Την Κυριακή 8 Φεβρουαρίου, έλαβε χώρα η εκδήλωση-συζήτηση που διοργανώσαμε ως Αριστερή Κίνηση Εργαζόμενων Αρχιτεκτόνων με τίτλο «Διεθνείς εμπειρίες εργαζόμενων αρχιτεκτόνων/μηχανικών/τεχνικών-Εργασιακές συνθήκες/δικαιώματα/διεκδικήσεις/αγώνες». Έγινε στο ελεύθερο αυτοδιαχειριζόμενο θέατρο ΕΜΠΡΟΣ και σε αυτή πήραν τον λόγο η Ιωάννα Τσιαμούρα, μέλος της ΑΚΕΑ και του Σωματείου Μισθωτών Τεχνικών, η Nihal Evirgen, μέλος της συλλογικότητας Άβολα Ερωτήματα στην Αρχιτεκτονική από την Τουρκία, ο Cameron McKay, γραμματέας του Τμήματος Εργαζόμενων Αρχιτεκτόνων του συνδικάτου Unite από τη Βρετανία και ο Mauro Sullam, μέλος της Ένωσης Εργαζόμενων Αρχιτεκτονισσών και Αρχιτεκτόνων από την Ιταλία.
Τα ερωτήματα που τέθηκαν στους/ις ομιλίτ(ρι)ες ήταν: Ποια είναι τα σημαντικότερα προβλήματα στις εργασιακές σχέσεις των εργαζόμενων αρχιτεκτόνων και τεχνικών σε κάθε χώρα; Ποιο είναι το ευρύτερο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον παραγωγής του δομημένου χώρου; Υπάρχουν σωματεία που καλύπτουν τους/τις εργαζόμενους/ες αρχιτέκτονες/ισσες και τεχνικούς και αν ναι ποια είναι η δράση τους. Ποιες πρωτοβουλίες αναλαμβάνει κάθε συλλογικότητα; Ποιοι είναι οι στόχοι και τι θα μπορούσε να γίνει στο μέλλον για να βελτιωθούν οι συνθήκες της εργαζόμενης πλειοψηφίας;
Δημοσιεύουμε εδώ τις τέσσερις εισηγήσεις μεταφρασμένες στα Ελληνικά:
- Ιωάννα Τσιαμούρα, ΑΚΕΑ, μέλος Σωματείου Μισθωτών Τεχνικών, Αθήνα-Ελλάδα
- Nihal Evirgen, Άβολα Ερωτήματα στην Αρχιτεκτονική / Mimarlıkta Rahatsız Edici Sorular, Άγκυρα-Τουρκία
- Cameron McKay, Τμήμα Εργαζόμενων Αρχιτεκτόνων / Section of Architectural Workers-SAW του συνδικάτου Unite, Λονδίνο-ΗΒ
- Mauro Sullam, Ένωση Εργαζόμενων Αρχιτεκτονισσών και Αρχιτεκτόνων / Unione Lavoratrici e Lavoratori in Architettura-ULLARC, Μιλάνο-Ιταλία

Ιωάννα Τσιαμούρα, ΑΚΕΑ, μέλος Σωματείου Μισθωτών Τεχνικών, Αθήνα-Ελλάδα
Πριν λίγες μέρες, οι εργαζόμενοι σε ένα από τα δημοφιλέστερα αρχιτεκτονικά γραφεία στον κόσμο, τους BIG Architects, ήρθαν σε σύγκρουση με την εταιρεία και διαδήλωσαν κάτω από τα γραφεία της, γιατί, εν ολίγοις, είδαν ότι τα κέρδη της εταιρείας πρέπει να διασφαλιστούν, ό,τι και αν σημαίνει αυτό για τους εργαζόμενους. Σε μια ιστορική συνθήκη, όπου αυτό τείνει να γίνεται νόμος παγκοσμίως, το κέρδος δηλαδή να μπαίνει πάνω από τις ζωές των εργαζομένων, η συγκεκριμένη συζήτηση μαζί με τα ερωτήματα που θέτει είναι από τις πιο αναγκαίες. Για να μπορέσουμε να ενώσουμε το παζλ των διεθνών εμπειριών σε μια κοινή αφήγηση για την αντιστροφή αυτής της άνισης εξίσωσης.
Οι εργασιακές σχέσεις των μισθωτών αρχιτεκτόνων και τεχνικών στην Ελλάδα
Οι εργασιακές σχέσεις των μισθωτών αρχιτεκτόνων και τεχνικών στην Ελλάδα του 2026 δεν ξεφεύγουν, λίγο-πολύ από τη συνολικότερη εικόνα που χαρακτηρίζει την εργασία και τη ζωή της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας σήμερα, ανεξαρτήτως κλάδου: των εργαζομένων που τρέχουν και δε φτάνουν και βλέπουν τον μισθό τους να εξανεμίζεται στα μέσα του μήνα.
Βασικό στοιχείο της σύγχρονης εργασιακής πραγματικότητας είναι η κυριαρχία της ατομικής διαπραγμάτευσης, έναντι της συλλογικής κατοχύρωσης. Μιλάμε για μια εργασιακή ζούγκλα, έναν κόσμο όπου πτυχία, γνώση και προϋπηρεσία αντικαθίστανται από skills και την ικανότητα να «πουλάς» καλύτερα τον εαυτό σου σε μια συνέντευξη, μόνη μπροστά από έναν εργοδότη για να πετύχεις κάθε φορά το καλύτερο deal.
Την εικόνα αυτή στον κλάδο μας ενισχύει η χρήση του Δελτίου Παροχής Υπηρεσιών, το γνωστό και πολύ διαδεδομένο «μπλοκάκι». Μπλοκάκι σημαίνει ότι για πολλούς από τους εργοδότες μας θεωρούμαστε «συνεργάτες». Όσο συνεργάτης βέβαια μπορεί να θεωρηθεί ένας εργαζόμενος υπό συνεχές καθεστώς επισφάλειας, με μηδενικά εργασιακά δικαιώματα, π.χ. αν είσαι μητέρα, αλλά υποχρεώσεις αντίστοιχες με εκείνες του μισθωτού.
Η καθημερινότητά μας ως μισθωτές αρχιτεκτόνισσες είναι ένα συνεχές κυνήγι deadlines. Είναι το 9ωρο -συχνά συμφωνημένο από την πρόσληψη-, είναι οι υπερωρίες, τις περισσότερες φορές απλήρωτες, το «τρέξε και δούλεψε» μέχρι τελικής, σωματικής και ψυχικής, εξάντλησης «για να βγει το project». Αυτή είναι η ουσία και η πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από τις στυλιζαρισμένες εικόνες της σύγχρονης αρχιτεκτονικής παραγωγής, όσο καλά και αν προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από το περιτύλιγμα της δημιουργικότητας και της αφοσίωσης, που «πού και πού απαιτούν θυσίες». Τα κεκτημένα του ωραρίου εξαφανίζονται, καθώς σημασία δεν έχει πόσο δούλεψες, αλλά ότι το project πρέπει να παραδοθεί στον πελάτη! Οι υπέρογκες απαιτήσεις των πελατών είναι ο νέος «νόμος» που «δικαιολογεί» το να δουλέψεις σαββατοκύριακο, 10ωρα και 13ωρα+ στα εργοτάξια – και αν αρνηθείς να το κάνεις θεωρείται αυτόματα δεν έχεις φιλοδοξίες ή μπορεί και να απολυθείς, όπως είδαμε πρόσφατα σε εταιρείες του κλάδου. Και όλα αυτά φυσικά για μισθούς εξαιρετικά χαμηλούς, ειδικά αν τους διαβάσουμε πλάι στην εκρηκτική ανάπτυξη στον κατασκευαστικό κλάδο. Είναι χαρακτηριστικά τα πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία από την κυβέρνηση που μιλούν για πλάνο 5.000 έργων υποδομής με συνολικό προϋπολογισμό που ξεπερνά τα €68 δισ. έως το 2030. Τα ποσά αυτά σε καμία περίπτωση δε μεταφράζονται σε βελτίωση των όρων εργασίας για τους εργαζόμενους. Αντίθετα, συνοδεύονται από την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης και την επέκταση του εργάσιμου χρόνου, αφού ο όγκος και οι χρόνοι υλοποίησης είναι τέτοιοι που λίγο πολύ για να μπορέσουν να βγουν απαιτούν να δουλεύουμε όλοι σε φρενήρεις ρυθμούς.
Απόρροια αυτών των ξέφρενων ρυθμών είναι και η εκτόξευση των εργατικών ατυχημάτων, ή καλύτερα των εργοδοτικών εγκλημάτων, με τεράστιες ευθύνες και του κράτους, που έχει διαλύσει την Επιθεώρηση Εργασίας και δε λαμβάνει κανένα μέτρο ελέγχων. Ο κατασκευαστικός κλάδος έχει την πρωτιά στα θανατηφόρα δυστυχήματα και το είδαμε και πρόσφατα. Δεν είναι πολύς καιρός από τη μέρα που νεκρός εργάτης έγινε θυσία στα θεμέλια ενός «από τα μεγαλύτερα έργα αστικής ανάπλασης στην Ευρώπη», του εργοταξίου του Ελληνικού.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι εν έτη 2026, στον χώρο της κατασκευής και των εργοταξίων, μια γυναίκα μηχανικός, μητέρα, καλείται ακόμη να καταβάλει πολλαπλάσια προσπάθεια, αφενός για να κερδίσει τον στοιχειώδη επαγγελματικό σεβασμό, αφετέρου για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στην εντατικότητα της δουλειάς στο σπίτι και στο γραφείο παράλληλα.
Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι σαν κλάδος, «είμαστε σε καλύτερη μοίρα», στη βάση μικρών αναπροσαρμογών και αυξήσεων που έχουν γίνει στις αποδοχές τα τελευταία χρόνια και συγκριτικά με το πρόσφατο παρελθόν της κρίσης, όπου η απλήρωτη εργασία ήταν πολύ πιο διαδεδομένη για πολλούς συναδέλφους στο φόντο της απειλής της ανεργίας. Οι όποιες όμως αυξήσεις -μερικές, αποσπασματικές και όχι στη μεγάλη εικόνα των εταιρειών του κλάδου – δε φτάνουν ούτε στο ελάχιστο για να καλύψουν τη ραγδαία αύξηση του πληθωρισμού ή συνολικά τις ανάγκες μιας εργαζόμενης σήμερα με την εκτόξευση της ακρίβειας στα βασικά αγαθά. Το παλιό 1000άρικο, που πριν λίγα χρόνια φάνταζε αξιοπρεπές, σήμερα δε φτάνει ούτε για τα βασικά.
Όλα τα παραπάνω δε αποτελούν φυσικά κάποια ιδιαιτερότητα αποκλειστικά των αρχιτεκτόνων και των τεχνικών. Αποτελεί κομμάτι ενός συνολικότερου παζλ επίθεσης στην εργασία σήμερα, όπως αυτή ορίζεται από τις κατευθύνσεις της ΕΕ και του κεφαλαίου και πήρε και τη μορφή νόμου από τις κυβερνήσεις όλων των προηγούμενων χρόνων.
Τι σχεδιάζουμε και για ποιον
Αν η σκληρή καθημερινότητα στο γραφείο και το εργοτάξιο είναι η μία όψη του νομίσματος στη ζωή ενός αρχιτέκτονα ή τεχνικού, η άλλη, και καθόλου ασήμαντη, είναι εκείνη που αφορά το αντικείμενο της εργασίας του: το τι σχεδιάζει, για ποιον και για ποια συμφέροντα. Γιατί σε μια περίοδο που εκδιώκεται κόσμος από τη γειτονιά σου λόγω αυξήσεων ενοικίων, είναι τουλάχιστον ειρωνικό να καλείσαι να σχεδιάσεις πολυτελείς κατοικίες των 8000 €/τμ – κάπου εκεί και προς τα πάνω κινούνται οι τιμές στο «θαύμα του ελληνικού»!
Για τον σύγχρονο καπιταλισμό, οι αρχιτεκτόνισσες του σήμερα είμαστε
είτε κακοπληρωμένοι σχεδιαστές της πολυτελούς κατανάλωσης της ελίτ, είτε
«ουδέτεροι» τεχνοκράτες – διαχειριστές που θα εξάγουν μελέτες για τη βέλτιστη προώθηση των κατευθύνσεων για την παραγωγή και διαχείριση του δομημένου χώρου. Αυτά που παράγουμε στα γραφεία και τα εργοτάξια κάθε μέρα δεν είναι νοσοκομεία, δεν είναι σχολεία, δεν είναι χώροι αθλητισμού, πάρκα ή πολιτιστικές υποδομές, υποδομές συγκοινωνίας που έχει ανάγκη η εργατική τάξη σήμερα για να ανασάνει. Τα σχέδιά μας δεν έρχονται να καλύψουν τις κοινωνικές ανάγκες, γιατί άλλωστε οι προϋπολογισμοί δεν προσανατολίζονται εκεί.
Προτεραιότητα και αυτό που καθορίζει τελικά το πού θα στραφεί ο σχεδιασμός και η παραγωγή του δομημένου χώρου σήμερα είναι:
- τα κέρδη του τουριστικού κεφαλαίου (με εξέχουσα θέση του ισραηλινού), με τις τεράστιες επενδύσεις σε τουριστικά έργα (ξενοδοχεία, κατοικίες για Golden Visa, έργα αναβάθμισης υποδομών όπως αεροδρόμια). Αυτό σχετίζεται άμεσα:
- με τον εξευγενισμό και την τουριστικοποίηση του κέντρου της Αθήνας, που ωθεί στην εξαναγκαστική εγκατάλειψή του από τους/ις κατοίκους και ειδικά τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα και την απόδοσή του στους τουρίστες, στους επισκέπτες και στις χρήσεις γης που τους εξυπηρετούν.
- την κρίση στον τομέα της κατοικίας, με τις υπέρογκες αυξήσεις των ενοικίων και συνολικά του κόστους της κατοίκησης.
- τη «φαστ-τρακ» παράκαμψη του πολεοδομικού σχεδιασμού για τη χωροθέτηση μεγάλων επενδύσεων στον τουρισμό και αλλού, η οποία οδηγεί σε ένα δυστοπικό μελλοντικό τοπίο οξυμένων χωρικών και κοινωνικών αντιθέσεων.
- οι τεράστιες επενδύσεις σε μεγάλα ενεργειακά έργα (για την ενεργειακή ανεξαρτησία της Ευρώπης – RePowerEU) (Αλεξανδρούπολη, μνημόνιο ΤΕΡΝΑ-Ουκρανίας). Την ίδια στιγμή, το πρόβλημα της ενεργειακής φτώχειας εμφανίζεται διαρκώς και πιο οξυμένο.
- η «πολεμική οικονομία», που έρχεται στο προσκήνιο όλο και πιο επιτακτικά, η οποία -πέρα από τις φρεγάτες που για την κυβέρνησή της ΝΔ είναι πιο αναγκαίες από σχολεία, συγκοινωνίες, πάρκα, κινηματογράφους -σημαίνει και λεφτά προς τον κατασκευαστικό κλάδο. Βασικά έργα υποδομών αναβαθμίζονται για τη μεταφορά στρατευμάτων και εξοπλισμού (βλ. επεκτάσεις αεροπορικών βάσεων-ναύσταθμων σε Σούδα-Ελευσίνα, η επέκταση του φράχτη στον Έβρο, λιμάνι Αλεξανδρούπολης, σιδηροδρομική ένωση με Βουλγαρία – Ρουμανία) στο πλαίσιο του Military Mobility.
Η οργάνωση των εργαζομένων στον κλάδο – Το Σωματείο Μισθωτών Τεχνικών
Σε αυτή την εργασιακή ζούγκλα που περιγράφηκε παραπάνω, προσπάθησε να δώσει απάντηση η δημιουργία του Σωματείου Μισθωτών Τεχνικών. Το ΣΜΤ δημιουργήθηκε το 1999, ακριβώς πάνω στην ανάγκη να αντιπαρατεθεί σε αυτό τον εργασιακό κατακερματισμό και τη συντεχνιακή λογική που επικρατούσε, να ενώσει τους εργαζόμενους τεχνικούς του ιδιωτικού τομέα απέναντι στην εργοδοσία του κλάδου και την κυβερνητική πολιτική. Συγκροτητικοί άξονες ήταν και είναι ότι καλύπτει όλους τους συναδέλφους:
- ανεξάρτητα από το πτυχίο και την εκπαιδευτική βαθμίδα (ΑΕΙ ή πρώην ΤΕΙ), αν είσαι αρχιτέκτονας, πολιτικός μηχανικός, ηλεκτρολόγος, εργοδηγός, σχεδιαστής, εξ ου και η επιλογή της λέξης«Τεχνικών» και όχι στενά «Μηχανικών».
- ανεξάρτητα από τον τρόπο της πληρωμής, ανεξάρτητα δηλαδή από το αν είσαι εργαζόμενος με σύμβαση μισθωτού αμείβεσαι με μπλοκάκι, αλλά υποκρύπτεται εξαρτημένη σχέση εργασίας.
Από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα, το Σωματείο Μισθωτών Τεχνικών μεγάλωσε σαν ένα πρωτοπόρο, δραστήριο και αγωνιστικό σωματείο, με σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ συναδέλφων, που έχει φτάσει σήμερα να αριθμεί περίπου 5000 μέλη. Με τη δράση του σε μελετητικά γραφεία, εργοτάξια, κατασκευαστικές εταιρείες και σε εταιρείες του ιδιωτικού τομέα έχει αναδείξει και αντιμετωπίσει πολλές περιπτώσεις εργοδοτικής αυθαιρεσίας. Έχει στηρίξει έμπρακτα συναδέλφους, έχει πετύχει αποζημιώσεις συναδέλφων, καταβολή δεδουλευμένων και απλήρωτων υπερωριών, επαναπροσλήψεις εγκύων εργαζομένων. Σε αρκετές περιπτώσεις έχουμε καταφέρει οι εργαζόμενοι/ες με «μπλοκάκι» να αναγνωρίζονται ως τυπικά μισθωτοί σε περιπτώσεις απόλυσης ή απλήρωτης εργασίας, κερδίζοντας όλα τα δικαιώματα που τους αντιστοιχούν.
Η διεκδίκηση της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας στον κλάδο
Το 2009 το ΣΜΤ κατάφερε την υπογραφή Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΣΣΕ) για τον κλάδο, η οποία κάλυπτε τους εργαζόμενους συναδέλφους με μπλοκάκι. Η ΣΣΕ αυτή καταργήθηκε, όπως όλες οι συλλογικές συμβάσεις, από τα μνημόνια.Τα τελευταία χρόνια, το ΣΜΤ έχει μπει ξανά στον αγώνα για την υπογραφή κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και έχει καταθέσει μια πρόταση σχεδίου στους εργοδοτικούς φορείς.
Στη βάση της προηγούμενης ΣΣΕ, απαιτούμε ουσιαστικές αυξήσεις, οι οποίες να καλύπτουν τον πληθωρισμό και να ενσωματώνουν το κεκτημένο επίδομα (15%) για χρήση υπολογιστή,με κατοχύρωση κατώτατου μισθού βάσει της προϋπηρεσίας (ανά τριετίες), που ξεκινάει για τυπικά μισθωτούς με πρόσληψη ή ΔΠΥ από 1300 € καθαρά.Απαιτούμε, στο τέλος κάθε εξαμήνου, αναπροσαρμογή των κλιμακίων βασικών μισθών, με αυξήσεις που να καλύπτουν τις απώλειες απ’ τον πληθωρισμό.Διεκδικούμε 5νθήμερο – 7ωρο – 35ωρο, έχοντας σαν προοπτική το 30ωρο, κατοχύρωση ωραρίων, αδειών, δικαιώματα για την προστασία της μητρότητας, άδεια δυσμηνόρροιας για τις εργαζόμενες συναδέλφισσες.
Σε μια περίοδο όπου υπάρχουν τεράστια κέρδη για τα αφεντικά και πρωτόγνωρη εντατικοποίηση για εμάς, λέμε ότι μπορούμε να πάρουμε από τα κέρδη τους και να διεκδικήσουμε όχι μόνο ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς, αλλά ένα συνολικό πλαίσιο προστασίας των δικαιωμάτων μας.
Οι αγώνες στον κλάδο σε ενότητα με τους αγώνες της κοινωνικής πλειοψηφίας για το δικαίωμα στην εργασία, την ειρήνη, τη ζωή
Αν το ένα ζητούμενο είναι η ενότητα στον κλάδο, το άλλο βασικό ζητούμενο είναι το πώς θα ενωθούν τα αιτήματά μας με τα αιτήματα της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας σήμερα, ενάντια στις πολιτικές των κυβερνήσεων και του κεφαλαίου.
Πώς το αίτημά μας για αξιοπρεπή ΣΣΕ δε θα περιορίζεται στα στενά όρια του κλάδου, αλλά θα ενωθεί με το αίτημα άλλων κλάδων για ΣΣΕ, με τους συνολικούς αγώνες του εργατικού κινήματος, από τον αγώνα για τα μικρά και μεγάλα Τέμπη ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις μέχρι τον αγώνα των αγροτών, μέχρι τον αγώνα για αποτροπή του πολέμου και ειρήνη των λαών. Με τους αγώνες που θα απαιτήσουν να δοθούν λεφτά για τις κοινωνικές ανάγκες, τη στέγαση, την κάλυψη των διατροφικών αναγκών της κοινωνικής πλειοψηφίας, την παιδεία, την υγεία, τον πολιτισμό και όχι για τους πολεμικούς εξοπλισμούς.
Αγώνες που θα βάζουν τη ζωή πάνω από το κέρδος. Που θα αναμετρηθούν με το κοινωνικά αναγκαίο και όχι με αυτό που μας πλασάρουν οι εργοδότες μας σαν τη μόνη εφικτή λύση: τις Βιολάντες και τις σύγχρονες εργασιακές γαλέρες, την εξάντληση και τα 9ωρα εργασίαςστον 21ο αιώνα, ενώ δουλεύουμε σε προγράμματα που έχουν καταστήσει ικανό τον σχεδιασμό και την ανοικοδόμηση σε λίγα μόλις 24ωρα. Αν με θράσος μας ζητείται να δουλεύουμε με αυτούς τους όρους και θεωρείται φυσιολογικό, με αντίστοιχο θράσος πρέπειμέσα από τα εργατικά σωματεία να επιβάλλουμε τα αιτήματά μας για δραστική μείωση του χρόνου εργασίας στο 7ωρο/6ωρο με αύξηση των αποδοχών.
Είναι ανάγκη περισσότερο από ποτέ, να βγούμε πλατιά σε όλους τους χώρους εργασίας και να καλέσουμε όλες και όλους τους συναδέλφους να δυναμώσουν τα σωματεία και τις γενικές συνελεύσεις. Με τη δράση τους να ξανακάνουν τη δράση των σωματείων επικίνδυνη και εμπνευστική για τους εργαζόμενους, όχι όπως ο κυρίαρχος εργοδοτικός συνδικαλισμός που απογοητεύει και φθείρει τους αγώνες. Με από τα κάτω συντονισμό που θα μεγαλώνει τους αγώνες, με μαχητικές μορφές, όπως απεργίες διαρκείας, που θα τους δίνει προοπτική να διαρκέσουν και να πετυχαίνουν νίκες.
Όλες εμείς, οι εργαζόμενες αρχιτεκτόνισσες, οι ερευνήτριες, οι ηθοποιοί, οι δάσκαλοι, οι νοσηλεύτριες και οι σερβιτόρες, από την Αθήνα μέχρι την Άγκυρα, μέχρι τη Γάζα και το Καράκας της Βενεζουέλας, που χτυπιούνται διπλά, παράγουμε έναν απίστευτο πλούτο με την εργασία μας. Με τη συναδέλφισσα Nihal δε μας χωρίζει το Αιγαίο, όπως θέλουν να λένε οι κυρίαρχες τάξεις στις χώρες μας·μας ενώνει η ανάγκη να αναπνεύσουμε και να σχεδιάσουμε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, τις πόλεις που θα στεγάσουν μια καλύτερη ζωή για εμάς και όχι για την ελίτ. Τον κόσμο αυτόν εμείς τον χτίζουμε, εμείς τον ζούμε και είναι καιρός να τον σχεδιάσουμε όπως τον θέλουμε.


Nihal Evirgen, Άβολα Ερωτήματα στην Αρχιτεκτονική / Mimarlıkta Rahatsız Edici Sorular, Άγκυρα-Τουρκία.
The English version of the text can be downloaded here.
Γεια σας, το όνομά μου είναι Νιχάλ Εβιργκέν. Είμαι αρχιτεκτόνισσα και υποψήφια διδακτόρισσα στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Τεχνικού Πανεπιστημίου Μέσης Ανατολής στην Τουρκία. Η έρευνά μου εστιάζει στην αρχιτεκτονική παραγωγή, τις εργασιακές και ταξικές σχέσεις στην αρχιτεκτονική, την χρηματιστικοποίηση και την πολιτική οικονομία του δομημένου περιβάλλοντος. Είμαι επίσης μία εκ των συντονιστών/τριών της συλλογικότητας Άβολα Ερωτήματα στην Αρχιτεκτονική. Ευχαριστώ πολύ που με καλέσατε.
Όπως και σε πολλές άλλες χώρες, τα πιο συνηθισμένα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι/ες αρχιτέκτονες/ισσες και τεχνικοί στην Τουρκία είναι οι χαμηλές αποδοχές, οι ατελείωτες ώρες εργασίας, οι απλήρωτες υπερωρίες και ένα έντονο αίσθημα αποξένωσης από το αντικείμενο της εργασίας τους.
Η μείωση των αποδοχών είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή. Μετά την πιο πρόσφατη αύξηση, ο ελάχιστος μισθός στην Τουρκία είναι περίπου 550€ με βάση την τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία. Ωστόσο οι νέοι/ες απόφοιτοι αρχιτεκτονικής συχνά δεν κερδίζουν ούτε καν αυτό το ποσό. Η απλήρωτη εργασία, η οποία παρουσιάζεται ως «πρακτική άσκηση» ή «απόκτηση εμπειρίας», εξαπλώνεται σε αυξανόμενο βαθμό. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της διδακτορικής μου έρευνας, πήρα συνέντευξη από έναν νέο απόφοιτο αρχιτεκτονικής, ο οποίος δούλευε απλήρωτος για εννιά μήνες σε ένα από τα πιο γνωστά γραφεία της Κωνσταντινούπολης. Πολλοί νέοι/ες αρχιτέκτονες/ισσες αποδέχονται αυτές τις συνθήκες με την ελπίδα ότι μπορεί τελικά να τους προσλάβουν επ’ αμοιβή.
Ο βασικός λόγος γι’ αυτή την κατάσταση είναι τα ταχέως αυξανόμενο ποσοστό ανεργίας των νέων. Με βάση στοιχεία του Αυγούστου του 2025, το ποσοστό ανεργίας με την ευρεία έννοια του όρου (περιλαμβάνει και την υποαπασχόληση) στην Τουρκία είναι περίπου 30%. Το ποσοστό ανεργίας των νέων με τη στενή έννοια του όρου είναι περίπου 15%, το οποίο αυξάνεται στο 21,7% για τις νέες γυναίκες. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι αρχιτέκτονες/ισσες νιώθουν διαρκώς απειλούμενοι από την ανεργία και πιέζονται να αποδεχτούν παραβιάσεις δικαιωμάτων κάθε είδους στις εργασιακές τους σχέσεις.
Οι πολιτικές και οικονομικές δυναμικές στην Τουρκία έχουν ισχυρές μετασχηματιστικές επιπτώσεις στην κοινωνική ζωή και συνεπώς και στα επαγγελματικά μας πεδία αλλά και στην παραγωγή του δομημένου περιβάλλοντος. Η γεωγραφία είναι εδώ ο βασικότερος παράγοντας, ειδικά το γεγονός ότι η χώρα βρίσκεται σε μια μείζονος σημασίας σεισμική ζώνη. Αμέσως μετά τον σεισμό της Κωνσταντινούπολης του 1999, το πολιτικό κόμμα που ακόμα και σήμερα βρίσκεται στην εξουσία, ανέλαβε την κυβέρνηση της χώρας. Από τότε οι σεισμοί και οι υπόλοιπες φυσικές καταστροφές χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία για την αναδιοργάνωση των νομοθετικών πλαισίων με τρόπους που αναπαρήγαγαν τον προσπορισμό γαιοπροσόδου, συμπεριλαμβανομένης της αστικής γαιοπροσόδου. Με την εισαγωγή διαδοχικών αστικών μετασχηματισμών, καταστροφών και νόμων περί ανοικοδόμησης, έλαβαν χώρα διαδικασίες εκτοπισμού, απαλλοτρίωσης και πολεοδομικού εξευγενισμού, ειδικά στα κέντρα των πόλεων. Αστική γη υψηλής αξίας κατασχέθηκε και οι άνθρωποι εξωθήθηκαν από τις γειτονιές τους ωθούμενοι προς τις περιφέρειες των πόλεων.
Την ίδια στιγμή, οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές εφαρμόζοντας σε συνδυασμό με τις αρχές του πολιτικού Ισλάμ. Μέσω αλλαγών στα σχέδια χρήσεων γης, τα πάρκα, η αγροτική γη, τα δάση και οι παράκτιες περιοχές, παραδόθηκαν στη δόμηση με ξεκάθαρα παράνομες μεθόδους. Οι δημόσιοι χώροι και οι δρόμοι, τόποι στους οποίους οι άνθρωποι μπορούσαν να μαζεύονται και να οργανώνονται, είτε εγκαταλείφθηκαν και υποβαθμίστηκαν, είτε καταλήφθηκαν από πολυτελείς αναπτύξεις, είτε μετατράπηκαν σε θρησκευτικές εγκαταστάσεις με στόχο τον περιορισμό της συλλογικής κοινωνικής ζωής. Ενώ μονότονα και χαμηλής ποιότητας συγκροτήματα κοινωνικής κατοικίας κατασκευάστηκαν για την εργατική τάξη και τους φτωχούς της πόλης στα περίχωρα των πόλεων, πολυτελείς κατοικίες, αναπτύξεις μικτών χρήσεων και ουρανοξύστες εξαπλώθηκαν στα κέντρα τους.
Μετά την πανδημία και ειδικότερα μετά τους καταστροφικούς σεισμούς του 2023, η χώρα αντιμετωπίζει φαινόμενα βαθιάς φτώχειας. Οι σεισμοί επηρέασαν έντεκα περιφέρειες, με ιδιαίτερα εκτεταμένες καταστροφές στο Χατάι. Σήμερα έχοντας περάσει τρία χρόνια από τα γεγονότα αυτά, οι άνθρωποι στην περιοχή ακόμα αγωνίζονται για να έχουν πρόσβαση σε στοιχειώδη αγαθά, όπως η ασφαλής κατοικία, η εκπαίδευση και τα δίκτυα κοινής ωφέλειας. Η λεγόμενη «ανοικοδόμηση» έχει σε μεγάλο βαθμό παρακάμψει τις διαδικασίες του πολεοδομικού σχεδιασμού και έχει εστιάσει μόνο στην ταχύτητα ανέγερσης νέων κατασκευών. Το Χατάι έχει γίνει στην πραγματικότητα ένα τεράστιο εργοτάξιο. Οι ελαιώνες, η αγροτική γη και οι προστατευόμενες περιοχές της φύσης απειλούνται, τόσο από τις ίδιες τις κατασκευαστικές διαδικασίες, όσο και από τις τεράστιες ποσότητες αποβλήτων εκσκαφών και κατεδαφίσεων. Τα δίκτυα υποδομών, ο ηλεκτρισμός, η ύδρευση, ο εξαερισμός και το διαδίκτυο, παραμένουν ευάλωτα ή μη λειτουργικά.
Στο μεταξύ, η παραγωγή του δομημένου περιβάλλοντος συνεχίζει να κυριαρχείται από μια μικρή ομάδα μεγάλων κατασκευαστικών εταιρειών και αρχιτεκτονικών γραφείων. Στο Χατάι επιλεγμένες πιλοτικές περιοχές χωρίστηκαν σε τμήματα, τα οποία ανατέθηκαν σε αρχιτέκτονες-σταρ. Διεθνή γραφεία, όπως οι Foster+Partners και οι BIG, προσκλήθηκαν για να παράξουν σχέδια γενικής διάταξης για πόλεις όπως το Καχραμανμαράς, το Χατάι και τη Μαλάτια. Ο Bjarke Ingels έφτασε μέχρι το σημείο να επισκεφθεί το πεδίο ώστε να εμφανιστεί στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Για μία ακόμη φορά σκηνοθετείται ένα γνώριμο θέαμα εξύμνησης της αρχιτεκτονικής των σταρ, ενώ στο παρασκήνιο η κοινωνία, η φύση και η καθημερινή ζωή καταστρέφονται.
Στην Τουρκία δεν υπάρχουν εργατικά σωματεία ειδικά για εργαζόμενους/ες αρχιτέκτονες/ισσες και τεχνικούς. Ο καθένας και η καθεμία τεχνικός μπορεί να εντάσσεται σε κάποιο σωματείο ανάλογα με τον κλάδο στον οποίο εργάζεται, πράγμα που είναι πολύ πιο συνηθισμένο στον δημόσιο τομέα αλλά εξαιρετικά σπάνιο για τους/ις αρχιτέκτονες/ισσες εργαζόμενους/ες στα γραφεία. Ωστόσο υφίσταται μία συνταγματικά αναγνωρισμένη επαγγελματική οργάνωση: Η Ένωση των Επιμελητηρίων των Τούρκων Μηχανικών και Αρχιτεκτόνων (TMMOB). Η ένωση περιλαμβάνει ξεχωριστά τμήματα αρχιτεκτόνων, μηχανικών και πολεοδόμων, με παραρτήματα σε κάθε πόλη και συνολικό αριθμό μελών περίπου 750.000.
Η δομή του διαφέρει από ενώσεις όπως το Αμερικάνικο Ινστιτούτο Αρχιτεκτόνων (AIA) και η Βασιλική Ένωση Βρετανών Αρχιτεκτόνων (RIBA), διότι δεν λειτουργεί απλά ως ένας σύλλογος εργοδοτών. Η Ένωση επηρεασμένη από το πολιτικό κλίμα του τέλους της δεκατετίας του ’60 και της δεκαετίας του ’70, ακολουθεί ιστορικά αντιπολιτευτική γραμμή κοινωνικού προσανατολισμού, με έμφαση στο δημόσιο συμφέρον, στην περιβαλλοντική προστασία και στην αντίσταση στην αστική και οικολογική εκμετάλλευση. Ένα πολύ γνωστό παράδειγμα είναι οι διαμαρτυρίες για το Πάρκο Γκεζί. Τα Επιμελητήρια των Αρχιτεκτόνων και των Πολεοδόμων αντιπαρατέθηκαν ενεργητικά με τον επανασχεδιασμό του πάρκου, επιδίωξαν νομικές ενέργειες εναντίον του και λειτούργησαν ως εκπρόσωποι του Συντονισμού Αλληλεγγύης της πλατείας Ταξίμ. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο δικηγόρος του Επιμελητήριου των Αρχιτεκτόνων και ο πρώην Πρόεδρος του Επιμελητήριου των Πολεοδόμων να βρεθούν για πάνω από τέσσερα χρόνια στη φυλακή με την κατηγορία της «απόπειρας ανατροπής του κράτους».
Ακριβώς επειδή τα επιμελητήρια συχνά υιοθετούν αντιπολιτευτική στάση, η εξουσία περιορίζεται σε ολοένα και αυξανόμενο βαθμό από την κυβέρνηση και γίνονται προσπάθειες να αντικατασταθούν οι εκλεγμένες διοικήσεις τους από φιλοκυβερνητικούς υποψήφιους. Παρόλα αυτά, η δυνατότητα των επιμελητηρίων να ασχολούνται με τα εργασιακά δικαιώματα και τις εργασιακές συνθήκες είναι πολύ περιορισμένη. Οι δράσεις τους συνίστανται σε συσκέψεις, αναφορές και περιστασιακά δελτία τύπου. Δεν έχουν τη δυνατότητα να διαπραγματεύονται συλλογικές συμβάσεις, να ρυθμίζουν τις αποδοχές, να εποπτεύουν το ασφαλιστικό καθεστώς ή να αναπτύσσουν πολιτικές για την απασχόληση. Επιπροσθέτως, στις θέσεις της διοίκησης βρίσκονται εκπρόσωποι μιας παλαιότερης γενιάς, ενώ οι νέοι/ες αρχιτέκτονες/ισσες, οι οποίοι/ες βιώνουν πιο άμεσα τις συνθήκες επισφάλειας, ιστορικά υποεκπροσωπούνται. Αυτό αλλάζει σιγά-σιγά καθώς οι νέοι/ες αρχιτέκτονες/ισσες πολιτικοποιούνται και αρχίζουν να βάζουν υποψηφιότητα για αυτές τις θέσεις.
Υπάρχει επίσης μια πολύ πρόσφατη πρωτοβουλία: η Συνέλευση των Εργαζόμενων Τεχνικών, η οποία συγκροτήθηκε από διάφορα σωματεία. Διεξήγαγαν ένα συνέδριο την προηγούμενη εβδομάδα και συζητούν νέες μορφές εργατικής οργάνωσης. Αυτό αποτελεί μια ελπιδοφόρα εξέλιξη αλλά είναι ακόμα πολύ νωρίς για να αξιολογήσουμε τη σημασία της.
Η συλλογικότητά μας ονομάζεται Άβολα Ερωτήματα στην Αρχιτεκτονική. Όπως υποδεικνύει και το όνομα, στόχος μας είναι να θέτουμε εκείνα τα ερωτήματα που αποσταθεροποιούν τις ηγεμονικές σχέσεις και τις κανονικοποιημένες πρακτικές εντός του αρχιτεκτονικού πεδίου. Εστιάζουμε όχι μόνο στην αρχιτεκτονική πρακτική αλλά και στην αρχιτεκτονική εκπαίδευση. Δίνουμε έμφαση στο γεγονός ότι η επισφάλεια, η απλήρωτη εργασία, οι ατελείωτες ώρες εργασίας, δεν περιορίζονται στα τεχνικά γραφεία, αλλά αποτελούν ένα κύκλωμα το οποίο ξεκινάει από την εκπαίδευση. Για τον λόγο αυτό προσπαθούμε επίσης να καταστήσουμε ορατό και το φαινόμενο της επισφάλειας στα πανεπιστήμια. Το κοινό μας συμπεριλαμβάνει κυρίως φοιτητές και φοιτήτριες αρχιτεκτονικής, νέους/ες πανεπιστημιακούς σε ενδιάμεσες θέσεις στην ακαδημαϊκή ιεραρχία και εργαζόμενους αρχιτέκτονες/ισσες. Πιστεύουμε ότι ο κύκλος της εκμετάλλευσης μπορεί να σπάσει μόνο μέσω της μη ιεραρχικής επικοινωνίας, της ισότιμης συμμετοχής και μιας κοινής πολιτικής συνειδητοποίησης ανάμεσα στις παραπάνω κοινωνικές ομάδες.
Εντός του πλαισίου του εργαστηρίου «Η Αρχιτεκτονική Πέραν του Καπιταλισμού του Αρχιτεκτονικού Λόμπυ» έχουμε διεξάγει ανεξάρτητη δουλειά στην Τουρκία υπό τη θεματολογία «Χακάροντας τον Θεσμό». Οργανώνουμε συζητήσεις στις αρχιτεκτονικές σχολές με θέμα την παιδαγωγική, την κουλτούρα των αρχιτεκτονικών γραφείων, τα προγράμματα σπουδών, καθώς και τις ταξικές σχέσεις και τα θέματα κοινωνικού φύλου. Με τον καιρό η θεματολογία αυτή επεκτάθηκε και συμπεριέλαβε πιο άμεσα και εργαζόμενους/ες αρχιτέκτονες/ισσες. Έχουμε επίσης εμπλακεί με ευρύτερη θεματολογία, όπως η δημιουργικότητα η γνώση και η εργασιακή παραγωγή, ο δημόσιος χώρος και τα κοινωνικά κινήματα και η σχέση ανάμεσα στη σπουδάζουσα νεολαία και την πολιτική αντίσταση -πάντα σε συνάφεια με το τρέχον πολιτικό πλαίσιο στη χώρα.
Για την επόμενη περίοδο, στοχεύουμε τα ερωτήματα τα οποία θέτουμε να βρουν μεγαλύτερη απήχηση, να τίθενται από πολύ περισσότερους ανθρώπους και να προκαλούν βαθύτερη ανησυχία στο υπάρχον σύστημα. Σήμερα υπάρχουν πολλοί θεσμοί στην αρχιτεκτονική και στην παραγωγή δομημένου περιβάλλοντος που συμβάλουν ενεργητικά στη διατήρηση του υφιστάμενου συστήματος. Θέλουμε να «χακάρουμε» αυτούς τους θεσμούς και να κάνουμε αυτά τα άβολα ερωτήματα να αντηχούν από το εσωτερικό τους. Ο στόχος μας δεν είναι να παρέχουμε οριστικές απαντήσεις σε προκατασκευασμένα ερωτήματα. Δεν κρατάμε κάποιο μαγικό ραβδί. Πιστεύουμε ότι οι απαντήσεις μπορούν να αναδυθούν μόνο όταν πολλοί περισσότεροι άνθρωποι αρθρώσουν συλλογικά και οργανωμένα αυτό το κοινό αίσθημα δυσφορίας.
Το να βρούμε έναν τρόπο να συντηρούμε τους εαυτούς μας οικονομικά και χωρικά, αποτελεί έναν ακόμα μακροπρόθεσμο στόχο μας. Το ερώτημα πώς οι ριζοσπαστικές πρακτικές μπορούν να επιβιώσουν ακόμα περιμένει απάντηση σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε διαφορετική περίπτωση, είμαστε καταδικασμένοι να εργαζόμαστε εντός των δικτύων της εκμετάλλευσης, ξοδεύοντας την εργατική μας δύναμη μόνο για να κάνουμε τους πλούσιους πλουσιότερους. Μακροπρόθεσμα επίσης στοχεύουμε στο να δραστηριοποιηθούμε περισσότερο στον χώρο των μέσων ενημέρωσης, ώστε να αμφισβητήσουμε τον συμβατικό αρχιτεκτονικό λόγο και την ηγεμονία της κουλτούρας του αρχιτέκτονα-σταρ. Μελλοντικά αυτό που χρειάζεται περισσότερο από κάθε τι είναι η διεθνής οργάνωση και η αλληλεγγύη σε όλα τα πεδία. Όταν σκεφτόμαστε τις φρικτές συνθήκες με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπος ο κόσμος σήμερα -γενοκτονία, πόλεμος, εκμετάλλευση, κλιματική κρίση- γίνεται ξεκάθαρο ότι η βελτίωση των εργασιακών συνθηκών μόνο στους άμεσους χώρους εργασίας μας δεν θα είναι αρκετή. Γι’ αυτό βρίσκω αυτή τη συλλογική συγκέντρωση και την κοινή αναζήτηση σήμερα εξαιρετικά σημαντική. Σας ευχαριστώ πολύ που με καλέσατε και που δημιουργήσατε τον χώρο γι’ αυτή την ανταλλαγή απόψεων.


Cameron McKay, Τμήμα Εργαζόμενων Αρχιτεκτόνων / Section of Architectural Workers-SAW του συνδικάτου Unite, Λονδίνο-ΗΒ
The English version of the text can be downloaded here.
Οι αμοιβές των εργαζόμενων αρχιτεκτόνων/ισσων στο Ηνωμένο Βασίλειο προσεγγίζουν σήμερα τον κατώτατο μισθό για τους/ις νέους/ες απόφοιτους. Πολλοί/ες εργαζόμενοι/ες που έχουν ολοκληρώσει και τον δεύτερο κύκλο σπουδών δεν καταφέρνουν να έχουν ένα βιώσιμο μισθό, όπως υποτίθεται ότι εξασφαλίζει η πιστοποίηση του γραφείου από το Βασιλικό Ινστιτούτο Βρετανών Αρχιτεκτόνων (RIBA). Η αμοιβή του/ης εργαζόμενου/ηε αρχιτέκτονα/ισσας με πλήρη επαγγελματικά δικαιώματα παραμένει ιδιαίτερα περιορισμένη σε σύγκριση με άλλα επαγγέλματα και κλάδους και οι νέοι/ες εργαζόμενοι/ες αυτής της κατηγορίας έχουν αμοιβές παρόμοιες με τις κατώτερες αμοιβές των απασχολούμενων στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Οι απλήρωτες υπερωρίες αποτελούν μια συνηθέστατη συνθήκη για τους/ις εργαζόμενους αρχιτέκτονες/ισσες στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μια περσινή έρευνα του Βασιλικού Ινστιτούτου Βρετανών Αρχιτεκτόνων έδειξε ότι ο/η μέσος/η εργαζόμενος/η αρχιτέκτονας/ισσα απασχολείται αρκετές ώρες πέραν του ωραρίου του ανά εβδομάδα. Έχουμε ακόμα και αναφορές για εργαζόμενους/ες που έκαναν υπερωρίες μέχρι να μεταφερθούν στα επείγοντα των νοσοκομείων με συμπτώματα παρόμοια με αυτά του εγκεφαλικού. Οι ακραίες υπερωρίες σε συνδυασμό με τις χαμηλές αμοιβές συνεπάγονται σοκαριστικά μεγάλα ποσοστά αρχιτεκτόνων/ισσων που έχουν ολοκληρώσει είτε τον πρώτο είτε και τον δεύτερο κύκλο σπουδών, οι οποίο όχι μόνο δεν βγάζουν έναν βιώσιμο μισθό αλλά ούτε καν τον κατώτατο μισθό.
Όπως και οι περισσότερες δραστηριότητες στο Ηνωμένο Βασίλειο, έτσι και η αρχιτεκτονική πρακτική, ιδιωτικοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80. Πριν τη δεκαετία αυτή, οι μισοί/ες περίπου αρχιτέκτονες/ισσες απασχολούνταν άμεσα από τον δημόσιο τομέα στο πλαίσιο της τοπικής αυτοδιοίκησης (και συνεπώς υπάγονταν στα σωματεία του δημοσίου) και ένα σημαντικό ποσοστό του δομημένου περιβάλλοντος παράγονταν υπό την ευθύνη της ίδιας της τοπικής αυτοδιοίκησης. Σήμερα το ποσοστό των αρχιτεκτόνων/ισσων που δουλεύουν στον δημόσιο τομέα είναι εξαιρετικά μικρό και οι ιδιωτικές αναπτυξιακές και κατασκευαστικές εταιρείες εξασφαλίζουν την παραγωγή σχεδόν κάθε νέου αρχιτεκτονικού έργου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η αλλαγή αυτή συνδυάζεται με την κατάργηση των ελάχιστων αμοιβών, η οποία θεωρήθηκε ότι έβλαπτε τον ανταγωνισμό. Την ίδια στιγμή, η μαζική επέκταση της ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης τις δεκαετίες που ακολούθησαν, αύξησε την προσφορά εργασίας αρχιτεκτόνων/ισσων.
Ο αχαλίνωτος ανταγωνισμός που έφερε η κατάργηση των ελάχιστων αμοιβών, οδήγησε τους εργοδότες να υποσκάπτουν ο ένας τον άλλο χαμηλώνοντας τις τιμές ώστε να κερδίζουν αναθέσεις έργων και συνεπώς οι αμοιβές των αρχιτεκτονικών μελετών άρχισαν να μειώνονται. Ευτυχώς για τα αφεντικά, ο αντίκτυπος των χαμηλότερων αμοιβών μπορούσε εύκολα να μεταφερθεί στις αμοιβές των εργαζόμενων αρχιτεκτόνων/ισσών -ένα εργατικό δυναμικό που δεν ήταν συνδικαλισμένο σε ένα τοπίο μεγάλης αύξησης της προσφοράς εργασίας από την επέκταση της ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης και τις περικοπές του δημόσιου τομέα. Οι εργαζόμενοι/ες αρχιτέκτονες/ισσες, ιδεολογικά έτοιμοι/ες να θυσιάσουν τους εαυτούς τους στο όνομα της αρχιτεκτονικής, θα άρχιζαν να εργάζονται τις ατελείωτες υπερωρίες που απαιτούνταν για να παραδίδονται τα έργα με τις χαμηλότερες αμοιβές, ανεχόμενοι τις λιμνάζουσες αμοιβές που συνόδευαν την κατάσταση.
Αυτή ήταν μια μακρά εισαγωγή, θα ήθελα όμως να καλύψω κάποιες βασικές εξελίξεις. Η διαδικασία που περιέγραψα παραπάνω έφτασε τις αμοιβές στα υποχρεωτικά όρια του κατώτατου μισθού. Ο θεσμός που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί τους/ις αρχιτέκτονες/ισσες, το Βασιλικό Ινστιτούτο Βρετανών Αρχιτεκτόνων (RIBA), δεν έχει να προτείνει καμία λύση στο πρόβλημα, ωστόσο δεν παραλείπει να το εντοπίζει κάθε χρονιά, προχωρώντας στο να μην κάνει τίποτα γι’ αυτό στη συνέχεια. Αυτές οι εξελίξεις τουλάχιστον έχουν προκαλέσει μια στροφή προς την οργάνωση των εργαζόμενων σε σωματεία.
Εγώ είμαι γραμματέας του Τμήματος Εργαζόμενων Αρχιτεκτόνων του συνδικάτου Unite the Union. Προσπαθούμε να οργανώσουμε τους/ις εργαζόμενους/ες του κλάδου και να υποστηρίξουμε τα μέλη μας στον αγώνα για καλύτερες συνθήκες εργασίας. Είμαστε ένα ιδιαίτερα ενεργό Τμήμα, κάνουμε μηνιαίες συσκέψεις των 20 με 40 ατόμων, διαθέτουμε μία εκλεγμένη επιτροπή 11 μελών και πολλά απλά μέλη που ασχολούνται και παίρνουν μέρος στις δραστηριότητες και τις δουλειές του σωματείου. Φαντάζομαι ότι είδατε κάποια από τα αποτελέσματα αυτής της δουλειάς με βάση τα τελευταία νέα από τα γραφεία της Bjarke Ingels Group (BIG) στο Λονδίνο, όπου οι εργαζόμενοι υπό την απειλή της απόλυσης ήρθαν και μας βρήκαν και κατάφεραν να οργανώσουν ένα τεράστιο αριθμό εργαζόμενων στο γραφείο και να αμφισβητήσουν στην πράξη τις απολύσεις. Πιστεύω ότι αυτό είναι ένα χρήσιμο παράδειγμα για να εξηγήσω τη δουλειά του σωματείου μας.
Η κεντρική μας ενασχόληση είναι η ομάδα για των οργάνωση των χώρων εργασίας, την οποία προσέγγισαν οι εργαζόμενοι/ες στην BIG στα τέλη του Δεκέμβρη και η οποία τους/ις βοήθησε να χαρτογραφήσουν τον χώρο εργασίας τους, να αναπτύξουν τις ικανότητές τους να μιλάνε με τους/ις συναδέλφους τους για το σωματείο και να αυξάνουν τον αριθμό των μελών του και την επιρροή του. Στη συνέχεια ανέλαβε την καθοδήγηση και την υποστήριξή τους στη σύγκρουση με την εργοδοσία. Η ομάδα εργασίας συμβουλών και υποστήριξης παρέχει στα μέλη στήριξη σε ατομικά τους θέματα, εκεί όπου χρειάζεται να αναζητήσουμε πιο θεσμικά μέσα για να την υπεράσπισή τους και έτσι βοήθησε στην υπόθεση της BIG ασχολούμενη με θέματα που έχουν να κάνουν με τις βίζες παραμονής και πιθανές προσφυγές για παράνομη και καταχρηστική απόλυση εργαζομένων. Η ομάδα μελών ασχολείται με τα μέλη του σωματείου, την ενημέρωση και την εμπλοκή τους με τις διαδικασίες και βοήθησε στην υπόθεση της BIG τηλεφωνώντας σε κάθε νέο μέλος του σωματείου ξεχωριστά, καλωσορίζοντάς τα και εισάγοντάς τα στο σωματείο. Τέλος, η ομάδα εργασίας για τις καμπάνιες, ασχολείται με τη δημόσια εικόνα του σωματείου και είναι υπεύθυνη για την εκτεταμένη παρουσία στον τύπο και την κάλυψη του θέματος της διαδήλωσης της Πέμπτης που πετύχαμε και βοήθησε στην βελτίωση της επικοινωνίας μας με τον τύπο. Επίσης όλα τα παραπάνω συμβαίνουν με την άμεση υποστήριξη του ίδιου του ευρύτερου συνδικάτου Unite, ειδικά στα μέτωπα της οργάνωσης και των νομικών συμβουλών.
Τα σωματεία είναι πραγματικά ο μόνος δρόμος για να δούμε βελτίωση των συνθηκών εργασίας των εργαζόμενων αρχιτεκτόνων/ισσών. Κανείς δεν πρόκειται να έρθει να μας σώσει, ούτε το Βασιλικό Ινστιτούτο Βρετανών Αρχιτεκτόνων, ούτε η Επιτροπή Ρύθμισης Επαγγελματικών Δικαιωμάτων των Αρχιτεκτόνων (Architects Registration Board–ARB), ούτε καμία κυβέρνηση. Συχνά βλέπουμε τους/ις αρχιτέκτονες/ισσες να νιώθουν δέος μπροστά στην εξουσία και τις νομικές αρχές και έτσι όταν αντιμετωπίζουν την αδικία στο χώρο δουλειάς τους μπορεί να είναι δύσκολο να τους δώσουμε να καταλάβουν ότι δεν υπάρχει νομική αντιμετώπιση αυτών των θεμάτων ούτε κάποια δημόσια αρχή την οποία μπορούν να καλέσουν να επέμβει και να λύσει το πρόβλημα. Ευτυχώς η εμπειρία είναι ο καλύτερος δάσκαλος και σε τεταμένες καταστάσεις, όπως αυτή στην BIG. Θα σας εξέπληττε πόσο γρήγορα οι προηγουμένως διστακτικοί/ες και όχι ιδιαίτερα πολιτικοποιημένοι/ες εργαζόμενοι/ες κατάλαβαν την υλική διαφορά ανάμεσα σε αυτούς/ες και τα αφεντικά τους και ότι η συλλογική δράση είναι το μοναδικό εργαλείο που έχουν στη διάθεσή τους. Για παράδειγμα στους/ις εργαζόμενους/ες στην BIG ειπώθηκε ότι απολύσεις εταίρων του γραφείου αποκλείονταν, γιατί αυτό θα «έριχνε το ηθικό», μια καθαρή παραδοχή ότι το πώς αισθάνονται οι προϊστάμενοί τους έχει σημασία, ενώ το πώς αισθάνονται οι ίδιοι είναι άσχετο. Γεγονότα όπως αυτά χαράζουν ξεκάθαρες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στους εργαζόμενους και τα αφεντικά, σε έναν τομέα όπου αυτό συχνά συσκοτίζεται από το μικρό μέγεθος των γραφείων και τη ρητορική που κυριαρχεί στο επάγγελμα.


Mauro Sullam, Ένωση Εργαζόμενων Αρχιτεκτονισσών και Αρχιτεκτόνων / Unione Lavoratrici e Lavoratori in Architettura–ULLARC, Μιλάνο-Ιταλία
The English version of the text can be downloaded here.
Είμαι ο Μάουρο και εκπροσωπώ την Ένωση Εργαζόμενων Αρχιτεκτονισσών και Αρχιτεκτόνων. Θα ήθελα να ευχαριστήσω αυτούς και αυτές που έκαναν αυτή την συνάντηση δυνατή και μας ενέπλεξαν και χαιρετίζω τους/ις φίλους/ες μας από την ΑΚΕΑ, τα Άβολα Ερωτήματα στην Αρχιτεκτονική και το Τμήμα Εργαζόμενων Αρχιτεκτόνων. Στην ομιλία μου, θα προσπαθήσω να απαντήσω στα ερωτήματα που έθεσαν οι διοργανωτές/ριες, σε σχέση με την κατάσταση των εργαζομένων, το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο και την κατασκευαστικά αγορά αλλά και τις συγκεκριμένες προοπτικές των αγώνων.
Η περιοχή της Ιταλίας χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλομορφία περιβαλλοντικών και κοινωνικών συνθηκών. Πριν την ένωσή της σε ένα έθνος ήταν χωρισμένη σε πολλές ανεξάρτητα κυβερνώμενες οντότητες και η κατάσταση αυτή ενθάρρυνε την ανάπτυξη ποικίλων αστικών και μητροπολιτικών περιοχών. Για αιώνες, η αγροτικές δραστηριότητες καθιστούσαν τις μη αστικές περιοχές κατοικούμενες και συντηρούμενες, ακόμα και στο πλαίσιο της εξαπλωμένης φτώχιας και των μεγάλων κοινωνικών ανισοτήτων. Όταν το επάγγελμα του αρχιτέκτονα καθιερώθηκε επίσημα το 1923, ένα μεγάλο μέρος της Ιταλίας ακόμα υπόκειται σε αυτές τις συνθήκες, παρόλο που σε αρκετές περιοχές –και συγκεκριμένα στην κοιλάδα του ποταμού Πάδου στον βορρά- έχουν ήδη εκκινήσει οι διαδικασίες της μαζικής εκβιομηχάνισης. Ανάμεσα στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα και στη δεκαετία του 1920, το αντικείμενο των αρχιτεκτονικών σπουδών ορίζονταν σε σχέση με τις καλές τέχνες και τις σπουδές μηχανικής.
Μέχρι και τη δεκαετία του 1980, η αρχιτεκτονική παρέμενε ένα επάγγελμα που ασκούνταν από τη μεσαία και την υψηλή μεσαία τάξη, η οποία ήταν σταθερά ενσωματωμένη στα ακαδημαϊκά, πολιτικά, πολιτιστικά και βιομηχανικά δίκτυα, ειδικά στις μητροπολιτικές περιοχές, αλλά όχι μόνον εκεί. Το 1998 στην Ιταλία υπήρχαν 47.000 αρχιτέκτονες/ισσες, ένας/μια για κάθε 1.200 κατοίκους. Το 2024 οι αρχιτέκτονες/ισσεςς έχουν γίνει 157.000 και αντιστοιχεί πλέον ένας/μια για κάθε 375 κατοίκους. Οι βαθιές αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην ιταλική κοινωνία αντανακλώνται και στον επαγγελματικό μικρόκοσμο της αρχιτεκτονικής. Ο αριθμός των αρχιτεκτόνων/ισσών πιθανότατα θα μειωθεί τα επόμενα χρόνια, λόγω των συνδυασμένων αποτελεσμάτων που θα επιφέρουν η δημογραφική μείωση και η μείωση των εισακτέων μετά την κρίση του 2008. Ωστόσο την ίδια στιγμή, ο αριθμός των εργαζόμενων τεχνικών που δουλεύουν στον κλάδο της αρχιτεκτονικής αλλά δεν είναι αρχιτέκτονες/ισσες, έχει αυξηθεί σημαντικά και είναι αδύνατον να χαρτογραφηθεί μέσω των επαγγελματικών μητρώων.
Η Ιταλία, αφού μετασχηματίστηκε ριζικά μέσω της αστικοποίησης και της εκβιομηχάνισης, είναι σήμερα μια περιοχή «δύο ταχυτήτων». Οι μητροπολιτικές περιοχές συνδέονται με την ανάπτυξη του τομέα των υπηρεσιών και στις οποίες η επιρροή της κτηματαγοράς, του χρηματοπιστωτικού τομέα, της εφοδιαστικής και του τουρισμού αυξάνεται. Στο πλαίσιο αυτό, τα κατασκευαστικά έργα είναι πρωτίστως ένα όχημα για την κερδοφορία των μεγάλων και μεσαίων επενδυτικών σχημάτων. Συχνά δεν έχουν καμία σχέση με τις τοπικές ανάγκες σε κατοικία, πολιτισμό και παραγωγή και εισάγονται στις δυναμικές της υπερπαραγωγής και της κερδοσκοπίας. Την ίδια στιγμή, οι λεγόμενες «εσωτερικές περιοχές», υφίστανται ερήμωση και δημογραφική γήρανση, μαζί με την έκλειψη του κοινωνικού και παραγωγικού ιστού. Σκεφτείτε ότι από το 1985 έως το 2015, η περιοχές της Ιταλίας με δασοκάλυψη αυξήθηκαν κατά 28%, αντικαθιστώντας καλλιεργούμενες εκτάσεις.
Στις μη μητροπολιτικές περιοχές, ένας κλάδος συντονιζόμενος από ελεύθερους επαγγελματίες και τα μικρά γραφεία ακόμα αντιστέκεται: ένα δίκτυο συνεργασιών ανάμεσα σε αρχιτέκτονες/ισσες και ειδικούς/ες σε συναφείς τομείς, των οποίων η οικονομική βιωσιμότητα ποικίλει, ανάλογα τον τύπο των πελατών που καταφέρνουν να προσελκύουν. Και όσον αφορά τους νέους και τις νέες που μπαίνουν στο επάγγελμα, ενώ κάποιοι/ες καταφέρνουν να ξεκινήσουν μια οικονομικά βιώσιμη επαγγελματική διαδρομή, οι περισσότεροι πρέπει να μεταναστεύσουν στις μητροπολιτικές περιοχές ή στο εξωτερικό για να πετύχουν ακόμα και μία επισφαλή οικονομικά ανεξαρτησία.
Στις κύριες μητροπολιτικές περιοχές, επιπροσθέτως του μεγάλου αριθμού μικρών και μεσαίων γραφείων και των αυτοαπασχολούμενων -πολλοί/ες εκ των οποίων δουλεύουν ως «τεχνικοί υπεργολάβοι» για μεγαλύτερα γραφεία- το ειδικό βάρος των «εταιρειών υπηρεσιών» αυξάνεται. Αυτές οι εταιρείες προσαρμόζουν τις δραστηριότητές τους με βάση τα ενδιαφέροντα των χρηματοπιστωτικών ομίλων και του δημοσίου ή των υβριδικών μορφών μεταξύ των δύο. Εταιρίες μηχανικών, σχεδιαστικά γραφεία εντός μη κατασκευαστικών εταιρειών, εταιρίες διαχείρισης έργων και εργολαβικές εταιρείες με σχεδιαστικά τμήματα, αποτελούν κατηγορίες οι οποίες συγκεντρώνουν η κάθε μία εκατοντάδες χιλιάδες συνεργάτες, συμπεριλαμβανομένων αρχιτεκτόνων, μηχανικών, τοπογράφων και διοικητικού προσωπικού. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται μόνο για ντόπιες εταιρείες αλλά συχνά για πολυεθνικούς ομίλους με ιταλικά παραρτήματα. Δυστυχώς, είναι πολύ δύσκολο να χαρτογραφήσει και να ποσοτικοποιήσει κανείς αυτή την πολυπλοκότητα, αλλά η Ένωσή μας εργάζεται πάνω σε αυτό. Πιστεύουμε ότι όταν θα καταφέρουμε να παραθέσουμε μια πρώτη επισκόπηση αυτής της περίπλοκης δομής, θα έχουμε συμβάλει στην αλλαγή της κυρίαρχης αφήγησης, η οποία πάντα δίνει έμφαση στην «υπερπαραγωγή» αρχιτεκτόνων σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτή η αφήγηση συχνά χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει την εκμετάλλευση της εργασίας εντός ενός πλαισίου οξυμένου ανταγωνισμού, αγνοώντας την τεράστια γκάμα εργασιακών αντικειμένων, εργασιακών χώρων και συνθηκών πρόσληψης, εντός των οποίων βρίσκονται οι εργαζόμενοι/ες αρχιτέκτονες/ισσες.
Οι εργασιακές συνθήκες των αρχιτεκτόνων/ισσών, στα πεδία του σχεδιασμού, της μηχανικής και της διαχείρισης έργων, δεν είναι ομογενείς, και χρειαζόμαστε ακόμη χρόνο για να αποκτήσουμε μια ακριβή συνολική εικόνα. Στο μεταξύ όμως είμαστε σε θέση να παραθέσουμε κάποια στοιχεία για αναστοχασμό. Το να έχει κανείς/μια ισχυρή οικογενειακή υποστήριξη, όχι μόνο οικονομική αλλά και με όρους πολιτιστικού και κοινωνικού κεφαλαίου, είναι κάτι που ακόμα κάνει τη διαφορά σε πολλές ιστορίες επαγγελματικής επιτυχίας ή αποτυχίας. Η περίσταση αυτή συνδέεται και με άλλα πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα, όπως το κοινωνικό φύλο (υπάρχουν περισσότερες γυναίκες απόφοιτοι, ωστόσο το έμφυλο χάσμα υφίσταται ακόμα, τόσο με όρους αμοιβών, όσο και με όρους θέσης στην εργασία), η προέλευση εντός ή εκτός της ευρωπαϊκής κοινότητας και η ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδρομής. Οι ταξικές διαφορές σίγουρα πλήττουν τα πιο ευάλωτα τμήματα κάθε κατηγορίας: οι κοινωνικά ισχυρότεροι είναι σε θέση να αντέξουν χρόνια απλήρωτης ή κακοπληρωμένης εργασίας. Πολλές ιστορίες «μαθητείας» και «θυσιών» παραλείπουν τα ταξικά προνόμια που τις καθιστούν δυνατές. Αυτοί και αυτές που έχουν πραγματικά ανάγκη τον μισθό τους για να έχουν οικονομική ανεξαρτησία, είναι που βλάπτονται περισσότερο από αυτή τη ρητορική, η οποία εξυψώνει την προσωπική αφοσίωση και το ταλέντο ενώ αγνοεί τις υποκείμενες συνθήκες.
Στην Ιταλία η πλειοψηφία των οιονεί μισθωτών στα γραφεία και τις εταιρείες προσλαμβάνονται ως υποκείμενοι σε ΦΠΑ ανεξάρτητοι συνεργάτες (partita IVA) και συνεπώς ως «αυτοαπασχολούμενοι/ες» αποκλείονται από κάθε δυνατότητα συλλογικής διαπραγμάτευσης. Ένα όραμα βασισμένο στην ατομική επίδοση και την προθυμία να κάνει κανείς θυσίες, είναι το ιδανικό υποστήριγμα για την εύρεση υποαμοιβόμενης εργατικής δύναμης σε πολλούς επαγγελματικούς τομείς, συμπεριλαμβανομένου και του δικού μας. Ατάκες όπως «δεν δουλεύουμε στο ταχυδρομείο» και «δεν κοιτάζουμε το ρολόι» ακούγονται συχνά στα αρχιτεκτονικά γραφεία για να διακρίνουν τους/ις λεγόμενους/ες «επαγγελματίες» από τους/ις εργαζόμενους/ες, ταυτοποιώντας τους τελευταίους σαν ανθρώπους χωρίς φιλοδοξίες. Η εργασία χωρίς χρονικό όριο γίνεται το μέτρο της αρετής. Ενώ δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, και ειδικά νέοι άνθρωποι, καταλήγουν να δουλεύουν για λίγα ευρώ, το παλιό φετίχ του «ελεύθερου επαγγελματία» συνεχίζει να ανακαλείται στα τελετουργικά της εκμετάλλευσης: «να σε εκμεταλλεύονται, ώστε να γίνεις ικανός να εκμεταλλευτείς κι εσύ, διότι αυτό είναι ο δρόμος προς την επιτυχία». Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η υπόσχεση –η οποία ήταν μοχθηρή και στο παρελθόν και σήμερα- εκπληρώνεται όλο και λιγότερο συχνά, μετατρεπόμενη στο «να σε εκμεταλλεύονται, ώστε να συνεχίσουν να σε εκμεταλλεύονται» εντός της νέας τάξης που προωθείται από τα καθεστώτα απόσπασης χρηματοπιστωτικής προσόδου και μεταφράζεται σε μη βιώσιμα κόστη ζωής για τους περισσότερους και τις περισσότερες.
Υπάρχει η Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τα Επαγγελματικά Γραφεία, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει το σημείο αναφοράς για τη ρύθμιση της εξαρτημένης εργασίας. Ωστόσο, οι αρχιτέκτονες και οι μηχανικοί που εργάζονται με εργοδότη έναν άλλο αρχιτέκτονα ή μηχανικό, εύκολα αποκλείονται από αυτή, διότι ένα νομοθέτημα του 2015, εξαίρεσε την περίπτωσή τους από τις ρυθμίσεις για τον υποχρεωτικό επαναπροσδιορισμό των ψευδώς ανεξάρτητων εργασιακών σχέσεων σε σχέσεις τυπικής εξαρτημένης εργασίας. Και άλλοι μηχανισμοί εμποδίζουν τη ρύθμιση: οι αρχιτέκτονες/ισσες και οι μηχανικοί υπάγονται σε ένα ξεχωριστό ταμείο κοινωνικής ασφάλισης. Επιπλέον γι’ αυτούς/ες που βγάζουν έως 85.000 ευρώ το χρόνο, υπάρχει ένα σύστημα ενιαίου φορολογικού συντελεστή (regime forfettario) με ένα σταθερό συντελεστή 15% επί του φορολογητέου εισοδήματος. Την ίδια στιγμή που το καθεστώς αυτό ανατρέπει την προοδευτική φορολόγηση, ενθαρρύνει τους/ις οιονεί μισθωτούς να παραμείνουν στην κατάσταση του/ις «συνεργάτη».
Δεν είναι μόνο οι οιονεί μισθωτοί που υποφέρουν. Ολόκληρο το σύστημα είναι καταστροφικό. Οι ιδιοκτήτ(ρι)ες των γραφείων που θα ήθελαν να προσλάβουν εργαζόμενους κανονικά, είναι δύσκολο να το κάνουν, διότι η παραπάνω κατάσταση στρεβλώνει τον ανταγωνισμό, καθιστώντας τα συγκεκριμένα κόστη μη βιώσιμα. Μεγαλύτερα γραφεία, ειδικά στις μητροπολιτικές περιοχές, έχουν να κάνουν με έναν όλο και μεγαλύτερο αριθμό εργαζόμενων, οι οποίοι/ες, μη έχοντας καμία προοπτική εργασιακής σταθερότητας, μετακινούνται από δουλειά σε δουλειά, κυνηγώντας καλύτερες αμοιβές.
Ακόμα και στα δημόσια έργα, υφίσταται συχνά μια έμμεση πρόσκληση για τη συμπίεση του εργατικού κόστους. Για παράδειγμα στους κατόπιν προσκλήσεως διαγωνισμούς μελετών (για αμοιβές κάτω των 221.000€), τα γραφεία καταθέτουν τεχνική και οικονομική προσφορά αλλά συνήθως κερδίζει ο μειοδότης. Οι αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί απαιτούν μια τεράστια ποσότητα δουλειάς, η οποία συνήθως δεν καλύπτεται από τα βραβεία, και έχουν ως αποτέλεσμα καθαρές ζημιές γι’ αυτούς/ες που δεν κερδίζουν. Ο νόμος του 2023 περί «Δίκαιης Αμοιβής» εγκαθίδρυσε ένα σύστημα ελάχιστων αμοιβών για όσους/ες εργάζονται για «μεγάλους πελάτες», αλλά αυτό εξασφαλίζει μόνο τους ιδιοκτήτες των γραφείων, καθώς δεν τους υποχρεώνει με κανέναν τρόπο να αναδιανείμουν αυτές τις αμοιβές στους συνεργάτες τους.
Λόγω χρονικών περιορισμών, δεν θα επεκταθώ άλλο στην περιγραφή της ιταλικής περίπτωσης. Θα κλείσω με μια σύντομη αναφορά στην ομάδα μας και στις προοπτικές μελλοντικών δράσεων. Η Ένωση Εργαζόμενων Αρχιτεκτονισσών και Αρχιτεκτόνων (ULLARC) είναι ακόμα μια μικρή ομάδα, η οποία ιδρύθηκε επίσης το 2023. Έχουμε οργανώσει διάφορες κινήσεις αλλά παραμένουμε μια ανεπίσημη συλλογικότητά μέχρι τώρα. Σύντομα σκοπεύουμε να ιδρύσουμε έναν σύλλογο. Η δράση μας έχει κυρίως να κάνει με τους/ις νέους/ες «οιονεί μισθωτούς», τις διακρίσεις λόγω κοινωνικού φύλου και τις σχέσεις ανάμεσα στην εκπαίδευση και την εργασία. Από το 2025 συμμετέχουμε στο δίκτυο της Διεθνούς των Εργαζόμενων Αρχιτεκτόνων. Στην Ιταλία σήμερα δεν υπάρχει κάποια άλλη οργάνωση εκτός από τη δική μας που να ασχολείται με την υπεράσπιση των δικαιωμάτων αυτών που δουλεύουν στην αρχιτεκτονική και ζουν σε συνθήκες επισφάλειας. Υπάρχουν μόνο επαγγελματικοί σύλλογοι, οι οποίοι υπερασπίζονται «το επάγγελμα», χωρίς να ασχολούνται με τις ανισότητες εντός του.
Οι πρωτοβουλίες που θα αναπτύξουμε τους επόμενους μήνες είναι:
- Η έκδοση μιας έκθεσης για την κατάσταση στα μεσαίου μεγέθους γραφεία, όπου εκτιμούμε ότι η αναλογία ανάμεσα στους τυπικά μισθωτούς και τους/ις οιονεί μισθωτούς είναι ένας προς δέκα.
- Μια καμπάνια πληροφόρησης για τις ανισότητες σχετικά με την πρόσβαση στο επάγγελμα, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών εξετάσεων για την άδεια άσκησης επαγγέλματος και τις απλήρωτες πρακτικές που εισάγουν κάποιοι επαγγελματικοί φορείς.
- Η συνεργασία με εργατολόγους για την παροχή βοήθειας σε εργαζόμενους/ες.
- Ένας κύκλος παρεμβάσεων στο Πολυτεχνείο του Μιλάνου (Politecnico di Milano) για να συζητήσουμε θέματα που έχουν να κάνουν με την εργασία και τις ανισότητες με τους φοιτητές και τις φοιτήτριες.
- Η υποστήριξη του αγώνα του βοηθητικού διδακτικού προσωπικού στα πανεπιστήμια για υψηλότερες ελάχιστες αμοιβές.
Εκτός από τις παραπάνω δραστηριότητες, απαντάμε καθημερινά σε όσους/ες εργαζόμενους/ες μας απευθύνονται.
Κλείνω την ομιλία μου λέγοντας ότι για εμένα τρία χρόνια στην Ένωση σήμαιναν πολλά. Αυτή η συνεχής δουλειά αλληλεγγύης και συνειδητοποίησης μου έδωσε τη δύναμη να βοηθήσω τον εαυτό μου και τους/ις συναδέλφους/ισσες μου. Η πολιτική δουλειά απαιτεί μιαν αφοσίωση αλλά οι ανταμοιβές είναι πολλές. Με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους τους/ις συντρόφους/ισσές μου σε αυτή τη διαδρομή, και ευχαριστώ τον Κώστα και όλους και όλες εσάς για αυτή την πολύτιμη δυνατότητα συζήτησης.

