Συζητώντας για την ετεροτοπία – οι χωροχρονικές εμπειρίες των «τεράτων»

Μάνος Αργύρης

Ετεροτοπία είναι οι φυλακές, η κλινική, ένα νεκροταφείο, ένα «αστικό κενό», το αμερικάνικο μοτέλ και ο περσικός κήπος. Ετεροτοπία μπορεί να είναι μία γιορτή, ένα πανηγύρι, το ταξίδι του μέλιτος, η διατάραξη της τάξης, μία εναλλακτική διευθέτηση.  Η ετεροτοπία, μία έννοια που εισήγαγε ο Φουκώ και αποδείχθηκε ιδιαίτερα γόνιμη σε ότι αφορά την θεωρητική συζήτηση για το χώρο, αποτέλεσε στοιχείο της θεωρητικής επεξεργασίας αρχιτεκτόνων, πολεοδόμων, γεωγράφων και φιλοσόφων στην προσπάθειά τους να ερμηνεύσουν τη χωρική διάσταση των σύγχρονων κοινωνικών φαινομένων. Οι ετεροτοπίες, ως τόποι του «έτερου», δηλαδή του άλλου, του διαφορετικού, του μη κανονικού, εκεί όπου οι κοινωνικές σχέσεις διαφοροποιούνται από τις κυρίαρχες, αποδόθηκαν με συγκεκριμένα υλικά χωρικά παραδείγματα στην φουκωική «ετεροτοπολογία». Η έννοια άνοιξε για να αποκτήσει χαρακτήρα σχέσης ανάμεσα σε έναν υλικό χώρο και τις πρακτικές οικειοποίησής του και πολιτικοποιήθηκε αποκτώντας συνάφεια με τις συνθήκες και τις πρακτικές αντίστασης. Νοητικός ή και γλωσσικός τόπος και ταυτόχρονα υλικός χώρος, η ετεροτοπία ορίζεται καλύτερα με βάση τη διαφορά της από τον κυρίαρχο τρόπο οργάνωσης του χώρου και αποτελεί περισσότερο μια κίνηση, ένα πέρασμα προς το διαφορετικό, παρά μία εφήμερα έστω, παγιωμένη κατάσταση.

Το παρακάτω άρθρο αποτελεί σπουδαστική διάλεξη που παρουσιάστηκε τον Ιούλιο του 2012 στην αρχιτεκτονική ΕΜΠ με επιβλέποντα καθηγητή τον Σταύρο Σταυρίδη.

1. Ο Foucault, ο χώρος και το έτερο

Το Μάρτιο του 1967, ο Foucault έδωσε μια διάλεξη με τίτλο «περί αλλοτινών χώρων», όντας καλεσμένος από μια λέσχη αρχιτεκτονικών μελετών. Ενώ πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν γύρω από το ζήτημα του χώρου, ο Foucault επέλεξε να εστιάσει σ’ αυτό που ονομάζει «χώρους του άλλου». Η πρώτη φορά που χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο ήταν στην εισαγωγή για το «Οι λέξεις και τα πράγματα», ενώ η αναφορά του σε μια ραδιοφωνική συζήτηση το 1966 ήταν ο λόγος που προσέλκυσε το ενδιαφέρον του συντονιστή της λέσχης, Ionel Schein. Συνέχεια