Georges Seurat – Un dimanche après-midi à l’ île de la Grande Jatte: Το έργο τέχνης ως αφετηρία για τη διερεύνηση του πολιτικού

Έμη_Seurat_00

Έμη Κίτσαλη

Το άρθρο που παρουσιάζεται εδώ αποτελεί εργασία που παρουσιάστηκε το Σεπτέμβριο του 2013 στο μεταπτυχιακό «Πολιτιστική Διαχείριση» του τμήματος Μέσων Επικοινωνίας και Πολιτισμού του Παντείου, στο μάθημα «Ιστορία της Τέχνης» με διδάσκουσα την Ε.Φουντουλάκη

Εισαγωγή

Ο Baudelaire στο δοκίμιο του «Ο ζωγράφος της σύγχρονης ζωής» έγραφε ότι η νεωτερικότητα είναι «το εφήμερο, το φευγαλέο, το τυχαίο, το ήμισυ της τέχνης, της οποίας το άλλο ήμισυ είναι το αιώνιο και αμετάβλητο»(1). Ο καλλιτέχνης για τον Baudelaire είναι κάποιος που μπορεί να επικεντρώσει το όραμά του στα συνηθισμένα θέματα της ζωής στην πόλη, που κατανοεί τις φευγαλέες ιδιότητές τους και εντούτοις καταφέρνει να αποσπά από την περαστική στιγμή όλα τα στοιχεία της αιωνιότητας τα οποία εμπεριέχει. Η θέση αυτή για τον ζωγράφο της σύγχρονης ζωής μοιάζει να ταιριάζει ιδιαίτερα στην περίπτωση του Georges Seurat, ο οποίος με τη φιλοδοξία του να εκμοντερνίσει την τέχνη με τη βοήθεια της επιστήμης «θα δημιουργούσε ένα νέο κλασικισμό και θα αναμόρφωνε τον ιμπρεσιονισμό, εξαλείφοντας το τυχαίο και το στιγμιαίο, διατηρώντας ταυτόχρονα τη ζωντάνια της ζωής σε υπολογισμένες φόρμες που ενσωμάτωναν διαρκή ιδεώδη»(2).

Μέσα από το έργο του Μια Κυριακή απόγευμα στο νησί La Grande Jatte (Un dimanche après-midi à l’Île de La Grande Jatte)(3), ο Seurat επικεντρώνει στα θέματα της ζωής στην πόλη και διερευνά τους τρόπους αναπαράστασης της νεωτερικής κοινωνίας και των συμπολιτών του, στο συγκείμενο της αναψυχής και του ελεύθερου χρόνου – που ήταν άλλωστε τότε το προνομιακό πεδίο του ιμπρεσιονισμού. Μέσα από αυτό όμως επιδιώκει να απεικονίσει τους συγχρόνους του με τρόπο που να τους διατηρεί στην αιωνιότητα, όπως έκανε ο Φειδίας με τους Αθηναίους στην Πομπή των Παναθηναίων(4). Η προσπάθεια του να εκφράσει με μία εικονογραφία με διαρκή χαρακτηριστικά τη νεωτερικότητα συνιστά – ανεξάρτητα από τη δική του ρητή επιδίωξη – ταυτόχρονα μια αισθητική απάντηση και έναν κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό. Σε περιόδους μετάβασης και έντονων κοινωνικών αλλαγών, όπως ήταν οι δεκαετίες του 1870 και 1880 για την παρισινή κοινωνία – μετά τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο, την Κομμούνα αλλά και τον βίαιο “εκσυγχρονισμό” του αστικού χώρου που είχε προηγηθεί από τον Haussmann, την σταδιακή επικράτηση της οικονομίας της αγοράς και της κοινωνίας του θεάματος – τα έργα τέχνης αντικατοπτρίζουν, ηθελημένα ή μη, άμεσα ή έμμεσα, τις μεταβολές στις κοινωνικές αξίες. Μπορούν να αποτελέσουν, έτσι, προνομιακή αφετηρία για τη διερεύνηση του πολιτικού και τη συσχέτισή του με τις αισθητικές στρατηγικές. Συνέχεια