν με όλα τα παραπάνω και την ανάλυση του χώρου, του ρόλου του σώματος στον εγκλεισμό και τις σχέσεις μεταξύ των πολιτικών εξόριστων, καθίσταται σαφές για ποιο λόγο η Μακρόνησος θα πρέπει να αντιμετωπίζεται στο σύνολό της ως ένας τόπος μνήμης χωρίς εξαίρεση ούτε σπιθαμής του εδάφους της. Επιπλέον, η προσέγγιση ως προς το χαρακτήρα της αναβίωσης της μνήμης θα μπορούσε να είναι βιωματική διαμέσο του ίδιου του χώρου (φυσικού και τεχνητού), λόγω της σωματοποίησης όλως των αισθημάτων και αισθήσεων των κρατουμένων κατά την παραμονή τους στο νησί. Πρέπει να επιστήσουμε την προσοχή μας ιδιαίτερα στο φορτίο όλων αυτών των πράξεων που συνέβησαν στη Μακρόνησο, ώστε να μην καταλήξει να γίνει απλά ένα μνημείο που εγείρει αισθήσεις, αρχίζοντας και καταλήγοντας απλά και μόνον εκεί. Αυτός είναι και ο λόγος που γίνεται τέτοια ανάλυση παραπάνω σχετικά με όσο το δυνατόν περισσότερες διαστάσεις αυτού του θέματος, μιας και δεν είναι κάτι που αφορά μόνο τη μνήμη, το χώρο ή τη σχέση μεταξύ τους. Αλλά αυτό είναι κάτι που θα έχουμε παρακάτω την πολυτέλεια να αναλύσουμε διεξοδικά.

2.5 Τα βήματα μέχρι σήμερα

Μόλις το 1989 η Μακρόνησος αναγνωρίζεται ως ιστορικός τόπος σύμφωνα με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού. Σε αυτό το έγγραφο χαρακτηρίζεται έτσι ολόκληρο το νησί της Μακρονήσου, καθώς και όλα τα κτίρια πάνω σε αυτό από τη στιγμή που τα περισσότερα χτίστηκαν από τους ίδιους τους κρατούμενους. Τρία χρόνια μετά, το 1990 θα συγκροτηθεί μια ομάδα εργασίας με απόφαση των Υπουργείων Πολιτισμού και ΥΠΕΧΩΔΕ με ισχύ ως την περάτωση του έργου της. Σκοπός της ομάδας αυτής είναι η διαμόρφωση προγράμματος παρεμβάσεων για την προστασία και ανάδειξη του ιστορικού τόπου της Μακρονήσου και των επ’ αυτής κτιρίων. Όλα τα παραπάνω καταλήγουν σε μια πρώτη ημερίδα που διοργανώνεται από το ΕΜΠ για την προστασία και την ανάδειξη του ιστορικού τόπου της Μακρονήσου τον Απρίλη του 1993 στην οποία συμμετέχουν και άλλοι φορείς -κρατικοί και μη-, όπως το ΤΕΕ, η ΠΕΚΑΜ (Πανελλήνια Ένωση Κρατουμένων Αγωνιστών Μακρονήσου), ο ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ, το ελληνικό τμήμα της ICOMOS, καθώς και όσοι συμμετέχουν στην ομάδα εργασίας που έχει ήδη συσταθεί. Επειδή αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη δουλειά που έγινε για τη Μακρόνησο, από την οποία μάλιστα υπήρξε και σύνδεση με την πράξη καθώς σε πολλά από τα κτίρια έγινε συντήρηση και αποκατάσταση, θα ανατρέξουμε εκεί κυρίως και θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια κριτική ως προς τη διαχείριση της Μακρονήσου ως ιστορικό τόπο και ως προς τη διαχείριση της συλλογικής μνήμης γενικά για αυτό τον τόπο.

Οι πρώτες διαπιστώσεις που γίνονται από την ομάδας εργασίας σχετικά με το χώρο της Μακρονήσου είναι ότι η Μακρόνησος:

• αποτελεί εθνικό μνημείο εξαιρετικής σημασίας για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης του λαού μας
• μετά την εγκατάλειψή της το 1961 υπέστη φθορές λόγω αδιαφορίας
• η κήρυξή της ως ιστορικός τόπος αποτελεί δικαίωση της Ιστορίας
• ο χρόνος και η αυθαίρετη επαναχρησιμοποίηση ορισμένων χώρων συντελούν στη φθορά και αλλοίωση του χαρακτήρα των κτιρίων
• είναι πεδίο σύγκρουσης ομάδων με αντικρουόμενα συμφέροντα και προθέσεις
• αποτελεί πρόκληση για επιμέρους καταπατήσεις ως ο τελευταίος άκτιστος χώρος κοντά στην Αττική[49]

Το πόρισμα της ομάδας αναγνωρίζει την ανάγκη να προωθηθεί ένα πρόγραμμα δράσης με συγκεκριμένους στόχους που θα ακολουθούν κάποιους θεματικούς άξονες. Αυτός που μας αφορά περισσότερο στην εν λόγω εργασία είναι ο ιστορικός χαρακτήρας του χώρου της Μακρονήσου, ο οποίος μάλιστα προσανατολίζεται στην ανάδειξη του ιστορικού χαρακτήρα του νησιού και στην ένταξή του σε ένα πλέγμα συναφών ιστορικών τόπων τόσο του ελληνικού όσο και του διεθνούς χώρου. Πιο συγκεκριμένα και σχετικά σύντομα, ο ιστορικός χαρακτήρας της Μακρονήσου εντοπίζεται στα ακόλουθα στοιχεία:

•στον τρόπο οργάνωσης και άσκησης της εξουσία και της βίας για θέματα ιδεολογίας (και όχι π.χ. για ποινικά αδικήματα)
• στην εν δυνάμει λειτουργία της ως πηγή γνώσης και αυτογνωσίας
• στην ένταξή της σε ένα πλέγμα συναφών στρατοπέδων συγκέντρωσης σε οικουμενικό ίσως επίπεδο
• στην ανάγκη διερεύνησης της ιστορίας για την ανάδειξη των μηχανισμών και κρατικών θεσμών που δημιούργησαν το μοναδικό αυτό στρατόπεδο
• στο κομμάτι της ιστορίας που “δε φαίνεται”, το οποίο είναι οι σκηνές και οι χώροι του φυσικού περιβάλλοντος όπου ασκήθηκε βία
• στα αρχαιολογικά ευρήματα[50]

Στο νησί, εκτός από τα προαναφερθέντα, αντικείμενο ενδιαφέροντος και προστασίας αποτελούν η χλωρίδα και η πανίδα, οπότε οι όποιες ενέργειες γίνουν θα πρέπει να λαμβάνουν υπ’ όψιν τη διαφύλαξη του τοπίου, τη συντήρηση και επανάχρηση των κτιρίων ώστε να μην καταρρεύσουν και να παραλάβουν χρήσεις και δραστηριότητες καθώς και την τακτοποίηση και δημοσιοποίηση αρχειακού υλικού, σύμφωνα με την εισήγηση της Ν. Ζαμενοπούλου, ως συντονίστρια της διυπουργικής ομάδας εργασίας για τη Μακρόνησο. Η συγκεκριμένη, κάπως, πρόταση που γίνεται είναι η διαμόρφωση του νησιού σε ιστορικό, πολιτιστικό πάρκο, υπερτοπικού χαρακτήρα ώστε να ενταχθούν σε αυτό λειτουργίες έρευνας και εκπαίδευσης, ενώ ταυτόχρονα προτείνεται η δημιουργία ενός βοτανικού κήπου για της διάσωση της χλωρίδας και πανίδας. Η πρόταση παραλαβής χρήσεων από τα κτίρια, γίνεται καθαρά για να μην υπάρχουν μεγάλες περίοδοι κενών στο νησί, πράγμα που θα δυσκολέψει τη συντήρηση των κτιρίων και μπορεί να οδηγήσει μακροπρόθεσμα στην απόλυτη ερήμωσή του[51].

Επόμενο βήμα είναι το χώρισμα του νησιού σε ζώνες μελέτης και ενδιαφέροντος ώστε να γίνει πιο εύκολη η παρέμβαση. Σύμφωνα με την εισήγηση της Μ. Ξύδη στη Μακρόνησο μπορούμε να διακρίνουμε 3 ζώνες:

I. περιλαμβάνει όλη τη δυτική πλευρά του νησιού όπου εκτείνονται τα στρατόπεδα μαζί με το χώρο που τα περιβάλλει. Πρόκειται για ζώνη απολύτου προστασίας
II. εδώ βρίσκεται το ορεινό τμήμα του νησιού με κλίση πάνω από 30% και αντιμετωπίζεται ως οικολογικό πάρκο
III. περιλαμβάνει τους 2 ανατολικούς κολπίσκους και τις περιοχές γύρω από αυτούς. Εδώ επιτρέπονται χρήσεις κατασκηνώσεων δημοτικών/δημόσιων φορέων και ίσως κάποιες αθλητικές δραστηριότητες[52]

Οποιεσδήποτε οχλούσες χρήσεις, τεχνικά έργα υπερτοπικού χαρακτήρα και οτιδήποτε μπορεί να βλάψει το φυσικό τοπίο και τον ιστορικό χαρακτήρα της Μακρονήσου, απαγορεύονται. Αντίθετα ενθαρρύνονται επιπλέον πολιτιστικές δραστηριότητες και ενέργειες σχετικά με την ένταξη της Μακρονήσου στην εκπαιδευτική διαδικασία. Κάποια στοιχεία που θεωρούνται πολύ σημαντικά για να ληφθούν υπ’ όψιν, σύμφωνα με την Μ. Σκαλτσά, στις εργασίες στο νησί είναι οι δύο ανοιχτοί κόλποι στο Δυτικό μέρος της Μακρονήσου, όπου και έφταναν τα μεταγωγικά με τους μελλοντικούς εγκλείστους και ο κεντρικός άξονας καταμήκος του οποίου αναπτύχθηκαν τα στρατόπεδα που χωρίζονταν με συρματοπλέγματα. Στοιχεία τα οποία δε θα πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι στη Μακρόνησο φιλοξενήθηκαν περίπου 100.000 άνθρωποι, ανάμεσά τους και γυναίκες που μεταφέρθηκαν από το Τρίκερι στις αρχές του 1950, καθώς και ότι η πολιτεία, μετά το κλείσιμο της Μακρονήσου, οργάνωσε εργολαβία καταστροφής των κτιρίων[53]. Ο Στ. Χρυσομαλλίδης επισημαίνει πως κυριότερος στόχος είναι η αποκατάσταση των βίαιων φθορών, αυτών του ανθρώπου, αναγνωρίζοντας τον λανθάνοντα δόλο πίσω από αυτή την ενέργεια[54].

Από τους ομιλητές επισημαίνονται και κάποιες άλλες αντικειμενικές δυσκολίες ως προς την ανάδειξη της Μακρονήσου ως ιστορικό τόπο. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά στο πώς αντιμετωπίζεται το εγχείρημα αυτό από τους ντόπιους Μακρονησιώτες, η οποίοι είναι κτηνοτρόφοι. Τα συμφέροντά τους είναι αντικρουόμενα προς τις εργασίες καθώς χάνουν ένα μεγάλο κομμάτι του νησιού που για τους ίδιους αποτελεί βοσκότοπος και επομένως ζωτικό χώρο για τη δουλειά τους. Ταυτόχρονα ο χρόνος έχει επιφέρει έντονη φθορά στα λίγα κτίρια με αποτέλεσμα μια εικόνα εγκατάλειψης του τόπου αυτού στο έλεός του.

Εκτός όμως από όλα αυτά τα -περισσότερο- τεχνικά στοιχεία, αξίζει να σημειώσουμε κάποια πράγματα από τις εισηγήσεις των ανθρώπων της Πανελλήνιας Ένωσης Κρατουμένων Αγωνιστών Μακρονήσου (ΠΕΚΑΜ), που συμμετείχαν ενεργά σε αυτή, καθώς φαίνεται ξεκάθαρα η προσπάθεια και η αγωνία να αποτελέσει η Μακρόνησος χώρο άσβεστης μνήμης όχι μόνο για όσους έζησαν τη φρικαλεότητα αλλά και για τους υπόλοιπους. Το στοιχείο των ξένων παρεμβάσεων είναι κάτι που δε λείπει από το λόγο τους, μιας και είναι ξεκάθαρο πως η Μακρόνησος είναι δημιούργημα των Αγγλοαμερικάνων και της ντόπιας δωσίλογης αντίδρασης και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται. Η πολιτική και η οικονομική διάσταση αναδεικνύονται ως βασικοί παράγοντες ίδρυσης και ανάπτυξης της Μακρονήσου, ενώ επισημαίνεται ότι χωρίς τη συμμετοχή και στήριξη των Ελλήνων υποστηρικτών του τότε κράτους και στέμματος, το αναμορφωτήριο ούτε θα δημιουργείτο, ούτε θα απέβαινε τόπος μαρτυρίου για τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης. Ο Β. Χρηστακλέας συνεχίζει εξηγώντας ότι η Μακρόνησος έχει εγγραφεί στη συλλογική μνήμη του λαού μας και αυτός ήταν ο λόγος που κατάφερε να επιβιώσει από τις διεργασίες της λήθης, υπαινισσόμενος την αδιαφορία ή και καταστροφική τάση της πολιτείας στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης σε σχέση με παρόμοιους τόπους μαρτυρίου[55].

Αυτό το σχόλιο-παρέμβαση κρίνεται άξιο αναφοράς καθώς βάζει λίγο πιο συγκεκριμένα στοιχεία για κάποιες διαστάσεις της Μακρονήσου που αποφεύγονται να αναφερθούν από τους κρατικούς φορείς. Πρώτη η απόφαση ανάδειξης της Μακρονήσου από το Υπουργείο Πολιτισμού αναφέρει: “Χαρακτηρίζουμε ως ιστορικό τόπο […] ολόκληρο το νησί της Μακρονήσου, γιατί έχει σημαδέψει την ιστορία της νεότερης Ελλάδας, γιατί αποτελεί χώρος μνήμης όχι μόνο γι’ αυτούς που έζησαν όλη τη φρικαλεότητα της περιόδου 1946-1953, αλλά και για όλους του Έλληνες, και κυρίως για τις νέες γενιές, γιατί αποτελεί σύμβολο καταδίκης του εμφυλίου πολέμου, όλων των βασανιστηρίων και κάθε καταπίεσης από οπουδήποτε προερχομένης, βωμό ελευθερίας της σκέψης και των ιδεών.” Φαίνεται καθαρά ότι η τοποθέτηση του Β. Χρηστακλέα ξεφεύγει από τη ρητορεία της Εθνικής Συμφιλίωσης στην οποία εμμένει η πλευρά του Υπουργείου και απεμπλέκει με αυτό τον τρόπο το ιδεολογικό φορτίο του τόπου αυτού. Θα αναφερθούμε πιο διεξοδικά παρακάτω σε αυτή τη διάσταση.

Η Μ. Καρρά, που έζησε επίσης κάποιο διάστημα στη Μακρόνησο, αναδεικνύει ένα άλλο ζήτημα που δεν προέκυψε από την κουβέντα της ημερίδας. Θέτει ξεκάθαρα το ερώτημα πώς οδηγήθηκαν όλα αυτά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του εμφυλίου σε κατάργηση[56]. Στην ουσία αυτό που θέλει να πει είναι πως δε γίνεται να αγνοήσουμε και των αγώνα των συγγενών των εγκλείστων έξω από τη Μακρόνησο, αλλά και τα λαϊκά κινήματα που πάλεψαν για να αναδείξουν το ζήτημα (στον τότε χρόνο) και δεν υποτάχθηκαν. Ζήτημα που αναδεικνύει και ο Θ. Τσουκνίδας, ο οποίος πάει ένα βήμα παρακάτω για να χωροποιήσει την ανάγκη απόδοσης τιμής σε εκείνους τους αγωνιστές που άντεξαν ή κατέληξαν στο νησί, λέγοντας ότι αν κάποιος θέλει να αφήσει ένα στεφάνι στη Μακρόνησο, δεν υπάρχει ένα σημείο -στο λόγο του βέβαια υπαινίσσεται ξεκάθαρα ένα μνημείο- για να το κάνει κανείς[57].

Το επίδικο με όλα τα παραπάνω δεν είναι απλά η ανάγκη να υπάρξει ένα μνημείο για όλα αυτά. Μπορεί έτσι να εκφράζεται απλοϊκά από αυτούς τους ανθρώπους αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Πολύ περισσότερο είναι η αντίσταση στη λήθη που προβάλουν αυτοί οι άνθρωποι, μια λήθη που ενθαρρύνεται από “τα πάνω”, και η ανάγκη τους να μη χαθεί ο “τόπος” όπου συνέβησαν όλα αυτά. Με άλλα λόγια, ο χώρος είναι αυτός που όχι μόνο θα τους κάνει να θυμούνται, θα τους κάνει να διηγούνται, αλλά θα αποδεικνύει στις επόμενες γενιές τι έγινε εκεί, όταν εκείνοι που ζήσανε αυτή την κόλαση δεν θα είναι πια ικανοί να μιλήσουν για αυτά.

49. Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης, 2000:19-20 | Πρόκειται για την ημερίδα που διοργανώθηκε στο ΕΜΠ σχετικά με τη διαχείρηση της Μακρονήσου ως ιστορικό τόπο, μετά την αναγνώρισή της από το Ελληνικό Κράτος, το Μάρτη του 1998 / 50. Στο ίδιο, σελ. 21-22 / 51. Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης, 2000:68 | Πρόκειται για την ημερίδα που διοργανώθηκε στο ΕΜΠ σχετικά με τη διαχείρηση της Μακρονήσου ως ιστορικό τόπο, μετά την αναγνώρισή της από το Ελληνικό Κράτος, το Μάρτη του 1998 / 52. Στο ίδιο, σελ. 73-74 / 53. Στο ίδιο, σελ. 83-84 / 54. Στο ίδιο, σελ. 89 / 55. Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης, 2000:56-59 και 352 | Πρόκειται για την ημερίδα που διοργανώθηκε στο ΕΜΠ σχετικά με τη διαχείρηση της Μακρονήσου ως ιστορικό τόπο, μετά την αναγνώρισή της από το Ελληνικό Κράτος, το Μάρτη του 1998 / 56. Στο ίδιο, σελ. 98 / 57. Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης, 2000:99-100 | Πρόκειται για την ημερίδα που διοργανώθηκε στο ΕΜΠ σχετικά με τη διαχείρηση της Μακρονήσου ως ιστορικό τόπο, μετά την αναγνώρισή της από το Ελληνικό Κράτος, το Μάρτη του 1998

2.6 Το κομμάτι της κριτικής

Με αφορμή όλες αυτές τις ανησυχίες που αναφέραμε πιο πάνω, κρίνουμε ως αναγκαίο να γίνει μια κριτική ως προς την αντιμετώπιση και ανάδειξη αυτού του εγχειρήματος. Η Μακρόνησος είναι ένας ιστορικός τόπος και κρίνεται έτσι από τη μεριά της αστική εξουσίας σε μια περίοδο (δεκαετία ‘80) που γίνεται προσπάθεια να επουλωθούν οι πληγές του Εμφυλίου Πολέμου. Ωστόσο, εδώ κρίνουμε πως υπάρχει μια προβληματική που εντοπίζεται πολύ διορατικά και εύστοχα από τους ίδιους τους επιζώντες της Μακρονήσου και των υπόλοιπων τόπων εξορίας. Από την πλευρά κράτους επιχειρείται μια καταδίκη της βίας από όπου κι αν προέρχεται, γεγονός το οποίο προκαλεί σύγχυση. Δηλαδή, σαν επίκεντρο αυτού του ζητήματος τίθεται ο ίδιος ο σωματικός πόνος και τα βασανιστήρια, δυστυχώς απαλλαγμένα από το ιδεολογικό τους βάρος.

Με τις κινήσεις που γίνονται από πλευράς επιστημονικής κοινότητας, εντοπίζεται και μια άλλη τάση. Επειδή η μελέτη γίνεται από μεγάλη μερίδα αρχιτεκτόνων, μιας και μιλάμε για δομημένο περιβάλλον ως ένα βαθμό, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε ζητήματα χώρου. Ωστόσο, πολλές φορές η κουβέντα τείνει να εγκλωβιστεί σε στεγανά τεχνικών ζητημάτων. Παρόλα αυτά, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε την προσοχή με την οποία οι εμπλεκόμενοι της ομάδας εργασίας σκύβουν πάνω στο θέμα. Αλλά και πάλι θα πρέπει να κατανοήσουμε πως ο τόπος της Μακρονήσου δεν είναι ένα θέμα καθαρά αρχιτεκτονικό, ούτε φυσικά μπορεί να λυθεί έτσι. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και ο βαθμός δυσκολίας των αρχιτεκτόνων: πρέπει να χρησιμοποιήσουν εργαλεία από άλλα επιστημονικά πεδία, αφού πρώτα τα κατανοήσουν σε βάθος.

Αν κοιτάξουμε λίγο πιο συγκεκριμένα θα δούμε πως αρκετά -αν όχι όλα τα- κτίρια είχαν αποκατασταθεί μέσα στη δεκαετία του ‘90. Και πολύ καλώς συνέβη αυτό, μιας και μιλάμε για κτίρια που προήλθαν από καταναγκαστικά έργα κρατουμένων κατά την παραμονή τους στο νησί. Αν μη τι άλλο με αυτό τον τρόπο η συλλογική μνήμη εξασφαλίζει ένα σημαντικό κομμάτι χώρου ώστε να μπορεί να βιωθεί, να συμβεί και εν τέλει να υπάρξει. Το δυσάρεστο είναι πως τα κτίρια αυτά σήμερα έχουν εγκαταλειφθεί στο έλεός τους. Δεν είναι πως οι επισκέψεις στο νησί έχουν σταματήσει. Είναι όμως σίγουρα αραιωμένες. Και πέρα από αυτό, το κόστος συντήρησής τους θα πρέπει να επιβαρύνει, αν όχι εξ’ ολοκλήρου, κατά ένα μεγάλο ποσοστό το κράτος ή κάποιον δημόσιο φορέα που θα χρηματοδοτείται από αυτό. Το θέμα αυτό δεν είναι προφανώς αμιγώς αρχιτεκτονικό, αλλά αποτελεί απτή απόδειξη πως η αρχιτεκτονική δε γίνεται να αποκοπεί από την πραγματικότητα, μιας και καλείται να την υπηρετήσει. Σε μια εποχή όπου η δομική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος έχει κάνει επέλαση στις ζωές των ανθρώπων, η αρχιτεκτονική δε γίνεται να κλείνεται στον εαυτό της. Ναι, η ανάδειξη της Μακρονήσου ως ιστορικό τόπο και η διαμόρφωσή της ως τόπο μνήμης, είναι αρχιτεκτονικό ζήτημα. Όταν όμως το στοιχείο της παραμέλησης γίνεται έντονο λόγω οικονομικών ζητημάτων και φτάνουμε στο σημείο να κινδυνεύει ένας τέτοιος τόπος, με αυτό το ιδεολογικό φορτίο και αυτή την ιστορικοπολιτική σημασία να κλειστεί για πάντα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, τότε ο λόγος της αρχιτεκτονικής γίνεται και πρέπει να γίνεται πολιτικός.

Ένα άλλο εξίσου μεγάλο ζήτημα για το εγχείρημα της Μακρονήσου είναι αυτό του αδόμητου χώρου και του φυσικού περιβάλλοντος. Στην ημερίδα έγινε εκτενής αναφορά σχετικά με αυτό και το τι σημαίνει για την ιστορία της Μακρονήσου κατά την περίοδο του εμφυλίου και έπειτα. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει και πιο πάνω σχετικά με τη συλλογική μνήμη και τη σχέση της με το χώρο, αλλά και σε συνδυασμό με το φορτίο του στη συγκεκριμένη περιοχή της Μακρονήσου, θεωρούμε πως η προσπάθεια ανάδειξης αυτού από την ομάδα εργασίας δεν ήταν όσο πετυχημένη θα περίμενε κανείς. Αυτό γιατί κανένα ΦΕΚ και καμία Υπουργική Απόφαση δεν εξασφαλίζει πως ένας χώρος θα μείνει στη μνήμη των ανθρώπων απλά και μόνο με αυτό τον τρόπο. Χρειάζεται και κάτι άλλο που η αρχιτεκτονική μπορεί να το προσφέρει: τη συγκίνηση, την αίσθηση, το βίωμα. Στον υπαίθριο χώρο οι έγκλειστοι ζούσαν, ανέπτυσσαν σχέσεις μεταξύ τους, νικούσαν τη φύση ή την εξημέρωναν ώστε να επιβιώσουν, βασανίζονταν σκληρά από τους φύλακες. Συνέβαιναν καταστάσεις. Αυτές είναι ιστορίες που όσες φορές κι αν ειπωθούν, δύσκολα μπορεί να χωρέσει ο νους μας τι αντίκτυπο είχαν σε εκείνον τον άνθρωπο που τις βίωσε σε εκείνο το χρόνο. Αυτός είναι και λόγος που παραπάνω προτάθηκε να ιδωθεί ο τόπος της Μακρονήσου ως ένας εν δυνάμει βιωματικός περίπατος, μιας και κοινός τόπος όλων των τεκταινομένων ήταν η σωματοποίηση της τρομοκρατίας και της βίας.

Αν κοιτάξουμε άλλα παραδείγματα στην Ευρώπη τέτοιων χωροχρονικών ασυνεχειών μπορούμε να εντοπίσουμε τα στοιχεία που μας λείπουν ή τα στοιχεία που θα ήταν καλό να παραλειφθούν. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της κεντρικής Ευρώπης που λειτούργησαν κατά την περίοδο του Β’ΠΠ αποτελούν τέτοιες περιπτώσεις. Ωστόσο, θεωρούμε πως μια σύγκριση μεταξύ αυτών και της Μακρονήσου δεν είναι ιδιαίτερα δόκιμη μιας και εκείνα είχαν σα στόχο τον αφανισμό των εγκλείστων, ενώ στις περιπτώσεις όπως η Μακρόνησος στον ελλαδικό χώρο, ο στόχος ήταν η αναπαραγωγή του πόνου μέσω της βίας χωρίς τέλος[58]. Συν αυτού, το οξύμωρο με τα στρατόπεδα αναμόρφωσης της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής περιόδου στην Ελλάδα είναι ότι ιδρύθηκαν μετά την ήττα του ναζισμού και την ολοκληρωτική(;) του καταδίκη. Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της κεντρικής Ευρώπης είναι ανοιχτά σε -μαζικές και μη- επισκέψεις κοινού, ενώ οι τόποι εξορίας και οι πολιτικές φυλακές στην Ελλάδα αποτελούν θέματα ταμπού για το ευρύτερο σύνολο της κοινωνίας, είναι κάτι που θα πρέπει να μας προβληματίσει γενικά αλλά και σε σχέση των δύο αυτών ποιοτήτων χώρου μεταξύ τους.

Για να επιστρέψουμε στο ζήτημα από το οποίο αρχίσαμε, τα στρατόπεδα της Ευρώπης έχουν διατηρηθεί όσο μπορούν ως “μηχανές πόνου”, όρος που χρησιμοποιούν οι Deleuze-Guattari, ώστε να μην ξεχάσει κανείς και καμία τι συνέβη, αλλά δυστυχώς προβάλλονται ως προορισμοί τουριστικής έλξης και εν τέλει γίνονται αντικείμενο μαζικής πολιτιστικής κατανάλωσης, όπως εντοπίζει η Δρουμπούκη[59]. Σε αυτό το στοιχείο κρύβεται ο λόγος για τον οποίο οι τόποι αυτοί έχουν απαλλαχθεί από το ιδεολογικό τους φορτίο και το μόνο που κάνουν είναι μια επίκληση στο συναίσθημα περί τυφλής καταδίκης του πόνου και της βίας κατά του ανθρώπου. Οι επισκέπτες ξεχνούν γιατί συνέβη αυτό που συνέβη ή ακόμη και ποιοι κατείχαν την ταυτότητα του “άλλου” για να φτάσουν να είναι έγκλειστοι σε στρατόπεδα, απογυμνωμένοι από κάθε τους δικαίωμα. Προφανώς κάτι τέτοιο είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών και συμφερόντων που εξυπηρετούνται από το κράτος, το οποίο και καλείται να διαχειριστεί τη μνήμη διαμέσο της επίσημης ιστορικής αφήγησης ή και της αμάθειας (λήθη) πολλές φορές. Επειδή όμως έχουμε ήδη αναγνωρίσει πως η συλλογική μνήμη είναι ικανή -και η μόνη που μπορεί- να ξεφύγει από αυτά τα στεγανά, οφείλει και να το κάνει. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η εμπλοκή με τέτοια λεπτά θέματα θα πρέπει να είναι πολύ συνειδητοποιημένη και προσεκτική ώστε να μην υποκύπτει στην κατάσταση που περιγράψαμε παραπάνω και δεν μπορεί -ούτε πρέπει- να ξεφεύγει από την κοινωνική, την πολιτική, την πολιτισμική αλλά και την οικονομική προσέγγιση.

Κάτι που επίσης δεν μπορούμε να αφήσουμε ασχολίαστο είναι το γεγονός της καθυστερημένης αναγνώρισης των τόπων αυτών ως τόπων μνήμης και το άνοιγμά τους στο κοινό. Δεν είναι τυχαίο πως τα ναζιστικά στρατόπεδα αναγνωρίστηκαν ως κολαστήρια και καταδικάστηκαν από τα Δυτικά κράτη στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 με αρχές της δεκαετίας του ‘90. Ούτε βέβαια είναι τυχαίο πως οι ημερομηνίες αυτές συμπίπτουν με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και, κατ’ επέκταση, τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου. Την ίδια αυτή επισήμανση, με λίγο διαφορετικό τρόπο, κάνει και ο Τ. Δανιήλ που έζησε στη Μακρόνησο και ο ίδιος ήταν αρχιτέκτονας κατά τη διάρκεια της ημερίδας για την ανάδειξη και προστασία του νησιού. Ουσιαστικά εφιστά την προσοχή για το πώς μπορούν αυτοί οι χώροι να γίνουν αντικείμενο πνευματικής εκμετάλλευσης, να διαστρεβλωθεί το βαθύτερο νόημά τους για να εξυπηρετήσουν την κυρίαρχη ιστορική αφήγηση περί του τέλους της Ιστορίας, πράγμα που έγινε με τα ναζιστικά στρατόπεδα, κατά τη γνώμη του[60]. Η παρέμβασή του αυτή έχει να κάνει περισσότερο με ένα λανθάνοντα φόβο για την απώλεια του βαθύτερου νοήματος της Μακρονήσου και της πολιτικοϊδεολογικής της απογύμνωσης αν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο δίκτυο στρατοπέδων συγκέντρωσης στο οποίο θα ανήκουν και τα ναζιστικά στρατόπεδα. Αν μάλιστα συνδυάσουμε τη ρητορεία που χρησιμοποιεί το Ελληνικό Κράτος ώστε να δικαιολογήσει την αναγόρευση της Μακρονήσου σε ιστορικό τόπο, τότε ίσως ο φόβος αυτός δεν είναι και τόσο αδικαιολόγητος.

Στη Μακρόνησο δε γίνεται να μιλάμε μόνο για τον εγκλεισμό και τη βία. Πρέπει να μιλάμε για τους λόγους που οι άνθρωποι αυτοί κατέληξαν να είναι έγκλειστοι και να τιμωρούνται για τις ιδέες τους για ένα κόσμο διαφορετικό, χωρίς φτώχεια, εκμετάλλευση, καταπίεση, ρατσισμό και πόλεμο. Ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό από όλα και δε γίνεται να το παραβλέψουμε. Πρέπει να υπάρχει ως υπόβαθρο στη σκέψη μας ώστε να μπορέσει να αναδειχθεί στο σχεδιασμό και στην επέμβαση. Γιατί κάποιοι άντεξαν σε όλη αυτή τη θηριωδία μόνο και μόνο γιατί πίστευαν βαθιά όλα όσα για τα οποία καταδικάστηκαν. Και προφανώς το όραμα για αυτή την “άλλη κοινωνία” ήταν και είναι το επικίνδυνο -για τους λίγους- που πρέπει να κλειστεί σε σκοτεινούς χώρους, μακριά από τα γεμάτα περιέργεια αυτιά και μάτια των πολλών. Μέσα από τη λήθη ή την επιλεκτική μνήμη προσπαθεί να το πετύχει κι όταν εμείς -ως αρχιτέκτονες- συμβάλουμε στην μονομερώς ανάδειξή του, τότε εκπληρώνουμε αυτό το σκοπό. Ένας σκοπός που προβάλλεται ως “αντικειμενικός” και απαλλαγμένος από οποιαδήποτε (πολιτική;) θέση, αλλά στην ουσία αυτή η άποψη είναι από μόνη της μια πολιτική θέση.

58. Δρουμπούκη, 2014:450-451 / 59. Στο ίδιο, σελ. 145-146 / 60. Μακρόνησος, Ιστορικός Πολιτιστικός Τόπος, 1994:132, στο πλαίσιο της ημερίδας του ΕΜΠ για τη διαχείρηση της Μακρονήσου ως Ιστορικό Τόπο. Πρόκειται για την πρώτη προσπάθεια μεταφοράς της συζήτησης σε έντυπη μορφή

2.7 Ένα άλλο βλέμμα

Δυστυχώς παρά τις προθέσεις και τα σχέδια ανάδειξης του τόπου της Μακρονήσου, λίγα έχουν γίνει. Η εικόνα της εγκατάλειψης ακόμη και των προσπαθειών για συντήρηση και αποκατάσταση κάποιων κτιρίων αποτελεί πραγματικότητα. Είναι όμως αρκετά ενδιαφέρον να εξετάσουμε κατά πόσο αυτό το θέμα έτυχε του ενδιαφέροντος φοιτητών και φοιτητριών αρχιτεκτονικών σχολών. Η αναζήτηση διπλωματικών του παρελθόντος δεν ήταν μια εύκολη διαδικασία, καθώς ακόμη και σήμερα στη σχολή μας δεν υπάρχει δυνατότητα ηλεκτρονικής αναζήτησης. Το ΕΜΠ έχει μια τέτοια ηλεκτρονική πλατφόρμα, αλλά με κάποιες ατέλειες. Στο επίπεδο, λοιπόν, που μας επιτράπηκε να αναζητήσουμε δε βρήκαμε πολλές διπλωματικές με αυτό το θέμα. Ωστόσο, υπήρχε τουλάχιστον μία και στο ΑΠΘ και στο ΕΜΠ που ασχολήθηκε με τη Γυάρο, υπό το πρίσμα της διαχείρισης ενός τόπου μνήμης, πρώην τόπου εξορίας.

Παρόλα αυτά, στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΑΠΘ έγινε τη δεκαετία του ‘90 μια διπλωματική που ασχολήθηκε με τη Μακρόνησο ως τόπο μνήμης και ως ιστορικό πυκνωτή. Σε αυτή θα ανατρέξουμε για να δούμε μια άλλη πλευρά θέασης και διαχείρισης του χώρου και του ιστορικοπολιτικού του φορτίου.
Στην προπτυχιακή διπλωματική που εκπόνησε η Κ.Παπαϊωάννου με επιβλέπουσα καθηγήτρια την Κ.Τσουκαλά, έγινε προσπάθεια μιας “άλλης” αρχιτεκτονικής προσέγγισης της Μακρονήσου. Κύριο μέλημα της εργασίας ήταν να ιδωθεί το νησί αυτό ως τόπος εξορίας και καταναγκαστικών έργων με στόχο την ηθική αναμόρφωση των εγκλείστων και να αποτυπωθούν οι πράξεις βίας και τρομοκρατίας της εξουσίας διαμέσο του χώρου, αφού και αυτός με τη σειρά του αποτελούσε άρρηκτο κομμάτι αυτής της καθημερινότητας βασανιστηρίων στην οποία υποβάλλονταν οι κρατούμενοι. Παράλληλο στόχο αποτέλεσε το ηθικό καθήκον διατήρησης της ιστορικής μνήμης μέσω απλών και κατανοητών κινήσεων χωρίς τάσεις εντυπωσιασμού.
Πιο συγκεκριμένα, επιλέχθηκαν κάποια σημεία που κρίθηκαν να έχουν ιδιαίτερο βάρος μέσα από τις αφηγήσεις των ανθρώπων που έζησαν στο νησί. Αυτά τα σημεία ήταν η χαράδρα, το στρατόπεδα, το θέατρο, η προβλήτα που έφταναν τα καράβια με τους μετέπειτα εγκλείστους, η γέφυρα και το νεκροταφείο που ουσιαστικά προέκυψε ύστερα από επισκέψεις συγγενών και φίλων των θυμάτων. Η κεντρική ιδέα είναι να αποτελέσει το νησί ολόκληρο -προφανώς μέσω αυτών των σημείων- ένα ανοιχτό μουσείο μέσα από αβίαστες διαδρομές που θα συναντούν “τόπους”.

Προκύπτουν έτσι ήπιες παρεμβάσεις προς το φυσικό τοπίο που λειτουργούν τονωτικά και όχι περιγραφικά προς τις υπάρχουσες μνήμες. Σε όλους τους χειρισμούς η σχέση με τον έξω χώρο είναι άρρηκτη. Σχεδιαστικά όλα τα παραπάνω αποτυπώνονται με τη χρήση έντονων γωνιών, υπόγειων διαδρόμων, διεξόδων, επιπέδων και του στοιχείου της σκάλας, ενώ τα υλικά που χρησιμοποιούνται είναι υλικά του ίδιου του τόπου (βράχος, πέτρα, σύρμα) με μόνη εξαίρεση το γυαλί που υπάρχει σε κάποιες περιπτώσεις περισσότερο ανακουφιστικά ως προς τη σκληρότητα και την αδρότητα των υπόλοιπων υλικών.

Στους “τόπους” που σχηματίζονται επιτυχγάνεται μια σύνδεση αυτών με τα συναισθήματα που βίωναν οι έγκλειστοι. Αυτή η αίσθηση της αγωνίας, της ανασφάλειας, της κλειστότητας, της ανελευθερίας αποτυπώνονται με αρκετά καλό τρόπο στους υπογειωμένους διαδρόμους που οδηγούν στο θέατρο, στη γέφυρα, στο νεκροταφείο ή στην προβλήτα. Παρόλα αυτά, δεν παραλείπεται η ελπίδα των κρατουμένων για διαφυγή από το νησί. Το γεγονός ότι πολλοί στενοί, σκοτεινοί, επιμήκεις διάδρομοι κεντράρουν στη θάλασσα, στο απέναντι, στο “εκεί που θα ήθελαν να είναι” μπορεί να πει πολλά για την εμπειρία του εγκλεισμού. Είναι ουσιαστικά το βλέμμα των εξόριστων που δραπετεύει στο πέλαγος. Αλλά και σε συμβολικό επίπεδο είναι η ανασφάλεια των εξόριστων και το σκοτάδι που πάντα όμως κατέληγε σε διέξοδο. Γενικότερα, διακρίνεται στην εν λόγω πρόταση μια διαρκής ανησυχία να εκφραστεί ο ψυχισμός των εγκλείστων. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέγονται οι απότομες, οξείες γωνίες προκειμένου να εκφράσουν την αγωνία των εξορίστων καθόλη τη διάρκεια της παραμονής τους στο νησί. Κορύφωση δε αυτής της πρόθεσης αποτελεί η διαδρομή μέσα στο στρατόπεδο που είναι ουσιαστικά μια τεράστια ρωγμή, μια έντονα τεθλασμένη γραμμή που θέλει να αποτυπώσει την πληγή, τον αποτροπιασμό, τη φρίκη όλου του εγχειρήματος της Μακρονήσου.

Βέβαια οι παρεμβάσεις αυτές είναι αρκετά βίαιες προς το τοπίο. Το “πληγώνουν”, θα μπορούσαμε να πούμε. Η “πληγή” όμως αυτή έχει ήδη δημιουργηθεί από τη βιαιότητα που διαπράχθηκε στη Μακρόνησο και ίσως μπορούμε να καταλάβουμε και να δικαιολογήσουμε -ως ένα βαθμό- τις ενέργειες αυτές πάνω στο έδαφος του νησιού. Ενδεχομένως να μην υπάρχει η απόλυτη αναγκαιότητα για μια τέτοια αντιμετώπιση του τοπίου, ωστόσο μπορούμε να καταλάβουμε το συμβολικό φορτίο αυτής και εν τέλει να συμφωνήσουμε.
Ως προς το μορφολογικό κομμάτι, μπορούμε να πούμε πως πρόκειται για πίνακες του κονστρουκτιβισμού. Ωστόσο, αυτό που πετυχαίνουν σε αρκετά μεγάλο βαθμό είναι να αποτυπώσουν την εμπειρία του εγκλεισμού, περίπου όπως την έχουμε αναλύσει παραπάνω. Ο χώρος της Μακρονήσου είναι στο σύνολό του το αντικείμενο μελέτης και αυτό αποτυπώνεται και σχεδιαστικά, πράγμα πολύ σημαντικό, καθώς αν κρίνουμε από τους χειρισμούς που όντως έγιναν από τη διυπουργική ομάδα εργασίας για τη Μακρόνησο, δεν πρόκειται για κάτι αυτονόητο. Σε κάποια σημεία, ίσως οι αρχιτεκτονικές επεμβάσεις να είναι αρκετά πιο εικαστικές (π.χ. στο χειρισμό της προβλήτας), αλλά ακολουθούν τον ίδιο κανόνα, γεγονός που μας επιτρέπει να αναγνώσουμε τις αρχικές διαδρομές ως κομμάτια μιας ολότητας.

Ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο που βάζει αυτή η πρόταση για την ανάδειξη της Μακρονήσου ως τόπο μνήμης είναι αυτό της πολιτικής βούλησης που χρειάζεται κάποιος/α για να ασχοληθεί με το θέμα και να αναδείξει τις ποιότητες του χώρου. Δεν ασπάζεται την αφήγηση της εθνικής ενότητας ή της καταδίκης της βίας από όπου κι αν προέρχεται, αλλά επιχειρεί να αφουγκραστεί τις διηγήσεις των ανθρώπων που έζησαν την κόλαση, χωρίς φίλτρα και μηνύματα που βάζει η άρχουσα τάξη. Πρόκειται για μια ανησυχία να μην υποπέσει, έστω και εν μέρει, η Μακρόνησος στην άβυσσο της λήθης και να μείνει ζωντανή μέσω αλλά και για την ύπαρξη της συλλογικής μνήμης.

ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΑΠΟ ΤΟΣΟ ΜΑΚΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΚΟΝΤΑ

Τις ασυνέχειες του χρόνου εκτός από το δικό μας λαό, τις ζήσανε κι άλλοι λαοί με εξίσου τραγικό τρόπο, ακόμη κι αν δε βίωσαν τη λαίλαπα του Β’ΠΠ. Στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, άρχισαν να ξεφυτρώνουν δικτατορίες υποστηριζόμενες από την CIA των ΗΠΑ, ειδικά μετά την επιτυχία της Κουβανικής Επανάστασης τη δεκαετία του ‘60. Σε ένα άκρως ψυχροπολεμικό κλίμα ο στόχος των ΗΠΑ ήταν διττός: από τη μια μεριά αύξηση της επιρροής τους και του γοήτρου τους έναντι της ΕΣΣΔ και από την άλλη επιβολή οικονομικών πολιτικών που θα εξυπηρετούν τα συμφέροντα των λίγων υποδουλώνοντας οικονομικά ολόκληρους λαούς. Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκε μια μυστική επιχείρηση με το κωδικό όνομα “Κόνδορας” που συντονιζόταν από την ίδια τη CIA ώστε να συνταχθούν οι λαοί της Λατινικής Αμερικής με το μέρος των ΗΠΑ, έστω και με τη βία. Και όπου αυτό δεν μπορούσε να γίνει με λανθάνοντα τρόπο, η στρατιωτική βία και τρομοκρατία ήταν εκεί για να “απεμπλέξει” την κατάσταση.

Στη Χιλή και στην Αργεντινή αναπτύχθηκαν τα πιο οργανωμένα δίκτυα καταστολής των αντιφρονούντων και διαπράχθηκαν οικτρά εγκλήματα ενάντια στην ανθρώπινη ζωή. Στόχος τους ήταν όσοι είχαν οργανωθεί σε κάποια ομάδα ένοπλου αντάρτικου πόλης, αλλά και όσοι συμμετείχαν σε συνδικάτα, σωματεία και γενικά είχαν ασπαστεί -όχι όλοι στον ίδιο βαθμό- τις θεωρίες του μαρξισμού. Μάλιστα οι μυστικές υπηρεσίες αυτών των δύο χωρών συνεργάζονταν μεταξύ τους και με τη CIA ώστε να εντοπίζουν αντιφρονούντες εντός των συνόρων τους αλλά και όσους κατάφερναν με κάποιο τρόπο να αποδράσουν από αυτές.

Η Αργεντινή, παρά τη μεγάλη της έκταση, κατάφερε να δημιουργήσει ένα δίκτυο τόπων κράτησης και βασανιστηρίων αρκετά οργανωμένο για να επιτευχθεί ο στόχος. Λόγω της ιδιαίτερα αναπτυγμένης της οικονομίας αλλά και των πλούσιων πλουτοπαραγωγικών της πηγών, ήταν αναγκαία η εγκατάσταση ενός μηχανισμού που ουσιαστικά θα ήλεγχε την παραγωγή και την κατανομή του πλούτου της χώρας. Η συνταγή ήταν γνωστή ήδη από αντίστοιχα εγχειρήματα στην Ευρώπη και την Ασία: επιβολή στρατιωτικού πραξικοπήματος. Πράγμα το οποίο και πραγματοποιήθηκε σε μια από τις πιο αιμοσταγείς εκδοχές του από το 1976 μέχρι το 1983. Πρόκειται για τη χούντα του Βιδέλα κατά την οποία πολλοί υπέφεραν και άλλοι απόμειναν να προσπαθούν να ζήσουν με τις μνήμες να τους μαστιγώνουν καθημερινά.

Ο χρόνος διακόπτει την “ομαλή” ροή του για αυτά τα 7 χρόνια. Το κράτος πρέπει μέσω μια κατάστασης έκτακτης ανάγκης να προχωρήσει προς την “ομαλοποίησή” του. Εμφανίζεται ο εσωτερικός εχθρός που απειλεί την πρόοδο και τη συνοχή και πρέπει να απομονωθεί και να εξολοθρευτεί. Η απομόνωση -σε πρώτο στάδιο τουλάχιστον- θα είναι χωρική. Και κάπως έτσι γεννιούνται χώροι της ασυνέχειας σε όλη την έκταση της Αργεντινής, αλλά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι μακριά κι πέρα από τις πόλεις. Πρόκειται για ένα δίκτυο περίπου τριακοσίων στρατοπέδων βασανισμού και χώρων κράτησης σε όλη την έκταση της χώρας, με τα πιο διαβόητα για τις μεθόδους τους να βρίσκονται μέσα στο Μπουένος Άιρες, όπως προκύπτει από αποδελτιωμένα έγγραφα του State Department[61].

61. Klein, 2010:127

3.1 Οι θύλακες της χωρικής ασυνέχειας

Σύμφωνα με την N. Klein, η χούντα της Αργεντινής ισορροπούσε μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας. Ουσιαστικά ήθελε όλοι να ξέρουν τι συμβαίνει ώστε να υπάρχει ένας διάχυτος φόβος αλλά ταυτόχρονα να περιβάλλεται από ένα πέπλο μυστικότητας προκειμένου να μπορεί να διαψεύδει τα πάντα[62]. Παράλληλα για να συντρίψει όποιον και όποια διαφωνούσε μαζί της στην άσκηση της πολιτικής έπρεπε να προχωρήσει σε πρόληψη και καταστολή πιθανών αντικαθεστωτικών ενεργειών.

Έτσι προέκυψε η ανάγκη για χώρους φυλάκισης και απομόνωσης των αντιφρονούντων όπου -κι εδώ- ο νόμος καταργούνταν στο όνομα του νόμου. Δε μιλάμε για τόπους εξορίας, αλλά για χώρους φυλάκισης που δεν είναι “τυπικές” φυλακές. Χώρους φυλάκισης όπου οποιοδήποτε δικαίωμα του κρατούμενου πάνω στο σώμα του καταργείται. Στην περίπτωση της Αργεντινής ο στόχος ήταν αφενός η απόσπαση πληροφοριών και η εξολόθρευση όλων των αριστερών-σοσιαλιστικών δικτύων που δρούσαν ενάντια στο κράτος και αφετέρου το σπάσιμο του ηθικού των αντιφρονούντων και η εμπέδωση του μορφώματος περί του τέλους της Ιστορίας[63].

Στους χώρους που δημιουργεί η αργεντίνικη χούντα επιδιώκεται να υπάρχει ένας σχετικός έλεγχος των πληροφοριών που εξέρχονται από αυτούς. Και αναφέρουμε τον όρο “σχετικός” γιατί από τη μια πλευρά το καθεστώς δε θέλει να έχει πολιτικό κόστος στη συνείδηση των μετριοπαθών πολιτών, αλλά από την άλλη έχει σα στόχο να τρομοκρατήσει αντιφρονούντες με σκοπό να τους αποθαρρύνει από το να αναπτύξουν οποιαδήποτε αντιστασιακή δράση, όπως προαναφέραμε. Δεν είναι τυχαίο ότι ο τρόπος σύλληψης είναι η απαγωγή -που ωστόσο γίνεται σε κοινή θέα-, ενώ έπειτα ακολουθεί η εξαφάνιση όλων των στοιχείων για ένα πρόσωπο που το κράτος θεωρεί επικίνδυνο. “Δεν ξέραμε αυτό που κανείς δεν μπορούσε να διαψεύσει”, ήταν η χαρακτηριστική φράση που χρησιμοποιούσαν οι Αργεντινοί για να περιγράψουν το παράδοξο που συνέβαινε μπροστά στα μάτια τους[64].

Το αξιοσημείωτο της όλης κατάστασης είναι η άγνοια ύπαρξης αυτών των σημείων. Ακόμα και οι γηγενείς πληθυσμοί δε γνωρίζουν ούτε τον ακριβή αριθμό τους, ούτε την ακριβή τους τοποθεσία. Αυτό έχει να κάνει με δύο παράγοντες. Ο πρώτος είναι η εσκεμμένη καταστροφή τους μετά το τέλος της δικτατορίας από το ίδιο το καθεστώς προκειμένου να κρύψει αποδεικτικά στοιχεία. Ο δεύτερος πάλι έχει να κάνει με το γεγονός ότι ακόμη και οι ίδιοι οι βασανισμένοι δε γνώριζαν μέχρι πρόσφατα που είχαν εγκλειστεί και βασανιστεί. Βέβαια το δικτατορικό καθεστώς ήταν τόσο θρασύ που λειτουργούσε τέτοιους χώρους ακόμη και στην καρδιά των μεγάλων αστικών κέντρων της Αργεντινής, θέλοντας να κάνει επίδειξη δύναμης στους γύρω κατοίκους, αλλά και να προκαλέσει τη φαντασία τους με το τι θα μπορούσαν και οι ίδιοι να πάθουν αν δεν πειθαρχούσαν. Κυρίως μιλάμε για τους χώρους βασανισμού εντός μεγάλων αστικών κέντρων, γιατί είναι αυτοί που δεν καταστράφηκαν σε μεγάλο βαθμό και γνωστοποιήθηκαν στη συνέχεια. Όλη αυτή η άγνοια προέκυψε γιατί από τη στιγμή της απαγωγής τους από το καθεστώς, δεν ήξεραν που πρόκειται να μεταφερθούν και όσοι από αυτούς επέζησαν των βασανιστηρίων, όταν αφέθηκαν ελεύθεροι είχαν δεμένα τα μάτια τους ώστε να μη γνωρίζουν από πού έφυγαν και να χάσουν κάθε αίσθηση προσανατολισμού.

Θα μπορούσαμε όντως να μιλάμε για χώρους που αποκόπτονταν πλήρως από το γύρω περιβάλλον τους, ως προς το νομικό καθεστώς στο οποίο υπόκεινται. Ο νόμος προφανώς και σταματούσε να ισχύει εντός των ορίων τους, αλλά και γενικότερα η ζωή είχε τους δικούς της ρυθμούς εκεί μέσα. Εκτός από το πώς βίωναν αυτή την κατάσταση οι κρατούμενοι, οι ίδιοι οι φύλακες-βασανιστές κατοικούσαν σε μόνιμη βάση εντός των κέντρων κράτησης καθώς τα βασανιστήρια ήταν καθημερινά και μη προγραμματισμένα στα πλαίσια του ψυχολογικού πολέμου ενάντια των αντιφρονούντων. Το οξύμωρο μάλιστα εντοπίζονταν στο γεγονός ότι η χούντα μπορεί να εγκαθιστούσε τέτοιους χώρους και σε κτίρια που ήταν ήδη σε χρήση με απόλυτη μυστικότητα.

Με άλλα λόγια, ακόμη και στα στενά πλαίσια κάποιων κτιρίων, μπορούσε να δημιουργηθεί μια χωρική ασυνέχεια για την οποία δεν είχαν ιδέα οι κρατούμενοι, δεν είχαν ιδέα ούτε τα οικεία τους πρόσωπα και το κράτος φύλαγε τους θύλακες αυτούς σαν επτασφράγιστο μυστικό. Η ύπαρξή τους πλανιόνταν σαν ενός είδους αστικού μύθου που όμως όλοι γνώριζαν πως πρόκειται για πραγματικότητα.

62. Klein, 2010:126-127 / 63. Στο ίδιο, σελ. 156-159 / 64. Klein, 2010:128

3.2 Η εμπειρία των κέντρων κράτησης μέσω του χρόνου

Σαφώς σε τέτοιους τόπους όπου ο νόμος καταργείται και ο κρατούμενος παύει να έχει δικαιώματα πάνω στο σώμα του, ο πόνος είναι το πρώτο πράγμα που θα χρησιμοποιήσει ένας βασανιστής. Και στα παραδείγματα των κέντρων κράτησης της Αργεντινής έχουμε μαρτυρίες από αποτρόπαιους βασανισμούς και πρόκληση αστείρευτης βίας και τρομοκρατίας από το καθεστώς. Ο βαθμός κατάργησης του δικαιώματος πάνω στο σώμα των πολιτικών κρατούμενων επεκτείνονταν ακόμη και με σε αρπαγές βρεφών από τις έγκυες μητέρες-πολιτικές κρατούμενες, χωρίς κανέναν ενδοιασμό.

Βάση όλης αυτής της μηχανής θανάτου που αναπτύχθηκε από την κυβέρνηση Βιντέλα ήταν ο φόβος της ανατροπής της. Γι’ αυτό και οι βασανισμοί προηγούνταν ανακρίσεων για απόσπαση πληροφοριών από τους αντιφρονούντες. Σε δεύτερο επίπεδο μάλιστα, όλη αυτή η διαδικασία αποσκοπούσε στην τρομοκράτηση όποιου/ας διαφωνούσε με το καθεστώς να εκφέρει ελεύθερη γνώμη, πόσο δε μάλλον να συμμετάσχει σε μια οργάνωση με σκοπό την ανατροπή της κυβέρνησης. Η τρομοκρατία όμως αυτή εξαπολύονταν μέσω του φόβου για το άγνωστο, καθώς ποτέ κανένας δε μάθαινε πού κατέληγαν όσοι συλλαμβάνονταν.

Ωστόσο, σε καταθέσεις σε Επιτροπές για την Αλήθεια όσων γλύτωσαν αυτής της φρικαλεότητας γίνεται λόγος για ένα σύστημα που αποσκοπούσε και στον εξαναγκασμό τους να προδώσουν αξίες που ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με την ύπαρξή τους και τα πιστεύω τους. Ο Λατινοαμερικάνος ιστορικός Μπάγερ υποστηρίζει πως η υπέρτατη αυτή αξία είναι η αλληλεγγύη. Και αυτό το γνώριζαν οι βασανιστές, οπότε και προσπαθούσαν να την ξεριζώσουν από την ψυχή των Αργεντινών αγωνιστών. Η N. Klein πάει ένα βήμα παρακάτω και υποστηρίζει πως σκοπός των βασανιστηρίων, πολλές φορές, ήταν η πρόκληση βλάβης σε εκείνο το κομμάτι του εαυτού των κρατουμένων που τους έκανε να πιστεύουν στην αλληλοβοήθεια, στην άλλη κοινωνία και εν τέλει στην αναγκαιότητα του ακτιβισμού[65].

Μεταχείριση κρατουµένου από κρατικούς µυστικούς πράκτορες. Το πρόσωπο του κρατούµενου είναι απολύτως καλυµµένο για να µη βλέπει ούτε τα πρόσωπά τους, ούτε πού βρίσκεται. Σκηνή από την ταινία Garage Olimpo του M. Bechis, πηγή: <http://www.garageolimpo.it/new-go/suonimmagini/fr-suonimmag.html&gt;

Φριχτοί βασανισμοί, ντροπή, ταπείνωση, μέθοδοι που εξευτέλιζαν ακόμη και την προσωπικότητα των κρατουμένων και η αίσθηση ότι δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από την κόλαση αυτή. Ωστόσο, αυτό που αναφέρεται από πολλούς ως το πιο φρικτό δεν είναι απλά η σωματοποίηση του πόνου· δεν είναι καν η ηθική πτώση της ανθρώπινής τους ύπαρξης. Είναι η αναμονή για τα βασανιστήρια και η αίσθηση του χρόνου που έπαυε να υπάρχει.

Κρατούµενη σε κελί αποµόνωση. Σκηνή από την ταινία La noche de lo lapices, πηγή: <http://lumiteca.org/la-noche-de-los-lapices.html&gt;

Όσοι βρίσκονταν παγιδευμένοι σε κέντρα κράτησης, πάντα κρατούνταν σε σκοτεινά δωμάτια, με πλήρη έλλειψη φυσικού -ή και τεχνητού πολλές φορές- φωτός ώστε να χάσουν τελείως την αίσθηση του χρόνου. Με άλλα λόγια, βρίσκονταν σε ένα περιβάλλον όπου ο χρόνος δεν κυλούσε ούτε γραμμικά, ούτε κυκλικά. Απλά δεν κυλούσε. Το υποκείμενο του βασανισμού βρισκόταν σε μια διαρκή κατάσταση αγωνίας και απορίας για το πότε συνελήφθη, πόσο καιρό βρίσκεται υπό κράτηση, πότε ήταν το προηγούμενο “χτύπημα” και πότε θα είναι το επόμενο, μέχρι πότε θα κρατήσει όλο αυτό… Διατάραξη της αντίληψης του χωροχρόνου[66]. Αυτή η φράση μπορεί να περιγράψει όλα όσα συνέβαιναν στα κέντρα κράτησης. Η τραγική ειρωνεία αυτής της κατάστασης είναι ότι από την πλευρά των βασανιστών, αυτή η μέθοδος χρησιμοποιούνταν για να εξοικονομήσουν χρόνο και να αποσπάσουν πληροφορίες από τους κρατούμενους όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, μιας και στο διάστημα 2 ημερών, για παράδειγμα, ο κρατούμενος μπορεί να είχε την ψευδαίσθηση ότι έχουν περάσει 2 εβδομάδες ή και περισσότερο.

Κρατούµενη σε κελί µε καλυµµένα τα µάτια κατά τη διάρκεια της κράτησής της. Από την ταινία Garage Olimpo του M. Bechis, πηγή: <http://www.garageolimpo.it/new-go/suonimmagini/fr-suonimmag.html&gt;

Ένα τελευταίο σχόλιο που θα μπορούσαμε να κάνουμε είναι ως προς τις σχέσεις των κρατουμένων μεταξύ τους. Δυστυχώς δεν μπορούμε να πούμε πολλά πράγματα για το πώς επηρεάζονταν αυτές από το χώρο, καθώς η επικοινωνία μεταξύ τους ήταν ελάχιστη ως ανύπαρκτη λόγω της απομόνωσης του ενός από τον άλλο. Ωστόσο, ακόμη και κάτω από τις δυσμενείς αυτές συνθήκες βρίσκανε τρόπο να εκδηλώνουν την αλληλεγγύη μεταξύ τους, μοιραζόμενοι το ελάχιστο φαγητό που τους παρεχόταν ή επικοινωνούσαν μεταξύ τους -όταν αυτό ξέφευγε από τα μάτια των φυλάκων- διαμέσω των τοίχων για να ανταλλάξουν πληροφορίες ή έστω για να κρατηθούν στη ζωή και να μην τρελαθούν. Το γενικότερο, ωστόσο, πλαίσιο είχε να κάνει με άγνοια για το ποιος σύντροφός τους μπορεί να βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο, τι μπορεί να έχει υποστεί, αν ομολόγησε κάτι στους βασανιστές ή αν είναι ακόμη και νεκρός.

65. Klein, 2010:157 / 66. Kubark Counterintelligence Interrogation, 1973:49-50. Πρόκειται για αποδελτιωμένο εγχειρίδιο για υπαλλήλους της CIA σχετικά με τη διαδικασία της ανάκρισης και διαχείρησης γενικότερα πολιτικών κρατουμένων. Υπάρχει ηλεκτρονικά στο αρχείο της NSA, στο <https://nsarchive.gwu.edu/&gt;

3.3 Και μετά τι;

Προκειμένου όπως ήδη αναφέραμε να μην υπάρχουν στοιχεία των βασανισμών τα κακοποιημένα σώματα έπρεπε να εξαφανιστούν. Είτε γιατί δε χρησίμευαν άλλο στις αρχές από άποψης απόσπασης πληροφοριών, είτε γιατί η επιστροφή τους στα σπίτια τους θα σήμαινε έκθεση τους καθεστώτος στους “ανυποψίαστους” πολίτες. Ένας από τους πιο ευφάνταστους τρόπους από τη μεριά της εξουσίας ήταν οι λεγόμενες “πτήσεις θανάτου” που έγιναν γνωστές από το κέντρο κράτησης της ESMA (Σχολή Μηχανικών Ναυτικού), ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα κράτησης του Μπουένος Άιρες.

Όταν οι κρατούμενοι ήταν πια άχρηστοι στα χέρια του καθεστώτος και μετά από χορήγηση ναρκωτικών, επιβιβάζονταν σε αεροπλάνα και ελικόπτερα για να “εξαφανιστούν”. Κατά τη διάρκεια αυτών των πτήσεων, τα ναρκωμένα -ή και ήδη νεκρά- σώματα ρίπτονταν στον Ατλαντικό Ωκεανό ή στον ποταμό Ρίο ντε λα Πλάτα, που εξέβαλε σε κοντινή απόσταση. Πρόσχημα για αυτές τις πτήσεις ήταν η δήθεν μεταφορά των πολιτικών κρατουμένων σε κέντρα κράτησης στη Νότια Αργεντινή ή η μεταφορά τους για εμβολιασμό. Και κάπως έτσι κατέληγαν να εμφανίζονται στις όχθες της γειτονικής Ουρουγουάης πτώματα με δεμένα τα χέρια και τα πόδια και με εμφανή σημάδια βασανισμού.

3.4 Η επούλωση των τραυμάτων

Για όλα αυτά τα εγκλήματα ουσιαστική δικαιοσύνη δεν αποδόθηκε ποτέ. Μπορεί ορισμένοι από τους δικτάτορες να είχαν συλληφθεί, αλλά αργότερα αμνηστεύτηκαν. Για τους περισσότερους δε από τους βασανιστές ποτέ κανείς δεν έμαθε τίποτα. Ούτε καν τα ίδια τα θύματα. Οι Αργεντίνιοι όμως θυμούνται ακόμη. Όχι για να εκδικηθούν, αλλά για να μπορέσουν να ξεκουράσουν τις ψυχές τους από καταστάσεις που αφήσανε ανοιχτές πληγές και ατελείωτες αναμονές. Αναμονές για όσους υπέστησαν ψυχικό σοκ, αναμονές για όσους δεν έμαθαν ποτέ τίποτα για τους δικούς τους συλληφθέντες.

Ακόμη όμως και μετά τη λήξη της δικτατορίας Βιντέλα, όλα όσα συνέβησαν έπρεπε να ξεχαστούν για να μπορέσουν όλοι να προχωρήσουν. Άλλωστε η περίοδος της χούντας ήταν το αναγκαίο κακό για να γίνουν ένα σωρό οικονομικές μεταρρυθμίσεις που είχαν σκοπό την ιδιωτικοποίηση της κρατικής περιουσίας της Αργεντινής. Και πράγματι, οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν κατά τη δικτατορία με σκοπό τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας, συνεχίστηκαν και από τις μετέπειτα κυβερνήσεις, όχι με τόσο ακραίες κινήσεις, αλλά με τον ίδιο σκοπό. Αυτό δικαιολογεί τη βούληση από μεριάς αστικού κράτους να περιέλθουν όλες αυτές οι κτηνωδίες στη σφαίρα της λήθης. Αλλά, και στην περίπτωση της Αργεντινής, η συλλογική μνήμη κράτησε αυτά που έπρεπε ζωντανά μέχρι και σήμερα.

Σε αυτό το κλίμα οι πρώτες κυβερνήσεις μετά τη δικτατορία του 1976-83 προσπάθησαν να αγνοήσουν τη συλλογική μνήμη και να εξαφανίσουν στοιχεία που μαρτυρούσαν όσα έγιναν. Συγκεκριμένα, η κυβέρνηση Menem το 1998 πρότεινε η ESMA -σε ένα κλίμα γενικότερης αμνηστίας για τους υπαίτιους των βασανισμών- να μετατραπεί σε μια πράσινη ζώνη όπου θα υπάρχει ένα μνημείο “εθνικής ενότητας”. Όσο για τα κτίρια όπου συντελέστηκαν οι βασανισμοί, η πρόταση μιλάει για κατεδάφιση και καταστροφή τους. Εν τέλει, το 2004 η ESMA με σχετικό νόμο που πέρασε από το Αργεντίνικο Κοινοβούλιο, μετατρέπεται σε ένα σύμπλεγμα που περιέχει μουσείο – χώρο μνήμης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Επιπλέον, το 2014 εντάχθηκε στο χώρο της ESMA και δεύτερο μουσείο για τα θύματα του πολέμου στα νησιά Φόκλαντ, μια πολεμική επιχείρηση της χούντας που είχε συμβάλει στην περαιτέρω οικονομική εξασθένηση της χώρας[67].

Προφανώς και υπήρξε αντίδραση από το μεγαλύτερο μέρος του λαού της Αργεντινής σχετικά με τη διαχείριση της μνήμης, καθώς ήταν πολύ νωπή ακόμη. Η συλλογική μνήμη μάλιστα αποτυπώνονταν στο δημόσιο χώρο. Ίσως η πιο μαζική αποτύπωσή της, που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, είναι οι Μητέρες της Plaza de Mayo. Ήδη από το 1977 μητέρες-πολιτικές κρατούμενες που τα παιδιά τους είχαν απαχθεί σε βρεφική ηλικία από το δικτατορικό καθεστώς για να θανατωθούν ή να δοθούν για υιοθεσία, καταλαμβάνουν το δημόσιο χώρο για να επικοινωνήσουν το θέμα τους με τον κόσμο αλλά και να θυμίσουν σε όλους τι έγινε. Δεν υπάρχει μνημείο, ούτε μουσείο. Εκεί, κατά ένα πολύ μεγάλο βαθμό, είναι που η συλλογική μνήμη συμβαίνει. Δε γιορτάζεται καμιά επέτειος, δεν κατατίθενται στεφάνια ούτε τηρείται ενός λεπτού σιγή. Είναι οι μάνες που έχουν τι αγκαλιές τους άδειες και ζητούν να μάθουν. Όπως όλη η αργεντίνικη κοινωνία διεκδικεί το μερίδιό της στη μνήμη -και στην ιστορία;- αλλά και το δικαίωμά της στο σήμερα.

Οι Γιαγιάδες της Plaza de Mayo ζητούν να µάθουν για τα εξαφανισµένα παιδιά και εγγόνια τους, πηγή: <https://www.abuelas.org.ar/album-fotos/marchas-historicas-1&gt;

Μπορεί η βία να μην ασκείται σωματικά πλέον από το κράτος, αλλά ασκείται οικονομικά. Σε μια εποχή όπου έχει συντελεστεί απίστευτες οικονομικές μεταρρυθμίσεις σε βάρος των πολλών, τα γεγονότα της ωμής βίας επαναφέρονται προς αποκατάστασή τους αλλά και για να απαλύνουν το αίσθημα αποδοκιμασίας που επικρατεί λόγω των φιλελεύθερων πολιτικών. Με άλλα λόγια η μνήμη χρησιμοποιείται και σε αυτή την περίπτωση για να επιτευχθεί ένα ξέπλυμα αυτών των αποφάσεων και πρακτικών με στόχο την “εθνική ενότητα”. Και όπου δε γίνεται να καταδικαστούν οι πολιτικές, θα πρέπει να καταδικαστούν οι πράξεις ωμής βίας από τη μεριά του κράτους.

67. Lessa & Levey, στο <http://www.aljazeera.com/indepth/opinion/2014/01/landscapes-memory-argentina-persistent-struggles-over-past-2014197957935199.html&gt;

3.5 Η αποτύπωση της φρίκης

Στο πλαίσιο κατευνασμού της κοινής γνώμης ξεκίνησε η καταδίκη της άσκησης βίας και τρομοκρατίας έναντι πολιτικών κρατούμενων κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Βιντέλα. Όταν μάλιστα οι υπεύθυνοι -ή φερόμενοι ως τέτοιοι- απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες τους και ο λαός δε γινόταν να ξεχάσει, έπρεπε να γίνει κάτι. Η καταδίκη της βίας και η εθνική ενότητα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η “σολομώντεια” λύση. Και έτσι έγινε.

Η Αργεντινή έπρεπε να κλείσει τις πληγές της και τους λογαριασμούς της με το παρελθόν. Η συλλογική μνήμη όμως θυμότανε. Και θυμόταν όλους εκείνους που βασανίστηκαν και θανατώθηκαν στα κέντρα κράτησης του Μπουένος Άιρες και ειδικότερα της ESMA. Άρα η ανάγκη για χωρική αποτύπωση αυτών των ιστοριών ήταν επιτακτική. Σε μια εποχή που το αστικό τοπίο αλλάζει ραγδαία, η ίδια η πόλη προσφερόταν σαν καμβάς ώστε να εγγραφεί εκεί η πρόσφατη συλλογική μνήμη για να αποκτήσει υπόσταση στο δημόσιο χώρο.

Κάπως έτσι, μετά από διεκδικήσεις, σχεδιάστηκε το 1998 και κατασκευάστηκε το 2009 στο Μπουένος Άιρες από τον Alberto Varas ένα πάρκο μνήμης (Parque de la Memoria) για τα θύματα της δικτατορίας του Βιντέλα, όλους και όλες που, μετά την παραμονή τους σε κέντρα κράτησης, κατέληξαν νεκροί, αγνοούμενοι ή “επιπλέοντα” σώματα στον ωκεανό[68]. Πρόκειται για ένα περιπατητικό, ανοιχτό, δημόσιο χώρο που στις όχθες του Rio de la Plata, στο σημείο που εκβάλει στον Ατλαντικό, εκεί όπου κατέληγαν και τα σώματα των κρατουμένων. Στο ίδιο πάρκο υπάρχει και ένα μνημείο (memorial) που είναι αφιερωμένο στα θύματα της τρομοκρατίας του κράτους και όχι απλά σε κάποιους νεκρούς μιας παρελθοντικής χρονικής περιόδου.

Το όλο εγχείρημα ξεκίνησε μετά από ενδιαφέρον που έδειξαν οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δημιουργήθηκε έτσι ένα δίκτυο μνημείων εντός της πόλης του Μπουένος Άιρες για τα θύματα της δικτατορίας Βιντέλα, με τη συμμετοχή του Αργεντίνικου κράτους και της τότε κυβέρνησης η οποία ψήφισε σχετικό νόμο, καθώς και του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες. Προκηρύχθηκε σχετικός διαγωνισμός για το συγκεκριμένο εγχείρημα, από τον οποίο προέκυψε και η προκείμενη λύση.

Πανοραµική άποψη όλου του χώρου του Parque de la Memoria στο Buenos Aires, πηγή: <http://parquedelamemoria.org.ar/diseno-arquitectonico/&gt;

Ένας χώρος μνήμης στην καρδιά της Αργεντίνικης πρωτεύουσας για όσους κατέληξαν μετά από τις “πτήσεις θανάτου” στο νερό. Αρχικός στόχος του εν λόγω πάρκου δεν ήταν η απόδοση δικαιοσύνης και ευθυνών ή η αποκατάσταση της αλήθειας. Ήταν πολύ περισσότερο η προστασία των γεγονότων από τη λήθη. Ήταν η πρόθεση ο χώρος να γίνει μάρτυρας. Όχι μόνο για όσους έζησαν τη φρικαλεότητα της δικτατορίας αλλά και για να αφηγηθούν στις επόμενες γενιές τι εγκλήματα μπορεί να διαπράξει το κράτος, με απώτερο στόχο κάτι τέτοιο να αποτραπεί στο μέλλον. Με άλλα λόγια πρόκειται για την πραγμάτωση του γνωμικού που λέει ότι ένας λαός που δε γνωρίζει το παρελθόν του είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει[69]. Ο χώρος αυτός περιλαμβάνει και μια ακόμη πιο ειδική στήλη-μνημείο στην οποία εγγράφονται το ονόματα των νεκρών. Ουσιαστικά μιλάμε για έναν τοίχο κατά μήκος της κύριας διαδρομής που παραλαμβάνει την κίνηση από την είσοδο του πάρκου προς το ποτάμι.

“EL TÍO SALOMÓN”. Στην εικόνα είναι ο αδερφός του παππού του φωτογράφου M. Brodsky, του οποίου τελικός προορισµός ήταν ο Rio de la Plata, ερχόµενος από την Ευρώπη στην αναζήτηση µιας καλύτερης ζωής πριν το ΒΠΠ. Από τη συλλογή φωτογραφιών του M. Brodsky, BUENA MEMORIA_Capitulo 5_EL RIO DE LA PLATA, πηγή: <http://marcelobrodsky.com/buena-memoria-5-el-rio-de-la-plata/&gt;

Πιο συγκεκριμένα, το Πάρκο Μνήμης προσπαθεί σαν ολότητα να διηγηθεί μια ιστορία στο χρήστη διαμέσω των αισθήσεων. Η όλη έκταση φαίνεται αχανής με την πρώτη ματιά, αλλά δεν προκαλεί καμία ένταση στον επισκέπτη. Αντίθετα, θέλει να μιλήσει για μια ειρηνική κοινωνία και ένα μη βίαιο κράτος μέσω της γαλήνης που προσφέρει η ήρεμη εικόνα της χαμηλής βλάστησης. Για να διασχίσει κάποιος το πάρκο θα πρέπει να ακολουθήσει τη διαδρομή της τεθλασμένης γραμμής που θα τον οδηγήσει στο νερό και θα τον συνδέσει με την περιμετρική διαδρομή που αποκαλείται “λεωφόρος των μνημείων” (rambla de los monumentos) όπου υπάρχουν υπαίθρια έργα τέχνης στην ίδια θεματική[70].

“PROHIBIDO PERMANECER AQUÍ”. Ο φωτογράφος σε παιδική ηλικία µε τον αδερφό του. Ταξιδεύουν στα λασπωµένα νερά του ίδιου ποταµού που έφεραν τους γονείς τους στο Μπ. Άιρες. Η φωτογραφία είναι τραβηγµένη σε περιοχή του πλοίου που απαγορεύονται οι επιβάτες. Είναι ακόµη η εποχή της αθωότητας. Από τη συλλογή φωτογραφιών του M. Brodsky, BUENA MEMORIA_Capitulo 5_EL RIO DE LA PLATA, πηγή: <http://marcelobrodsky.com/buena-memoria-5-el-rio-de-la-plata/&gt;

Η τεθλασμένη αυτή γραμμή έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς τις σχεδιαστικές προθέσεις. Αρχικά το σχήμα της (τεθλασμένη) είναι αρκετά “βίαιο” σχετικά με το υπόλοιπο εγχείρημα που έχει ήσυχες και απαλές γραμμές. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους: ο πρώτος είναι ο συμβολισμός της βίας στο γενικότερο πλαίσιο και ο δεύτερος είναι η πληγή που μένει από την άσκηση αυτής[71]. Στην προκειμένη περίπτωση προφανώς αφορά την κρατική βία. Όσο κάποιος προχωρά σε αυτή τη διαδρομή, οι έντονες γωνίες τον αναγκάζουν να αλλάξει κατεύθυνση χωρίς απαραίτητα να θέλει. Τον αναγκάζουν να κάνει κινήσεις που ενδεχομένως δεν είναι απαραίτητες για να διανύσει μια σχετικά μικρή απόσταση. Στην πορεία του δεν μπορεί να ξεχάσει γιατί τα ονόματα των θυμάτων είναι γραμμένα δίπλα του και δε γίνεται να τα αγνοήσει, όπως δεν μπορεί να αγνοήσει το μέγεθος αυτής της κτηνωδίας. Η διαδρομή αυτή καταλήγει στον αχανή ποταμό, όπου κατέληγαν και τα σώματα των πολιτικών κρατούμενων.

“EL RÍO DE LA PLATA”. Για όλους όσους ρίχτηκαν στο ποτάµι και έγινε εκεί ο τάφος της ανυπαρξίας τους. Από τη συλλογή φωτογραφιών του M. Brodsky, BUENA MEMORIA_Capitulo 5_EL RIO DE LA PLATA, πηγή: <http://marcelobrodsky.com/buena-memoria-5-el-rio-de-la-plata/&gt;

Το “πράσινο” Parque de la Memoria, πηγή: <http://www.architectureplayer.com/clips/parque-de-la-memoria&gt;

Ακόμη και η ίδια η τοποθεσία του πάρκου είναι άκρως σημαντική και ενδιαφέρουσα. Είναι ακριβώς στις όχθες του Ατλαντικού, εκεί που συναντά το Rio de la Plata. Και το ίδιο το πάρκο προσφέρει μια διαδρομή που κεντράρει στο νερό, καδράρει την απεραντοσύνη του νερού. Σε μια δεύτερη ανάλυση μπορούμε να διακρίνουμε μια αντίθεση: αυτή της ιδέας του νερού ως πηγή ζωής αλλά ταυτόχρονα ένα υγρό τάφο για ανθρώπους που τόλμησαν να οραματιστούν έναν άλλο κόσμο. Είναι ίσως αυτό που θέλει να πει ο αργεντινός φωτογράφος Marcelo Brodsky με τις φωτογραφίες του στη θεματική Buena Memoria. 3 φωτογραφίες, 3 γενιές, ο ίδιος ποταμός, τα ίδια νερά και μια ρήξη. Μια ρήξη στη συνέχεια της ιστορίας στο πέρασμα των γενεών, στη ροή της ζωής, στη ροή του ποταμού. Γιατί η συνεχής ροή των κυμάτων δεν επικαλείται τη συνέχεια, αλλά μια άβυσσο που έγινε κατοικία ψυχών[72].

68. Buenos Aires Ciudad, στο <http://parquedelamemoria.org.ar/en/architectural-design/&gt; / 69. Buenos Aires Cuidad, στο <http://parquedelamemoria.org.ar/en/about-the-parque-de-la-memoria/&gt; / 70. Gill, 2009:19-21 / 71. Στο ίδιο, σελ. 21 / 72. Traverso, 2016:338-339

3.6 Δεύτερες σκέψεις

Αναμφισβήτητα στο Πάρκο Μνήμης του Μπουένος Άιρες οι ποιότητες χώρου που προκύπτουν είναι ικανές να προκαλέσουν τον επισκέπτη, να του εγείρουν συναισθήματα και εν τέλει να τον εμπλέξουν σε μια κατάσταση. Όμως είναι αυτό αρκετό από μόνο του; Ο χώρος λέει όσα θα έπρεπε να πει;

Δυστυχώς και σε αυτή την περίπτωση βλέπουμε πως από πλευράς επίσημων φορέων του κράτους που εμπλέκονται με το θέμα αλλά και όλων των οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα η τελική έκβαση είναι η άκριτη καταδίκη της βίας από όπου κι αν προέρχεται. Μπορεί να αναγνωρίζεται ότι μιλάμε για τρομοκρατία που ασκήθηκε από το κράτος, αλλά ο λόγος για τον οποίο έγινε αυτό μένει στην αφάνεια. Με άλλα λόγια, δε γίνεται πουθενά αναφορά για τους λόγους που το κράτος, στη δεδομένη χρονική στιγμή, προέβη σε τέτοιες πράξεις βίας. Στην πραγματικότητα έχει να κάνει με αυτό που πολύ εύστοχα περιγράφει η N. Klein σχετικά με τη διαχείριση της μνήμης αυτών των συμβάντων από τις αστικές κυβερνήσεις και δη από τη Διεθνή Αμνηστία: “[…]τυχαία άσχημα συμβάντα που οφείλονται στην περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα και τα οποία οφείλουν να καταδικάζουν όλοι οι άνθρωποι με συνείδηση, χωρίς όμως να μπορούν να τα κατανοήσουν.”[73].

Είναι βέβαια αρκετά ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο σχεδιασμός προσπαθεί να εκφράσει ένα θετικό πρόταγμα μέσω του εγχειρήματος. Όπως επίσης ενδιαφέρον είναι ότι το Πάρκο Μνήμης είναι τοποθετημένο στις όχθες όπου πετάγονταν τα σώματα των κρατουμένων. Αλλά δυστυχώς ακόμη και αυτό στερείται πολιτικής ανάλυσης, καθώς μιλάμε μόνο για θύματα χωρίς αυτά να είχαν ποτέ κάποια άλλη ιδιότητα πέρα από την ανθρώπινή τους υπόσταση. Και ακριβώς επειδή για το καθεστώς Βιντέλα η ταυτότητα των κρατουμένων ήταν η ουσιαστική απειλή, δε γίνεται στο σήμερα αυτή να μένει ασχολίαστη. Ναι μεν μιλάμε για ένα εγχείρημα αφιερωμένο στα θύματα της τρομοκρατίας του κράτους, αλλά δε μιλάμε για μια σύγκρουση αυστηρά περιορισμένη στο στρατό και σε αριστερούς εξτρεμιστές. Γιατί όση ευθύνη είχε το τότε κράτος, άλλη τόση είχαν η κυβέρνηση των ΗΠΑ, η CIA, οι ντόπιοι γαιοκτήμονες και οι πολυεθνικές εταιρίες. Και για αυτό δε μιλάει σχεδόν ποτέ κανείς.

Μια ακόμη βασική παράλειψη της όλης προσπάθειας ανάδειξης του θέματος είναι η απουσία των ανθρώπων που βασανίστηκαν ή υπέφεραν με οποιοδήποτε τρόπο από τη δικτατορία του 1976-83. Δεν είναι μόνο οι νεκροί αυτοί που πρέπει να θυμόμαστε. Είναι και οι άνθρωποι που βασανίστηκαν στα κέντρα κράτησης χάνοντας την ικανότητα να περπατούν, να μιλούν, να βλέπουν ή να ακούν, είναι οι μάνες που έχασαν κάθε ίχνος από τα παιδιά τους, είναι τα παιδιά που μεγάλωσαν χωρίς τις βιολογικές τους μητέρες. Και όλα αυτά δυστυχώς δεν είναι απλά μια στιγμή. Είναι η ίδια η εμπειρία του εγκλεισμού τέτοια που καθιστά επιτακτική την προσπάθεια μιας βιωματικής προσέγγισης πάνω στα γεγονότα που επαναφέρει η μνήμη.

Ένα ακόμη στοιχείο που θεωρούμε πως θα έπρεπε να αναφερθεί είναι μια αντίφαση που δημιουργείται μεταξύ του Πάρκου Μνήμης και της εμπειρίας μέσα σε ένα κέντρο κράτησης πριν τη θανάτωση. Όπως ήδη έχουμε αναλύσει, η αίσθηση του χωροχρόνου χανόταν εντελώς πριν ο κρατούμενος θανατωθεί (στην εσχάτη των περιπτώσεων). Η εμπειρία όμως που προσφέρει το πάρκο στον επισκέπτη δεν του στερεί την αίσθηση έστω της κυκλικής κίνησης του χρόνου. Αυτό φυσικά συμβαίνει γιατί μιλάμε για ένα ανοιχτό, υπαίθριο χώρο, ενώ στην περίπτωση των κέντρων κράτησης μιλάμε για εσωτερικούς χώρους απομόνωσης. Όμως δε θα μπορούσε ένας άλλος χειρισμός (π.χ. υπογείωση της κύριας διαδρομής) να δημιουργήσει μια αίσθηση πιο κοντά στην εμπειρία του κέντρου κράτησης και ενδεχομένως να υπαινίσσεται και τη λογική των εξαφανίσεων-απαγωγών; Από τη μια μεριά κατανοούμε την επιθυμία να υπάρχει ένα θετικό πρόταγμα, αλλά όταν αυτό γίνεται -κατά ένα τρόπο- σε βάρος της συλλογικής μνήμης, τότε μιλάμε για πολιτική επιλογή και όχι απλά για σχεδιαστικό χειρισμό.

Από το εν λόγω παράδειγμα σχεδιασμού διακρίνουμε τάσεις να ενσωματωθεί η (ατομική και συλλογική) μνήμη στην επίσημη ιστορική αφήγηση με όρους υποταγής. Και μάλιστα για ένα γεγονός που η συλλογική μνήμη ήταν αυτή που το ανέδειξε και το διαφύλαξε μέχρι σήμερα από τη λήθη. Αυτό είναι άλλωστε ό,τι παρέλαβε η αρχιτεκτονική για να αναδείξει μέσα από τα εργαλεία της. Και το έκανε, αφήνοντας όμως και ένα μικρό έλλειμμα το οποίο είναι στο χέρι του καθενός και της καθεμιάς να καλύψει.

ΜΝΗΜΕΣ ΣΕ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ

Τι κοινό μπορεί να έχει μια ξερή φλούδα γης στο Αιγαίο με ένα πάρκο στις όχθες του Ατλαντικού; Πώς μπορεί η Μακρόνησος να πει κάτι για τους κρατούμενους της δικτατορίας Βιντέλα; Πώς είναι δυνατόν να μάθουμε κάτι από τα κέντρα κράτησης της Αργεντινής για τους ανθρώπους της Αντίστασης που κατέληξαν σε ξερονήσια; Είναι ίδια η χωροχρονική ασυνέχεια; Κι αν πάλι όχι, τότε γιατί πρέπει να δούμε αυτές τις δύο καταστάσεις δίπλα-δίπλα;

Αν κοιτάξουμε από την άποψη του χρόνου, μπορούμε εύκολα να διακρίνουμε τη ρήξη στη ροή των πραγμάτων. Είναι εκείνη η στιγμή που κάτι διακόπτει το χρόνο. Και τότε έρχεται ο χώρος να μας το ανακοινώσει και να μας το διηγηθεί. Χωρικές ασυνέχειες μέσα στις χρονικές. Ή καλύτερα χωρικές ασυνέχειες που επιβεβαιώνουν τις χρονικές. Αυτό ήταν η Μακρόνησος, αυτό ήταν όλα τα ξερονήσια που έγιναν εξορίες. Αυτό ήταν τα κέντρα κράτησης και βασανισμού στην Αργεντινή. Και στις δύο περιπτώσεις “αόρατες” χωρικές ασυνέχειες.

Αν φορέσουμε τα αρχιτεκτονικά μας γυαλιά, θα δούμε πιο πολλές διαφορές παρά ομοιότητες. Στην περίπτωση της Μακρονήσου είναι η εξορία, ο καταναγκασμός, η αναμόρφωση. Όλα αυτά όμως σε ένα φυσικό περιβάλλον που κατασκεύαζε λόγω των χαρακτηριστικών του μια οδυνηρή καθημερινότητα. Οι έγκλειστοι είναι μακριά από τις πόλεις, μακριά από τον τόπο τους, από τους ανθρώπους τους. Αντιλαμβάνονται, παρόλα αυτά -εκτός πολύ ειδικών περιπτώσεων- την κυκλική ροή του χρόνου γιατί έχουν σχέση, ζουν στον υπαίθριο, ανοιχτό χώρο και μοιράζονται μεταξύ δομημένου και αδόμητου. Από την άλλη τα κέντρα κράτησης της Αργεντινής, μπορεί να βρίσκονται μέσα στον αστικό ιστό, αλλά είναι σκοτεινά, κλειστοφοβικά, χωρίς επαφή με το έξω δωμάτια όπου ο κρατούμενος χάνει κάθε αίσθηση χώρου και χρόνου. Είναι αποκομμένα από την πραγματικότητα που συνεχίζει να εκτυλίσσεται γύρω τους μόνο που προϋπόθεση είναι ο δομημένος χώρος. Δεν πρόκειται εδώ για εξορία, αλλά περισσότερο για φυλακή που έχει βάση τα βασανιστήρια.

Ένα ακόμη στοιχείο που πρέπει να κοιτάξουμε είναι η κλίμακα των δύο αυτών περιπτώσεων. Στη Μακρόνησο έχουμε να κάνουμε με μια αυτοτελή -εννοώντας χωρική αυτοτέλεια- πολιτεία εξορίας που λειτουργεί με τους δικούς της κανόνες ως προς την άσκηση βίας. Και με αυτό τον τρόπο αντιμετωπίζεται και θέλουμε να αντιμετωπίζεται. Εντάσσεται βέβαια σε ένα ευρύτερο δίκτυο τόπων εξορίας του ελλαδικού χώρου, αλλά μέχρι εκεί. Στην περίπτωση της Αργεντινής μπορεί το κάθε κέντρο κράτησης να είχε τους δικούς του “νόμους” και τρόπους βασανισμού, ωστόσο πρόκειται για ένα δίκτυο κτιριακών εγκαταστάσεων που επιτελούσε αυτό το έργο. Επίσης, ο χειρισμός του Πάρκου Μνήμης στο Μπουένος Άιρες είναι περισσότερο κοντά στην περίπτωση ενός μνημείου στο δημόσιο χώρο -χωρίς να αναιρούνται οι ποιότητες που προσφέρει- παρά σε μια συνολική αντιμετώπιση που αναφέραμε παραπάνω για τη Μακρόνησο. Αντίθετα οι χώροι κράτησης παραμένουν κλειστοί και μακριά από τα βλέμματα των πολιτών μέχρι σήμερα.
Αυτό όμως που μπορεί η Μακρόνησος να “μάθει” από το Πάρκο Μνήμης και αντίστροφα το Πάρκο Μνήμης από τη Μακρόνησο είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να ανταπεξέλθουμε των περιστάσεων και των αναγκών τέτοιων θεμάτων. Η συλλογική μνήμη είναι που κράτησε ζωντανή την ανάγκη να υπάρχει ένας τέτοιος χώρος στην πρωτεύουσα της Αργεντινής κι εν τέλει το πέτυχε. Σίγουρα υπάρχουν προβληματικές ως προς τον τρόπο που έγινε ο χειρισμός του θέματος και τους έχουμε αναλύσει στο κομμάτι της κριτικής για το εν λόγω έργο, αλλά οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι οι συλλογικοί αγώνες είναι που κατάφεραν να υπάρχει αυτός ο τόπος. Από την άλλη η Μακρόνησος μπορεί να δείξει πως μπορεί τα πράγματα καμιά φορά να μην έρθουν όπως τα θέλαμε. Αυτό όμως δεν είναι απαραίτητα κάτι αρνητικό. Από τη Μακρόνησο μαθαίνουμε ότι όταν η επίσημη ιστορική αφήγηση περί εθνικής ομοψυχίας προσπαθεί να επισκιάσει τα πάντα, είναι η συλλογική μνήμη που θα φροντίσει να διατηρήσει τη δική της αφήγηση, την αφήγηση των πρωταγωνιστών, ζωντανή. Σήμερα στη Μακρόνησο παλεύουν για την ανάδειξη του θέματος και την διάσωση των αφηγήσεων φορείς που έχουν στη βάση τους ανθρώπους που θέλουν να ακουστούν τα πράγματα όπως είχαν. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που δεν έχει καταπιεί το νησί η λήθη.

Κάθε τέτοιο εγχείρημα όπως το Πάρκο Μνήμης έχει να προσφέρει κάτι πάνω στη συζήτηση για το σχεδιασμό και την αρχιτεκτονική. Είναι μια πράξη, μια σχεδιαστική πράξη που εγείρει και τροφοδοτεί ένα διάλογο ζωτικό για την ίδια την αρχιτεκτονική. Και σίγουρα δεν είναι μόνο η Μακρόνησος αυτή που μπορεί να “δανειστεί” κάτι από αυτό -ακόμη και για τα κακώς κείμενα του σχεδιασμού-, αλλά όλα τα ανάλογα εγχειρήματα διαφύλαξης της μνήμης.

4.1 Για να ξαποστάσουν οι ψυχές και οι μνήμες

Από το Memorial de la Shoah στο Παρίσι. Στους τοίχους αναγράφονται ονόµατα θυµάτων της Σοά, πηγή: <http://www.wikiwand.com/fr/M%C3%A9morial_de_la_Shoah

Μιλώντας όμως για σχεδιαστικές πράξεις και ανοίγοντας τη μεγάλη συζήτηση περί σχεδιασμού και αρχιτεκτονικής, μπορούμε να κάνουμε την εξής παρατήρηση: το Πάρκο Μνήμης σα κεντρικό στοιχείο του έχει τον τεράστιο τοίχο όπου αναγράφονται τα ονόματα των θυμάτων. Και αυτός ο χειρισμός δεν αποτελεί καινοτομία…

Ο θόλος των ονοµάτων στο Holocaust History Museum στην Ιερουσαλήµ. Πάνω στο θόλο υπάρχουν φωτογραφίες θυµάτων της Σοά, πηγή: <https://www.touristisrael.com/yad-vashem-holocaust-museum/409/&gt;

Προς το τέλος του 20ού αιώνα και στις αρχές του 21ου, μπορούμε να παρατηρήσουμε πως σε πολλά μαζικά εγκλήματα από πλευράς της εκάστοτε άρχουσας τάξης που τα θύματα αρνούνται να ξεχάσουν, τα “μνημεία” ή οι τόποι μνήμης που προκύπτουν χρησιμοποιούν αυτό το στοιχείο. Τεράστιοι τοίχοι ή λαβύρινθοι με ονόματα, θόλοι και οροφές με ατελείωτες φωτογραφίες είναι εργαλεία που χρησιμοποιούν οι αρχιτέκτονες για να αναδείξουν τη μαζικότητα της βίας και του θανάτου, με βιωματικές πάντα προσεγγίσεις. Συγκεκριμένα πολλά από τα μνημεία που αναφέρονται στη Σοά (Εβραϊκό Ολοκαύτωμα) βρίθουν τέτοιων λύσεων. Μάλιστα η συχνότητα με την οποία εντοπίζονται (οι σχεδιαστικοί χειρισμοί) μπορούν να μας οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι -ενδεχομένως- αποτελούν ένα νέο αρχιτεκτονικό ρεύμα ως προς τη διαχείριση της μνήμης. Μόνο που αυτό δε φτάνει για να αποδώσει τη συλλογική μνήμη όπως έχει ανάγκη να αποδοθεί.

Όντως στο Holocaust History Museum στην Ιερουσαλήμ ή στο Memorial de la Shoah στο Παρίσι μπορεί να καταλάβει κανείς κάτι από το μέγεθος το εγκλήματος, αλλά τι αντιλαμβάνεται για το ίδιο το έγκλημα; Στο Μνημείο των Βετεράνων του Βιετνάμ της Maya Lin βλέπει κανείς τη “σπατάλη” ανθρώπινων ψυχών, αλλά ποιοι πραγματικά ήταν όλοι εκείνοι και ποιοι είναι σήμερα; Με όλα τα παραπάνω αυτό που θέλουμε να υπαινιχθούμε είναι πως η σχεδιαστική αυτή τάση της παράθεσης ονομάτων και προσώπων απογυμνώνει τα πρόσωπα αυτά από τις ταυτότητές τους αφήνοντάς τα μόνο με το μανδύα της ανθρώπινής τους υπόστασης. Δε γίνεται λόγος ούτε για την ταυτότητα των ατόμων, πόσο μάλλον για την ετερότητα που τους οδήγησε στην κατάσταση αυτή. Η ουσία δε θα έπρεπε να βρίσκεται στο γεγονός του ίδιου του πόνου των θυμάτων, αλλά πολύ περισσότερο στην αιτία που τους οδήγησε να υφίστανται αυτόν τον πόνο -είτε ήταν σωματικός είτε ψυχικός.

Από το Μνηµείο των Βετεράνων του Βιετνάµ της Maya Lin. Ο τοίχος των ονοµάτων, πηγή: <http://www.newsmax.com/FastFeatures/Vietnam-Veterans-Memorial-facts/2015/07/03/id/653277/&gt;

Vietnam War Memorial της Maya Lin στην Washington DC, πηγή: <https://gr.pinterest.com/pin/74520568809488841/&gt;

Αυτό προσπαθεί να “σώσει” η συλλογική μνήμη. Ωστόσο δεν είναι από μόνη της η αρχιτεκτονική που την εμποδίζει αλλά ένα ολόκληρο σύστημα μέσα στο οποίο αυτή υπάρχει και ένα σύστημα το οποίο γεννάει αυτές τις ετερότητες. Η Μακρόνησος αυτό “φοβάται” και δε θέλει να παραλληλίζεται με τα ναζιστικά στρατόπεδα. Μπορεί να αναλύσαμε σε προηγούμενη ενότητα τους λόγους που αυτή η σύγκριση δεν είναι δόκιμη, αλλά είναι και ο τρόπος διαχείρισης της μνήμης που προκαλεί αμφιβολίες. Ούτε βέβαια είναι τυχαίο πως το Πάρκο Μνήμης στο Μπουένος Άιρες δεν ενέχει στοιχεία που αναδεικνύει η συλλογική μνήμη. Μπορεί να είναι ένας τόπος για να ξαποστάσουν οι ψυχές που χάθηκαν και οι μνήμες που μένουν αλλά υπάρχουν ακόμη πολλά ανείπωτα…

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Τι ήταν αυτό ή αυτά που δημιούργησαν τη Μακρόνησο και την κάθε Μακρόνησο; Ήταν οι τεταμένες καταστάσεις του παρελθόντος; Αυτές οι χρονικές ασυνέχειες; Ήταν ο φόβος για την ετερότητα; Και ποια η σχέση της αρχιτεκτονικής με όλα αυτά τα ζητήματα; Γιατί όλα αυτά είναι και αρχιτεκτονικά ζητήματα; Και εν τέλει γιατί έχουν πια τόση σημασία στο σήμερα, στο τώρα;

Αν όντως θεωρούμε πως η σχέση με την ετερότητα είναι κοινωνικά κρίσιμη, τότε ίσως μπορούμε να βγάλουμε συμπεράσματα μέσω της παρατήρησης του χώρου. Έτσι αναδεικνύεται η κοινωνική διάστασή του που, αν μη τι άλλο, είναι και θέμα της αρχιτεκτονικής. Αν η αρχιτεκτονική εξακολουθεί να είναι μια επιστήμη που ενδιαφέρεται για την κοινωνία και δεν έχει αποκτήσει αμιγώς αγοραία υπόσταση τότε αυτή η συζήτηση αφορά την ίδια της την ουσία και πρέπει να την αφορά. Γιατί, πολύ απλά, σε αυτές τις μορφές του χώρου είναι που πλάθονται οι διαφορετικές σχέσεις με την ετερότητα, μέσω των οποίων δίνεται η δυνατότητα να ανιχνευτούν διαφορετικές προοπτικές για τις ανθρώπινες κοινωνίες.

Σήμερα οι κοινωνίες μας έχουν ίσως ανάγκη περισσότερο από ποτέ να ανιχνεύσουμε αυτές τις προοπτικές. Στο βωμό της προόδου της νεωτερικότητας υποκύπτουμε στην υπεροψία των αλάνθαστων κινήσεών μας για το παρόν και το μέλλον. Ξεχνάμε όλες τις προβληματικές καταστάσεις του παρελθόντος, νομίζοντας πως αφήνοντάς τα πίσω αυτά δε θα ξανασυμβούν. Μπορεί η Μακρόνησος να μην υφίσταται πια, αλλά αυτό δε σημαίνει πως ο φόβος για το “άλλο” εξαλείφθηκε. Χωρικές και χρονικές ασυνέχειες εξακολουθούν να παράγονται και να υπάρχουν. Δίπλα μας. Για ανθρώπους που περισσότερα κοινά έχουμε παρά διαφορές. Στρατόπεδα συγκέντρωσης και “δομές υποδοχής” που μόνο αλληλεγγύη δε δείχνουν. Άνθρωποι που έζησαν στην κόλαση και τώρα είναι οι “αποκλεισμένοι και επικίνδυνοι”. Και πρέπει να περιοριστούν. Άραγε θα τους θυμόμαστε αυτούς τους ανθρώπους όταν φύγουν από εδώ;

Στο κέντρο του Μπουένος Άιρες βρίσκεται το εμπορικό κέντρο Galerias Pacifico που στο υπόγειό του λειτουργούσε ένα κέντρο βασανιστηρίων. Τότε βέβαια δεν ήταν εμπορικό κέντρο. Οι κάτοικοι όμως της πόλης, που γνωρίζουν την ιστορία της χώρας τους, όταν περνάνε από αυτό το χώρο νιώθουν αποτροπιασμό: αφενός για ό,τι γινόταν εκεί και αφετέρου για ό,τι γίνεται σήμερα αφού σε αυτή τη μεγάλη, υπερπολυτελή αγορά βλέπουν τις οικονομικές πολιτικές που τους κατέστρεψαν και καταστρέφουν τις ζωές[74]. Και κανένα κράτος, καμιά κυβέρνηση, καμιά “επίσημη ιστορία” δεν τους θυμίζει. Η συλλογική τους μνήμη είναι ο εγγυητής της θύμησης.

Και πράγματι. Η συλλογική μνήμη ήταν εκείνη που μπόρεσε να κρατήσει ζωντανά τόσα κρίσιμα ζητήματα του παρελθόντος, έτσι μπορεί και να κρατήσει στο μέλλον τα αντίστοιχα. Ακόμη καλύτερα να προσπαθήσει να προλάβει το παρόν. Ή τουλάχιστον σε αυτό πρέπει να ελπίζουμε. Στη μνήμη αυτή των καταπιεσμένων, στη μνήμη των ανθρώπων “από τα κάτω”. Εκεί έγκειται η σημασία του χώρου. Να διατηρήσει αυτές τις μνήμες για να μην υποπέσουν στη λήθη. Μια λήθη καθόλου επουλωτική, παρά μόνο καταστροφική. Μόνο όταν η συλλογική μνήμη διατηρεί αυτούς τους χώρους ζωντανούς μπορούμε να ελπίζουμε στη μη καταδίκη μας να ξαναζήσουμε την ιστορία.

Αν δεχτούμε αυτή την παραδοχή, τότε είναι σα να παραδεχόμαστε πως τα εργαλεία στο σήμερα για τη διαχείριση της μνήμης δεν είναι αρκετά. Χρειάζεται όχι μόνο να τα υπερβούμε αλλά ίσως να αναζητήσουμε νέα, χωρίς αυτό να σημαίνει ολοκληρωτικό αφορισμό των παλιών. Ίσως πάλι η ίδια η αρχιτεκτονική πρέπει να υπερβεί όλους του περιορισμούς της επίσημης ιστορικής μνήμης και να αναζητήσει τις απελευθερωτικές εκείνες αφηγήσεις της συλλογικής μνήμης για να τις στηρίξει. Αλλά αυτό είναι ζήτημα πολιτικής βούλησης που ίσως θα έπρεπε να αποκτήσουμε σαν αρχιτέκτονες αλλά και σαν αρχιτεκτονική κοινότητα. Για μια απελευθερωτική μνήμη μέσω μια απελευθερωτικής αρχιτεκτονικής για να μπορούμε εν τέλει να μιλάμε για μια εν δυνάμει χειραφετημένη κοινωνία.

74. Klein, 2010:160-161

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

έντυπη (ελληνική)

Δημακόπουλος Λ., Παναγιώτου Ο. (επιμ.), ΤΟΠΟΙ ΕΞΟΡΙΑΣ ένα σημερινό βλέμμα, Αθήνα, ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, 2009
Δρουμπούκη Α.Μ., ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ ίχνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, Αθήνα, ΠΟΛΙΣ, 2014
Μαντόγλου Α., ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΜΝΗΜΗ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΛΗΘΗ έκδηλες και λανθάνουσες μορφές κοινωνικής σκέψης, Αθήνα, πεδίο, σειρά: Κοινωνική Ψυχολογία, 2010
Πικρός Γ., ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΥ “αδέρφια τους νεκρούς μην ξεχνάτε!”, Αθήνα, 1975
Στάβερης Η., ΓΛΑΡΟΦΩΛΙΑ Μακρονήσι 1948-1949 “Ποτέ να μη σου δώσει ο Θεός όσα μπορείς να αντέξεις”, Αθήνα, ειδική έκδοση για την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, σειρά: Ο Εμφύλιος σε Α’ Ενικό, Νο8: η Εξορία, 2010
Σταυρίδης Στ., ΜΕΤΕΩΡΟΙ ΧΩΡΟΙ ΤΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑΣ, Αθήνα, ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, 2010
Σταυρίδης Στ. (επιμ.), ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ, Αθήνα, ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, 2006
Τσουκαλά Κ., Δανιήλ Μ., Παντελίδου Χ. (επιμ.), ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΚΕΣ ΕΠ-ΟΨΕΙΣ, Θεσσαλονίκη, επίκεκτρο, 2010

έντυπη (ξένη)

Ferey C., ΜΑΠΟΥΤΣΕ, μτφρ: Μακάρωφ Αργυρώ, Αθήνα, ΑΓΡΑ, 2013
Foucault M., ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ η Γέννηση της Φυλακής, μτφρ: Μπετζέλος Τάσος, Αθήνα, ΠΛΕΘΡΟΝ, 2011
Gill G. (editorial), NEW LATIN AMERICAN LANDSCAPE ARCHITEXTURE, 2G Dossier, issues published, Barcelona, 2009
Halbwachs M., Η ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΜΝΗΜΗ, μτφρ: Πλυτά Τ., Μαντόγλου Α. (επιμ.), Αθήνα, ΠΑΠΑΖΗΣΗ, σειρά: Κοινωνική σκέψη-Ιδεολογία, 2013
Klein N., ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΟΥ ΣΟΚ η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής, μτφρ: Φιλιπάττος Άγγελος, Αθήνα, Α.Α.ΛΙΒΑΝΗ, 2010
Le Goff J., ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ, μτφρ: Κουμπουρλής Γ., Αθήνα, ΝΕΦΕΛΗ, 1998
Traverso E., Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΠΕΔΙΟ ΜΑΧΗΣ ερμηνεύοντας τις βιαιότητες του 20ού αιώνα, μτφρ: Κούρκουλος Νίκος, Αθήνα, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ, 2016

συλλογικές εκδόσεις

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ το παράδειγμα της Μακρονήσου, πρακτικά επστημονικής συνάντησης 6-7/3/1998, Αθήνα, φιλίστωρ, 2000
ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΤΟΠΟΣ, Αθήνα, ο Πολίτης, 1994

ηλεκτρονική (ελληνική)

Αργυρακάκη Π., Η ΜΝΗΜΗ ΩΣ ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΑΝΤΟΣ. ΝΕΟΙ ΤΟΠΟΙ ΜΝΗΜΗΣ. ΜΝΗΜΗ ΧΩΡΙΣ ΜΝΗΜΕΙΟ., <http://dspace.lib.ntua.gr/bitstream/handle/123456789/43724/THESIS_keimeno.pdf?sequence=1&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Βελισσάρης-Λυμπερίδης Π., ΟΙ “ΠΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ”, ΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ ΚΑΙ Ο “ΒΡΩΜΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ” ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ, <http://newpost.gr/politiki/172570/oi-ptiseis-toy-thanatoy-oi-dolofonies-kai-o-vromikos-polemos-ksana-sto-proskinio&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Βικιπαίδεια, ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ,<http://www.wikipedia.gr/wiki/%CE%91%CF%81%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%AE&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Βικιπαίδεια, ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ, <https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B5%CE%BA%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%AC&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017

Βούλγαρης Π., XAPPY NTAIH, <https://www.youtube.com/watch?v=BpBWh_u8o0Q&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Κιρκασίδης Π., “ΒΙΝΤΕΛΑ”: ΟΠΩΣ ΛΕΜΕ “ΔΙΑΒΟΛΟΣ”, <http://www.zougla.gr/kosmos/article/vintela-opos-leme-diavolos&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Κοντογιάννη Χ.Μ., Μητροκανέλλου Κ., ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΨΥΧΗ κατασκευάζοντας μνήμες στο χώρο και στο χρόνο, <https://akea2011.com/2014/01/19/mnimesstohorketohrono/&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Λαμπρίδη Φ., ΡΑΪΝΕΡ ΕΣ: ΣΤΟ ΑΟΥΣΒΙΤΣ, ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ Η ΚΡΕΜΑΛΑ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ, <http://tvxs.gr/news/prosopa/rainer-es-sto-aoysbits-moy-aresei-i-kremala-toy-pappoy-moy&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Μανδραβέλης Π., ΜΝΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ, <http://www.kathimerini.gr/780078/opinion/epikairothta/politikh/mnhmeia-kai-politikes-ths-lh8hs&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Μίχου Μ., ΤΟ ΑΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΦΡΟΝΟΥΝΤΟΣ: η μνήμη της εξαίρεσης ως έκθεμα στη Γυάρο, <http://dspace.lib.ntua.gr/bitstream/hadle/123456789/40768/%ce%9c%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%b1%20%ce%9c%ce%af%cf%87%ce%bf%cf%85_%cf%84%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%ba%cf%8c.pdf?sequence=2&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Μπογιόπουλος Ν., ΣΧΕΔΙΟ ΜΑΡΣΑΛ: 70 ΧΡΟΝΙΑ… “ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΤΙΣ ΗΠΑ”!, <http://www.imerodromos.gr/schedio-marsal-70-xronia-efcharistoume-tis-ipa/&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Ο ΙΟΣ, ΓΙΑΤΙ ΦΤΙΑΞΑΜΕ ΤΗ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ, <http://www.iospress.gr/ios2003/ios20030914b.htm&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Οικοδόμος (ψευδώνυμο), ΜΙΜΗΣ ΒΡΟΝΤΑΜΙΤΗΣ, Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΠΟΥ ΕΣΩΖΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΖΩΕΣ ΣΤΗ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ ΚΑΙ ΒΟΗΘΟΥΣΕ ΤΟΥΣ ΕΞΟΡΙΣΤΟΥΣ ΦΑΝΤΑΡΟΥΣ ΜΕ ΚΙΝΔΥΝΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ, <http://atexnos.gr/%CE%BC%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%82-%CE%B2%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%AD%CF%83/&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
To Periodiko AdminTeam, ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ: ΤΙΜΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝ ΤΟΥΣ ΝΑΖΙ!, <http://www.toperiodiko.gr/%ce%bb%ce%b9%ce%b8%ce%bf%cf%85%ce%b1%ce%bd%ce%af%ce%b1-%cf%84%ce%b9%ce%bc%ce%ac-%ce%b8%cf%8d%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%ba%ce%b1%cf%85%cf%84%cf%8e%ce%bc%ce%b1/#.WTxAldwlHIX&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
To Periodiko AdminTeam, ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ: “ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΣΩΠΑΙΝΑΝ ΟΙ ΛΥΚΟΙ, ΓΙΑΤΙ ΟΥΡΛΙΑΖΑΝΕ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, <http://www.toperiodiko.gr/%ce%bc%ce%b1%ce%ba%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%bf-%cf%84%ce%bf-%ce%b2%cf%81%ce%ac%ce%b4%cf%85-%cf%83%ce%b9%cf%8e%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%b1%ce%bd/#.WTxEmdwlHIW&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Φάκελος “ΠΟΡΤΑΙΤΑ”, Ο ΜΑΥΡΟΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΑΣ ΤΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ ΧΟΡΧΕ ΡΑΦΑΕΛ ΒΙΔΕΛΑ, <http://www.newsbeast.gr/portraita/arthro/2163601/o-mavros-diktatoras-tis-argentinis-chorche-rafael-vintela&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Ψαρρά Α., ΘΕΜΑ-ΤΟΦΥΛΑΚΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΥ, <http://www.efsyn.gr/arthro/thema-tofylakes-tis-istorias-toy-skotadismoy&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017

ηλεκτρονική (ξένη)

Asokan S., Tucker M., HOLOCAUST MEMORIALS AROUND THE WORLD, < https://www.buzzfeed.com/shyamanthaasokan/holocaust-memorials-around-the-world?utm_term=.lieboz7nMP#.bi88gE01l4&gt;, τελ. επισκ.: 19/6/2017

Bechis M., GARAGE OLIMPO, <https://www.youtube.com/watch?v=ldTEWiOGEQw&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Brodsky M., BUENA MEMORIA capitulo 5 Rio de la Plata, <http://marcelobrodsky.com/buena-memoria-5-el-rio-de-la-plata/&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Central intelligence Agency, KUBARK COUNTERINTELLIGENCE INTERROGATION, <https://nsarchive.gwu.edu/NSAEBB/NSAEBB122/CIA%20Kubark%201-60.pdf&gt;, τελ. επισκ.: 30/6/2017
Goldsztein M., PARQUE DE LA MEMORIA-BUENOS AIRES-ARGENTINA, <https://www.youtube.com/watch?v=S5AjQW8iVso&gt;, τελ. επισκ.: 30/6/2017
Krzyzanowska N., THE DISCOURSE OF COUNTER-MONUMENTS: semiotics of material commemoration in contemporary urban spaces, <http://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/10350330.2015.1096132&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Landivar M., PARQUE DE LA MEMORIA, <http://www.architectureplayer.com/clips/parque-de-la-memoria&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Levey C., Dr Lessa Fr., LANDSCAPES OF MEMORY: Argentina’s persistent strunggles over the past, <http://www.aljazeera.com/indepth/opinion/2014/01/landscapes-memory-argentina-persistent-struggles-over-past-2014197957935199.html&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Markovitch P., EL PREMIO, <https://www.youtube.com/watch?v=rC_DFQ_W7FQ&t=12s&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
National Security Archive, ‘DECLASSIFIED DIPLOMASY’: ARGENTINA, <http://nsarchive.gwu.edu/NSAEBB/NSAEBB556-Obama-administration-declassifies-documents-on-Argentina-military-human-rights-abuses/&gt;, τελ. επισκ.: 14/6/2017
National Security Archive, NATIONAL SECURITY COUNCIL, MEMORANTUM, “HUMAN RIGHTS IN ARGENTINA,” Confidential, August 28, 1978, <http://nsarchive.gwu.edu/dc.html?doc=3238660-4-National-Security-Council-Memorandum-Human&gt;, τελ. επισκ.: 14/6/2017
National Security Archive, OPERATION CONDOR: National Security Archive Presents Trove of Declassified Documentation in Historic Trial in Argentina, <http://nsarchive.gwu.edu/NSAEBB/NSAEBB514/&gt;, τελ. επισκ.: 14/6/2017
National Security Archive, STATE DEPARTMENT OPENS FILES ON ARGENTINA’S DIRTY WAR, <http://nsarchive.gwu.edu/NSAEBB/NSAEBB73/&gt;, τελ. επισκ.: 14/6/2017
Olivera H., LA NOCHE DE LOS LAPICES, <https://www.youtube.com/watch?v=O7PWoaARddg&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
PARQUE DE LA MEMORIA, <parquedelamemoria.org.ar/en/>, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Pierre A., “ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΟΝΔΩΡ”, ο εφιάλτης της Λατινικής Αμερικής, μτφρ: Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, <http://archives.monde-diplomatique.gr/spip.php?article191&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Wikipedia, DETENTION CENTERS IN THE DIRTY WAR, <https://en.wikipedia.org/wiki/Detention_Centers_in_the_Dirty_War&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Wikipedia, DIRTY WAR, <https://en.wikipedia.org/wiki/Dirty_War&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Wikipedia, NAVY PETTY-OFFICERS SCHOOL OF MECHANICS, <https://en.wikipedia.org/wiki/Navy_Petty-Officers_School_of_Mechanics&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Wikipedia, REMEMBRANCE PARK, <https://en.wikipedia.org/wiki/Remembrance_park&gt;, τελ. επισκ.: 10/6/2017
Zuchuat O., ΣΑΝ ΠΕΤΡΙΝΑ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ ΣΤΗΝ ΜΠΑΣΙΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑΣ, <https://www.youtube.com/watch?v=xg6bUuU8RNg&gt;, τελ. επισκ.: 22/6/2017

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s