Μνήμες της α/συνέχειας: Όταν ο χρόνος διακόπτεται και ο χώρος γίνεται μάρτυρας

Στελίνα Πορτέση

Η προπτυχιακή ερευνητική εργασία που δημοσιεύουμε εδώ πραγματεύεται το θέμα της μνήμης και την αποτύπωσή της στον χώρο μέσα από δύο αναλυτικές μελέτες περίπτωσης: Το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Μακρονήσου και τους διάσπαρτους χώρους κράτησης και βασανισμού πολιτικών κρατουμένων στη δικτατορία της Αργεντινής. Η διερεύνηση εξετάζει κριτικά μεταξύ άλλων και τις αρχιτεκτονικές προτάσεις και χειρισμούς διαχείρισης της τραυματικής ιστορικής μνήμης.

Η εργασία παρουσιάστηκε στην Αρχιτεκτονική ΑΠΘ στο εαρινό εξάμηνο του 2017 με επιβλέπουσα την Κυριακή Τσουκαλά και σύμβουλο την Κέλλυ Παπαϊωάννου.
Συνέχεια

Advertisements

Η συμβολή της μνήμης στη νοηματοδότηση του τοπίου – Μία μελέτη για το Λαύριο μέσα από το ντοκιμαντέρ

niovi02Νιόβη Τζιμογιάννη

Η παρούσα εργασία αποτελεί διπλωματική στο πλαίσιο του ΔΠΜΣ «Αρχιτεκτονική – Σχεδιασμός του Χώρου», κατεύθυνση Α: «Σχεδιασμός – Χώρος – Πολιτισμός» του ΕΜΠ, με επιβλέποντα τον Στ.Σταυρίδη και παρουσιάστηκε τον Μάρτη του 2009.

Η παρούσα εργασία έχει σαν σκοπό την εύρεση μιας μεθοδολογίας ικανής για τη διερεύνηση του τοπίου. Η μεθοδολογία αυτή θα χρησιμέψει ως υλικό για μια ειδικότερη διερεύνηση, αυτή του τοπίου στο Λαύριο. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί, θεωρούμε, έναν άξονα μελέτης βάσει του οποίου μπορούν να διερευνηθούν τα περισσότερα τοπία. Το κεντρικό πρόβλημα που απασχολεί την παρούσα μελέτη είναι πώς η μνήμη μπορεί να συμβάλλει στη νοηματοδότηση του τοπίου.

Έτσι καταρχήν διερευνάται το πώς νοηματοδοτείται το τοπίο, δηλαδή με ποια νοητικά εργαλεία μπορούμε να το νοηματοδοτήσουμε. Η βασική συνθήκη που λάβαμε υπόψην μας είναι η άποψη της Σχολής του Berkeley, κατά την οποία όλα τα τοπία είναι πολιτισμικά. Επομένως το πώς νοηματοδοτείται το τοπίο κάθε φορά, ακολουθεί τις επικρατούσες τάσεις στο χώρο της πολιτισμικής θεωρίας. Οι προηγούμενες μελέτες του τοπίου που διερευνήθηκαν κινούνται κυρίως μεταξύ αντιμαχιών για κοινωνικές δυνάμεις που το καθορίζουν ή προτεραιότητα των δρώντων υποκειμένων έναντι κοινωνικών δυνάμεων και εξουσιών. Δηλαδή σε μια διαμάχη των μακροθεωριών έναντι των μικροθεωριών. Οι μεν μακροθεωρίες δε λαμβάνουν τόσο υπόψην τους την ελευθερία δράσης του ανθρώπινου παράγοντα, καθώς θεωρούν το υποκείμενο αποτέλεσμα επίδρασης εξωτερικών δομών και εξουσιών, οι δε μικροθεωρίες στέκονται σε ένα εξωκοινωνικό άτομο χωρίς να λαμβάνουν υπόψην τους τις κοινωνικές δυνάμεις που καθορίζουν το να δρα με τον τρόπο που δρα. Ανάμεσα σε αυτές τις διαμάχες στέκεται η μορφή του Pierre Bourdieu, ο οποίος με τη θεωρία περί πρακτικής και των προδιαθέσεων (habitus) προσπαθεί να συμφιλιώσει τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Θα δανειστούμε τη θεωρία της πρακτικής για να νοηματοδοτήσουμε το τοπίο, όπου το τοπίο σε αυτή την περίπτωση δεν αποτελεί πλαίσιο υποδοχής των δράσεων αλλά συστατικό της ανάπτυξής τους. Ταυτόχρονα οι αφηγήσεις συσχετίζονται με τις πράξεις και τις τελετουργίες, και παράγουν, μέσω της μνήμης, νέες πιθανές πρακτικές που νοηματοδοτούν εξαρχής το τοπίο. Το ίδιο άλλωστε κάνουν και οι ζωγραφικές αναπαραστάσεις. Η διαφορά τους έγκειται στο γεγονός ότι στην περίπτωση των ζωγραφικών αναπαραστάσεων η δράση προϋπάρχει, νοηματοδοτεί τον ίδιο τον πίνακα και συχνά δεν απεικονίζεται. Αλλά δε θα επεκταθούμε περαιτέρω στο θέμα γιατί θεωρούμε ότι ξεφεύγει από τα όρια της παρούσης μελέτης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, θα θεωρήσουμε ότι μιλάμε για συλλογική μνήμη και ουσιαστικά ότι η αλληλοσυσχέτιση μεταξύ ατομικής και συλλογικής ενθύμησης αποκτά νόημα μέσα από τη θεωρία της πρακτικής και του habitus. Η δύναμη της μνήμης σε αυτή την περίπτωση έγκειται στην ικανότητά της να συγκρίνει πράξεις που συντελέστηκαν στο παρελθόν με αυτές που συντελούνται στο παρόν και αυτή η δύναμη της σύγκρισης είναι που νοηματοδοτεί την πράξη και ανοίγει νέα πεδία δυνατοτήτων. Συνέχεια

Πόλη και ψυχή – Κατασκευάζοντας μνήμες στο χώρο και στο χρόνο

χ03Χριστίνα – Μαρία Κοντογιάννη, Κωνσταντίνα Μητροκανέλου

Η παρούσα εργασία αποτελεί προπτυχιακή διάλεξη που παρουσιάστηκε στην αρχιτεκτονική Ξάνθης, τον Ιούλιο του 2013, με επιβλέποντες τους Γ.Πατρίκιο, Κ.Κεβεντζίδη και Σ.Τσάδαρη.

Η σχέση της μνήμης, ατομικής και συλλογικής, με το χώρο δεν αποτελεί ένα πρόβλημα περιφερειακό αλλά αντίθετα βρίσκεται στο κέντρο μιας συζήτησης για την εμπειρία και τις προοπτικές των σύγχρονων πόλεων. Η παρέμβαση σε μια τέτοια συζήτηση χρειάζεται να αναζητήσει μεθόδους και εννοιολογικές επιλογές αντλώντας υλικό από διαφορετικά πεδία έρευνας, όπως την κοινωνική ανθρωπολογία, την κοινωνιολογία του χώρου, την ιστορία. Τα τελευταία χρόνια, έχει αναδειχθεί ένα αυξανόμενο σώμα της βιβλιογραφίας που πραγματεύεται τη σχέση ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και τα αποτελέσματα της συλλογικής μνήμης και της εθνικής ταυτότητας. Η κοινή άποψη είναι ότι η κοινωνική ή συλλογική μνήμη παράγεται μέσα από εικόνες αντικειμένων, καθώς και χωρικών αναπαραστάσεων αλλά και αντανακλάται σε αυτές. Συνεπώς είναι ένα θέμα μεγάλης σημασίας για τον πολεοδομικό σχεδιασμό. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία της πολιτιστικής και συλλογικής μνήμης δεσμεύεται σε ένα σύστημα πολιτικών διακυβευμάτων. Έτσι, στις προβληματικές για τη μνήμη αναμετρώνται σήμερα όχι μόνο διαφορετικοί κλάδοι γνώσης αλλά και διαφορετικές αξίες και πολιτικές.

Στόχος της παρούσας εργασίας δεν είναι να διερευνήσει αστικές και πολεοδομικές παρεμβάσεις που υλοποιούνται στους μνημονικούς χώρους της πόλης, ούτε να εξετάσει τις πρακτικές ένταξης και ανάδειξης νέων μνημείων. Πραγματεύεται κάτι πολύ πιο ευρύ: τους δεσμούς ανάμεσα στο παρελθόν και το εθνικό φαντασιακό. Ειδικότερα, διερευνά την καίρια θέση της μνήμης και των υλικών εκφάνσεών της στο χώρο ως συμβολικού και πολιτισμικού κεφαλαίου, ως οδού κατανόησης και ανατροπής της καπιταλιστικής κοινωνίας. Είναι, κατά πρώτο λόγο, μια έρευνα της κοινωνικής παρουσίας, των κοινωνικών ρόλων και νοημάτων των υλικών αναπαραστάσεων της μνήμης εντός των κοινωνικών σχηματισμών. Συνέχεια