Εισήγηση στην εκδήλωση «Η ανάγνωση του χώρου μέσα από πρακτικές σεξουαλικότητας και ταυτότητας φύλου»

12004838_10153575971886285_225144871640822813_n

 

Μιχάλης Πισσαρίδης

Το παρακάτω κείμενο έγινε εισήγηση στην εκδήλωση της Αριστερής Κίνησης Εργαζομένων Αρχιτεκτόνων (Α.Κ.Ε.Α.) και της Λεσβιακής Ομάδας Αθήνας (Λ.Ο.Α.), με τον τίτλο «Η ανάγνωση του χώρου μέσα από πρακτικές σεξουαλικότητας και ταυτότητας φύλου». Η εκδήλωση αυτή πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της παρουσίας των 2 ομάδων στο Στέκι Μεταναστών και ενισχύθηκε από την παρουσία της Καθηγήτριας Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ Ντίνας Βαΐου και των Επιμελητριών του βιβλίου του Γιώργου Μαρνελάκη «Στενές επαφές Φύλου, Χώρου και Σεξουαλικότητας». Η παρούσα εισήγηση έγινε από τον Μιχάλη Πισσαρίδη, αρχιτέκτονα – πολεοδόμο, μέλος της ΑΚΕΑ και της LGBTQ ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Μία εισήγηση που πραγματεύεται εκτός από το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο της συσχέτισης ΛΟΑΤ, Αριστεράς και κινήματος, το θεωρητικό υπόβαθρο γύρω από την ετεροκανονική και ετερόφυλη ανάδειξη του χώρου (δημοσίου/ιδιωτικού), με τον ταυτόχρονο αποκλεισμό οποιασδήποτε άλλης έκφρασης μέσα σε αυτόν, αναδεικνύοντας την κοινωνική κατασκευή του χώρου στα ζητήματα φύλου και σεξουαλικής καταπίεσης.

Πολλοί και πολλές θα αναρωτιούνται πως ένα Αριστερό σχήμα και δη του επιστημονικού συλλόγου των Αρχιτεκτόνων καταπιάνεται με ζητήματα φύλου και σεξουαλικότητας. Και όμως η πραγματικότητα έρχεται για να μας διαψεύσει, τόσο από μαρξιστική όσο και από χωρική σκοπιά.

Η Αριστερά έχει μια περήφανη ιστορία αγώνων και αντίστασης στην καταπίεση ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα και την δίκη του Όσκαρ Ουάιλντ όταν η Β’ Διεθνής υπερασπίστηκε σθεναρά τον συγγραφέα. Η Κλάρα Τσέτκιν επίσης ασχολήθηκε ενεργά με τους αγώνες των γυναικών αλλά και με τις πολιτικές αντιπαραθέσεις της περιόδου. Η κριτική στήριξή της προς τις σουφραζέτες και το αίτημα ψήφου τους, έγινε μέσα από μία ταξική οπτική διαφοροποιημένη από τις αστικές πολιτικές ενισχύοντας τις εργαζόμενες γυναίκες[1].

Θα πρέπει να αναφέρουμε επίσης την Ρωσική Επανάσταση του 1917 και την Σοβιετική Ένωση μέχρι την δεκαετία του 1930, όπου εκτός από το νέο πολιτικό φαινόμενο και τις νέες οικονομικές πολιτικές δημιουργήθηκαν και νέα μοντέλα διαχείρισης της οικογενειακής ζωής καθώς και νέες μορφές σεξουαλικών σχέσεων. Ανάμεσα στα επαναστατικά μέτρα μιας κοινωνίας υποτίθεται πιο πίσω από τις δυτικοευρωπαϊκές [2] ήταν η αποποινικοποίηση της ομοερωτικής πράξης (γνωστή και ως σοδομισμός), της μοιχείας και της αιμομιξίας, το αυτόματο διαζύγιο (με την αίτηση του ενός από τα 2 μέλη), οι ελεύθερες και δωρεάν αμβλώσεις, ο πολιτικός γάμος ανάμεσα όχι μόνο σε άτομα του ίδιου φύλου, αλλά και ανεξαρτήτως αριθμού των συμμετεχόντων σε αυτόν[3], ο περιορισμός των εξουσιών της Εκκλησίας, η κατάργηση της πατριαρχικής εξουσίας μέσα στην οικογένεια μέσα από διατάγματα, η δυνατότητα οικονομικής ανεξαρτησίας και σεξουαλικού αυτοπροσδιορισμού της γυναίκας, η θέσπιση κοινόχρηστων κουζινών και κέντρων φροντίδας για τον απεγκλωβισμό της γυναίκας από τον οικιακό χώρο, ενώ υπάρχουν ακόμα και καταγεγραμμένα παραδείγματα επαναπροσδιορισμού φύλου την δεκαετία του ’20[4].

Στα γραπτά της Κολλοντάι και του Τρότσκι μπορεί κανείς και καμιά να δει τη δυναμική μιας επαναστατημένης κοινωνίας που προσπαθούσε να αλλάξει όλες τις σφαίρες της ζωής, όχι μόνο τις σχέσεις εκμετάλλευσης αλλά και τις σχέσεις καταπίεσης. Οι Μπολσεβίκοι ενθάρρυναν κινήσεις χειραφέτησης σε διεθνές επίπεδο και έστελναν ανοιχτά ομοφυλόφιλους αντιπροσώπους [5] για διεθνή εκπροσώπηση της επανάστασης, καθώς και στα συνέδρια της «Παγκόσμιας ένωσης για τη σεξουαλική μεταρρύθμιση»[6].

Όμως η δεκαετία του ’30, στην Σοβιετική Ένωση, σταμάτησε αυτή την δυναμική και ζητήματα σεξουαλικότητας και φύλου έπαψαν να θεωρούνται μέρος μιας συνολικά επαναστατικής λογικής και ισότιμα με ζητήματα οικονομικής φύσεως. Η απομόνωση της επανάστασης, ο περιορισμένος χρόνος και οι περιορισμένες υλικές συνθήκες, έφεραν πλήγματα σε κοινωνικού χαρακτήρα ζητήματα που προσπάθησαν να βάλουν μέχρι τότε οι Ρώσοι επαναστάτες[7].

BlackCatProtestx390-(One-Archives)Αργότερα τα θέματα της σεξουαλικής και έμφυλης καταπίεσης βρήκαν την χωρική τους έκφραση στην Αμερική και πάλι με αφορμή τις σχέσεις εκμετάλλευσης. Την δεκαετία του ’50 κατά την περίοδο της μεταπολεμικής οικονομικής ανάκαμψης ενορχηστρώθηκε από την αμερικανική αστική τάξη σκληρή ιδεολογική και πολιτική επίθεση με στόχο τον συνδικαλισμό και τις αριστερές οργανώσεις και με σημαία έναν χυδαίο αντικομμουνισμό. Σε αυτή την επίθεση συμπεριλαμβάνονταν και τα ζητήματα φύλου. Μετά τον Β’Π.Π. ξαναπροβάλλονται: το στερεότυπο της θηλυκής γυναίκας, ο μονογαμικός αιώνιος έρωτας και προφανώς το απαύγασμα, για την συντήρηση ενός τέτοιου συστήματος, ο θεσμός της πυρηνικής οικογένειας με έμβλημα την πατριαρχία. Την ίδια στιγμή, το 1952, η ένωση Αμερικανών Ψυχιάτρων συμπεριλαμβάνει την ομοφυλοφιλία στην λίστα με τις ψυχικές ασθένειες, με αποτέλεσμα τις διακρίσεις στους χώρους δουλειάς, την καταπίεση, την καταστολή και τις βραδινές επιχειρήσεις “σκούπας”. Σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο, προφανώς δεν χωρούσαν τα L.G.B.T. άτομα που τοποθετούνταν στο περιθώριο.

Οι λιγοστές οργανώσεις που υπάρχουν μέχρι τότε δρουν με συνωμοτικό τρόπο και κατά τα πρότυπα του Κομμουνιστικού Κόμματος Η.Π.Α. Μερικές από αυτές είναι η “Chicago Society for Human Rights” που ιδρύθηκε το 1924, η λεσβιακή ακτιβιστική οργάνωση “Daughters of Billitis”, που ιδρύθηκε το 1955 και διεκδικούσε ισότιμα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, καθώς και η οργάνωση “San Fransisco Society for Individual Rights”, που ιδρύθηκε το 1964. Μια από τις οργανώσεις της εποχής, που πρωτοστάτησε στην επερχόμενη εξέγερση του Stonewall, ήταν και η “Mattachine Society” [8] που ιδρύθηκε το 1950 στο Λος Άντζελες από τον μαρξιστή Harry Hay και άλλους κομμουνιστές, ενώ ακολούθησαν και το μοντέλο του κομμουνιστικού κόμματος, όπως την οργάνωση σε πυρήνες και σε άλλες πόλεις, πριν αυξηθούν αριθμητικά σε μια πιο φιλελεύθερη και μεταρρυθμιστική μορφή οργάνωσης που διεκδικεί πολιτικά δικαιώματα το 1961. Τη δεκαετία του ’60 τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν, καθώς αναπτύσσονται με γοργούς ρυθμούς επαναστατικά κινήματα αμφισβήτησης. Το επίκεντρό τους ήταν οι πανεπιστημιακές κοινότητες, αλλά σύντομα απλώθηκαν σε όλο το κοινωνικό και πολιτικό φάσμα. Οι αγώνες για την φυλετική ισότητα και τα ίσα δικαιώματα, μαζί με τα αντι-ιμπεριαλιστικά και αντιπολεμικά κινήματα φέρνουν μεγάλες ανατροπές και μέσα στο ίδιο το πολιτικό κατεστημένο. Ένα χρόνο πριν την εξέγερση του Stonewall έχουμε τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, τον Μάη του ’68 στην Ευρώπη, τους ολυμπιακούς αγώνες και τις εξεγέρσεις στην πόλη του Μεξικό. Αν συμπεριλάβουμε και την πληθώρα πολιτικο-κοινωνικών κινημάτων, όπως το 2ο κύμα του φεμινισμού, αλλά και καλλιτεχνικών κινημάτων, καταλαβαίνουμε ότι η σεξουαλική και έμφυλη εξέγερση το 1969, ήταν θέμα χρόνου να συμβεί.

Stonewall_still1Το Gay Liberation Front (G.L.F.), ένα από τα αποτελέσματα της εξέγερσης του ’69, άρχισε πέραν των άλλων να εκφράζει και τμήμα των μέχρι τότε υποστηρικτών του “Mattachine Society”, τα αιτήματα του οποίου περιστρέφονταν πια καθαρά μόνο γύρω από ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα. Η αναφορά του G.L.F. βρίσκεται στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του Βιετνάμ και της Αλγερίας, αλλά και στην θεώρηση του πως η ετεροφυλοφιλία είναι ένα κατάλοιπο πολιτισμικών αναστολών. Πίστευε επίσης ότι αλλαγή στην ζωή των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων θα έρθει μόνο μέσα από την αποξήλωση των αστικών θεσμών και χωρίς την επικράτηση των 2 κυριάρχων έμφυλων προτύπων. Εκτός από την εναντίωσή του στους έμφυλους ρόλους, το G.L.F. ήταν και ενάντια στον θεσμό της βιολογικής και πυρηνικής οικογένειας. Μέσα στην πολιτική ιδεολογία του συγκεκριμένου ενιαίου μετώπου ήταν επίσης – και από αντικαπιταλιστική σκοπιά – η πάλη ενάντια στον μιλιταρισμό, τον σεξισμό, υπέρ των οικολογικών ζητημάτων και η συστράτευση με το φεμινιστικό κίνημα “National Organization for Women” (N.O.W.). Μέσα στους πρώτους στόχους του G.L.F.[9] ήταν και η διοργάνωση πορείας μερικές μέρες μετά τα επεισόδια στο μπαρ Stonewall, με διεκδικήσεις όπως να σταματήσουν οι παρενοχλήσεις από την αστυνομία, η ανάκληση των νόμων περί σοδομισμού, καθώς και η θέσπιση νομοθεσίας κατά των διακρίσεων, προσπάθεια που απέδωσε καρπούς 1 χρόνο μετά, με την πρώτη πορεία μνήμης για τα γεγονότα της 28ης Ιουνίου 1969[10].

Όμως και στην Ελλάδα στα μέσα του ’70 και αρχές του ‘80, κυρίως το Α.Κ.Ο.Ε. (Απελευθερωτικό Κίνημα Ομοφυλόφιλων Ελλάδας), αλλά και το περιοδικό του «ΑΜΦΙ», περιελάμβανε όλα τα μηνύματα της προηγούμενης δεκαετίας, όπως του Παρισινού Μάη του ’68, την άνοδο του γυναικείου και του ΛΟΑΤ κινήματος, των Μαύρων Πανθήρων κλπ, τοποθετώντας τα ζητήματα καταπίεσης των ΛΟΑΤ ατόμων σε ιδεολογικο-πολιτικά πλαίσια[11]. Βλέποντας την συσχέτιση του πολιτικο-οικονομικού αγώνα με την καταπίεση ετεροφυλόφιλων και ομοφυλόφιλων – όπως χαρακτηριστικά ανέφερε – κάτω από τις ίδιες αστικές δομές, είχε στις βασικές του αρχές την συνένωση των αγώνων «με σκοπό μια ελεύθερη σεξουαλικότητα σε μια ελεύθερη κοινωνία». Στους στόχους και τις διεκδικήσεις του περιλαμβάνονταν η «προώθηση της συνεργασίας του με όλες τις ομάδες και οργανώσεις για την απελευθέρωση της Γυναίκας, τις νεολαίες και τα πολιτικά κόμματα της Αριστεράς, τις πολιτιστικές οργανώσεις και τα διάφορα ριζοσπαστικά κινήματα, τους συλλόγους εργαζομένων, διανοούμενων, καλλιτεχνών και μαζικών λαϊκών φορέων. Η παραπάνω συνεργασία δεν μπορεί παρά να εδράζεται πάνω στην βάση μιας σεξουαλικής επανάστασης ως αναπόσπαστου μέρους της κοινωνικής επανάστασης, μέσα από την οποία θα ανατραπούν οι δομές της ταξικής κοινωνίας και θα σημάνει η ώρα για μια καλύτερη κι ελεύθερη ζωή για όλους τους ανθρώπους»[12], καταλήγει το διακηρυκτικό του πλαίσιο.

[1] Τζ. Λόριτσον και Ντέιβιντ Θόρντσαιντ, Τα πρώτα κινήματα για την απελευθέρωση των ομοφυλόφιλων: 1864-1935, Time Change Press, Νέα Υόρκη, 1974. / [2] Η Σοβιετική Ένωση κατάφερε εκτός από τα γυναικεία δικαιώματα να θεσπίσει ζητήματα υπέρ των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, 90 χρόνια πριν το Ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ καταργήσει όλους τους νόμους για «σοδομισμό», ενώ και η Αμερικανική Ψυχιατρική Ένωση διατήρησε την ομοφυλοφιλία στα βιβλία της ως ψυχική διαταραχή μέχρι το 1973. / [3] Σήμερα διεθνώς αυτή η πρακτική είναι γνωστή με τον όρο «Polyamory» και στα ελληνική βιβλιογραφία με τον όρο «Πολυσυντροφικότητα» και «Ανοιχτές Σχέσεις». / [4] Sherry Wolf, “Sexuality and Socialism, History, Politics and Theory of LGBT Liberation”, The Myth of Marxist Homophobia, “The Sexual Revolution in Russia” (88-100), Haymarket Books, 2009. / [5] (ο.π.) «Ο ανοιχτά ομοφυλόφιλος Grigorii Chicherin ήταν υπουργός δημοσίων σχέσεων και υπηρέτησε σε αυτή την θέση από το 1918 μέχρι το 1930. Δούλεψε επίσης μαζί με τον αρχηγό του Κόκκινου Στρατού Trotsky στις διαπραγματεύσεις στο Brest-Litovsk.» / [6] LGBTQ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ, “Γιατί μια ομάδα ΛΟΑΤ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ σήμερα; (12/02/2014)», (https://lgbtqantarsya.wordpress.com/2014/02/12/why-today/#more-13) / [7] Μετάφραση της Ζήνας Λιναρδοπούλου, «Η σεξουαλική επανάσταση στην Ρωσία» της Sherry Wolf, περιοδικό Σπάρτακος, σελ. 59-65, τεύχος Νο 116, Μάιος 2015. / [8] Το όνομά τους το πήραν από ομάδα μασκοφόρων της μεσαιωνικής και αναγεννησιακής Γαλλίας γνωστών και ως “Societe Mattachine” που απαρτίζονταν από ανώνυμους και ανύπαντρους άντρες και τάσσονταν μέσα από τελετουργικούς χορούς ενάντια στην καταπίεση. Σύμφωνα με τον Jonathan Katz, οι ομοφυλόφιλοι της δεκαετίας του ’50 αισθάνονταν κάπως έτσι, φορώντας δηλαδή μια μάσκα και ως ανώνυμοι και άγνωστοι προσπαθούσαν να βοηθήσουν τους εαυτούς τους και άλλους στην αποκατάσταση και την αλλαγή, μέσα από τον αγώνα. / [9] Το συγκεκριμένο μέτωπο όμως και λόγω των εσωτερικών προστριβών αλλά και λόγω της δικής του αδυναμίας να συνδεθεί με το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα, διαλύθηκε μετά από 3 χρόνια αφήνοντας μόνη την φιλελεύθερη και την συντηρητική πτέρυγα του κινήματος. / [10] Μιχάλης Πισσαρίδης, «Η εξέγερση των LGBT ή αλλιώς “Pride”. 45 χρόνια από την “εξέγερση του Stonewall”», Περιοδικό Σπάρτακος, τεύχος Νο 114, σελ. 51-54, Ιούνιος 2014. / [11] Μιχάλης Πισσαρίδης, «Ελληνικό LGBTQ κίνημα: το παράδειγμα του Α.Κ.Ο.Ε.», Περιοδικό Σπάρτακος, σελ. 14-19, Τεύχος 115, Νοέμβριος 2014. / [12] Λουκάς Θεωδορακόπουλος, «ΑΜΦΙ και Απελευθέρωση», εκδ. Πολύχρωμος Πλανήτης.

Εκτός όμως από την αριστερή προσέγγιση στα παραπάνω ζητήματα, η Α.Κ.Ε.Α. είναι και ένα σχήμα που δραστηριοποιείται στα πλαίσια ενός επιστημονικού συλλόγου.

Ο χώρος δεν είναι ουδέτερος

Μπορεί με μία πρώτη ματιά η σχέση μεταξύ του έμφυλου ζητήματος, της σεξουαλικότητας και ενός οικοδομικού αρχιτεκτονικού όγκου να μην υπάρχει άμεσα, εκτός αν θεωρήσει κανείς και καμία ότι ο τρόπος που παράγεται αυτός από τον ίδιο τον αρχιτέκτονα ή την αρχιτεκτόνισσα και οι χρήσεις του, μπορεί εν δυνάμει να τον καταστήσουν – τελικά – ως έναν έμφυλο χώρο. Το έργο του μαρξιστή φιλοσόφου Henri Lefebvre αποτελεί ένα χρήσιμο θεωρητικό πλαίσιο για να σκεφτούμε το πώς η αναπαράσταση του έμφυλου χώρου, βοηθάει στην παραγωγή του κοινωνικού χώρου αλλά και παράγεται από αυτόν.

maxresdefaultΑυτό αποτέλεσε και ένα από τα στοιχεία αναζήτησης των ίδιων των φεμινιστριών, «αλλά το να πούμε ότι ένα ορατό τελικό αποτέλεσμα που δεν επιδέχεται παραπέρα νοηματοδότησης και μετασχηματισμού όπως είναι ένα οικοδόμημα σε σχέση με ένα μεταλλασσόμενο κοινωνικά χώρο, θα μας οδηγήσει σε μια ουσιοκρατική αντίληψη της σεξουαλικής ταυτότητας. Η διαμόρφωση ταυτότητας είναι μια διαδικασία δυναμική και όχι στατική. Εμπεριέχει την ασάφεια την αστάθεια και την σχετικότητα»[13]. Από την άλλη όμως, ανθρωπολόγοι έχουν επίσης επιχειρηματολογήσει, ότι όπως ο χώρος παράγεται πολιτισμικά και κοινωνικά, έτσι και η αρχιτεκτονική ως ένα από τα κομμάτια του χώρου περιλαμβάνει μέσα της νοήματα, καταλήγοντας και η ίδια ως ένα κοινωνικά κατασκευασμένο «αντικείμενο» αυτή την φορά[14]. Οι εργασίες των David Harvey και Edward Soja για την διαλεκτική σχέση μεταξύ κοινωνίας και χώρου είναι μεγάλης σημασίας στην διατύπωση ότι ο χώρος παράγεται κοινωνικά, και ταυτόχρονα αποτελεί μια συνθήκη της κοινωνικής παραγωγής. Αντίστοιχα φεμινίστριες γεωγράφοι υποστηρίζουν ότι ο χώρος και παράγει σχέσεις φύλου, και παράγεται από αυτές. Στην συνέχεια της σκέψης τους αναφέρουν πως εάν το φύλο κάνει διαφορά στον τρόπο που μας συμπεριφέρονται αλλά και στο πως εμείς συμπεριφερόμαστε στον εαυτό μας, τότε αυτή η κοινωνική συνθήκη πρέπει να έχει κάποια επίπτωση και στους χώρους που δημιουργούμε και χρησιμοποιούμε.

Η χωρικότητα ως αναλυτικό εργαλείο επιτρέπει πολλαπλές αναγνώσεις και για την έννοια της σεξουαλικότητας, αλλά και η ίδια η σεξουαλικότητα ως αναλυτικό εργαλείο διαμορφώνει διαρκώς τον χώρο, μέσα πάντοτε και στην χρονική διάσταση του εκάστοτε ιστορικού πλαισίου[15]. Σύμφωνα με την Βενετία Καντσά «ως κοινωνικά κατασκευασμένος ο χώρος είναι πέρα από έμφυλος και σεξουαλικοποιημένος, ενώ τόσο το φύλο όσο και η σεξουαλικότητα κατασκευάζονται με αναφορά στο χώρο»[16].

[13] Γιώργος Μαρνελάκης, συνέντευξη στο «10%», (http://www.10percent.gr/old/issues/200706/03.html). / [14] Σάσα Λαδά. «ΦΥΛΟ ΚΑΙ ΧΩΡΟΣ: Αρχικές προσεγγίσεις και νέα ερωτήματα ή μεταξύ ορατών και αοράτων». Η εισήγηση παρουσιάστηκε στο συνέδριο «Το φύλο, τόπος συνάντησης των επιστημών: Ένας πρώτος ελληνικός απολογισμός», Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Γυναίκες και φύλα: Ανθρωπολογικές και ιστορικές προσεγγίσεις», 11 & 12 Οκτωβρίου 2003, Μυτιλήνη. / [15] Δέσποινα Σαρηγιαννάκη, «Αστικός Χώρος και Σεξουαλικότητα στον δυτικό κόσμο κατά τον 19ο αιώνα: Από τις χωριστές σφαίρες στον σεξουαλικοποιημένο χώρο», Εργασία Ά Εξαμήνου 2012-2013, Διδάσκων Γιάννης Γιαννιτσιώτης, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Γυναίκες και φύλα: Ανθρωπολογικές και ιστορικές προσεγγίσεις». / [16] Καντσά Β., 2010, Περπατώντας Αγκαλιασμένες στους δρόμους της Αθήνας: Ομόφυλες Σεξουαλικότητες σε Αστικά Περιβάλλοντα. Αμφισβητούμενοι Χώροι: Χωρικές προσεγγίσεις του Πολιτισμού. Κώστας Γιαννακόπουλος και Γιάννης Γιαννιτσιώτης (επιμ.), Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρια, 195-226.

Δημόσιο-Ιδιωτικό

Το ζήτημα των χωρικών ορίων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, τόσο σε συστήματα συγγένειας όσο και σε ευρύτερες κοινωνικές σχέσεις, τίθενται από φεμινίστριες, καταστώντας τα κρίσιμα όχι μόνο για τον φεμινισμό αλλά και για τους πολεοδόμους και τους ιστορικούς. Η ανάπτυξη μελετών και ερευνών που εξετάζουν τους διαφορετικούς χώρους στους οποίους τοποθετούνται πολιτισμικά άνδρες και γυναίκες καταδεικνύουν τον ιδιαίτερο ρόλο που έχει ο χώρος για τον συμβολισμό και την επιβολή σχέσεων φύλου.

Marsha_SylviaΒέβαια πολλές φορές τα όρια αυτά δεν είναι ευκρινή και οι δύο αυτές χωριστές σφαίρες συγχωνεύονται η μία μέσα στην άλλη. Το ζήτημα του φύλου αλλά και η σεξουαλικότητα διαχέονται στον χώρο με τέτοιον τρόπο που αυτός δεν διχοτομείται απλώς σε ιδιωτικό και δημόσιο, αλλά μεταμορφώνεται διαρκώς με έμφυλο και σεξουαλικό κυρίως τρόπο. Σύμφωνα με την Δέσποινα Σαρηγιαννάκη ουδέποτε υπήρξαν αυστηρά ξεχωριστές σφαίρες ιδιωτικού και δημοσίου βίου, αλλά αυτά τα δύο ιδεατά σχήματα εξυπηρέτησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα στερεοτυπικές αντιλήψεις της Δυτικής φιλοσοφικής σκέψης σχετικά με την «θηλυκή παθητικότητα» και την «ενεργή αρσενικότητα». Αν ο αστικός χώρος της Ευρώπης του 19ου αιώνα ήταν εκείνος που καθιέρωσε τον οικιακό χώρο ως κατεξοχήν γυναικείο πεδίο και τον δημόσιο χώρο ως κατεξοχήν αντρικό[17], βρισκόμαστε ακριβώς σε εκείνο το μεταίχμιο της κατάρρευσης κατά το τέλος του 19ου, όπου λόγω της αστικοποίησης και της διαμόρφωσης των πόλεων σε μητροπόλεις, έμφυλες και σεξουαλικές συμπεριφορές που μέχρι τότε θεωρούνταν απρεπείς, πλέον γίνονται αποδεκτές και κανονικοποιούνται στην χωρικότητα της αστικής μητρόπολης. Η σεξουαλικότητα δημοσιοποιείται βγαίνοντας από τα στενά όρια του οίκου ή του οίκου ανοχής. Εργαζόμενες γυναίκες περιφέρονται με θάρρος στις μεγαλουπόλεις ερωτικοποιώντας τον δημόσιο χώρο και αποτελώντας «αστικό θέαμα», κάνοντας πολλές φορές δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ της γυναίκας που απλώς κυκλοφορεί στον δημόσιο χώρο και της πόρνης, λόγω του ότι οι γυναίκες δεν πληρούσαν πια το πρότυπο της θηλυκής παθητικότητας. Ταυτόχρονα και η διάσταση της πορνείας στον αστικό χώρο επαναπροσδιορίζεται, καθώς όλοι οι χώροι μέσα στην πόλη μπορεί να είναι τόσο σεξουαλικά φορτισμένοι όσο και ένα «αξιοπρεπές σπιτικό». Αντίστοιχα και η ομόφυλη σεξουαλικότητα επηρεάζεται και επηρεάζει την αστική χωρικότητα καθώς ο «ιδιωτικός χώρος» απομονωμένων και εγκαταλελειμμένων μερών των πόλεων στις οποίες συνέβαιναν αυτές οι πρακτικές, μετατρέπεται πλέον σε «δημόσιο» μέσω της συγκεκριμενοποίησης της παρουσίας αυτών των πρακτικών στον αστικό ιστό. Τα μπαρ, τα καφέ, τα εστιατόρια, τα πολυκαταστήματα, τα πάρκα, οι κήποι και άλλοι δημόσιοι χώροι παρουσιάζονται να ευνοούν την άνθηση της ομοφυλόφιλης σεξουαλικότητας. Παρατηρούμε δηλαδή ότι η φύση της υποκειμενικότητας στην δημόσια σφαίρα αλλάζει, μέσα από την υλικότητα του χώρου που συμβάλλει σημαντικά στον σχηματισμό κοινωνικών ταυτοτήτων[18]. Με άλλα λόγια το ποιος είσαι, καθορίζεται από το που βρίσκεσαι και το τι βλέπεις.

Μια ακόμη διχοτομική διάκριση που παράγεται από το δίπολο «Δημόσιος-Ιδιωτικός χώρος» είναι ότι εκτός του ότι το ιδιωτικό ταυτίζεται με την γυναίκα και το δημόσιο με τον άντρα, ιδεολογία πατριαρχική και καπιταλιστική την ίδια στιγμή, υπάρχει ταυτόχρονα και μια αντίληψη κατά την οποία ο ιδιωτικός χώρος παρέχει δυνατότητες για μια υγιή και ασφαλή σεξουαλικότητα, ενώ ο δημόσιος ουσιαστικά φιλοξενεί παραβατικές μορφές σεξουαλικής συμπεριφοράς. Κατά μια αντιστοιχία θα μπορούσαμε να πούμε ότι σήμερα ο Δημόσιος χώρος είναι ταυτισμένος με τα 2 κυρίαρχα φύλα και εκεί όπου επιτρέπεται η έκφραση των ετερόφυλων σχέσεων, ενώ οι υπόλοιπες σεξουαλικές και φύλου περιθωριοποιημένες ομάδες περιορίζονται στον Ιδιωτικό χώρο. Χαρακτηριστική είναι και η έκφραση «Δεν με νοιάζει τι κάνεις στο κρεβάτι σου», που συχνά καταλήγει στο «φτάνει να μην το κάνεις μπροστά μου», υπονοώντας ότι ομοφυλόφιλες συμπεριφορές και η τρανς κατάσταση δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές στην δημόσια σφαίρα λόγω του ηθικού πανικού που θα προκαλέσουν. Καταλαβαίνουμε επομένως ότι με το να προσπαθούμε να βάλουμε χωρικά καλούπια σε εκφράσεις σεξουαλικότητας αλλά και ταυτότητας φύλου μέσα στην πόλη, καταδεικνύεται η πλασματικότητα και το πορώδες των κοινωνικών στεγανών μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού αστικού χώρου.

Τα ίδια τα σεξουαλικά υποκείμενα είναι τα μόνα που μπορούν να επαναδιαπραγματευθούν τις εννοιολογήσεις της πόλης, αλλά και η ίδια η πόλη είναι εκείνη που θα διαπραγματευτεί τις πολλαπλές σεξουαλικές της ταυτότητες.

[17] Peniston A. W., 2002, Pederasts, Prostitutes and Pickpockets in Paris of the 1870s. Journal of Homosexuality, Routledge, London, 177. / [18] Finn M., 2001, Sex and the City: Metropolitan Modernities in English History. Victorian Studies 44: 25-32.

Γεωγραφία της σεξουαλικής και κατά φύλο κουλτούρας

Σύμφωνα με τον Γιώργο Μαρνελάκη[19], οι παραπάνω διαδικασίες είναι στενά συνδεδεμένες με συγκεκριμένες χωρικές συνθήκες και παρόλο που τα ίχνη της λεγόμενης γκέι[20] κουλτούρας μπορούν να εντοπιστούν και σε μη-αστικές περιοχές, αυτή πάντα πραγματώνεται σε ένα πεδίο εξ’ ολοκλήρου αστικό. Το παραπάνω δεν σημαίνει μόνο ότι η γκέι κουλτούρα εντοπίζεται κατεξοχήν στην πόλη, αλλά και ότι το αστικό περιβάλλον είναι ένα από τα σημαντικότερα συστατικά στοιχεία της γκέι κουλτούρας. Όπως προσπάθησε να καταδειχθεί μέχρι τώρα, οι ομόφυλες πρακτικές [21] πάντα υπήρχαν, όμως μόλις τον 19ο αιώνα ονοματίστηκαν ως τέτοιες. Υπήρχε ελάχιστος χώρος κοινωνικά για να εκδηλωθούν ομόφυλες επιθυμίες, ενώ δεν υπήρχε και η γλώσσα για να αναγνωριστούν.

Παρόλο που υποστηρίζεται ότι η ανάδυση της γκέι κουλτούρας είναι στενά συνδεδεμένη με τον καπιταλισμό, στην πράξη, αυτή δεν εμφανίζονται παντού όπου υπάρχει ο καπιταλισμός, αλλά κυρίως στις πόλεις. Αντίθετα στενά συνδεδεμένη με τον καπιταλισμό είναι η πατριαρχία και οι καταπιέσεις.

Η μητρόπολη εμφανίζεται ως ο τόπος της αταξίας, της αναταραχής, των πολλαπλών πιθανοτήτων που ενθαρρύνει την ομόφυλη έκφραση και την αναζήτηση του φύλου, ενώ η αλλαγή του νοήματος της πυρηνικής οικογένειας και ο διαχωρισμός της σεξουαλικότητας από την αναπαραγωγή, ενισχύει την σχηματοποίηση των σεξουαλικών και φυλετικά προσδιορισμένων πολιτιστικών ταυτοτήτων και πρακτικών.

stonewall1Μέχρι και την δεκαετία του ’50 έχουμε την ανάπτυξη μιας διακριτής ομοφυλοφιλικής ταυτότητας, έστω και με την μορφή της υποκουλτούρας, καθώς και αυξανόμενα σημάδια μιας γκέι ορατότητας, ενώ καθοριστικό στοιχείο στην ανάδυση μιας ανοιχτά σεξουαλικής και κατά φύλο κουλτούρας με διακριτά χαρακτηριστικά διεκδικώντας την δική της ορατότητα, αποτέλεσε η γέννηση του απελευθερωτικού κινήματος από το ’69 (εξέγερση του Stonewall) και μετά. Σύμφωνα και πάλι με τον Γιώργο Μαρνελάκη, «Ο χώρος της πόλης αποδεικνύεται τελικώς σημαντικό στοιχείο για την επίτευξη της ορατότητας και θα μπορούσαμε να πούμε ότι η εδραίωση ορατών γκέι χώρων στις πόλεις είναι στην πραγματικότητα η χωρική έκφραση της διαδικασίας του λεγόμενου “coming out”. Είτε υπάρχει το γκέι χωριό είτε όχι γκέι νοήματα, σημασίες και πρακτικές πάντα μπορούν να βρεθούν αποσπασματικά και διασκορπισμένα στο αστικό πανόραμα, δημιουργώντας τις πόλεις μέσα στις πόλεις»[22].

Ο τρόπος με τον οποίο αναπαράγεται η κυρίαρχη γκέι κουλτούρα (απέναντι στις εναλλακτικές υποκουλτούρες) και η μέθοδος μέσω της οποίας αυτή προσπαθεί να κανονικοποιηθεί στην ευρύτερη κοινωνική ζωή, προϋποθέτει τους εμπορευματικούς θεσμούς. Ο Warner υποστηρίζει ότι, όπως η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν τις κατεξοχήν μη αγοραίες μορφές συσχέτισης για την ανάπτυξη άλλων ομάδων, έτσι και για τα λοατ άτομα απαιτούνται όλοι οι διαθέσιμοι πολιτισμικοί θεσμοί που διαμορφώνονται από την αγορά και το κεφάλαιο και συνήθως από λευκούς άντρες της μεσαίας τάξης. Παρόλα αυτά ούτε όλα τα γκέι άτομα είναι εύποροι καταναλωτές ούτε όμως η κατανάλωση περιορίζεται στο υλικό κομμάτι. Κατανάλωση σημαίνει επίσης ο τρόπος με τον οποίο δρα κάποιος μέσα στην πόλη, οι τρόποι και ο συμπεριφορές που έχει δημιουργώντας πρακτικές αναγνωριζόμενες και ως γκέι νόρμες. Οι παραπάνω εκφράσεις της κυρίαρχης γκέι κουλτούρας έχουν αποτρέψει πολλούς μη-λευκούς, μεγαλύτερους σε ηλικία και προερχόμενους από την εργατική τάξη από το να ταυτιστούν μαζί της, εντασσόμενοι ίσως σε άλλες υποκουλτούρες. Δημιουργείται όμως το εξής παράδοξο, σύμφωνα με τον Weeks[23], ότι υπάρχουν ομοφυλόφιλοι που δεν εγγράφονται στην γκέι κοινότητα, ενώ η γκέι κουλτούρα μπορεί να προσελκύει και μη-ομοφυλόφιλους.

tumblr_lcdz3dkhrn1qco5mio1_500Η Young[24] από την άλλη προτείνει την απελευθερωτική πόλη, μέσα στο περιβάλλον της οποίας θα αποφεύγεται η εγκατάσταση κάθε σεξουαλικής κουλτούρας ως κανονιστικού σχήματος, στα πλαίσια που έχει μία άνομη και πολύπλοκη αστική ζωή, επαναδημιουργώντας μάλιστα και σεξουαλικές μορφές που να μπορούν να ενσωματώσουν την ανοιχτότητα στην ποικιλομορφία και την διαφορετικότητα που απαιτεί ένας τέτοιος απελευθερωτικός τόπος.

Στην περίπτωση της Αθήνας εκτός του μέχρι πρότινος «γκέι χωριού» που αποτέλεσε το Γκάζι, υπάρχουν και οι μη καταναλωτικοί χώροι (κυρίως πάρκα) με σκοπό το ευκαιριακό σεξ, αλλά και εκείνοι οι αστικοί χώροι με ιστορία ή μη στον αγοραίο έρωτα.

Καταρχήν στην περίπτωση του Γκαζοχωρίου, χρησιμοποιήθηκαν παλιότερα νοήματα και συμβολισμοί που είχε ήδη ο χώρος, μεσοπολεμικά αλλά και κυρίως μεταπολεμικά, σε ομόφυλες πρακτικές, ενώ ο εξευγενισμός που εισήγαγε την διασκέδαση και την ψυχαγωγία στην περιοχή εκμεταλλεύτηκε και εμπορευματοποίησε αυτή την ιστορικά ομοερωτική διάθεση. Η όλη εμφάνιση αυτού του γκέι χωριού εξαφάνισε σύμφωνα με μαρτυρίες [25] τα λεγόμενα «ψωνιστήρια» που λάμβαναν χώρα στην περιοχή μέχρι και την δεκαετία του ‘90, καθώς και τον αγοραίο έρωτα τον οποίο έσπρωξε σε άλλες όμορες περιοχές. Η ιδιωτική πρωτοβουλία των κέντρων διασκέδασης συντονίστηκε με θεσμικές παρεμβάσεις κεντρικού χαρακτήρα όπως η πεζοδρόμηση της Ερμού, η Τεχνόπολη και το Μετρό, περιορίζοντας πλέον την γκέι ταυτότητα που χαρακτήριζε παλιότερα συνολικά την περιοχή μέσα στους ιδιωτικούς χώρους των μαγαζιών, ενώ ο δημόσιος χώρος πολλές φορές δεν κάνει πλέον ανεκτή την διαφορετικότητα[26]. Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση των πορνείων όπου είτε αναγκάζονται να φύγουν από την περιοχή (ως χρήση, ως υψηλή τιμή ενοικίου, ως «αναβάθμιση» γενικότερα), είτε εκσυγχρονίζονται – ακολουθώντας την εξέλιξη της περιοχής – σε “studio”.

Τα κεντρικά πάρκα κυρίως το Ζάππειο και το Πεδίο του Άρεως μετασχηματίζονται ριζικά κατά τις βραδινές ώρες και μετατρέπονται σε χώρους σεξουαλικής αναζήτησης – κατά την βιβλιογραφία «δημόσιο σεξ» – μια δραστηριότητα του αστικού χώρου αρκετά διαδεδομένη. Η έννοια «δημόσιο σεξ» είναι μια αντιφατική έννοια καθώς μια δραστηριότητα που θεωρείται από την τρέχουσα κουλτούρα μας ως επιτομή της ιδιωτικότητας, μεταφέρεται στο δημόσιο χώρο. Η ανάμιξη δημόσιου και ιδιωτικού απορυθμίζει το κανονιστικό δίπολο και μπλέκει τις δύο κατηγορίες όπως είδαμε και νωρίτερα. Έτσι το «δημόσιο σεξ» μοιάζει να είναι ταυτόχρονα και δημόσιο και ιδιωτικό. Όμως ο απορρυθμιστικός χαρακτήρας αυτής της πρακτικής δεν σταματάει εδώ, αλλά συνεχίζεται και στο ίδιο το υποκείμενο που συμμετέχει σε αυτήν. Η ιδιωτική μας σεξουαλική απόλαυση συμβαίνει ταυτόχρονα δημοσίως και απέναντι σε αγνώστους. Το ευκαιριακό σεξ δεν μας επιτρέπει να κατανοήσουμε αυτή την σχέση μεταξύ 2 ή περισσοτέρων ατόμων όπως αντίστοιχα μπορεί να συμβαίνει σε μια κοινωνική σχέση η μια ερωτική σχέση. Δηλαδή αυτή η πρακτική είναι μια μη αναγνωρισμένη ή νομιμοποιημένη κατάσταση για την κοινωνία, χωρίς την έγκρισή της και χωρίς άδεια, άτυπη και ανεπίσημη, που απορυθμίζει τελικώς και την ίδια την κανονιστική τάξη της κοινωνίας. Με αυτό τον τρόπο ο χώρος που παράγει δεν είναι σαφώς προσδιορισμένος, οριοθετημένος και χαρτογραφημένος. Είναι ένας χώρος που παράγεται μόνο κατά την τέλεση της πράξης, ξεφεύγοντας από τα κανονιστικά πλαίσια της πόλης. Όμως αυτό είναι που εμπεριέχει και την δυνατότητα για κάτι καινούριο, απρόβλεπτο και απροσδόκητο. Τη δημιουργία μιας νέας αντίληψης για την υποκειμενικότητα και την κοινωνικότητα, που διαρρηγνύει κανονιστικές συνθήκες πόλης και εαυτού.

Το ζήτημα των πορνείων και του υπαιθρίου αγοραίου έρωτα είναι ένα αρκετά μεγάλο θέμα από μόνο του, πάρα ταύτα, δεν υπάρχει ένα χωρικό είδος πορνείας, αλλά αυτά ποικίλλουν ανάλογα με την κουλτούρα του κοινού, καθώς και από τα ίδια τα υποκείμενα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο υπάρχουν και τα παραδοσιακά πορνεία, οι ιδιωτικοί χώροι προσφερόμενου έρωτα δηλαδή, που σε πείσμα των καιρών παραμένουν στον αστικό χώρο και εντοπίζονται κυρίως στο Μεταξουργείο, ενώ δεν θα πρέπει να ξεχνάμε και τα «studio», όπου η παρουσία τους έχει πια κανονικοποιηθεί στην αστική όψη της πόλης, ακολουθούμενα και αυτά πολλές φορές τις σύγχρονες επιταγές ανάπτυξης και εξευγενισμού.

[19] Γιώργος Μαρνελάκης, 2014, «Ανδρική γκέι κουλτούρα ενάντια στον ομοφυλόφιλο, γεωγραφίες και ιστορίες νοημάτων και πρακτικών», «Στενές επαφές φύλου, σεξουαλικότητας και χώρους, 7 κείμενα του Γιώργου Μαρνελάκη», εκδ. futura, σελ. 67. / [20] Οι δύο όροι «γκέι» και «ομοφυλόφιλος» είναι προϊόντα συγκεκριμένων συζητήσεων και ως γλωσσικές επινοήσεις φέρουν έντονα συμβολικές σχέσεις. Απέχουν πολύ από το να είναι συνώνυμοι παρόλο που και οι δύο περιγράφουν την ομόφυλη έλξη, καθώς έχουν κατασκευαστεί να μεταφέρουν διαφορετικές και αντικρουόμενες σημασίες. Ο όρος «ομοφυλόφιλος» κατασκευάζεται στα τέλη του 19ου αιώνα, ως ομπρέλα ονομασίας ομόφυλων πρακτικών που αντιτίθεται στην κοινωνικά κυρίαρχη ετεροφυλοφιλία, κατασκευάζοντας το μεταξύ τους δίπολο. Θα πρέπει να αναφέρουμε επίσης ότι ο όρος αυτός είναι στιγματισμένος αρνητικά ως ένας κλινικός και διαγνωστικός όρος που λειτουργεί σαν συσκευή ταξινόμησης προσπαθώντας να περιγράψει μια παθολογική και παρεκκλίνουσα σεξουαλική κατηγορία. Ενώ το κοινωνικό και πολιτιστικό πλαίσιο αυτής της λέξης προσδιορίζει ένα καταθλιπτικό, καταπιεσμένο και σκοτεινό άτομο, κλεισμένο στον εαυτό του με αισθήματα ενοχής και ντροπής. Αντίθετα ο όρος «γκέι» ξεκινά την δεκαετία του ’60 και εισάγεται από τους ίδιους τους ομοφυλόφιλους, σηματοδοτώντας μια κίνηση στρατηγικού προσδιορισμού, εννοώντας τον ανέμελο, τον ευδιάθετο και χαρούμενο άνθρωπο σε αντίθεση με τον ομοφυλόφιλο του παρελθόντος. Τόσο ο όρος «ομοφυλόφιλος», όσο και ο όρος «γκέι» είναι πολιτικοί. Ο ένας σηματοδοτεί την προσπάθεια για απαλλαγή από την καταπίεση, ο άλλος φανερώνει την ορατότητα, την απελευθέρωση και την διεκδίκηση. Ο Denneny λέει ότι: «ομοφυλόφιλος» και «γκέι» δεν είναι το ίδιο πράγμα. Γκέι είσαι όταν αποφασίσεις να δημιουργήσεις ένα ζήτημα πάνω σε αυτό. / [21] Γενικά περιγράφεται η σεξουαλική πρακτική και όχι κατ’ ανάγκη μια σεξουαλική ταυτότητα. / [22] Ο.π. / [23] Weeks Jeffrey, 1985, “Sexuality and its Discontents: meanings, myths and modern sexualities. London: Routledge and Kegan Paul. / [24] Young, Iris Marion (1990), “The ideal of Community and the politics of Difference”, Νέα Υόρκη, Routledge, σ.300-323./ [25] Κωστής Σπηλιώτης, “Το φαινόμενο του «εξευγενισμού»/gentrification. Η περίπτωση της Αθηναϊκής συνοικίας Γκαζοχώρι/Γκάζι”, Μάθημα: Αστική Ανθρωπολογία, Διδάσκων: Επ. Καθηγητής Λεωνίδας Οικονόμου, Β’ εξάμηνο, Ιούνιος 2013, Π.Μ.Σ. Κοινωνική και Πολιτισμική Ανθρωπολογία, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και πολιτικών Επιστημών. / [26] Χαρακτηριστικές είναι οι επιθέσεις που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια στην περιοχή με ομοφοβικό και τρανσφοβικό περιεχόμενο, ενώ ακόμα και οι επιχειρήσεις που προσελκύουν κοινό με διαφορετική σεξουαλικότητα και έμφυλη ταυτότητα, καλούν τους πελάτες τους να μην «προκαλούν» με την συμπεριφορά τους.

Χωρική έκφραση της καταπίεσης μέσω των διεκδικήσεων

Θα λέγαμε ότι η παθητική στάση που υπήρχε μέχρι το 1969 από τις περιθωριοποιημένες και καταπιεσμένες από πλευράς σεξουαλικότητας και ταυτότητας φύλου κοινωνικές ομάδες, έφτασε σε ένα τέλος. Η απλή εμφάνιση μέσα στην πόλη και η ανοχή που υπήρχε μέχρι τότε δεν ήταν πλέον αυτό που προσδοκούσε η λοατ κοινότητα και κομβικό ρόλο έκτοτε έπαιξε η οργή και η εναντίωση σε όλο αυτό το καταπιεστικό σύστημα, η διεκδίκηση ισότιμων δικαιωμάτων και η ίδια η αυτοοργάνωση του λοατ κινήματος.

Lesbian & Gay Pride, London 1985. (Photo by: Photofusion/UIG via Getty Images)

Lesbian & Gay Pride, London 1985. (Photo by: Photofusion/UIG via Getty Images)

Η μέχρι τότε παραχώρηση κάποιου χώρου στην έκφραση των λοατ ατόμων, από πλευράς αστικού συστήματος, έστω και με δυσκολίες, καθώς και η ταυτόχρονη συνεχόμενη ιστορικά εξέλιξη της εμφάνισης τους στον χώρο, σταμάτησε την παθητική ανάπτυξη αυτών των εκφράσεων. Ήταν τα γεγονότα του Stonewall το ’69, που διαμόρφωσαν τις συνθήκες για έναν ενεργητικό και διεκδικητικό ρόλο στην προσπάθεια χειραφέτησης λοατ συμπεριφορών και πρακτικών. Η προκλητική στάση της αστυνομίας στην καθημερινότητά μας, η χλεύη και οι επιθετικές συμπεριφορές οδήγησαν στη συσπείρωση και τη συστράτευση των καταπιεσμένων και στη δημιουργία ενός κινήματος αλληλεγγύης σε διάφορες γωνιές του πλανήτη. Απότοκα της ανάμνησης αυτών των πρακτικών είναι τα γνωστά φεστιβάλ Υπερηφάνειας που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και παρά τα εσωτερικά τους ζητήματα κατορθώνουν να υπάρχουν και να επεκτείνονται από πόλη σε πόλη μέχρι και σήμερα.

JS33915622Για αυτή την αλλαγή στην κουλτούρα, χαρακτηριστικό αποτέλεσε το “Pride” του 1985 στην Μεγάλη Βρετανία, το οποίο έγινε και πρόσφατα ταινία. Κατά την διάρκεια της μεγάλης απεργίας των Βρετανών ανθρακωρύχων την διετία 1984-1985, μια ομάδα της Βρετανικής LGBT κοινότητας οργάνωσε επιτροπή συμπαράστασης στους απεργούς. Στην πορεία μνήμης/Pride που ακολούθησε στο Λονδίνο, μια ομάδα ανθρακωρύχων απεργών ως αντιπροσωπεία του εργατικού σωματείου τους κατέβηκε και μάλιστα τέθηκε ως επικεφαλής της διαδήλωσης, καταδεικνύοντας την ανάγκη σύνδεσης των πολλαπλών αγώνων και της αλληλεγγύης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ τους, καθώς και την ανάγκη ύπαρξης ενός ευρύτερου πεδίου αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες που δραστηριοποιούνται στον ίδιο χώρο και στα ίδια περιβάλλοντα[27].

[27] Αυτό που δεν αναδεικνύεται στην ταινία είναι ότι και ο επικεφαλής του συνδικάτου ήταν στον λοατκι χώρο, στοιχείο που ίσως βοήθησε στην περαιτέρω συνεργασία των 2 χώρων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s