(Κοιτώντας τ)η δουλειά της

Της Νάνσυς Νικολοπούλου, αρχιτεκτόνισσας, μέλους της Αριστερής Κίνησης Εργαζόμενων Αρχιτεκτόνων

Το άρθρο που ακολουθεί, αποτελεί μεταπτυχιακή εργασία που παρουσιάστηκε τον Σεπτέμβρη του 2019 στο πλαίσιο του προγράμματος «Πολεοδομία – Χωροταξία» του ΕΜΠ, και πιο συγκεκριμένα του μαθήματος «Έμφυλες Πολιτισμικές Προσεγγίσεις του Αστικού Χώρου» με διδάσκουσες τις Ντίνα Βαΐου και Ρούλη Λυκογιάννη. Αναφέρεται στην ταινία «Η δουλειά της» (2018), του Νίκου Labôt.

Εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα, η ταινία διηγείται την ιστορία της Παναγιώτας (Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου), η οποία λίγο πριν τα σαράντα, όντας νοικοκυρά και μητέρα δύο παιδιών, θα χρειαστεί να αναζητήσει για πρώτη φορά δουλειά, όταν ο άντρας της χάνει τη δική του, στο φόντο της κρίσης. Θα προσληφθεί ως καθαρίστρια σε πολυκατάστημα, για λογαριασμό μιας ιδιωτικής εργολαβικής εταιρείας, βιώνοντας της συνθήκες της υποτίμησης και της ακραίας εργασιακής εκμετάλλευσης στις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργεί ο σύγχρονος καπιταλισμός. Παρόλα αυτά θα αποκτήσει για πρώτη φορά την οικονομική και συναισθηματική ανεξαρτησία της και θα οδηγηθεί, χωρίς να το επιδιώκει συνειδητά από την αρχή, στην αμφισβήτηση των ιδιοτήτων του ρόλου της ως συζύγου και μητέρας στο πλαίσιο της πατριαρχίας.

Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2018 στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο, όπου έλαβε εξαιρετικές κριτικές. Έχει βραβευτεί ως Καλύτερη Πρώτη Ταινία Μεγάλου Μήκους και απέσπασε βραβείο Fipresci & Υoung Fipresci στη Βαρσοβία, βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στη Θεσσαλονίκη, βραβείο Κριτικών κινηματογράφου και Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στις Βρυξέλλες.

1. Εισαγωγή

Η ταινία «Η δουλειά της» αποτελεί μία αφορμή για να προσεγγίσουμε σε πρώιμο ίσως στάδιο μια σειρά ερωτημάτων για τις έμφυλες σχέσεις, την οικογένεια, την εργασία και πιο συγκεκριμένα την επισφαλή εργασία μέσα στην κρίση, που ανοίγονται μέσα από την αφήγηση της καθημερινότητας της πρωταγωνίστριας, της Παναγιώτας. Παρόλο που είναι εντοπισμένη χωρικά, χρονικά και πολιτισμικά, μέσα σε αρκετά αυστηρά συμφραζόμενα, την Ελλάδα της κρίσης, συνδιαλέγεται με μεγαλύτερες θεωρίες. Η ίδια η ταινία και η πραγματικότητά που προβάλλει, παραφράζοντας την Massey, αποτελούν σταυροδρόμι του τοπικού με το παγκόσμιο, ως το σημείο συνάντησης και συνάρθρωσης ενός ιδιαίτερου συνόλου κοινωνικών σχέσεων που διαντιδρούν σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία και οι οποίες αλληλεπιδρούν ταυτόχρονα με κοινωνικές σχέσεις και διαδικασίες που εκτυλίσσονται σε γεωγραφική κλίμακα μεγαλύτερη από την τοποθεσία αυτή. Τόσο ο χώρος όσο και τόπος, είναι πάντα ανοιχτοί σε διεκδικήσεις διαφορετικών ατόμων και ομάδων, πολλές από τις οποίες προσπαθούν να αμφισβητήσουν και να επαναπροσδιορίσουν το νόημα και τα ρητά ή άρρητα όρια.

Με κέντρο την Παναγιώτα, την αρχική κατάσταση, τη σχέση που αναπτύσσει με ένα άψυχο αντικείμενο και τον τρόπο που αυτή η σχέση εξελίσσεται θα γίνει μια προσπάθεια να απαντηθούν ερωτήματα που ακολουθούν τις τρεις κατευθύνσεις που βάζουν και η Βαΐου και Στρατηγάκη στο κείμενό τους.[1] Πιο συγκεκριμένα θα μελετηθεί η θέση της Παναγιώτας στον χώρο της οικογένειας/αναπαραγωγής/οικιακής εργασίας και οι σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα σε αυτόν. Οι σχέσεις που αναπτύσσονται στον χώρο της δουλειάς/παραγωγής/μισθωτής εργασίας μετά την πρόσληψή της, το χωρικό τους αποτύπωμα, αλλά και η αλληλεπίδραση αυτών των δύο σφαιρών. Θα μελετηθούν ακόμα οι αλλαγές στις σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας, αλλά και οι αλλαγές στον τρόπο που σκέφτεται, πράττει και υπάρχει μέσα στον χώρο η ίδια η Παναγιώτα.

[1] Βαΐου Ντ. & Στρατηγάκη Μ., Η εργασία των γυναικών: Ανάμεσα σε δύο κόσμους. Αθήνα: Σύγχρονα Θέματα, τεύχος 40, 1989, σελ. 15-24.

2. Η ταινία

Από την παρουσίαση της ταινίας στο διαδίκτυο διαβάζουμε: «Λίγο πριν τα 40, η Παναγιώτα, μια σχεδόν αναλφάβητη νοικοκυρά και μητέρα δύο παιδιών, θα χρειαστεί να αναζητήσει για πρώτη φορά δουλειά, όταν ο άντρας της χάσει τη δική του. Έχοντας ελάχιστα εφόδια, θα προσληφθεί για λογαριασμό μιας ιδιωτικής εταιρείας καθαρισμού σε ένα νέο πολυκατάστημα. Εκεί, παρά τις συνθήκες εκμετάλλευσης και εργασιακής απαξίωσης, θα βιώσει μια πρωτόγνωρη αίσθηση οικονομικής και συναισθηματικής ανεξαρτησίας και θα σταθεί για πρώτη φορά στα πόδια της. Ό,τι κι αν ακολουθήσει από εκεί και μετά, εκείνη δεν θα είναι ποτέ πια η ίδια….»[1]. Η δημοσιογραφική αφήγηση της ταινίας, εστιάζοντας στο πρόσωπο της Παναγιώτας, αποσιωπά σχεδόν το πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα η ιστορία, που αποτελεί τον έτερο, εξίσου κυρίαρχο πόλο. Η πρώτη κιόλας σκηνή, μέσα από τα λόγια της παρουσιάστριας του δελτίου ειδήσεων, και η σκηνή με τους δρόμους της μητρόπολης, μας εντάσσει αμέσως στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική κατάσταση της Αθήνας της κρίσης. Η περίοδος της κρίσης είναι, λοιπόν, ταυτόχρονα ο χρόνος στον οποίο γυρίζεται και ο χρόνος στον οποίο αναφέρεται η ταινία.

Σε μια προσπάθεια να αποφύγουμε μια ακόμα γενικόλογη ανάλυση για στην οικονομική κρίση της Ελλάδας, έχει νόημα να σταθούμε σε αυτήν και να προσεγγίσουμε τις έμφυλες διαστάσεις της. Δύο παρατηρήσεις για την κρίση, της Επιτροπής για τη Θέση των Γυναικών του ΟΗΕ, που παραθέτει και η Αβδελά στο κείμενό της «Το φύλο στην (σε) κρίση ή τι συμβαίνει στις «γυναίκες» σε χαλεπούς καιρούς», είναι πρώτον, ότι «οι χρηματιστηριακές και οικονομικές κρίσεις δεν έχουν μόνο νομισματικό κόστος αλλά πλήττουν επίσης τη δυνατότητα των ανθρώπων να απολαμβάνουν όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα»· και δεύτερον, ότι «οι χρηματιστηριακές και οικονομικές κρίσεις έχουν ειδικές έμφυλες συνέπειες και επιβαρύνουν δυσανάλογα τις γυναίκες, ιδίως όσες είναι φτωχές, μετανάστριες και μέλη μειονοτήτων».[2] Η δική μας περίπτωση έρχεται να επιβεβαιώσει τις παραπάνω παρατηρήσεις. Ο πατέρας, ο μόνος που εργαζόταν επί αμοιβή, είναι άνεργος εδώ και κάποιους μήνες. Μέσα από τις συζητήσεις με την Παναγιώτα μας μεταφέρετε η αδυναμία του να βρει μια δουλειά με καλές εργασιακές συνθήκες που να καλύπτει οικονομικά τις ανάγκες τους. Η οικογένεια, πριν την απόφαση να βγει η Παναγιώτα στην αγορά εργασίας, ζει μέσα από επιδόματα και τις προσφορές σε υλικά αγαθά από τον ευρύτερο οικογενειακό κύκλο. Πέρα από τα μέσα και τους πόρους επιβίωσης περιορίζονται συνεχώς και τα κοινωνικά δικαιώματα τους. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή που ο Κώστας ψάχνει ανάμεσα από τα μαξιλάρια του καναπέ για νομίσματα και σε μια ύστατη προσπάθεια να συμπληρώσει το εισόδημα παίρνει χρήματα από τον κουμπαρά των παιδιών. Σε μια διαδρομή εντοπισμού πτυχών της κρίσης στην Αθήνα μέσα από μια έμφυλη ματιά, η Βαΐου επισημαίνει ότι η φροντίδα απασχολεί καθημερινά τις γυναίκες είτε σε περίοδο ύφεσης είτε σε περίοδο κρίσης. Ωστόσο την περίοδο της κρίσης εντείνεται τόσο το άγχος και η ανασφάλεια όσο και το βάρος της συντήρησης ενός νοικοκυριού κάτω από συνθήκες μείωσης μισθών, ανεργίας και επισφάλειας. Με τις γυναίκες να παραλαμβάνουν το μεγαλύτερο βάρος αυτής της αλλαγής. Έτσι και στην περίπτωσή μας, η Παναγιώτα αναλαμβάνει την απαιτητική, χειρωνακτική δουλειά της καθαρίστριας, αλλά παραμένει επιφορτισμένη με όλες τις οικιακές δουλειές και την ανατροφή των παιδιών, με αποτέλεσμα τη σωματική εξάντληση.

Ο σκηνοθέτης, Νίκος Labôt, συνοψίζει, την πλοκή της ταινίας μέσα από τη φράση liberation through exploitation, χειραφέτηση μέσα από την εκμετάλλευση. Το σεναριακό αυτό εύρημα του επιτρέπει να παρουσιάσει τον αγώνα της Παναγιώτης προς τη χειραφέτηση, την απελευθέρωση από τα στερεότυπα που είχε αποδεχθεί σε όλη της τη ζωή, και ίσως τον ρόλο και την ταυτότητα που επιτελεί καθημερινά, μέσα όμως από μια δουλειά επισφαλή, ένα ακόμα απότοκο της οικονομικής κρίσης.

Από τη μικροκλίμακα του σπιτιού, την κλίμακα του εργασιακού χώρου μέχρι και τη μακροκλίμακα της ελληνικής πολιτικής σκηνής, το φύλο, όπως επισημαίνει και η Σίλβια Ουάλμπι, είναι καθοριστική παράμετρος.[3] Ο σύζυγος που έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο και η έγκριση του είναι απαραίτητη σχεδόν πριν από οποιαδήποτε κίνηση ή απόφαση, ο επόπτης που εκπροσωπώντας τους εργολάβους είναι αυτός που καθορίζει ποιά θα συνεχίσει να εργάζεται και ποιά όχι, με ποιούς όρους (μισθός, ωράριο κ.λπ.) και κάτω από ποιες εργασιακές συνθήκες (υπερωρίες, ασφάλιση, κ.λπ.), και η πρωτοκαθεδρία των ανδρών στις ομάδες που αποφασίζουν και υπογράφουν τις συμφωνίες σε κυβερνητικό επίπεδο, καθιστούν σαφές ότι το φύλο συγκροτεί σχέσεις εξουσίας και δομεί πολιτικές. Η Παναγιώτα είναι στην πλευρά των χαμένων. (βλ. εικόνα 1 & 2)

[1]Η δουλειά της από: https://www.filmfestival.gr/el/movie-­‐tiff/movie/11662

Αβδελά Ε., Το φύλο στην (σε) κρίση ή τι συμβαίνει στις «γυναίκες» σε χαλεπούς καιρούς. Αθήνα: Σύγχρονα Θέματα, τεύχος 115, 2011, σελ. 17-26.

[3] στο ίδιο, σελ. 19

3. Κατάσταση 0.0

Σε αυτό που αποτελούσε κανονικότητα, στην κατάσταση 0.0, ο άνδρας «κουβαλητής» δούλευε με πλήρες ωράριο εκτός σπιτιού και είχε τον έλεγχο των οικονομικών της οικογένειας. Η γυναίκα, νοικοκυρά, χρησιμοποιούσε το περιβάλλον με εντελώς διαφορετικό τρόπο.[1] Παρόλο που η σχέση με τον αστικό ιστό έξω από το σπίτι μπορεί να ήταν καθημερινή, οι διαδρομές της στην πόλη βασίζονταν κυρίως στους χώρους κατανάλωσης και συνδέονταν σχεδόν αποκλειστικά με την ανατροφή των παιδιών (διαδρομή προς σχολείο, διάφορες εξωσχολικές δραστηριότητες, κ.λπ.) και τις οικιακές εργασίες (ψώνια για το σπίτι, κ.λπ.). Κατάσταση που επαληθεύει τη στερεοτυπική θεωρία των χωριστών σφαιρών όπου ως κυρίαρχος παρουσιάζεται ο δημόσιος ανδρικός κόσμος της παραγωγής, η πόλη, και υποδεέστερος ο ιδιωτικός γυναικείος της αναπαραγωγής, το σπίτι. Ακόμα και στο εσωτερικό του σπιτιού, η Παναγιώτα επιλέγει τον χώρο της κουζίνας για το διάλειμμα για τσιγάρο ή για να περάσει τον «ελεύθερο χρόνο» της με δραστηριότητες μη σχετικές με τα «καθήκοντά» της όπως η ανάγνωση ενός περιοδικού. Ο Κώστας, από την άλλη, έχει οικειοποιηθεί και υπάρχει τις περισσότερες ώρες στους πιο δημόσιους χώρους του σπιτιού, όπως είναι το καθιστικό και το μπαλκόνι. Χαρακτηριστική σκηνή της σύγκρουσης αυτής των δύο κόσμων, του δημόσιου και του ιδιωτικού, είναι η σκηνή που το ζευγάρι συζητάει, με την Παναγιώτα να βρίσκεται στο εσωτερικό της κουζίνας και τον Κώστα να καπνίζει στο μπαλκόνι. (βλ. εικόνα 3)

Η οικιακή εργασία των γυναικών και η επιτέλεση του ρόλου τους στην οικογένεια εξετάζεται ως αναγκαία συνθήκη. Ακόμα και με την ανατροπή της κανονικότητας, με την απόλυση του συζύγου, και την αναίρεση αυτή της «αναγκαιότητας», οι ισορροπίες δεν αλλάζουν. Άλλωστε, όπως τονίζουν και οι Βαΐου και Στρατηγάκη, ο καταμερισμός αυτός θεωρείται «φυσικός», όπως άλλωστε «φυσικές» θεωρούνται και οι διαφορετικές σχέσεις που έχουν άνδρες και γυναίκες με καθένα είδος εργασίας.[2] Ο Κώστας συνεχίζει να κινείται στην πόλη είτε για αναζήτηση νέας δουλειάς, είτε για να δοκιμάσει την τύχη του στα τυχερά παιχνίδια στο προπατζίδικο της γειτονιάς και η Παναγιώτα παραμένει υπεύθυνη για το μαγείρεμα, το καθάρισμα, το πλύσιμο και το σιδέρωμα των ρούχων, και την ανατροφή των παιδιών.

Σε κάθε αντιπαράθεση του ζευγαριού, σε κάθε δυνατή ευκαιρία, τονίζεται η προσφορά του Κώστα στην οικογένεια μέσα από την αμειβόμενη εργασία του όλα αυτά τα χρόνια. Αντιθέτως, η εργασία της Παναγιώτας, η εργασία της νοικοκυράς, η οικιακή εργασία δηλαδή, είναι «αόρατη» και απλήρωτη. Όχι μόνο δεν αναγνωρίζεται η προσφορά της, αλλά, όπως τονίζει και Λαδά για την πλευρά των αοράτων, είναι μια δουλειά που προέρχεται από αγάπη, αγάπη με τη μορφή δουλειάς.[3] Γι αυτό, και θα αναφερθούμε πιο αναλυτικά παρακάτω, με την εύρεση εργασίας, ο επαναπροσδιορισμός του καταμερισμού αυτού, από πλευράς της Παναγιώτας, προκαλεί αντιδράσεις. Παρόλο που είναι καλά συγκαλυμμένο, στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος και στον βωμό της καπιταλιστικής ανάπτυξης, ακόμα και τα τμήματα του πληθυσμού που δεν εργάζονται άμεσα, όπως είναι στην περίπτωσή μας η Παναγιώτα και τα παιδιά, ενσωματώνονται στην παραγωγή με διαφορετικούς όρους. Το εργατικό δυναμικό αυτό, όπως αναφέρει η Βαΐου, ακόμα και αν έχει ανάγκη για αμειβόμενη εργασία και θέλει να εργαστεί βρίσκεται «παγιδευμένο» σε ένα κόσμο οικιακής εργασίας. Μια τυπική εργασιακή σχέση του συζύγου προϋποθέτει την ύπαρξη μιας νοικοκυράς πλήρους απασχόλησης. Ταυτόχρονα αναπαράγει την ανάγκη για την ύπαρξή της και της αφήνει περιορισμένες εναλλακτικές δυνατότητες.[4] Παράλληλα, κοινωνικά απαξιώνεται ο τεράστιος όγκος της εργασίας που γίνεται μέσα στο σπίτι, ενώ γυναίκες σαν την Παναγιώτα, ή καλύτερα την Παναγιώτα της αρχής της ταινίας, φαίνεται να έχουν αποδεχθεί αυτή την απαξίωση.

Λυκογιάννη Ρ., «Από τις «γυναίκες» στο «φύλο» και στις γυναίκες ξανά: (επανα)προσδιορίζοντας τις αναλυτικές κατηγορίες στις φεμινιστικές προσεγγίσεις της πόλης», στο Συλλογικό Έργο, Μετα-τοπίσεις. Φύλο, διαφορά και αστικός χώρος. Αθήνα: Ρυίυ^, 2009, σελ. 125-141.

[2] Βαΐου Ντ. & Στρατηγάκη Μ., Η εργασία των γυναικών: Ανάμεσα σε δύο κόσμους. Αθήνα: Σύγχρονα Θέματα, τεύχος 40, 1989, σελ. 15-24.

[3] Λαδά Σ., «Εισαγωγή. Φύλο και χώρος: Αρχικές προσεγγίσεις και νέα ερωτήματα ή μεταξύ ορατών και αοράτων», στο Συλλογικό Έργο, Μετα-τοπίσεις. Φύλο, διαφορά και αστικός χώρος. Αθήνα: Futura, 2009, σελ. 15-31.

4. Πρώτη επαφή με το αντικείμενο Σκούπα – το άγνωστο

Η παρότρυνση της γειτόνισσας να εργαστεί στο εμπορικό κέντρο που «ψάχνουν κόσμο» και η απάντηση της Παναγιώτας, στη συνάδελφό της πια Μαρία, ότι δεν έχει ξανακάνει αυτή τη δουλειά, παρά μόνο στο σπίτι, κρύβουν βαθύτερα επίπεδα ανάγνωσης. Ο καθαρισμός είναι ένας χώρος παραγωγής ολοκληρωτικά συνδεδεμένος με το γυναικείο φύλο και η περίπτωση ενός ξεκάθαρα γυναικείου προτύπου εργασίας. Η απασχόληση μιας νοικοκυράς στον κλάδο του καθαρισμού εξετάζεται ως «φυσική» συνέχεια. Οι γυναίκες έχουν «φυσικές» ιδιότητες και προσόντα ικανά για να κερδίσουν μια τέτοια θέση εργασίας. Στη συνέντευξη για τη δουλειά η προϋπηρεσία δεν είναι απαραίτητη, γιατί μάλλον θεωρείται, και είναι αυτονόητη. Όπως αναφέρει και η Αβδελά στο κείμενό της με αφορμή την περίπτωση της Κωνστανίνας Κούνεβα «οι εργασίες που έκαναν, τα «γυναικεία επαγγέλματα», ήταν πάντα υποβαθμισμένα και συχνά αντιμετωπίζονταν ως συνέχεια των «φυσικών» τους ιδιοτήτων γι’ αυτό καιχαρακτηρίζονταν συστηματικά «ανειδίκευτα». Η υποτίμηση, η ανασφάλεια, η υποβάθμιση και οι διακρίσεις ήταν για μεγάλα τμήματα του γυναικείου πληθυσμού οι όροι με τους οποίους έπρεπε να συμβιβαστούν για να αντιμετωπίσουν τις βιοποριστικές τους ανάγκες».[1] Σε συνδυασμό με τα παραπάνω, το οικονομικό αδιέξοδο της οικογένειας, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο της Παναγιώτας και η απειρία της στο εργασιακό περιβάλλον, φαίνεται να μην της αφήνουν κανένα χαρτί διαπραγμάτευσης για τους όρους και τις συνθήκες εργασίας.

Αναφερόμενες στις εργασιακές συνθήκες σήμερα οι Βαΐου και Στρατηγάκη τονίζουν ότι η διοίκηση «επινοεί και αναπαράγει πολιτισμικές ταυτότητες φύλου με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους: μέσα από τις πολιτικές προσλήψεων, μέσα από την περιγραφή του περιεχομένου συγκεκριμένων θέσεων εργασίας και μέσα από τους κανόνες που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά στο χώρο εργασίας. Δημιουργεί θέσεις εργασίας όπου είναι ενσωματωμένη η έμφυλη εικόνα των ατόμων που θα μπορούν να τις καταλάβουν».[2] Δημιουργούνται θέσεις εργασίας ανάλογα με τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της κάθε εργαζόμενης. Απέναντι στην ανεργία και το οικονομικό αδιέξοδο, οι υπερωρίες, τα ευέλικτα ωράρια, η φτηνή και εντατική εργασία με άλλοθι τα εγκαίνια, την άδεια μιας συναδέλφου, ή την περικοπή προσωπικού με απόφαση της διοίκησης, παρουσιάζονται ως η μόνη λογική απάντηση, ως το νέο ιδανικό μοντέλο εργασίας.

Ο φόβος και η αορατότητα είναι δύο έννοιες που διαπερνούν τη ζωή και την καθημερινότητα της Παναγιώτας τόσο στην κατάσταση 0.0 όσο και στην πρώτη περίοδο ως μισθωτή εργαζόμενη, τόσο στο πλαίσιο του σπιτιού όσο και στο εργασιακό περιβάλλον.

Ξεκινώντας από τον φόβο, υπάρχει ο φόβος να προχωρήσει στην αμειβόμενη εργασία εκτός σπιτιού, ο φόβος της απόρριψης στην τυπική συνέντευξη της δουλειάς, ο φόβος να φανεί η απειρία της στο νέο ξεκίνημα, ο φόβος να φανεί ανεπαρκής στα καθήκοντα που της ανατέθηκαν από τον επόπτη, ο φόβος να καταλάβουν ότι δεν μπορεί να διαβάσει (υπογράφει τη σύμβαση χωρίς να τη διαβάσει, μιμείται τις πιο παλιές εργαζόμενες την πρώτη μέρα στη δουλειά, σημειώνοντας το όνομα και την ώρα άφιξης στον αντίστοιχο πίνακα), ο φόβος για την αποδοκιμασία του επόπτη, ο φόβος για πιθανή απόλυση, αλλά και ο φόβος να είναι/φανεί ανεπαρκής και ασυνεπής στα καθήκοντα της ως νοικοκυρά και μητέρα, ο φόβος για την αποδοκιμασία του συζύγου, ο φόβος για την αντίδραση του Κώστα στις σκέψεις ή τις αποφάσεις της. Οι φόβοι αυτοί ανατροφοδοτούνται και αναπαράγονται είτε από πραγματικές συνθήκες όπως είναι η επισφάλεια στον συγκεκριμένο κλάδο, η οικονομική κρίση είτε από συμπεριφορές του επόπτη και των μελών της οικογένειας (ο σύζυγος την περιμένει με το αυτοκίνητο δεν ενδιαφέρεται για την πρώτη μέρα στη δουλειά, την αποδοκιμάζει για την καθυστέρησή της και της επιρρίπτει ευθύνες για το πως επηρέασε η απουσία της καθυστερήσεις στο πρόγραμμα της οικογένειας).

Όλοι οι επιμέρους φόβοι θα μπορούσαν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες, τον φόβο και την αγωνία για την ικανοποίηση του άντρα που απαιτεί και απολαμβάνει τις προσωπικές υπηρεσίες και τον φόβο και την αγωνία για την ικανοποίηση του κεφαλαίου, για την ικανοποίηση του αιτήματος για φθηνότερη αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Ο φόβος της Παναγιώτας και τα γεγονότα που τον αναπαράγουν έρχονται να επιβεβαιώσουν την θεώρηση της Βαΐου ότι οι γυναίκες «βρίσκονται «ανάμεσα σε δύο κόσμους», σε μια κατάσταση σύγκρουσης και έντασης που δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί.»[3] Καθένας από τους «δύο κόσμους», η σχέση μεταξύ τους, η διαχείριση της κατάστασης από την πλευρά της Παναγιώτας, ρυθμίζουν την καθημερινή της ζωή, καθορίζουν την ταξική και έμφυλη ταυτότητα της.

Όσον αφορά την αορατότητα, εντοπίζουμε μια συνέχεια ανάμεσα στην οικιακή, αόρατη εργασία στα αυστηρά όρια του σπιτιού και στην αμειβόμενη εργασία ως καθαρίστρια. Οι καθαρίστριες δουλεύουν μέσα στο πολυκατάστημα τις ώρες που δεν είναι κλειστό, όταν δεν υπάρχουν άλλοι εργαζόμενοι ή πελάτες για να καταγράψουν τη δική τους συμβολή. Είναι μια εργασία που με έναν τρόπο θεωρείται αυτονόητη και η προσφορά της δεν αναγνωρίζεται. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι η συγκεκριμένη εργασία παρουσιάζεται ως ανειδίκευτη και «φυσική» καθιστά αόρατο αυτόν που την επιτελεί. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, η ηθοποιός που ενσαρκώνει την Παναγιώτα: «Τις καθαρίστριες τις χρειαζόμαστε για να καθαρίζουν τα σπίτια ή τα γραφεία μας, τις επικαλούμαστε σε πολιτικοκοινωνικές συζητήσεις, τις «καταλαβαίνουμε» ως μετανάστριες δεύτερης και τρίτης γενιάς που προσφέρουν υπηρεσίες στην υπερτροφική ελληνική μεσαία τάξη. Δεν τις παρατηρούμε όμως ποτέ. Είναι αόρατες, ακόμα κι όταν φοράνε τα ρούχα της δουλειάς. Ξέρουμε μόνο διάφορες ιστορίες για τις καθαρίστριες όπως προκύπτουν από την επικαιρότητα ή από διάφορα στερεότυπα. Δεν τους λέμε ποτέ καλημέρα, δεν τους απευθύνουμε ποτέ τον λόγο, τους θεωρούμε απλώς ένα κομμάτι του χώρου και τους προσπερνάμε σαν είναι μια γωνία του δρόμου».[4]

Κομβική για την εξέλιξη της ιστορίας θεωρούμε ότι είναι η σχέση της Παναγιώτας με ένα άψυχο τεχνολογικό επίτευγμα, την ηλεκτρική αυτοκινούμενη σκούπα. (βλ. εικόνα 4) Η σχέση της Παναγιώτας με το αντικείμενο σκούπα καθορίζει εκ τούτου τη δομή και τις ενότητες της εργασίας μας. Πρώτη αναφορά στο αντικείμενο σκούπα γίνεται στην τυπική συνέντευξη για τη δουλειά. Το ψέμα της Παναγιώτας περί ικανότητας οδήγησης της είναι και αυτό που οδηγεί και εν τέλει στην πρόσληψη της. Η Λαδά αναφέρει για τον ρόλο της τεχνολογίας στην καθημερινή ζωή, ότι «δεν είναι ουδέτερη, ούτε ήταν ποτέ. Ανήκει σ’ εκείνο το είδος των μέσων που σχεδιάστηκαν για να επιβεβαιώσουν τον κοινωνικό έλεγχο που ο I. Joseph ακολουθώντας το παράδειγμα του Foucault έχει ονομάσει «μέθοδοι και μορφές πειθάρχησης της καθημερινής διαβίωσης» (home tactics and disciplinary figures).»[5] Με αφετηρία την κουζίνα της Φρανκφούρτης και τα τεχνολογικά επιτεύγματα που την συνοδεύουν για να διευκολύνουν και να αποδεσμεύσουν υποτίθεται την νοικοκυρά υπάρχει διάλογος σε σχέση με τον ρόλο της τεχνολογίας στη ζωή των γυναικών. Παρά τις ενστάσεις και τους προβληματισμούς, εκκινώντας από το περιστατικό της συνέντευξης, θεωρούμε ότι το αντικείμενο σκούπα συμβολίζει για την πρωταγωνίστριά μας το μέσο προς την ενηλικίωση, την αποδέσμευση από την έως τότε κανονικότητα, την χειραφέτηση θα μπορούσαμε να πούμε.

Πρώτη ουσιαστική επαφή με το αντικείμενο σκούπα γίνεται την πρώτη μέρα της δουλειάς. Ο επόπτης κατατοπίζει την Παναγιώτα σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας της με δεδομένο ότι οδηγάει, άρα είναι εξοικειωμένη με τους όρους και τον χειρισμό της. Η Παναγιώτα εγκλωβισμένη σε μια κατάσταση, δεν αφήνει τον φόβο για το άγνωστο να την καταβάλει και κάνει μια πρώτη προσπάθεια.

Βαΐου Ντ., «Ο τόπος δουλειάς και το σπίτι. Κατά φύλο καταμερισμοί εργασίας στη διαδικασία ανάπτυξης της Αθήνας», στο Συλλογικό Έργο, Μετα-τοπίσεις. Φύλο, διαφορά και αστικός χώρος. Αθήνα: Futura, 2009, σελ. 39-57.

Αβδελά Ε., Το φύλο στην (σε) κρίση ή τι συμβαίνει στις «γυναίκες» σε χαλεπούς καιρούς. Αθήνα: Σύγχρονα Θέματα, τεύχος 115, 2011, σελ. 17-26.

[2]Βαΐου Ντ. & Στρατηγακη Μ., Η εργασία των γυναικών: Αναμεσα σε δυο κοσμους. Αθήνα: Σύγχρονα Θέματα, τεύχος 40, 1989, σελ. 15-24.

Βαΐου Ντ,, «Ο τόπος δουλειάς και το σπίτι. Κατά φύλο καταμερισμοί εργασίας στη διαδικασία ανάπτυξης της Αθήνας», στο Συλλογικό Έργο, Μετα-τοπίσεις. Φύλο, διαφορά και αστικός χώρος. Αθήνα: Ρυίυ^, 2009, σελ. 39-57.

Στη «Δουλειά Της» η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου μιλά λίγο, έχει μόνιμα σκυμμένο το κεφάλι, χαμογελά ελάχιστα (αλλά πλατιά). Και συγκλονίζει. από: από:
https://popaganda.gr/people/marissa-­trantafillidou-­i-­douleia-­tis/

[5]Λαδά Σ., «Εισαγωγή. Φύλο και χώρος: Αρχικές προσεγγίσεις και νέα ερωτήματα ή μεταξύ ορατών και αοράτων», στο Συλλογικό Έργο, Μετα-τοπίσεις. Φύλο, διαφορά και αστικός χώρος. Αθήνα: ΡυίυΓ3, 2009, σελ. 15-31.

5. Εξοικείωση με τον χειρισμό του αντικειμένου Σκούπα – η νέα πραγματικότητα

Η Ρούλη Λυκογιάννη αναφέρει για το νόημα του γυναικείου σώματος: «Το νόημα του σώματος μιας γυναίκας συνδέεται με τα έργα της στον κόσμο, με τον τρόπο που χρησιμοποιεί την ελευθερία της, αλλά και με όλες τις άλλες καταστάσεις της ζωής της. Το σώμα είναι μια θεμελιακή κατάσταση της ύπαρξης, μια κατάσταση ανάμεσα σε άλλες καταστάσεις ζωής, όπως το φύλο, η φυλή, η τάξη.»[1] Αρχικά το συνεχές αίσθημα φόβου και αμηχανίας αποτυπώνεται στο σώμα της Παναγιώτας όπου είναι μαζεμένη, με χαμηλομένο βλέμμα και λιγομίλητη. Η σωματικότητα αυτή γίνεται πιο έντονη τη στιγμή της επίπληξης ή όταν έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με κόσμους διαφορετικούς και έξω από αυτήν όπως η γυναίκα που πραγματοποιεί τη συνέντευξη (ντύσιμο, επάγγελμα, μορφωτικό επίπεδο, άνεση και σιγουριά με την οποία της απευθύνεται) ή οι πελάτες στα εγκαίνια του εμπορικού. Με το πέρασμα των ημερών, και βλέποντας ότι αρχίζει να τα καταφέρνει, μετά τις πρώτες επιδοκιμασίες του επόπτη και των συναδέλφων της, αρχίζει να χαμογελάει. Η αυτοπεποίθηση που νιώθει αποτυπώνεται τόσο στις εκφράσεις του προσώπου της όσο και στη στάση του σώματος και στο πως κινείται στον χώρο, ευθυτενής με μεγαλύτερη σιγουριά και εξωστρέφεια. (βλ. εικόνα 5)

Όσο η Παναγιώτα εξοικειώνεται με τον χειρισμό του αντικειμένου σκούπα και εν γένει με τη νέα πραγματικότητα, η σύγκρουση των δύο κόσμων που αναφέραμε προηγουμένως γίνεται όλο και πιο ισχυρή, πιο βίαιη. Η Παναγιώτα, όπως και όλες οι εργαζόμενες γυναίκες, υφίστανται τις συγκρούσεις ανάμεσα στο εργασιακό περιβάλλον και την οικογένεια. Προσπαθούν με διάφορους τρόπους να ελιχθούν, να βρουν μια λύση, να ικανοποιήσουν και τον σύζυγο και τον εργοδότη. Απαριθμώντας τα πολλά πρόσωπα του καπιταλισμού μάλιστα η Παπαθανάση αναφέρει χαρακτηριστικά «Εχουμε τόσα αφεντικά, που μπερδευόμαστε: τον εργολάβο, την επόπτρια χαφιέ, τον προϊστάμενο της εταιρείας που μας ενοικιάζουν, τον επιστάτη τους, τον σεκιουριτά, και πάει λέγοντας…». Καλούνται, συνεχώς από την κάθε πλευρά, είτε ρητά είτε άρρητα, να επιλέξουν μεριά, να επιλέξουν τον κόσμο στον οποίο θα αφοσιωθούν, τη σφαίρα στην οποία θα δώσουν προτεραιότητα. Αφήνοντας πολλές φορές να εννοηθεί ότι η προτίμηση του ενός μπορεί και θα στοιχίσει την ύπαρξη του άλλου. Όπως σημειώνει και η Βαΐου χαρακτηριστικά προσπαθώντας να υπηρετήσουν δύο αφέντες, την πατριαρχία και τον καπιταλισμό, οι γυναίκες προσπαθούν να ξεφύγουν από την ολική κυριαρχία καθενός από αυτούς, ή τουλάχιστον συνειδητοποιούν ότι αυτή είναι η μόνη διέξοδος. Πίσω στην ταινία, η Παναγιώτα προσπαθεί με τους πιο απλούς αλλά ταυτόχρονα κομβικούς τρόπους να κερδίσει την αυτονομία της. Ξεκινάει μαθήματα οδήγησης με τη φίλη της Μαρία, μαθαίνει να χρησιμοποιεί το ΑΤΜ, αρχίζει να έχει την εικόνα και τον έλεγχο των οικονομικών, μιας και η ίδια είναι το μόνο έμμισθο μέλος της οικογένειας, και αφιερώνει δειλά και διστακτικά χρόνο και προσοχή στον εαυτό της. Προχωράει σε πράξεις που άλλοτε θα θεωρούσε αδιανόητες ή εγωιστικές, όπως η αγορά ενός ακριβού φορέματος και η έξοδος με τις συναδέλφους από τη δουλειά στον ελεύθερό της χρόνο. (βλ. εικόνα 6 & 7)

[1] Λυκογιάννη Ρ., «Από τις «γυναίκες» στο «φύλο» και στις γυναίκες ξανά: (επανα)προσδιορίζοντας τις αναλυτικές κατηγορίες στις φεμινιστικές προσεγγίσεις της πόλης», στο Συλλογικό Έργο, Μετα-τοπίσεις. Φύλο, διαφορά και αστικός χώρος. Αθήνα: Futura, 2009, σελ. 125-141.

6. (Γενεαλογία των αγώνων στον κλάδο του καθαρισμού)

Οι καθαρίστριες είναι η ιστορική μετεξέλιξη των υπηρετριών στα σπίτια. Πέρα από προέκταση της οικιακής εργασίας εκτός σπιτιού και την έξοδο από το ιδίωμα της συγγένειας ανατρέπονται ριζικά οι εργασιακές σχέσεις, μιας και το επάγγελμα εντάσσεται πια σε καθεστώς τυπικής έμμισθης εργασίας. Πιο συγκεκριμένα, στην Ελλάδα συναντάμε το επάγγελμα της καθαρίστριας, τη περίοδο του μεσοπολέμου. Κυρίως χήρες ή παντρεμένες της εργατικής τάξης, απορροφώνται κυρίως σε μεγάλες δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες και έρχονται να αντικαταστήσουν τους χαμηλόμισθους άντρες που μέχρι τότε εκτελούσαν τέτοιου είδους εργασίες. Οι πρώτες διεκδικήσεις σχετικά με την μονιμοποίηση των καθαριστριών υιοθετώντας γρήγορα από τις φεμινιστικές οργανώσεις του Μεσοπολέμου χωρίς κάποιο αποτέλεσμα. Το επάγγελμα της καθαρίστριας μονιμοποιείται το 1943, μέσα στην Κατοχή, με μισθό κλητήρα, χωρίς αυτό να αλλάζει τρομερά τον εποχιακό και επισφαλή χαρακτήρα της εργασίας. Το 1953, παύουν να έχουν την ιδιότητα του δημόσιου υπαλλήλου και μέχρι σήμερα, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα, εργάζονται με μια μεγάλη ποικιλία εργασιακών σχέσεων (συμβάσεις αορίστου χρόνου, σχέσεις μίσθωσης έργου, κ.λπ.).[1]

Το 1999 ιδρύεται η Παναττική Ένωση Καθαριστριών και Οικιακού Προσωπικού (ΠΕΚΟΠ) από μια ομάδα εργαζομένων σε διαφορετικούς χώρους εργασίας, που μέσα από την καθημερινή δράση, όπως αναφέρει η πρόεδρος Βλασία Παπαθανάση, αποκαλύπτει καταπατήσεις εργατικών δικαιωμάτων από τους εργολάβους.[2]

Τον Δεκέμβρη του 2008, η Κωνσταντίνα Κούνεβα, μετανάστρια και τότε γενική γραμματέας του ΠΕΚΟΠ, δέχεται δολοφονική επίθεση με βιτριόλι στο πρόσωπο από αγνώστους. Γύρω από την υπόθεση αυτή αναπτύσσεται ένα κίνημα στο οποίο έχουν ενεργή παρουσία αρκετές φεμινίστριες και κινηματικός κόσμος. Αναδεικνύονται οι άθλιες συνθήκες εργασίας στην καθαριότητα. Γίνεται επίσης αναγωγή από την «επισφάλεια» που αντιμετωπίζουν αυτές οι εργαζόμενες σε εκείνη που γενικεύεται σε πολλές κατηγορίες εργαζομένων και των δύο φύλων. Ωστόσο, οι δύο διαστάσεις, της επισφάλειας και του φύλου, δεν συνδέονται συστηματικά ούτε τίθονται ως θέμα οι συνέπειες από την εξέλιξη αυτή στις έμφυλες ταυτότητες.[3]

Επόμενοι σταθμοί, είναι το 2004 ο αγώνας των καθαριστριών του Υπουργείου Οικονομικών που αντιστέκονται σε διαθεσιμότητες και απολύσεις που επιβάλλουν η τρόικα και η μνημονιακή κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου[4] και το κύμα αλληλεγγύης για την καθαρίστρια από τη Λάρισα που της επιβάλλεται κάθειρξη 10ετών για την πλαστογράφηση ενός απολυτηρίου δημοτικού. (βλ. εικόνα 8)

Στην ταινία, μέσα από τη σκηνή με τον εμετό μας μεταφέρετε ακροθιγώς η εγκυμοσύνη μιας από τις καθαρίστριες. Η εγκυμοσύνη στο κομμάτι της επισφαλούς εργασίας είναι ένας πόλος αγώνων και αιτία απολύσεως. Η νεαρή καθαρίστρια καταφεύγει στην απόκρυψη της εγκυμοσύνης της με ταυτόχρονη στήριξη από τις συναδέλφους της. Σε επόμενη σκηνή, σε μια κουβέντα ανάμεσα σε δύο εργαζόμενες, την εγκυμονούσα και μία μεγαλύτερη σε ηλικία και πιο έμπειρη γίνεται πρώτη αναφορά σε διεκδικήσεις και σωματείο, «Δεν υπογράφουμε πρώτα και μετά το συζητάμε κορίτσι μου!». Η Παναγιώτα μένει αμέτοχη σε αυτά τα περιστατικά. Σιωπά γιατί αδιαφορεί; Γιατί θεωρεί ότι δεν την αγγίζουν; Γιατί φοβάται; Γιατί να μην προκαλέσει; Η ερμηνεία της στάσης της μένει ανοιχτή. Ο φόβος για πιθανή απόλυση, μετά την απόλυση ανάμεσα σε άλλες και της εγκύου, οδηγεί την Παναγιώτα σε άμεση υπογραφή, χωρίς καν να δώσει σημασία στη σύμβαση και τους όρους που της επιβάλλονται. Η απόλυση της Μαρίας, οδηγεί τελικά στην έκρηξη, μιας και αδυνατεί να βρει την αιτία της απόλυσης και για πρώτη φορά φαίνεται να αντιλαμβάνεται ή να συνειδητοποιεί τη φύση της δουλειάς.

Αβδελά Έ., «Η όψιμη ανακάλυψη της επισφαλούς εργασίας», στο Συλλογικό Έργο, Επισφαλής εργασία, «γυναικεία εργασία». Παρέμβαση με αφορμή την Κωνσταντίνα Κούνεβα. Αθήνα: Νεφέλη, 2009, σελ. 12-17.

Παπαθανάση Β., «Να μην πάει χαμένος ο αγώνας της Κωνσταντίνας Κούνεβα», στο στο Συλλογικό Έργο, Επισφαλής εργασία, «γυναικεία εργασία». Παρέμβαση με αφορμή την Κωνσταντίνα Κούνεβα. Αθήνα: Νεφέλη, 2009, σελ. 52-53.

[3]Αβδελα Ε., Το φυλο στην (σε) κρίση ή τι συμβαίνει στις «γυναίκες» σε χαλεπούς καιρούς. Αθήνα: Σύγχρονα Θέματα, τεύχος 115, 2011, σελ. 17-26.

[4] Αυτές οι απολύσεις θα μείνουν στα χαρτιά. Ο αγώνας μας θα τις ακυρώσει, από:
https://595katharistries.wordpress.com

7. Αποχαιρετισμός του αντικειμένου Σκούπα – η άρνηση

Η Αβδελά υπογραμμίζει «ότι ο τρόπος με τον οποίο το φύλο γίνεται γενικά αντιληπτό σήμερα, δηλαδή ως φυσικοποιημένη έμφυλη διαφορά, ήταν συνεχώς υπό αμφισβήτηση κατά το μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα και ότι εκείνο που περισσότερο το κάνει αόρατο σήμερα, στη συγκυρία της οικονομικής κρίσης, είναι η απουσία ενός πολιτικού υποκειμένου που θα αποσταθεροποιήσει και θα αμφισβητήσει τα ηγεμονικά νοήματα σημαινόντων όπως «γυναίκες» και «άντρες».»[1] Η ταινία, η κάθε μία από τις καθαρίστριες που εμφανίζονται, έρχονται μάλλον να αμφισβητήσουν εμπράκτως αυτή τη ρητορία. Με τρόπους ρητούς ή άρρητους, με συνέχειες και ασυνέχειες, με μικρές πράξεις αντίστασεις, από τη συγκάλυψη της εγκυμονούσας συνάδελφό τους για να την προστατέψουν από μια πιθανή απόλυση, από την έξοδο τους σε ένα ρεπό στον ίδιο τον χώρο της εργασίας τους, το εμπορικό κέντρο, αλλά από την πλευρά των πελατών αυτή τη φορά, η διεκδίκηση για επιπλέον ελεύθερο προσωπικό χρόνο από τον σύζυγό τους, μας δείχνουν ότι είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο, αγωνίζονται συνεχώς για να ανατρέψουν τις ισορροπίες και να μετακινηθούν στην πλευρά των ορατών. Είναι μια πορεία αναγνώρισης των διαφόρων μορφών με τις οποίες παρουσιάζεται η εξουσία σε βάρος των θηλυκοτήτων. Μέσα από αυτή τη συνειδητοποίηση, μπορούν να δομηθούν νέες πιο ριζοσπαστικές, απελευθερωτικές και λιγότερο καταπιεστικές μορφές ζωής.

Η Παναγιώτα χωρίς να το συνειδητοποιήσει υπογράφει την απόλυσή της. Την επόμενη μέρα όταν της αποκαλύπτει ο επόπτης το αυτονόητο ξεσπάει και σε μια τελευταία προσπάθεια να του αλλάξει γνώμη σπεύδει να του φιλήσει το χέρι, κίνηση απόλυτης υποταγής. Αμέσως μετά την απόλυσή της, αντί να υπακούσει στην προτροπή του επόπτη να μαζέψει τα πράγματά της και να αποχωρήσει, οδηγεί για μια τελευταία φορά τη σκούπα. Η βόλτα αυτή, αποτέλεσμα ίσως της άρνησης να συνειδητοποιήσει την κατάσταση ή μια ύστατη προσπάθεια να αποδείξει την αξία της (σε ποιον όμως;), φανερώνει και τη σύνδεση της Παναγιώτας με το αντικείμενο σκούπα.

Κλείνοντας, η Παναγιώτα αμέσως μετά την αποχώρησή της από το εμπορικό κέντρο, συνεχίζοντας να φοράει το καρτελάκι της δουλειάς πηγαίνει στο πάρτυ της φίλης της Μαρίας, συγκρατημένη και αφού αντιμετωπίζει για άλλη μια φορά τον σύζυγο, αρχίζει να αφήνεται, δεν αποχωρίζεται στιγμή όμως το καρτελάκι που φαίνεται να αποτελεί πια δήλωση ταυτότητας. Η δουλειά της, το διάστημα που πέρασε άφησε κάποια κεκτημένα και η Παναγιώτα φαίνεται να μην θέλει να τα αποχωριστεί. Η Βαΐου τόνίζει ότι η αβεβαιότητα της κρίσης μπορεί να οδηγεί σε πιο συντηρητικές συμπεριφορές ή δυσμενέστερους έμφυλους καταμερισμούς εργασίας ή να ανοίξει, όπως στην περίπτωση μας τον διάλογο για τις έμφυλες ταυτότητες και να δημιουργήσει τις συνθήκες για τον επαναπροσδιορισμό.

Σηκώθηκε και τους ετοίμασε τέλεια το πρωινό με μαθηματικές κινήσεις.

Τους χαιρέτησε: Στο καλό, σας αγαπάω, μην αργήσετε απ’ το σοφά γυαλισμένο κεφαλόσκαλο. Τίναξε το χαλί έπλυνε φλιτζάνια και τασάκια μιλώντας μόνη της.

Έβαλε το φαί στην κατσαρόλα κι άλλαξε το νερό στα βάζα.

Ένιωσε έξυπνη στο μανάβικο

χαμογέλασε συγκαταβατικά στην κομμώτρια

αλλοτριώθηκε στην αποθήκη καλλυντικών

κι αγόρασε εκδόσεις «ΚΥΤΤΑΡΟ» τη «ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΗΣ

ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΣΤΟΝ ΑΝΔΡΙΚΟ ΚΟΣΜΟ».

Έστρωσε το τραπέζι την ώρα

που χτύπαγε το κουδούνι

όμορφη έξυπνη κι ενημερωμένη στα κοινά.

Το παιδί κοιμήθηκε

κι ο άντρας την ακούμπησε από πίσω.

Αυτή χαχάνισε όπως είχε δει σ’ ένα διαφημιστικό

και του ‘πε με χοντρή σεξουαλική φωνή: Έλα

Την πήδηξε τελείωσε και ξεράθηκε.

Η γυναίκα σηκώθηκε με προσοχή για να μην τον ξυπνήσει

έπλυνε τα πιάτα μιλώντας μόνη της

άνοιξε τα παράθυρα να φύγει η τσικνίλα.

Έκανε τσιγάρο άνοιξε το βιβλίο και διάβασε:

«… μόνο όταν οι γυναίκες απαιτήσουν ενεργητικά

θα υπάρξει ελπίδα γι’ αλλαγή»

και πιο κάτω:

ΝΑΙ ΑΛΛΑ ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΣΗΜΕΡΑ ΧΡΥΣΗ ΜΟΥ

ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΣΗΜΕΡΑ;

Σηκώθηκε με προσοχή

πήρε το καλώδιο της ψήστρας

το ‘σφιξε καλά στο λαιμό του άντρα της

κι έγραψε κάτω από την ερώτηση

του φεμινιστικού κινήματος: ΕΠΝΙΞΑ ΕΝΑΝ.

Ύστερα πήρε το 100 και μέχρι να ‘ρθουν

κοίταξε το ωροσκόπιό της στη ΓΥΝΑΙΚΑ

-Κατερίνα Γώγου, Θολούρα[2]

Αβδελά Ε., Το φύλο στην (σε) κρίση ή τι συμβαίνει στις «γυναίκες» σε χαλεπούς καιρούς. Αθήνα: Σύγχρονα Θέματα, τεύχος 115, 2011, σελ. 17-26.

[2]Γώγου Κ., Τωρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε. Ποιήματα 1978-2002, Αθήνα: Καστανιώτης, 2015.

Βιβλιογραφία

_Butler J., Αναταραχή φύλου. Ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2009.
_Ehrenreich B. & Hochschild A.R. (eds), Global Woman. Nannies, maids and sex workers in the new economy. London: Granta, 2004.
_Simonsen K., Practice, narrative and the «multicultural city». A Copenhagen case. European Urban and Regional Studies,15:2, 2008, pp. 145-­158.
_Vaiou D., Tracing aspects of the Greek crisis in Athens: putting women in the picture.
_Αβδελά Ε.,Το φύλο στην (σε) κρίση ή τι συμβαίνει στις «γυναίκες» σε χαλεπούς καιρούς. Αθήνα: Σύγχρονα Θέματα, τεύχος 115, 2011, σελ. 17-­26.
_Βαΐου Ντ. & Στρατηγάκη Μ., Η εργασία των γυναικών: Ανάμεσα σε δύο κόσμους. Αθήνα: Σύγχρονα Θέματα, τεύχος 40, 1989, σελ. 15-­24.
_Γώγου Κ., Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε. Ποιήματα 1978-­2002. Αθήνα: Καστανιώτης, 2015.
_Συλλογικό Έργο, Επισφαλής εργασία, «γυναικεία εργασία». Παρέμβαση με αφορμή την Κωνσταντίνα Κούνεβα. Αθήνα: Νεφέλη, 2009.
_Συλλογικό Έργο, Μετα-­τοπίσεις. Φύλο, διαφορά και αστικός χώρος. Αθήνα: Futura, 2009.
_Αυτές οι απολύσεις θα μείνουν στα χαρτιά. Ο αγώνας μας θα τις ακυρώσει, από: https://595katharistries.wordpress.com
_Η δουλειά της, από: https://www.filmfestival.gr/el/movie-­‐tiff/movie/11662

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s