Η «Αττική σε κρίση» και οι αντιστάσεις που αναπτύσσονται

  • Μαριάννα Τζιαντζή, Κώστας Βουρεκάς, Θάνος Ανδρίτσος

Το παρακάτω άρθρο με αφορμή και θέμα το συνέδριο «Αττική σε Κρίση» του ΣΑΔΑΣ Αττικής, αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «ΠΡΙΝ» και το φύλλο της 28.10.2017.

Στην Ελλάδα έχουν ήδη διεξαχθεί 11 πανελλήνια αρχιτεκτονικά συνέδρια με φορέα τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων, το πρώτο το 1961 και το τελευταίο το 2011. Το τριήμερο επιστημονικό συνέδριο, που διοργανώθηκε πριν μία εβδομάδα στο Πολυτεχνείο από το Τμήμα Αττικής του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, ξεχωρίζει για αρκετούς λόγους.

Ο τίτλος του συνεδρίου ήταν «Αττική σε Κρίση. Μητροπολιτική περιοχή της Αττικής: Όψεις της κρίσης στην πόλη και την κατοικία και οι αρχιτέκτονες. Μεταλλαγές στις διαδικασίες χωρικής παραγωγής και σχεδιασμού». Πολλοί από τους εισηγητές είχαν βιωματική σχέση με το θέμα του συνεδρίου, είτε ως εργαζόμενοι ή (ημι)άνεργοι μηχανικοί είτε ως κάτοικοι περιοχών που μεταλλάσσονται (προς το χειρότερο) στο πλαίσιο των μεγάλων επενδυτικών σχεδίων. Δεν μίλησαν ως ουδέτεροι παρατηρητές κοινωνικών, οικονομικών, χωροταξικών κ.λπ. φαινομένων αλλά, σε πολλές περιπτώσεις, ως μάχιμα, δρώντα υποκείμενα και συλλογικότητες. Με έναν τρόπο, το συνέδριο ήταν ένα χρονικό της κρίσης με το βλέμμα αυτών που πλήττονται από την κρίση και όχι εκείνων των λίγων που επωφελούνται απ’ αυτήν. Οι εισηγητές προέρχονταν από τον επιστημονικό/ακαδημαϊκό χώρο, τον επαγγελματικό χώρο και τα κινήματα πόλης, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις συγκέντρωναν παραπάνω από μία από αυτές τις ιδιότητες.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ίδια η πορεία προς το συνέδριο, οι πολυάριθμες προσυνεδριακές δράσεις και εκδηλώσεις. Μέσα σε ένα μήνα πριν το συνέδριο, οργανώθηκαν ημερίδες και εκδηλώσεις με πρωτοβουλία τοπικών συλλόγων μηχανικών και άτυπων συλλογικοτήτων (Λαύριο, Κερατέα, Μέγαρα, Ασπρόπυργος, Ελευσίνα, Νέος Κόσμος και αλλού), δηλαδή υπήρξε μια ουσιαστική και όχι μηχανιστική διάχυση/αποκέντρωση και ταυτόχρονα, ανταλλαγή εμπειριών και προτάσεων/ιδεών.

Εντυπωσιακό ήταν το εύρος των συμμετοχών. Οι ανακοινώσεις του τριημέρου ήταν περίπου 140 (από 170 εισηγητές) ενώ δεκάδες ήταν συνολικά οι ανακοινώσεις στις ποικίλες προσυνεδριακές εκδηλώσεις. Πάνω από 500 άνθρωποι, αρχιτέκτονες και μη, ειδικοί του χώρου και ευαισθητοποιημένοι πολίτες δραστηριοποιήθηκαν και συνέβαλαν στη διαδρομή προς το συνέδριο και μέχρι την ολοκλήρωσή του. Σημαντική ήταν η συμβολή της νέας γενιάς  αρχιτεκτόνων, δηλαδή αυτών που γνώρισαν την κρίση αμέσως μετά την αποφοίτησή τους ή που μόλις έχουν αρχίσει να ασκούν το επάγγελμα. Έντονη ήταν η παρουσία των γυναικών αρχιτεκτόνων ανάμεσα στους εισηγητές, ενώ δεν έλειψαν και οι αναφορές στις συνέπειες που έχει η ανεργία για τις γυναίκες μηχανικούς (π.χ., απώλεια επαγγελματικής στέγης, αναγκαστική στροφή στον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο).

Η προσυνεδριακή περίοδος περιλάμβανε και πολιτιστικές δράσεις, ανάμεσά τους τέσσερις συναυλίες που οργανώθηκαν σε σημεία των πόλεων τα οποία δεν θεωρούνται «λαμπερά» και ούτε είναι της μόδας. Σκοπός αυτής της επιλογής ήταν να επισημανθούν οι δυνατότητες να ζωντανέψουν οι παραδομένες στην εγκατάλειψη και τη φθορά του χρόνου περιοχές της Αττικής.

Θεματικές ενότητες

Ήδη από τον Μάρτιο η πολυμελής Επιστημονική Επιτροπή του Συνεδρίου είχε καθορίσει τις θεματικές ενότητες εντός των οποίων θα κινούνταν οι σχετικές παρουσιάσεις. Έτσι, αναπτύχθηκαν ζητήματα που έχουν σχέση με το σχεδιασμό, την παραγωγή, την ιδιοκτησία και την ιδιοποίηση του χώρου, πάντα υπό τη βαριά σκιά της επιτροπείας, το περιεχόμενο των αρχιτεκτονικών σπουδών και την άσκηση του επαγγέλματος, τον πολιτισμό και το ρόλο των ιδιωτικών ιδρυμάτων, τη στέγαση των μεταναστών κ.ά.

Πολλές ανακοινώσεις αναφέρθηκαν στις αλλαγές που συντελούνται στον τομέα της κατοικίας, η κρίση της οποίας ενδέχεται να λάβει χαοτικές διαστάσεις. Η «Λαϊκή Κατοικία» και «Το Πρόβλημα Κατοικία» ήταν το θέμα δύο Πανελλήνιων Αρχιτεκτονικών Συνεδρίων, του 1962 και του 1984 αντίστοιχα. Σήμερα το θέμα τίθεται με διαφορετικούς, με δραματικούς όρους. Στο συνέδριο αναλύθηκαν οι μετασχηματισμοί στο «κατοικείν» με φόντο τις μνημονιακές πολιτικές, ενώ εκτεταμένες ήταν οι αναφορές στο Αirbnb, στις νέες μορφές κατοίκησης (συγχώνευση νοικοκυριών), στην αστεγία, στο «κενό κτιριακό απόθεμα», καθώς και στα κτίρια που απαξιώνονται λόγω αδυναμίας στοιχειώδους συντήρησης. Προφανώς, υπάρχει η αντικειμενική βάση για ένα ευρύ διεκδικητικό κίνημα για την κατοικία ως κοινωνικό δικαίωμα

Όπως τονίστηκε, στην Αττική οι πολυδιαφημισμένες «μεγάλες επενδύσεις» και τα «μεγάλα έργα» δεν αλλάζουν απλώς την εικόνα της πόλης αλλά οδηγούν σε μια εκτεταμένη αναδιανομή του πλούτου προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου. Από το παλιό σύνθημα «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» περάσαμε σε μια κατάσταση όπου νόμος είναι το κέρδος του επενδυτή. Σύμφωνα με την επίσημη προπαγάνδα, η επένδυση αποκτά μια σχεδόν θεϊκή διάσταση και αυτόματα φέρνει την ανάπτυξη και τις θέσεις εργασίας. Αυτός ο μύθος αποδομήθηκε στο συνέδριο με επιχειρήματα επιστημονικά και ιστορικά, συχνά στηριγμένα και στη διεθνή εμπειρία.

Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στα μεγάλα επενδυτικά σχέδια και στη νομοθεσία που τα διευκολύνουν, καθώς και στις νέες ταξικές ανισότητες στις οποίες θα οδηγήσουν.

Ο ρόλος του «workshop»

Πριν δυόμισι χρόνια, το ΔΣ του Συλλόγου αποφάσισε να συγκροτήσει ένα διαρκές εργαστήριο (workshop) με σκοπό τη μεθοδική καταγραφή και αποτίμηση του αρχιτεκτονικού γίγνεσθαι στην Αττική από το 1923 μέχρι σήμερα. Μια καταγραφή που, όπως ειπώθηκε, περνά μέσα από «Συμπληγάδες παραμέτρων»: κοινωνικών, ιστορικών, τεχνολογικών, πολεοδομικών, θεσμικών, οικονομικών, διεθνών αρχιτεκτονικών ρευμάτων κ.λπ. Μετά από ανοιχτή πρόσκληση ενδιαφέροντος προς τα μέλη, συγκροτήθηκαν ομάδες μελέτης από πανεπιστημιακούς, νέους ερευνητές και ελεύθερους επαγγελματίες. Μέσα σε μια διετία μελετήθηκαν διεξοδικά, με επιστημονική μέθοδο και επιτόπια έρευνα, περιοχές της Αθήνας ενώ οι μελέτες του 2017 παρουσιάστηκαν στο συνέδριο. Ήδη έχει συγκροτηθεί ένα ηλεκτρονικό αρχείο (ψηφιακή βιβλιοθήκη, βιβλιογραφίες, εικόνες, χάρτες, αεροφωτογραφίες), που σύντομα θα είναι προσιτό μέσω μιας ανοιχτής διαδικτυακής πλατφόρμας τύπου wiki. Με άλλα λόγια, σε μια εποχή που ο συνδικαλισμός θεωρείται κατάλοιπο του παρελθόντος, αναπτύσσονται –στο πλαίσιο ενός συλλόγου– δημιουργικές , εξωστρεφείς και κοινωνικά χρήσιμες πρωτοβουλίες.

Μετά το συνέδριο τι;

Η Αττική σηκώνει ένα μεγάλο φορτίο της κρίσης ή, ακριβέστερα, των επιπτώσεων των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων όπως εκφράζονται στο χώρο, με άνισο τρόπο από ταξική και χωροταξική άποψη. Εκτεταμένες περιοχές του αθηναϊκού κέντρου θα συνεχίσουν να υποβαθμίζονται, ενώ σχεδόν ολόκληρο το παράκτιο μέτωπο του Σαρωνικού παραδίδεται στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Επιτακτική είναι η ανάγκη τόσο για αντίσταση στα σχέδια των μεγαλοεπενδυτών όσο και για ανάπτυξη ποικίλων μορφών οργάνωσης και αλληλεγγύης που θα αμβλύνουν τις πιο οδυνηρές πλευρές της κρίσης.

Συχνά μιλάμε για την «επιτυχία» ενός επιστημονικού συνεδρίου με βάση ποσοτικά κριτήρια, όμως αυτό που διαφοροποιεί την «Αττική σε κρίση» από άλλα συνέδρια είναι ότι για πρώτη φορά ένας επαγγελματικός σύλλογος ήρθε σε άμεση επαφή με τοπικές κινήσεις και πρωτοβουλίες, όχι μέσα από τυπικά ψηφίσματα συμπαράστασης, αλλά με την παροχή (και τη διάθεση παροχής) επιστημονικής βοήθειας για την πιο άρτια προβολή (άρα και για επεξεργασία και διάδοση) των λαϊκών αιτημάτων. Δεν μιλάμε για τη διαμόρφωση ενός τεχνοκρατικού μηχανισμού, αλλά για τη βαθμιαία οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης μεταξύ ανθρώπων, για την ακρίβεια μαχόμενων ανθρώπων. Μια αισιόδοξη προοπτική θα ήταν να παγιωθεί μια παράδοση σύνδεσης και συντονισμού της επιστημονικής θεώρησης με τοπικά και μεμονωμένα ρεύματα, προβληματισμούς, αντιστάσεις και κινήματα για τον αμοιβαίο εμπλουτισμό και ενδυνάμωσή τους.

Ασφαλώς ένα συνέδριο δεν αρκεί για να δούμε «τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο». Χρειάζονται και άλλες προϋποθέσεις. Όμως δείχνει ότι κάτι κινείται ή ότι κάτι σημαντικό μπορεί να κινηθεί.

Μ.Τ.


Αττική σε Κρίση: «Μεγάλες επενδύσεις» που βαθαίνουν τις ταξικές-χωρικές ανισότητες

Η χωροθέτηση μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων στη μητροπολιτική περιοχή της πρωτεύουσας αναμένεται να έχει ευρύτερες συνέπειες στην μελλοντική της εξέλιξη, καθώς εγγράφεται σε ένα πλαίσιο μείωσης των δημόσιων επενδύσεων και κρίσης του μοντέλου πρόσβασης στην κατοικία. Η κρίση αυτή προκαλείται από τη σημαντική μείωση των διαθέσιμων εισοδημάτων λόγω της λιτότητας και της ανεργίας, τη φορολογική επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας, τη μείωση των αποταμιεύσεων και την πτώση των τιμών των ακινήτων, η οποία όμως συνοδεύεται από αύξηση του κόστους της κατοίκησης. Καθώς οι οικονομικές προϋποθέσεις της αντιπαροχής δεν υπάρχουν και ο τραπεζικός δανεισμός έχει ουσιαστικά μηδενιστεί, ένα νέο μοντέλο πιο φτωχό και πιο άνισο, βασισμένο κυρίως στις διαγενεακές μεταβιβάσεις, τείνει να αποτελέσει τη νέα κανονικότητα ως κυρίαρχο πρότυπο πρόσβασης στην κατοικία, χωρίς να μπορούν να αποκλειστούν και σενάρια «πρωταρχικής συσσώρευσης» στο πλαίσιο των πλειστηριασμών ακινήτων υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Οι τάσεις απο-επένδυσης στα ακίνητα που εμφανίζονται, σε συνδυασμό με τις τάσεις «συγχώνευσης» των νοικοκυριών για να μειωθεί το κόστος της κατοίκησης, οδηγούν στην υποβάθμιση ευρείες περιοχές του μητροπολιτικού συγκροτήματος.

Μία εκτεταμένη περιοχή βόρεια της Ομόνοιας και δυτικά της Πατησίων, περιοχές δυτικά του Κηφισού, περιοχές στα βόρεια του Πειραιά προς την Θηβών και την Πέτρου Ράλλη και βόρεια προς Μενίδι, Ζεφύρι και Λιόσια, αποτελούν τους σημαντικότερους πόλους συγκέντρωσης της κατοικίας των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων. Ταυτόχρονα περιοχές πέρα από τα προάστια υποβαθμίζονται λόγω του αυξημένου κόστους των μετακινήσεων και ενισχύονται κάποια τοπικά κέντρα, όπως και οι περιοχές γύρω από τους σταθμούς των μέσων σταθερής τροχιάς. Το πλέον πρόσφατο φαινόμενο, είναι η άνοδος των ενοικίων σε περιοχές όπως το Κουκάκι, το Παγκράτι, τα Πετράλωνα και όχι μόνο, λόγω των βραχυπρόθεσμων ενοικιάσεων σε τουρίστες μέσω της πλατφόρμας Airbnb.

Η διαχρονική ευνοϊκή αντιμετώπιση της μικρής ιδιοκτησίας γης και ακινήτων μπορούμε να πούμε ότι τερματίζεται μετά το 2010. Η ευρεία κοινωνική και γεωγραφική διάχυση της γαιοπροσόδου, που χαρακτήρισε ειδικά την περίοδο της κυριαρχίας του συστήματος της αντιπαροχής και λειτούργησε σαν ένα αντιστάθμισμα του κράτους πρόνοιας που δεν οικοδομήθηκε στην Ελλάδα, αντικαθίσταται από μία συστηματική προσπάθεια της συγκέντρωσής της στα χέρια ολίγων. Η έμφαση δίνεται πλέον στις μεγάλες, ενιαίες ιδιοκτησίες και στις σύνθετες οργανωμένες αναπτύξεις. Στο πλαίσιο αυτό αλλάζει η πολεοδομική νομοθεσία, με στόχο τη δημιουργία ειδικών προνομιακών καθεστώτων για την χωροθέτηση μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων.

Το 2010 ψηφίζεται ο νόμος για τις λεγόμενες «στρατηγικές επενδύσεις» που έγινε γνωστός με την κωδική ονομασία fast track. Το 2011 ψηφίζεται ο ιδρυτικός νόμος του ΤΑΙΠΕΔ και το 2012 ο ειδικός νόμος για την ανάπτυξη του χώρου του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού. Το 2014, η προηγούμενη κυβέρνηση θεσμοθετεί τη λεγόμενη χωροταξική και πολεοδομική μεταρρύθμιση, η οποία ενσωματώνει και επεκτείνει τα ειδικά καθεστώτα στο σύνολο της δομής του χωρικού σχεδιασμού. Τον νόμο αυτό η σημερινή κυβέρνηση είχε υποσχεθεί ότι θα τον καταργήσει, τον επαναφέρει όμως το 2016 με σημειακές βελτιώσεις. Την ίδια χρονιά ιδρύεται με νόμο η «Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας», γνωστή ως Υπερταμείο και η Υπηρεσία Αξιοποίησης Ακίνητης Περιουσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, το μικρό ΤΑΙΠΕΔ του στρατού.

Μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχουν γενικά υλοποιηθεί οι μεγάλες επενδύσεις που σχεδιάζονται και για τη διευκόλυνση της χωροθέτησης των οποίων αλλάζει το σύστημα χωρικού σχεδιασμού. Όμως η θέση τους είναι γνωστή στο χάρτη του μητροπολιτικού συγκροτήματος και αναδεικνύει σαν σημαντικότερο επίκεντρο το παράκτιο μέτωπο, επί του οποίου βρίσκονται η περιοχή των Λιπασμάτων της Δραπετσώνας η οποία είναι ιδιωτική έκταση και μπορεί να πολεοδομηθεί με διαδικασίες fast track, το ιδιωτικοποιημένο λιμάνι του Πειραιά, ο ολυμπιακός πόλος Φαλήρου, η μαρίνα Αλίμου που ανήκει στο ΤΑΙΠΕΔ, το Ελληνικό, το συγκρότημα Αστέρια Γλυφάδας, ο Αστέρας Βουλιαγμένης και σημαντική ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας επίσης στην περιοχή της Βουλιαγμένης. Έναν δεύτερο πόλο επίσης θα μπορούσαμε να διακρίνουμε γύρω από τις οδικές αρτηρίες της Αττικής οδού και του άξονα της Εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας και της λεωφόρου Κηφισού, ενώ χωροθετήσεις μεγάλων επενδυτικών σχεδίων ετοιμάζονται στους σημαντικότερους αδόμητους θύλακες του μητροπολιτικού συγκροτήματος.

Αναβαθμίζεται επίσης η σημασία των οδικών αξόνων της Πειραιώς και της Συγγρού που συνδέουν το παράκτιο μέτωπο με το κέντρο της Αθήνας, το οποίο φαίνεται να προορίζεται για μια ανάπτυξη η οποία δεν θα έχει να κάνει με τη διοίκηση, τα γραφεία και την κατοικία, αλλά περισσότερο διακρίνεται μία τάση «τουριστικοποίησης», με την ανάπτυξη των λειτουργιών του τουρισμού και άλλων συναφών δραστηριοτήτων, όπως η διασκέδαση, ο πολιτισμός κ.λπ. Ταυτόχρονα οι χωρικές ανισότητες εντείνονται και οι περιοχές οι οποίες βρίσκονται έξω από τα επίκεντρα των νέων αναπτύξεων τείνουν να αφήνονται στην τύχη τους.

Κ.Β.


Η δικτατορία των πρότζεκτ

Η εισήγηση στο συνέδριο «Αττική σε Κρίση» με τίτλο «Η δικτατορία των πρότζεκτ» αποτελεί μια τοποθέτηση που επιδιώκει να καταγράψει κάποιες βασικές της ύστερης μνημονιακής πραγματικότητας τόσο στο χωρικό σχεδιασμό όσο και στις σπουδές και το επάγγελμα του αρχιτέκτονα.

Ο όρος περιγράφει τις αλλαγές σε τρεις αλληλένδετους τομείς:

Α) Στο χωρικό σχεδιασμό. Πρόκειται για την ουσιαστική διάλυση του στόχου για έναν ολοκληρωμένο, κοινωνικά και περιβαλλοντικά δίκαιο σχεδιασμό του χώρου σε διάφορες κλίμακες (από το σύνολο της χώρας μέχρι τη γειτονιά) και την ηγεμονία κατακερματισμένων και πολυδιαφημισμένων μεμονωμένων πρότζεκτ, προερχόμενων είτε από ιδιωτική πρωτοβουλία είτε από ευρωπαϊκά προγράμματα.

Β) Στις σπουδές και την έρευνα για την πόλη και το χώρο. Πρόκειται για την υποβάθμιση και συρρίκνωση της βασικής έρευνας και διδασκαλίας στην αρχιτεκτονική και την πολεοδομία στα δημόσια πανεπιστήμια και την εξάρτηση από τη δυνατότητα εξεύρεσης χρηματοδοτήσεων για συγκεκριμένα πρότζεκτ (είτε από ευρωπαϊκά προγράμματα είτε από ιδιωτικά ιδρύματα). Ακόμα και αυτή η επιχειρηματική λειτουργία των εργαστηρίων και των ερευνητικών κέντρων φαίνεται να παραγκωνίζεται (απουσία έστω και λίγων πόρων) και στη θέση της να ξεπροβάλλει η εξατομικευμένη οδύσσεια του ήρωα ερευνητή-εξερευνητή χρηματοδοτήσεων.

Γ) Στην άσκηση του αρχιτεκτονικού επαγγέλματος. Πρόκειται για την επέκταση της ελαστικοποίησης της εργασίας από τη μισθωτή εργασία στο προτζεκταριάτο. Ένα νέο μαζικό στρώμα μορφωμένης νέας γενιάς που κινείται στο μεταίχμιο μεταξύ εργασίας και ανεργίας συμμετέχοντας (από διάφορες θέσεις) στην υλοποίηση διάφορων πρότζεκτ. Αφημένη μέσα στην αρένα της κατεστραμμένης αγοράς εργασίας, η νέα γενιά οφείλει να αναδιαμορφώσει τον εαυτό της σε χαμογελαστή «εντέρπρενερ» πάνω από την οποία επικρεμάται η κόλαση των άπειρων δυνατοτήτων που δήθεν θα μπορέσουν να επιτευχθούν μέσα από καινοτόμες ιδέες, πλέον και λίγο κοινωνικά ευαίσθητες.

Η λέξη πρότζεκτ δεν αποτελεί πια μόνο έναν εκσυγχρονισμό και μεταφορά στην ελληνική γλώσσα λέξεων όπως το πρόγραμμα ή το έργο. Αποτελεί την αποτύπωση μιας νέας εποχής.

Ειδικά μέσα σε αυτή την εποχή, είναι που πρέπει να υψώσουμε μια φωνή υπεράσπισης κάποιων εννοιών. Της ηρεμίας στη σκέψη, το σχεδιασμό και τη δουλειά. Του βάθους, του αναγκαίου χρόνου και της αφοσίωσης στο παραγόμενο έργο. Της ανάγκης για ένα χωρικό σχεδιασμό με στόχο την εξυπηρέτηση κάποιων κοινωνικών και περιβαλλοντικών αναγκών. Της αξιοπρεπούς εργασίας. Της άρνησης μετατροπής της χώρας σε ένα απέραντο προτζεκτοράτο κατακερματισμένων δράσεων και μόνιμα ημιάνεργων αρχιτεκτόνων και αρχιτεκτονισσών.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s