Σχέδιο Καλλικράτης: Διοικητική οργάνωση, χώρος και δημοκρατία στην εποχή της κρίσης

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΟ 11Ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Θάνος Ανδρίτσος – Δημήτρης Πούλιος

Στο πλαίσιο των αλλαγών που χαρακτηρίζουν τον καπιταλισμό της εποχής μας, ο ρόλος των αστικών μητροπολιτικών περιοχών αναβαθμίζεται σε ότι αφορά την παραγωγή πλούτου. Για τη διαχείριση των περιοχών αυτών τα παλιά διοικητικά σχήματα φαίνεται ότι δεν επαρκούν και το πέρασμα από την κυβέρνηση (government) στη διακυβέρνηση (governance) είναι γεγονός. Με τα προσχήματα της αποτελεσματικότητας και της ευελιξίας η εξουσία μεταφέρεται σε ιδιωτικά συμφέροντα συνήθως υπό τη μορφή συμπράξεων του δημόσιου και  του ιδιωτικού τομέα. Η επίκληση της «διαβούλευσης» ή της «συμμετοχικής δημοκρατίας» αποδεικνύεται κάλπικη καθώς αφορά τη συγκρότηση θεσμών διαπραγμάτευσης μεταξύ όσων από την αρχή συμφωνούν με τις επιδιώξεις της εξουσίας. Ο Καλλικράτης αποτελεί μία προσπάθεια εφαρμογής στην Ελλάδα των διεθνών αυτών τάσεων. Επιπλέον μέσω του σχεδίου αυτού πραγματοποιείται η μεταφορά στην τοπική αυτοδιοίκηση της δημοσιονομικής κρίσης και των συνταγών του μνημονίου. Η διαρκής λιτότητα και ο περιορισμός του λαϊκού ελέγχου θα είναι οι άμεσες συνέπειες αν δεν αντιδράσουμε.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Η ανάδυση των νέων μορφών Αστικής Διακυβέρνησης συσχετίζονται άμεσα με τη κρίση του φορντικού μοντέλου παραγωγής και κατ’ επέκταση του Κράτους Πρόνοιας στο Δυτικό Κόσμο στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα.

Τα κυρίαρχα μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης μετασχηματίζονται και χαρακτηρίζονται πλέον από «μεγαλύτερο βαθμό εξειδίκευσης, από ευελιξία προσαρμογής στις συνεχώς διαφοροποιούμενες προτιμήσεις των αγορών και στροφή προς το τριτογενή τομέα της παραγωγής» (Γετίμης: 2004, σελ.469). Η σημασία του χώρου αλλάζει ραγδαία. Το οικονομικό περιβάλλον που δημιουργείται θέτει νέους ρόλους στα μητροπολιτικά αστικά κέντρα (Sassen: 2000). Η νέα αστική στρατηγική έχει στο πυρήνα της την ενίσχυση των πλεονεκτημάτων και της παραγωγής στα πλαίσια ενός διεθνούς πλέον καταμερισμού.

Το πιο σημαντικό στοιχείο είναι ότι ο χώρος και η πόλη, παίζουν πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο στη συσσώρευση του κεφαλαίου. Αυτό το «μήνυμα», «ήταν δυνατό και καθαρό» από τα τέλη του εβδομήντα όπως παρατηρεί ο Peter Hall, «οι πόλεις ήταν πλέον μηχανές παραγωγής πλούτου, ο βασικός και κυρίαρχος σκοπός ήταν να λαδώνεις τη μηχανή» (Hall: 1994, σελ.343). Για να πραγματοποιηθεί ο νέος ρόλος του χώρου, χρειάστηκε και μια βαθιά μεταβολή στο ρόλο του κράτους και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τη μετάβαση δηλαδή από τη «διοίκηση στην επιχειρηματικοποίηση» (managerialism – entrepreneurialism»). Υιοθετούνται νέες μορφές αστικής διακυβέρνησης, πρακτικές  «πέρα – από – το κράτος» διακυβέρνησης (governance – beyond – the – state) και το πέρασμα από την κυβέρνηση στη διακυβέρνηση (Harvey: 1989). Η πολιτική στροφή πάτησε πάνω στα συνήθη επιχειρήματα της δυσλειτουργίας του κράτους, θεωρήθηκε ότι τα υπάρχοντα σχήματα «δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την πολυπλοκότητα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι μητροπολιτικές περιοχές» ενώ ο «συγκεντρωτισμός του κεντρικού κράτους» και η «αποσπασματική άσκηση τοπικών πολιτικών […] δεν αντιστοιχούν στην αναπτυξιακή δυναμική των μητροπόλεων» (Γετίμης: 2004, σελ.154). Οι διάφορες προτάσεις συνέκλιναν στη συγκρότηση μοντέλων «μητροπολιτικής διακυβέρνησης» τα οποία θα αποτελούν «ένα τύπο οργάνωσης της εξουσίας προερχόμενο από την δυναμική ενός συνόλου θεσμών και δρώντων πέρα από τα όρια μόνο του κράτους» (Γετίμης: 2004, σελ.154).Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τις αναβαθμισμένες σχέσεις δημόσιου – ιδιωτικού τομέα σε συνεργασία με την Αυτοδιοίκηση, Τοπικούς Φορείς, ΜΚΟ κα.

Οι νέες αυτές μορφές «συμμετοχικής δημοκρατίας», όπως θα δούμε παρακάτω βασίζονται πλήρως στο τρόπο λειτουργίας αλλά και στους όρους που θέτει η ιδιωτική πρωτοβουλία.

ΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ

H έννοια της συμμετοχής πολλών φορέων στον έλεγχο του χώρου, δεν είναι εξορισμού αρνητική ή θετική. Οι ιδέες αυτές ήταν σε ένα βαθμό γέννημα των κινημάτων πόλης της δεκαετίας του εξήντα. Η συμμετοχή «των ενεργών πολιτών» στη διαβούλευση γύρω από την αστική πολιτική αποτέλεσε στοιχείο έντονων αντιπαραθέσεων και πολιτικοποίησης. Η έννοιες όμως αυτές σήμερα αλλάζουν λογική (rationale) και μετασχηματίζονται.

Σε αυτά τα πλαίσια η έννοια του ρόλου της κοινότητας στις αποφάσεις μπορεί να πάρει πολλές μορφές αρκεί να μην «εμποδίζεται» η δράση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στο χώρο. O H.Barton θεωρεί ότι για να μπορεί να υπάρξει οικονομική και κοινωνική βιωσιμότητα στο αστικό περιβάλλον πρέπει να συμφωνείται ένα επίπεδο συνεργασίας ή έστω μια συνθήκη συνεργασίας ανάμεσα στη κοινότητα και τον επενδυτή (Barton et al: 2002). Στη «Σκάλα της συμμετοχής των πολιτών» (Arnstein), απεικονίζονται 7 επίπεδα. Από το “Spin and Bluster” το μοντέλο ενός πλήρους αυταρχισμού έως το “Autonomous Powers” το πρότυπο της «κοινωνικής αναρχίας» όπως αναφέρει, καθορίζονται οι σχέσεις τις κοινότητας και το επίπεδο αυτοδιοίκησης. Το ενδιαφέρον είναι ότι η σκάλα δε πηγαίνει «από το κακό στο βέλτιστο», αλλά όπως αναφέρει ο Barton μπορεί να διαβαστεί και ανάποδα αρκεί να επιτυγχάνεται η βιωσιμότητα. Οι νέες μορφές Αστικής Διακυβέρνησης ουσιαστικά θεσμοθετούν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη δημοκρατία το ιδιωτικό συμφέρον ώστε να επιτυγχάνετε ο στόχος της ανάπτυξης.

Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται είναι παρόμοιος σε πολλές περιπτώσεις σε πολλές πόλεις και είναι στην ουσία η επιστήμη της «κάλπικης δημοκρατίας». Η διαδικασία έχει να κάνει με τη συγκρότηση θεσμών διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε όσους από την αρχή συμφωνούν με το έργο και υπάρχει παντελής έλλειψη μιας διαφορετικής προοπτικής. Αυτές οι «συμμαχίες» αποτελούν τη βάση των αναδυόμενων «πλουραλιστικών τοπικών κυβερνήσεων» που αποφασίζουν για το μέλλον των πόλεων (Swyngedouw et al: 2002).

Τα «νέα σχήματα διακυβέρνησης» που σκιαγραφούμε φαίνονται ξεκάθαρα μέσα από την πραγματικότητα των αστικών παρεμβάσεων. Η έρευνα στα πλαίσια του προγράμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Αστική Ανοικοδόμηση και Κοινωνική Πόλωση στη Πόλη» (URSPIC: Urban Restructuring and Social Polarization in the City) έρχεται να επιβεβαιώσει, σε ένα βαθμό, τα όσα υποστηρίζει η εισήγηση (ΠΗΓΗ της Έρευνας: Swyngedouwetal: 2002).

Η έρευνα μελέτησε δεκατρείς μεγάλες Αστικές Παρεμβάσεις (Urban Development Projects) σε δεκατρείς μητροπόλεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τη μελέτη ο ρόλος του κράτους και γενικότερα των φορέων του δημοσίου ήταν καθοριστικός. Το μοντέλο ήταν συνήθως μέσα από τη συγκρότηση ενός ανεξάρτητου φορέα ημι-ιδιωτικού με τη συμμετοχή του δημοσίου. Στη περίπτωση μάλιστα του Adlershof στο Βερολίνο και στην Expo 1998 στη Λισαβόνα το κράτος θα ήταν υπεύθυνο να καλύψει οποιαδήποτε έλλειμμα του έργου.

Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι το επίπεδο της συμμετοχής των πολιτών γύρω από τις αποφάσεις που πάρθηκαν. Όπως υποστηρίζει ο Eric Swyngedouw στις περισσότερες των παρεμβάσεων (ειδικά οι περιπτώσεις του Βερολίνου, Αθήνας, Βρυξελών, Λισαβόνας και του Μπιλμπάο)

«Οι δομές αντιπροσώπευσης των συμμετεχόντων μερών είναι θολή και μη θεσμοθετημένη […] Πολλές φορές είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να διακρίνεις ποιος αντιπροσωπεύει   τι, και ποίος και πώς. […] η συμμετοχή λειτουργεί μέσω της συνεργασίας και μετά από πρόσκληση, συνήθως από το βασικό παίχτη αυτών των οργανισμών. Η διαδικασία αυτή είναι κυρίαρχο μοντέλο ανάμεσα στους θεσμικούς οργανισμούς και αναδεικνύει τη μεταφορά από ένα σύστημα αντιπροσωπευτικής αστικής κυβερνησιμότητας σε αυτό της αστικής διακυβέρνησης των μετόχων». (Swyngedouw et al : 2002)

 

Η αλλαγή της έννοιας και της λογικής της συμμετοχής και κατ’ επέκταση της έννοιας της δημοκρατίας στο χώρο δίνουν το βασικό στίγμα των αλλαγών. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως όπως παρατηρούν πολλοί, οι νέοι θεσμοί κρίνονται όχι στο ζήτημα της ισότητας και της δικαιοσύνης αλλά της αποτελεσματικότητας (efficiency) (Burgel: 2007). Η Ελλάδα αν με και με διαφορετικές ταχύτητες έχει ακολουθήσει αυτές τις κατευθύνσεις, και με το πρόσφατο «Σχέδιο Καλλικράτης» φαίνεται να ολοκληρώνει σε ανώτερο επίπεδο αυτές τις λογικές.

 

ΣΧΕΔΙΟ ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ

Το «Πρόγραμμα Καλλικράτης» με τίτλο «Αρχές Νομοθετικής Πρωτοβουλίας για τη Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης» ψηφίστηκε το Μάιο του 2010. Το νομοσχέδιο θεωρείται σύμφωνα με τη ίδια τη κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό μια «δημοκρατική επανάσταση», που «θα αλλάξει ριζικά τις σχέσεις κράτους – πολίτη» (ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 25.05.2010), και πραγματικά η εκτίμηση αυτή από μια οπτική είναι σωστή. Ίσως για πρώτη φορά μετά τη ίδρυση του, το Ελληνικό Κράτος αλλάζει σε τέτοιο βαθμό με στόχο να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες στρατηγικές και συμφέροντα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η Κεντρική Διοίκηση έχει σημαντική θέση στις νέες μητροπολιτικές δομές, δεν καταργείται προς όφελος του τοπικού, αλλά αναλαμβάνει επιτελικό χαρακτήρα εξασφαλίζοντας την εφαρμογή των νέων δομών. Αυτό δε γίνεται πρώτη φορά στην ιστορία των διοικητικών μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα, αλλά αποτελεί μια συνέχεια κατά την οποία το Κράτος και η δομή του μεταλλάζεται για να επιβάλει νέα οικονομικά και πολιτικά δεδομένα.

Η στροφή προς τις νέες μορφές διακυβέρνησης, θα ξεκινήσει στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα μέσω της υιοθέτησης συγκεκριμένων στρατηγικών και νόμων. Οι σημαντικότεροι ήταν:

– Ο νόμος «για τη Τοπική Αυτοδιοίκηση, Περιφερειακή Ανάπτυξη και το Δημοκρατικό Προγραμματισμό» (1622/86).

– Η συγκρότηση δευτεροβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης το 1994

– Η συγκρότηση νέων δήμων με το «Καποδίστρια» το 1997

– Η υιοθέτηση των μηχανισμών ΣΔΙΤ για μεγάλα έργα υποδομής και η ψήφιση του αντίστοιχου νόμου (2005)

Παράλληλα το δημόσιο αναλαμβάνει το ίδιο πλέον επιχειρηματική δράση στα πλαίσια αξιοποίησης της περιουσίας του. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά τη δημιουργία μετά το 1990 δεκάδων Αναπτυξιακών Εταιρειών από τους Δήμους και τις Νομαρχίες. Την Υπηρεσία Αξιοποίησης και Μετεγκατάστασης Στρατοπέδων (ΥΑΜΣ) του Υπ. Εθν. Άμυνας, την Εταιρεία Τουριστικά Ακίνητα κα. (Μαντουβάλου κ.α.: 2004)

Από τα τέλη όμως του 2008 με την Ελληνική Οικονομία να εισέρχεται σε βαθιά ύφεση, υπό την πίεση της διεθνούς Οικονομική Κρίσης, ασκούνται πιέσεις για τη θεσμοθέτηση πλέον νέων μητροπολιτικών θεσμών με αυξημένες αρμοδιότητες. Το «Σχέδιο Καλλικράτης» θα αποτελέσει μια από τις πρώτες μεταρρυθμίσεις στη μετά-ΔΝΤ εποχή στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα της κρίσης και του μνημονίου, η διαχείριση του χώρου και ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστος. Ο νόμος του Καλλικράτη διέπεται από δύο βασικά συστατικά: Αφενός αποτελεί τομή και συνέχεια της νέας Αστικής Διακυβέρνησης, συγκλίνοντας περισσότερο στη λογική των διεθνών τάσεων. Αφετέρου, αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του Μνημονίου και στρατηγικής σημασίας εργαλείο για την αντιμετώπιση της κρίσης από τη μεριά του κεφαλαίου. Μέσα από αυτόν συντελείται η μεταφορά στην τοπική Αυτοδιοίκηση της δημοσιονομικής κρίσης.

Τα σημαντικότερα στοιχεία που προωθεί το νομοσχέδιο είναι κατά την άποψη μας η θεσμοθέτηση και ενσωμάτωση όλων των υφιστάμενων μηχανισμών προώθησης της Νέας Αστικής Πολιτικής στη δομή και τη νέα αναπτυξιακή λογική της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και δεύτερον η συγκρότηση τοπικών – μητροπολιτικών θεσμών που θα εξασφαλίσουν με οποιοδήποτε κόστος τη κυριαρχία τους και επέκτασή τους. Στη βάση αυτή «επιχειρείται ο συνολικός επανασχεδιασμός των επιπέδων διακυβέρνησης» (Αιτιολογική Έκθεση, σελ.5) με έξι βασικούς άξονες. Οι δύο αναφέρονται στην αποκέντρωση των κρατικών αρμοδιοτήτων και την υπέρβαση του «παραδοσιακού συγκεντρωτισμού». Ο ένας είναι η «αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας, προσανατολίζοντας τις κρατικές δομές και λειτουργίες στις ανάγκες της πράσινης ανάπτυξης». Οι υπόλοιποι τρεις σχετίζονται με «την ενίσχυση της δημοκρατίας», «της διεύρυνσης της συμμετοχής του πολίτη», «τις νέες μεθόδους της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης» και «τις αρχές της διαφάνειας, της ανοιχτής διακυβέρνησης, της αξιολόγησης και της λογοδοσίας».

Η στρατηγική του μετασχηματισμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με βάση τα όσα έχουμε αναφέρει αποτέλεσε βασικό στοιχείο της δημοσιονομικής πολιτικής, δεν είναι τυχαίο άλλωστε η περίοπτη θέση που κατείχε στο «Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης» του Υπ. Οικονομικών. Σύμφωνα με το οποίο: «Ιδιαίτερη σημασία για τη διασφάλιση της δημιουργίας ενός απλοποιημένου αλλά αποτελεσματικού ευρύτερου δημόσιου τομέα θα έχει η νέα νομοθεσία για την τοπική αυτοδιοίκηση» (Ιανουάριος 2009). Το νομοσχέδιο συνοδεύεται και από ένα πακέτο περικοπών ύψους 500 εκατομμυρίων ευρώ το χρόνο για την τριετία 2011-2013 για τους νέους Δήμους (www.kedke.gr). Νέες ιεραρχίες ακόμη προκύπτουν από την εγκατάλειψη του μοντέλου της ισόρροπης ανάπτυξης. Η οικονομική αυτοτέλεια των νέων Δήμων και το παράλληλο πρόγραμμα περικοπών καταργεί ένα θεμελιώδη δεσμό ανάμεσα στο κράτος και την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Το κράτος πλέον παραιτείται από την οικονομική ευθύνη ωθώντας τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις νέες διοικητικές δομές και σε δεινή θέση τους υπερχρεωμένους ΟΤΑ. Αυτό οδηγεί σε αναζήτηση διαφορετικών πόρων είτε μέσα από εκποίηση δημόσιας περιουσίας και τη σύναψη εταιρικών σχέσεων με το ιδιωτικό κεφάλαιο, είτε μέσα από τη μείωση των κοινωνικών παροχών, αύξηση των τελών κα.

Το ζήτημα του κρατικού ελέγχου λύνεται από το νόμο με τη συγκρότηση του θεσμού της Γενικής Διοίκησης με γραμματέα διορισμένο από τη κεντρική διοίκηση, και του «Συμβουλίου Περιφερειακής Διοίκησης» οργάνου που «θα έχει γενική αρμοδιότητα σε ζητήματα σχεδιασμού στην γεωγραφική ενότητα αναφοράς του» (Αιτιολογική Έκθεση: 2010).

Η κατεύθυνση σε λογικές «πέρα από το Κράτος» είναι δεδομένη με το «Καλλικράτη». Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση:

«Το παρόν σχέδιο νόμου εξειδικεύει και υλοποιεί βασικές συνταγματικές επιταγές για τη συγκρότηση της τοπικής αυτοδιοίκησης σε δύο λειτουργικές βαθμίδες, με μονάδες που διαθέτουν το κατάλληλο μέγεθος και καθίστανται ικανές να διαχειριστούν τις τοπικές υποθέσεις, αλλά και να αναλάβουν την τοπική διεκπεραίωση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους». (Αιτιολογική Έκθεση: 2010).

 

Πρόκειται για μια συνολική γενική λογική μεταφοράς αρμοδιοτήτων από το κράτος προς τα πάνω (Ε.Ε. – διεθνείς οργανισμοί), προς τα κάτω (περιφέρειες δήμοι) και προς τα έξω (αγορά, κοινωνία πολιτών). Επιχειρείται σημαντικές κρατικές λειτουργίες που αποτελούν κυρίαρχα πολιτικά διακυβεύματα να από-πολιτικοποιούνται. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η διασπορά της ευθύνης σε ένα δίκτυο φορέων, οργανισμών, κτλ και τελικά την θωράκιση του πυρήνα της εξουσίας. Εκτός από νέες αρμοδιότητες η Τοπική Αυτοδιοίκηση εντάσσεται και σε ένα ευρύτερο αναπτυξιακό σχέδιο και όραμα το οποίο θέτει ο νόμος το οποίο αφορά τη συγκρότηση των ΟΤΑ σε:

«βασικούς θεσμούς για την προώθηση της τοπικής και περιφερειακής ανάπτυξης. Οι ΟΤΑ και η αποκεντρωμένη διοίκηση μπορούν να διαδραματίσουν βασικό ρόλο για την ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας και την επιτάχυνση των δημόσιων και των ιδιωτικών επενδύσεων στην ελληνική περιφέρεια». Και συνεχίζει: «γίνεται το θεσμικό «κλειδί» για την αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας, προσανατολίζοντας τις κρατικές δομές και λειτουργίες στις ανάγκες της πράσινης ανάπτυξης» (Αιτιολογική Έκθεση: 2010).

 

Το μοντέλο ανάπτυξης του προωθεί ο «Καλλικράτης»  βασίζεται στο δίπολο αποτελεσματικότητα / νομιμότητα (legitimacy / efficacy Burgel: 2007). Το καινούργιο στοιχείο εκτός από την ενσωμάτωση του κυρίαρχου αναπτυξιακού λόγου είναι ο τρόπος υλοποίησης του.

Οι νέοι θεσμοί αντιπροσώπευσης είναι εδώ χαρακτηριστικοί, ταυτίζονται και συγκλίνουν με αυτούς της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης στη δυτική Ευρώπη, αποτελώντας παράλληλα καινοτομία για τα Ελληνικά Δεδομένα. Υποστηρίζουμε ότι γίνεται μια στροφή που έρχεται ενάντια στους παραδοσιακούς δημοκρατικούς θεσμούς αντιπροσώπευσης στους Δήμους.

Το πρώτο που κάνει ο νόμος είναι ότι με το περιορισμό των Δημοτικών Συγκροτημάτων και τη συγκεντροποίηση που δημιουργεί μειώνει άμεσα τους αντιπροσώπους στο μισό σε σχέση με το παρελθόν. Η διαδικασία της εκλογής Δημοτικού – Περιφερειακού Συμβουλίου πριμοδοτεί δυσανάλογα τον πρώτο συνδυασμό, δίνοντας υπερεξουσίες στις Εκτελεστικές Επιτροπές, στις οποίες συμμετέχουν οι Δήμαρχοι – Αντιδήμαρχοι, Περιφερειάρχες και Αντιπεριφερειάρχες και ακόμα περισσότερο στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις που αποτελούνται από μη αιρετά όργανα. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι η ίδρυση για πρώτη φορά της Επιτροπής Διαβούλευσης, η οποία σύμφωνα με τη αιτιολογική έκθεση, εγγυάται την συγκροτημένη και θεσμική συμμετοχή του πολίτη στη διακυβέρνηση έχοντας απλά και μόνο γνωμοδοτικό και συμβουλευτικό ρόλο.

Η συγκρότηση υπερεξουσιών στην ηγεσία των Δήμων και των Περιφερειών, και ο θολός ρόλος της συμμετοχής και των όρων διαβούλευσης των πολιτών, αποτελεί σημαντικό στοιχείο του νόμου, θέτοντας άμεσα το ζήτημα ποιον εξυπηρετούν τελικά αυτές οι διοικητικές μορφές.

Το ζήτημα έτσι των δημοκρατικών θεσμών έρχεται έντονα στο προσκήνιο. Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι οι μορφές διακυβέρνησης που εφαρμόζονται στο Δυτικό Κόσμο και οι αλλαγές στις σχέσεις του Κράτους με τις κοινωνικές ανάγκες των πολιτών οδηγούν σε μια μεταδημοκρατική περίοδο που είναι υπό διαμόρφωση (Badiou: 2005, Zizek: 2010, Swyngedouw: 2007). Η εισήγηση υποστηρίζει πως ο «Καλλικράτης» μαζί με μια σειρά νομοσχεδίων υπό το καθεστώς «έκτακτης ανάγκης» αποτελούν τομή σε μια τέτοια κατεύθυνση που ενώ επικαλούνται τη πρόοδο και την ανάπτυξη μέσα από την ανταγωνιστικότητα, φέρνουν τη λιτότητα και το περιορισμό του λαϊκού ελέγχου.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ – Ο ΧΩΡΟΣ ΩΣ ΚΥΡΙΑΡΧΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ

 

Ο χώρος και η διαχείρισή του αποτελούσε ανέκαθεν πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ της κοινωνίας, του κράτους και των δυνάμεων της αγοράς. Ειδικά μέσα στη συγκυρία της κρίσης, αυτό γίνεται ακόμα πιο κρίσιμο, πράγμα το οποίο αποδεικνύεται στους έντονους μετασχηματισμούς που προδιαγράφονται και από το ν/σ του fast track και από την πρόσφατη συζήτηση για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

Σε αυτό συντελεί και η ολοκλήρωση των Νέων Μορφών αστικής Διακυβέρνησης μέσα από τον Καλλικράτη και πάλι όμως υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες της ελληνικής περίπτωσης. Ενώ λοιπόν είναι εμφανής η προσπάθεια επιχειρηματικής λειτουργίας των σύγχρονων πόλεων, φαίνεται να ηγεμονεύει μια σαφής προοπτική εκποίησης της δημόσιας περιουσίας προς μεγάλες επενδύσεις, που καθιστούν ανύπαρκτη και την τυπική εξουσία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης πάνω σε μεγάλες εκτάσεις του δημόσιου χώρου.

Αυτό κάνει ακόμα πιο επιτακτική τη συζήτηση γύρω από τη δημοκρατική διαχείριση του δημόσιου χώρου, στο βαθμό η δυνατότητα κοινωνικού ελέγχου φαίνεται να εκμηδενίζεται προς χάριν της ηγεμονίας της αγοράς. Ακόμα περισσότερο μέσα στο καθεστώς μόνιμης «έκτακτης ανάγκης» που φαίνεται να εγκαθιδρύεται. Το ιστορικό ερώτημα, σε ποιόν ανήκει η δημόσια περιουσία, από ποιον και για ποιόν ασκούνται οι χωρικές πολιτικές γίνεται σήμερα ζωτικής σημασίας.

Οι συνταρακτικές συνθήκες της κρίσης κάνουν την ενεργοποίηση όλων επιτακτική, μαζί και όσων ερευνούν τις χωρικές πολιτικές και την αστική πραγματικότητα. Διότι είναι η στιγμή που εντείνεται ο κίνδυνος που εξέφρασε πρόσφατα ο Λ. Βασενχόβεν: «…Πραγματικά φοβάμαι  ότι κάποια στιγμή μπορεί αυτή η πίεση να μας σαρώσει όλους. Δηλαδή πολύ απλά να μας πουν: πηγαίνετε στην μπάντα, βρίσκεστε εκτός κλίματος, εκτός θέματος»

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γετίμης, Π. 2004. «Η σημασία των νέων μορφών διακυβέρνησης στην ενίσχυση του διεθνούς ρόλου της Αθήνας-Αττικής στο πλαίσιο του νέου χωρικού ανταγωνισμού της διευρυμένης Ευρώπης» στο Πόλη και Χώρος από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Αθήνα : ΕΜΠ

Κωνσταντάτος, Χ, Σπουρδαλάκης, Μ & Χατζημιχάλης, Κ. 2010. «Η αναδιάρθρωση του Καλλικράτη και η λογική της ‘αποκένωσης του κράτους’». Συνέντευξη στα Ενθεματα. Στο διαδίκτυο :

Μαντουβάλου, Μ & Μπαλλά, Ε. 2004. «Μεταλλαγές στο σύστημα γης και οικοδομής και διακυβεύματα του σχεδιασμού στην Ελλάδα του σήμερα»  στο Πόλη και Χώρος από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Αθήνα : ΕΜΠ

Μπεριάτος, Η. 2004. «Προς μια ολοκληρωμένη οικιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα του 21ου αιώνα» στο Πόλη και Χώρος από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Αθήνα : ΕΜΠ

Χατζημιχάλης, Κ. 1987. Για τις νέες περιφέρειες των Κουτσόγιωργα-Τρίτση ή πώς η εξουσία χρησιμοποιεί τη γεωγραφία. Αθήνα : Κάπα, Ντ. 18, 23.1.1987

Υπ. Εσωτερικών. 2010. Πρόγραμμα Καλλικράτης: Νομοσχέδιο. Αθήνα : Βουλή των Ελλήνων

Υπ. Εσωτερικών. 2010. Πρόγραμμα Καλλικράτης: Αιτιολογική Έκθεση. Αθήνα : Βουλή των Ελλήνων

Υπ. Οικονομίας και Οικονομικών. 2009. Επικαιροποιημένο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Αθήνα : Βουλή των Ελλήνων

Burgel, G. 2007. Η σύγχρονη Ευρωπαϊκή πόλη: Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έως σήμερα. Αθήνα : Πλεθρον

ΑΓΓΛΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Badiou, A. 2005. Being and Event. London : Continium

Barton, H., Grant, M. & Guise, R. 2002. Shaping neighbourhoods : a guide for health, sustainability and vitality. London : Spon

Hall, P. 2002. Cities of tomorrow : an intellectual history of urban planning and design in the twentieth century. Malden, MA : Blackwell Publishers

Harvey, D. 2003. “Social Justice, Postmodernism and the City”. In Designing Cities: Critical Readings in Urban Design edited by Cuthbert Alexander. Blackwell Publishing

Harvey, D. 1989. “From Managerialism to Entrepreneurialism: The Transformation in Urban Governance in Late Capitalism”. Geografiska Annaler. 71 (1), 3- 17

Sassen, S. 1991. The Global City: New York, London , Tokyo. Princeton University Press

Swyngedouw, E. 2007. “The Post-Political City”. In Urban Politics Now. Rotterdam : NAI Publishers

Swyngedouw, E. 2005. “Governance Innovation and the Citizen: The Janus Face of Governance- beyond- the- State”. Urban Studies 42(11)

Swyngedouw, E. & Moulaert, et al. 2002. “Neoliberal Urbanization in Europe: Large Scale Urban

Development Projects and the New Urban Policy”. Antipode 34(3), 542-577.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s