Εκσυγχρονισμός της Χωροταξικής και Πολεοδομικής νομοθεσίας ή αλλιώς πώς να μετατρέψετε τον χώρο σε παραγωγικό συντελεστή με fast-track διαδικασίες

Το παρόν κείμενο αποτελεί μια συμβολή από το σχήμα της Ενωτικής Αριστερής Πρωτοβουλίας Πολεοδόμων Χωροτακτών (ΕΑΠ ΠοΧ), το οποίο παρεμβαίνει και συμμετέχει στην Επιστημονική Επιτροπή της Ειδικότητας στο ΤΕΕ. Στόχος του κειμένου είναι η συμβολή στον δημόσιο διάλογο, επιδιώκοντας μια κριτική ματιά στην αντίληψη που συνοδεύει την επιχειρούμενη μεταρρύθμιση και στο σύστημα χωρικού σχεδιασμού που διαμορφώνεται, υπό το πλαίσιο του σχεδίου Νόμου «Εκσυγχρονισμός της Χωροταξικής και Πολεοδομικής νομοθεσίας»1.

‘’η ανάπτυξη της χωρικής οικονομίας του καπιταλισμού διατρέχεται από αντιτιθέμενες και αντιφατικές τάσεις. Απ’ τη μια πλευρά, απαιτείται να καταργηθούν οι χωρικοί περιορισμοί και οι περιφερειακές διακρίσεις. Όμως η ικανοποίηση αυτής της απαίτησης προϋποθέτει την παραγωγή νέων γεωγραφικών διαφοροποιήσεων, οι οποίες καθιερώνουν νέα προς υπέρβαση όρια. […] Η χωρικά άνιση ανάπτυξη του καπιταλισμού είναι αναπόφευκτη.”

David Harvey (1982), The Limits to Capital

Το νομοσχέδιο επιχειρεί μία σειρά από μεταρρυθμίσεις, που σύμφωνα με την από 31.07.2020 δημοσιευμένη παρουσίαση του Υπουργείου Περιβάλλοντος «θα συμβάλλουν στην βελτίωση και επιτάχυνση του χωρικού σχεδιασμού, στην προστασία του περιβάλλοντος και του δικαιώματος στην ιδιοκτησία και στην εθνική προσπάθεια για ανάπτυξη και επενδύσεις». Όσο για το τελευταίο δεν είχαμε καμία αμφιβολία, ωστόσο οι επιχειρούμενες διατάξεις και η ελλιπής τεκμηρίωση της αιτιολογικής έκθεσης που τις συνοδεύει μας δίνουν αρκετούς λόγους για να αμφιβάλλουμε για την επιτυχία των υπόλοιπων στόχων που έθεσε το Υπουργείο.

Το περιεχόμενο του Κεφαλαίου Α’ έρχεται ως συνέχεια των μεταρρυθμίσεων στο χωρικό σχεδιασμό που ξεκίνησαν κατά την διάρκεια της κρίσης και εισήγαγαν τις στρατηγικές επενδύσεις και τα εργαλεία χωροθέτησης τους, τα ΕΣΧΑΣΕ και τα ΕΣΧΑΔΑ (Ν. 3894/2010 και Ν. 3986/2011). Για πρώτη φορά, υπήρξε θεσμική πρόβλεψη σύμφωνα με την οποία κάθε επενδυτική πρόταση μπορεί να εγκαθιδρύσει καθεστώς σχεδιασμού ειδικά προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις και τις ανάγκες της, με δυνατότητες παρεκκλίσεων, εξαιρέσεων και τροποποιήσεων κάθε υφιστάμενης ρύθμισης και σχεδίου.

Τα Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια του άρθρου 11 αφορούν την χωροθέτηση στρατηγικών έργων, όπως για παράδειγμα η ανάπλαση του κέντρου της Αθήνας, το Εκθεσιακό Κέντρο Θεσσαλονίκης, αλλά και έργα στα πλαίσια Ολοκληρωμένων Χωρικών Παρεμβάσεων (π.χ. Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια Λιγνιτικών Ζωνών). Τα ΕΠΣ μπορούν να εκπονηθούν τόσο από το ΥΠΕΝ και τους φορείς αυτοδιοίκησης όσο και από ΝΠΔΔ και Αναπτυξιακές Εταιρείες του Δημοσίου. Οι ρυθμίσεις των ΕΠΣ, σε συνέχεια του ν. 4447/2016 είναι δεσμευτικές για τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΤΠΣ) και συμπεριλαμβάνουν τα ειδικά χωρικά σχέδια ΕΣΧΑΔΑ, ΕΣΧΑΣΕ, ΠΟΑΠΔ, ΠΟΤΑ τα οποία και εντάσσονται στις οικιστικές περιοχές των ΤΠΣ (άρθ. 10 παρ. α-γγ.).

Τα παραπάνω σχέδια θεσμοθετούν και πολεοδομούν ιδιωτικά έργα μεγάλης κλίμακας στον τομέα του τουρισμού, της βιομηχανίας και της ενέργειας σε δημόσιες και ιδιωτικές εκτάσεις πολύ μεγάλου μεγέθους, ανεξαρτήτως διοικητικών ορίων, οι οποίες θα προχωρούν με διαδικασίες fast – track και θα δημιουργούν τετελεσμένο γεγονός για τον πολεοδομικό σχεδιασμό των τοπικών κοινοτήτων, με τα ΤΠΣ να ακολουθούν. Το γεγονός πως η επικαιροποίηση του χωροταξικού σχεδιασμού καθυστερεί ακόμη περισσότερο και τα υφιστάμενα πλαίσια σε κρίσιμους τομείς είναι πλέον παρωχημένα τόσο σε εθνικό επίπεδο σχεδιασμού (π.χ. Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ, Βιομηχανίας, κ.ά.), όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα άσκησης ολοκληρωμένου στρατηγικού σχεδιασμού.

Από την άλλη, η πριμοδότηση της εκπόνησης των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων ανά δημοτική ενότητα, με την ταυτόχρονη απουσία ενός χωρικού σχεδίου σε επίπεδο Δήμου, εμποδίζει τον ολοκληρωμένο σχεδιασμό που απαιτεί μία ενιαία αντίληψη για την ανάπτυξη, την διοικητική λειτουργικότητα της χωρικής ενότητας και το κυριότερο την προστασία του περιβάλλοντος και του τοπίου (π.χ. νησιωτικά οικοσυστήματα, κ.ά.). Η εφαρμογή των ΤΠΣ στον εξωαστικό χώρο περιορίζεται στις περιμετρικές ζώνες επιρροής των οικιστικών περιοχών και των περιοχών παραγωγικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων (Περιοχές Ελέγχου Χρήσεων γης -ΠΕΧ), αποδυναμώνοντας έτσι τον ενιαίο σχεδιασμό του εξωαστικού χώρου.

Το νέο πλαίσιο που εισάγει το ΥΠΕΝ, αποτελεί συνέχεια όλων των μεταρρυθμιστικών νομοθετημάτων της τελευταίας δεκαετίας, τα οποία ξεκίνησαν με τον Εφαρμοστικό Νόμο του Μνημονίου (Ν. 3986/2011). Σκοπός είναι να μετασχηματιστεί το σύστημα χωρικού σχεδιασμού στην Ελλάδα, εισάγοντας έναν πιο φιλικό μηχανισμό στις επενδύσεις υποστηρίζοντας την ανάπτυξη χωρίς όρια. Υποβαθμίζει το στρατηγικό ολοκληρωμένο σχεδιασμό μέσα από την ενίσχυση των αποσπασματικών ειδικών σχεδίων και των εξαιρετικά διευρυμένων περιοχών επέμβασής τους έναντι των υπολοίπων. Ταυτόχρονα ενισχύει τον κατακερματισμό του χώρου και μετατρέπει τη γη σε επενδυτικό κεφάλαιο.

Οι διαφορετικές ταχύτητες εκπόνησης των ποικίλων επιπέδων σχεδιασμού και των τοπικών σχεδίων, χωρίς διοικητική και λειτουργική αναφορά, δημιουργούν σοβαρό ζήτημα ανταπόκρισης μεταξύ των επιπέδων σχεδιασμού, ακυρώνοντας στην πράξη τον ορισμό της «ανάδρασης» που επιχειρείται στο άρθρο 2 παρ. ιβ. Τοπικές κοινότητες, μικροί οικισμοί της υπαίθρου, ευαίσθητα οικοσυστήματα, δασικές περιοχές και περιοχές Natura, περιορίζονται ανάμεσα στα «ειδικά χωρικά» καθεστώτα των εξελισσόμενων επενδυτικών σχεδίων.

Αποσκοπώντας στην λεγόμενη “γαλάζια ανάπτυξη”, ο θαλάσσιος χώρος επιχειρείται να ρυθμιστεί αναλόγως ώστε να γίνει ένα νέο πεδίο παραγωγής κερδοφορίας. Σε αυτό το πλαίσιο, το 2021 συνιστά την προθεσμία για την κατάρτιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές επιταγές, και σε αυτό το πνεύμα κινούνται οι σχετικές διατάξεις του Κεφαλαίου Β’ του ν/σ.

Ουσιαστικά δεν αλλάζει σημαντικά το άρθρο 8 του Ν. 4546/18 παρά μόνο αφαιρούνται ζητήματα που σχετίζονται με την παράκτια ζώνη. Στην αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 22 αναφέρεται: “Με την προτεινόμενη ρύθμιση επιδιώκεται η οργάνωση του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, προς αποτελεσματικότερη εφαρμογή αυτού”. Αυτό όμως οδηγεί στην απεμπλοκή του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού από τον χωροταξικό σχεδιασμό της ξηράς, κυρίως από τον σχεδιασμό που καλύπτει τις παράκτιες περιοχές. Με τον νόμο 4546/2018 ο θαλάσσιος και ο παράκτιος χώρος ως ζώνη αποτελούν ενιαίο χωρικό σύνολο που χρήζει κοινής χωρικής θεώρησης και σχεδιασμού.

Η απεμπλοκή αυτή έχει ως αποτέλεσμα την αποφυγή των σχετικών αλληλοεπικαλύψεων μεταξύ παράκτιου χώρου και θάλασσας, κάνοντας έτσι πιο “χαλαρές” τις σχέσεις των δύο επιπέδων σχεδιασμού. Στοχεύοντας στην αποφυγή καθυστερήσεων ο θαλάσσιος σχεδιασμός αποσυνδέεται από τις συνθήκες του παράκτιου χώρου ανοίγοντας την πόρτα για πολλαπλασιασμό των παθογενειών στις ήδη επιβαρυμένες παράκτιες περιοχές. Είναι κομβικής σημασίας να λαμβάνονται υπόψη οι χωρικές προεκτάσεις των πολιτικών επιλογών θαλάσσιου σχεδιασμού σε σχέση με την ξηρά, καθώς τα μοναδικά χαρακτηριστικά κάθε περιοχής, αλλά και των κοινωνιών που διαμένουν εκεί, δε γίνεται να παραβλέπονται.

Η αφαίρεση του παράκτιου σχεδιασμού απο τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό δεν λαμβάνει υπόψη την έννοια του οικοσυστήματος. Δεν δύναται από περιβαλλοντικής άποψης να κατατμηθούν τα φυσικά ενδιαιτήματα, τα οποία μάλιστα έχουν τόσο στενή σχέση. Κατ’ επέκταση έρχεται σε σύγκρουση με την οδηγία 2014/89/ΕΕ, η οποία εντάσσει ως αναγκαιότητα τη διαχείριση των παράκτιων περιοχών. Η κλιματική κρίση είναι ακόμα μια θεματική που δεν αναδύεται επαρκώς στο νομοσχέδιο. Η απόσχιση των χερσαίων εδαφικών εκτάσεων από τον θαλάσσιο χώρο, πλήρως πληττόμενος απο την άνοδο της στάθμης των υδάτων σε μια νησιωτική χώρα όπως η Ελλάδα, εμφανίζει κενά στον σχεδιασμό και την ανησυχία για την κλιματικη κρίση. Επιπλέον, το άρθρο 23 εισάγει την αλλαγή της χρονικής περιόδου διαβούλευσης από δύο μήνες σε έναν τονίζοντας την προσπάθεια εδραίωσης των fast-track διαδικασιών.

Στο Κεφάλαιο Γ’ το άρθρο 34 εισάγει αμφιλεγόμενες διατάξεις, ριζοσπαστικές για ορισμένους, που ακουμπάνε ιστορικά χαρακτηριστικά του πολεοδομικού σχεδιασμού της Ελλάδας, όπως η μικροϊδιοκτησία. Κάποιοι θα πουν, πως από κάπου πρέπει να γίνει η αρχή για τον περιορισμό της εκτός σχεδίου δόμησης. Είναι όμως αυτή η φιλοσοφία πίσω από τη συγκεκριμένη διάταξη;

Εάν το νομοσχέδιο ήταν όντως ριζοσπαστικό, θα περιόριζε την οικιστική ανάπτυξη καθολικά χωρίς να βάζει στο στόχαστρο τη μικροϊδιοκτησία με καταφανώς άνιση μεταχείριση των μικρών και μεγάλων ιδιοκτητών. Το νομοσχέδιο επιχειρεί να αναδιοργανώσει και να αναδιανείμει την έγγεια ιδιοκτησία σε λίγα χέρια, αλλά και να επαναπροσδιορίσει τους όρους της οικιστικής ανάπτυξης στον εξωαστικό χώρο. Σύμφωνα με στοιχεία του ΤΕΕ2 αναμένεται να δημευθούν 4 εκ. ιδιοκτησίες, εάν η κείμενη διάταξη διατηρηθεί ως έχει. Ο αριθμός εκτοξεύεται αν αναλογιστεί κανείς ότι το νομοσχέδιο θα έχει αναδρομική ισχύ προς το δυσμενέστερο για τους πολίτες.

Κι αν κρίνεται μη αξιόπιστος ο συγκεκριμένος αριθμός, ποια ανάλυση θα μπορούσε να προσφέρει αξιόπιστα δεδομένα; Δυστυχώς, σήμερα δεν υπάρχουν αξιόπιστα ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία για την χωρική ανάλυση στον εξωαστικό χώρο και την εξέλιξη των εμπράγματων δικαιωμάτων. Ωστόσο, τα δεδομένα που θα προκύψουν με την ολοκλήρωση του κτηματολογίου, των δασικών χαρτών, της χάραξης των αιγιαλών και της οριοθετησης ρεμάτων είναι εκείνα που απαιτείται να αξιοποιηθούν για τη χάραξη της πολεοδομικής πολιτικής του αύριο, ρίχνοντας φως σε αθέατες πλευρές της οικιστικης ανάπτυξης όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα.

Μέσα σε 2-4 χρόνια χιλιάδες ιδιοκτήτες καλούνται να καταβάλουν σημαντικό μέρος των αποταμιεύσεων τους για να προλάβουν την έκδοση οικοδομικών αδειών. Στο σημείο αυτό να υπενθυμίσουμε ότι η έκδοση οικοδομικής άδειας στις περιοχές που δεν έχουν ολοκληρωθεί οι δασικοί χάρτες και το κτηματολόγιο, απαιτεί μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να εγκριθούν. Εν μέσω οικονομικής κρίσης και κορωνοϊού φαντάζει κακόγουστο αστείο η οικονομική αποστράγγιση που καλούνται να βιώσουν χιλιάδες ιδιοκτήτες. Ταυτόχρονα, το Υπουργείο παραγνωρίζει την περιβαλλοντική καταστροφή που μια ενδεχόμενη κατασκευαστική έκρηξη θα προκαλέσει.

Την ίδια ώρα που η μικροιδιοκτησία υφαρπάζεται, επιτρέπονται οι συνενώσεις οικοπέδων για μεγάλες τουριστικές μονάδες. Οι περιουσίες χιλιάδων πολιτών χάνουν αναδρομικά την εμπορική τους αξία αφού καθίστανται μη άρτιες και μη οικοδομήσιμες. Η υποτίμηση των αξιών συμπαρασέρνει τα ενυπόθηκα δάνεια προκαλώντας οικονομική καταστροφή στους δανειολήπτες και πονοκέφαλο στις τράπεζες, οδηγώντας σε ένα νέο γύρο κόκκινων δανείων με γιγαντιαίο αντίκτυπο στην οικονομία της χώρας. Οι επιπτώσεις της κρίσης των ενυπόθηκων δανείων στην Αμερική, το 2008, που συμπαρέσυρε παγκοσμίως τον χρηματοπιστωτικό κλάδο, είναι ακόμη ορατές σε μια χώρα που κοινωνικοοικονομικά αιμορραγεί. Όσοι λοιπόν, δεν έχουν τη δυνατότητα μέσα στην επόμενη διετία να βγάλουν οικοδομική άδεια, θα αναγκαστούν να εκποιήσουν τις περιουσίες τους σε εξαιρετικά μειωμένες τιμές, προς όφελος γειτνιάζοντων μεγάλων ιδιοκτησιών. Και αυτό διότι είναι σαφής, από τις διατάξεις (μέσα από κίνητρα, ειδικές προβλέψεις, εξαιρέσεις και απαγορεύσεις) η κατεύθυνση υπερσυγκέντρωσης γης σε τουριστικούς, βιομηχανικούς και άλλης χρήσης οργανωμένους υποδοχείς δραστηριοτήτων ή μεγαλοϊδιοκτησίες. Ως εναλλακτικό σενάριο εκμετάλλευσης προτείνουν την αγροτική ενασχόληση, αλλά εξαιτίας του μικρού μεγέθους των αγροτεμαχίων και αυτή καθίσταται ασύμφορη.

Στο Κεφάλαιο Θ’ – άρθρο 76 προβλέπεται η σύσταση του Ηλεκτρονικού Μητρώου Πιστοποιημένων Αξιολογητών Χωρικών Μελετών (ΜΑΧΜ). Το εν λόγω Μητρώο θα περιλαμβάνει ιδιώτες Αξιολογητές, οι οποίοι θα λειτουργούν υποστηρικτικά στις αρμόδιες Υπηρεσίες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων ανάθεσης, εκπόνησης και έγκρισης Χωρικής Μελέτης (είτε αυτή εκπονείται από την αρμόδια για την έγκριση της μελέτης ή επισπεύδουσα για την εκπόνησή της αρχή, είτε αυτή έχει ανατεθεί σε εξωτερικό Μελετητή). Το γεγονός αυτό, φέρει προφανείς αντιφάσεις καθώς ο έλεγχος από ιδιώτη, ο οποίος σε άλλη φάση δύναται να είναι ο μελετητής, ανοίγει την πόρτα σε αδιαφανείς μεθόδους κατά την αξιολόγηση. Οι ιδιώτες αξιολογητές ουσιαστικά αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας αρμοδιότητες που μέχρι σήμερα ανήκουν σε μηχανικούς του δημοσίου. Αυτό γεννά πολλαπλά προβλήματα. Αποδυναμώνονται οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του δημοσίου, οι οποίοι θεωρητικά υποστηρίζουν το κοινωνικό όφελος, και ενισχύεται ο ιδιωτικός έλεγχος μεταφέροντας την ευθύνη για “αυτοεξισορρόπηση” στην αγορά. Αυτή η προσπάθεια ωστόσο ενδέχεται να οδηγήσει σε αθέμιτες πρακτικές οι οποίες θα είναι δύσκολο να εντοπιστούν και να αντιμετωπιστούν. Η διάδραση των ελεγκτών και ελεγχόμενων είναι φυσικό και επόμενο να επιφέρει δεοντολογικά ζητήματα, ενώ ο παραδοσιακός ρόλος του κράτους παρακάμπτεται. Ο φιλόδοξος σχεδιασμός για την διεξαγωγή των απαραίτητων χωρικών σχεδίων στο σύνολο της χώρας είναι ένα στοίχημα που θέλει να πετύχει η κυβέρνηση, ωστόσο το ερώτημα είναι σε βάρος ποιου θα το καταφέρει. Το λεγόμενο outsourcing αξιολογητών ναι μεν αποτελεί μια fast-track λύση για την κάλυψη των αναγκών, αλλά διακυβεύεται η ποιότητα των αξιολογήσεων και κατ’ επέκταση των μελετών, η διαφάνεια και το κοινωνικό συμφέρον.

Ο εν λόγω θεσμός έρχεται να καλύψει τις πάγιες ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού στο δημόσιο, αντί να γίνουν κινήσεις ενίσχυσής του ή να υπάρξουν λύσεις όπως ορκωτοί αξιολογητές από ένα ειδικό σώμα αξιολογητών. Η ύπαρξη μιας κοινής δεξαμενής ελεγκτών και ελεγχόμενων, οδηγεί σε ένα πρόσφορο πεδίο συναλλαγών και παράτυπων διαδικασιών και σε ένα αθέμιτο πλαίσιο αδειοδότησης με την ευθύνη να μετακυλίεται στους υπαλλήλους του υποστελεχωμένου δημοσίου. Επιπλέον, η έλλειψη ενός σχετικού κανονιστικού πλαισίου εγείρει ερωτήματα σχετικά με τους μηχανισμούς εφαρμογής όπως για παράδειγμα το ποιος κατέχει τη νομική ευθύνη για τη διαδικασία, εάν οι προσωπικές πληροφορίες του αξιολογητή γίνονται γνωστές ή εάν παραμένει ανώνυμος κ.λπ..

Συπεράσματα

Η έλλειψη ουσιαστικής μακροχρόνιας τομεακής στρατηγικής σε συνδυασμό με την επιμονή σε ένα παραγωγικό μοντέλο βασισμένο στον τουρισμό και στις πρόσκαιρες επενδύσεις, με βραχυχρόνια οικονομικά οφέλη, καθιστούν την εφαρμογή του τρέχοντος συστήματος χωρικού σχεδιασμού ανίκανο να επιτύχει την βιώσιμη ανάπτυξη των περιοχών και την προστασία των φυσικών και πολιτισμικών πόρων. Ειδικότερα, η συγκεκριμένη Πολεοδομική και Χωροταξική μεταρρύθμιση αποτυγχάνει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ολοκλήρωσης του χωρικού σχεδιασμού της χώρας με ένα ενιαίο και αποτελεσματικό σύστημα αδειοδότησης, καθώς επίσης και να δώσει οριστικό τέλος στην άναρχη και αυθαίρετη δόμηση, η οποία χρησιμοποιείται ως πρόφαση για την αναδιανομή πλούτου μέσα από πολιτικές γης.

Την ίδια στιγμή βλέπουμε σε όλα τα επίπεδα σχεδιασμού να λαμβάνουν χώρα fast-track διαδικασίες παρακάμπτοντας θεσμοθετημένες διαδικασίες (βλ. Μεγάλος Περίπατος), παράγοντας ευκαιριακό κέρδος. Γίνεται λόγος για την κατάργηση των χωρικών περιορισμών και διακρίσεων, ενώ ταυτόχρονα οι χώροι μοιάζουν περισσότερο διαιρεμένοι και αποστειρωμένοι από τα περιβαλλοντικά και κοινωνικά τους χαρακτηριστικά. Βιώνοντας μια πρωτόγνωρη υγειονομική κρίση σε παγκόσμιο επίπεδο και αναμένοντας την εκτόξευση των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων, η υπερπαραγωγή νομοσχεδίων, ενώ ταυτόχρονα οι παραγωγικές δραστηριότητες βρίσκονται σε αναστολή, είναι μια αντίφαση που φαντάζει ειρωνική. Αυτή η διαπλοκή βρίσκει πρόσφορο έδαφος, ιδιαίτερα σε περιόδους κοινωνικής και οικονομικής απορρύθμισης που συνήθως συνοδεύεται από άκρατη καταστολή της πολιτικής έκφρασης (βλ. στοχευμένες απαγορεύσεις συναθροίσεων υπό το πρόσχημα της πανδημίας), εγκαθιστώντας νέα συστήματα ρύθμισης, ελέγχου και στρεβλής ανάπτυξης του χώρου.

Η προσπάθεια απογύμνωσης του χώρου από τα περιβαλλοντικά, κοινωνικά και πολιτικά του χαρακτηριστικά και η αναγωγή του σε ένα απλό παραγωγικό συντελεστή κέρδους, στοχεύει στην χωρική εξέλιξη της πρωταρχικής συσσώρευσης, οι οποία σε περιόδους κρίσης ή αλλιώς αναδιάταξης των συσχετισμών εξουσίας, βαθαίνει τους διαχωρισμούς και πολλαπλασιάζει της περιφράξεις με σκοπό την διευκόλυνση της κυκλοφορίας του κεφαλαίου και της αυξησης της υπεραξίας. Ωστόσο, οι συνθήκες του σήμερα και τα αδιέξοδα που μέχρι σήμερα έχει δημιουργήσει αυτό το μοντέλο, καθιστούν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη επανοικειοποίησης του χώρου ως ένα πεδίο υγιούς κοινωνικής αναπαραγωγής.


1.  Η διαβούλευση ολοκληρώθηκε στις 4.9.2020 (http://www.opengov.gr/minenv/?p=10910) και κατατέθηκε στη Βουλή στις 24.11.2020.

2. https://www.kathimerini.gr/economy/561112519/synechizontai-oi-antidraseis-gia-to-chorotaxiko-poleo domiko-nomoschedio/

Συντάκτης: Αριστερή Κίνηση Εργαζόμενων Αρχιτεκτόνων - ΑΚΕΑ

Συλλογικότητα άνεργων, μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων αρχιτεκτόνων, που δραστηριοποιείται στον ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ και όχι μόνο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s