Ανάπλαση της χερσαίας και παράκτιας ζώνης και αισθητική αναβάθμιση όψεων κτιρίων στο παραλιακό μέτωπο Νεάπολης Λακωνίας

exofylloΗ μελέτη που παρουσιάζεται εδώ απέσπασε διάκριση (εξαγορά) σε πανελλήνιο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό ιδεών που προκήρυξε το Δημοτικό Λιμενικό Ταμείο Μονεμβασίας. Πρόκειται για μία παρέμβαση στην κλίμακα του αστικού σχεδιασμού με βασικό στόχο την απελευθέρωση του δημόσιου χώρου και του αιγιαλού από τα σταθμευμένα αυτοκίνητα, τα τραπεζοκαθίσματα και τις καταπατήσεις. Οι βασικές λειτουργίες κίνησης και στάθμευσης ρυθμίζονται με προτεραιότητα στον πεζό και ο δημόσιος χώρος βελτιώνεται μέσω του σχεδιασμού και της προσθήκης χρήσεων που προκύπτουν από τα αιτήματα των κατοίκων και των φορέων της πόλης.

Η ομάδα μελέτης αποτελείται από τις αρχιτεκτόνισσες: Ελένη Βαφειάδου, Αναστασία Δεληκάρη, Βενετία Δεληκάρη, Μυρσίνη Καμπάκου, Θάλεια Τρακάκη και Χριστίνα Γιαννουλάκη.

Γενικά

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι η αναβάθμιση της περιοχής της Νεάπολης Βοιών. Η κομβική γεωγραφική της θέση θεωρούμε ότι θα μπορούσε να προσελκύσει πλήθος επισκεπτών που θέλουν να σχηματίσουν μια εικόνα για την ευρύτερη περιοχή, αλλά και να δουν την όμορφη πόλη με τα παραδοσιακά σπίτια. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη διαμόρφωση ενός μετώπου, με χρήσεις και λειτουργίες που λείπουν σήμερα από την περιοχή, και την αποκατάσταση του παλιού τμήματος της πόλης, θα ήταν ικανό να φέρει τη Νεάπολη στο κέντρο ενός ταξιδιού για να γνωρίσει κανείς πολλές αξιόλογες γύρω περιοχές, όπως τη Μονεμβασιά, τα Κύθηρα, την Ελαφόνησο και τις κοντινές διαδρομές στο Σπήλαιο της Καστανιάς, τις παραλίες, το απολιθωμένο δάσος, τα μοναστήρια του Κάβο Μαλέα και τις υπόλοιπες ενδιαφέρουσες τοποθεσίες. Συνέχεια

Advertisements

Από την πολυκατοικία στο τετράγωνο: Ένα μοντέλο επαναδιαπραγμάτευσης του δημόσιου και του ιδιωτικού

exofylloΜάνος Αργύρης – Θάνος Μακρυνικόλας

Στο πλαίσιο της διπλωματικής εργασίας που παρουσιάζουμε εδώ, προτείνεται μία τυπολογία παρεμβάσεων στο τυπικό οικοδομικό τετράγωνο της ελληνικής πόλης, με μελέτη περίπτωσης ένα πραγματικό οικοδομικό τετράγωνο στο Παγκράτι. Η διαμόρφωση των προτάσεων προκύπτει από μια πλούσια διερεύνηση των σχέσεων του δημόσιου, του κοινόχρηστου και του ιδιωτικού στην κατοικία, στη γειτονιά και στο σύνολο του αστικού χώρου, που λαμβάνει χώρα τόσο διαχρονικά όσο και στη συγχρονία. Τα πορίσματα αυτής της διερεύνησης τελικά εξειδικεύονται στους χώρους της πολυκατοικίας, όπως αυτή εξελίσεται ακολουθώντας τις κατευθύνσεις των διαφορετικών οικοδομικών κανονισμών που διαμορφώνουν την ελληνική πόλη μέχρι σήμερα. Διαπιστώνεται ότι λόγω της προσπάθειας να χρησιμοποιηθεί κάθε ωφέλιμο τετραγωνικό που μπορεί να παρέχουν οι οικοδομικοί κανονισμοί για να αυξηθεί το μέγεθος του προς πώληση διαμερίσματος, οι κοινόχρηστοι χώροι μικραίνουν στο ελάχιστο και συχνά γίνονται δυσλειτουργικοί, λ.χ. οι φωταγωγοί αποκτούν τις ελάχιστες διαστάσεις, τα μπαλκόνια συχνά καταλήγουν να έχουν κυρίαρχα αποθηκευτικό ρόλο, τα δώματα παραμένουν χώροι σχεδόν χωρίς καμία χρήση, οι ακάλυπτοι σχηματίζουν ασυνεχείς και διασπασμένους χώρους, ανενεργούς, τις περισσότερες φορές αφύτευτους και χωρίς καμία χρήση, δημιουργημένους μόνο επειδή ο νόμος υποχρεώνει την ύπαρξή τους. Οι νομικές προβλέψεις για ενεργό και ενοποιημένο τετράγωνο ουσιαστικά δεν εφαρμόστηκαν ποτέ.

Οι σχεδιαστικές προτάσεις στις οποίες καταλήγει η εργασία πιθανότατα προϋποθέτουν διαφορετικές κοινωνικές, οικονομικές και ιδιοκτησιακές σχέσεις από αυτές που επικρατούν σήμερα. Παρόλα αυτά αποτελούν ένα χρήσιμο υπόδειγμα του πως θα μπορούσε να μετασχηματιστεί η πλειοψηφία του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος με την εισαγωγή συγκεκριμένων ένθετων χώρων και χρήσεων, στην κατεύθυνση αύξησης του κοινόχρηστου χώρου και των συλλογικών δραστηριοτήτων, αν οι παραπάνω σχέσεις το επιτρέψουν.

Η παρούσα διπλωματική εργασία παρουσιάστηκε στην Αρχιτεκτονική Ε.Μ.Π. τον Φλεβάρη του 2014, με επιβλέποντες τους Σ.Σταυρίδη και Δ.Παπαλεξόπουλο και σύμβουλο τον Π.Βασιλάτο Συνέχεια

Στην άκρη του κέντρου: Πρόγραμμα ανάπλασης στις γειτονιές της Ξηροκρήνης

Ντόρη Λούκρη – Σοφία Περπινιά

0Η παρούσα διπλωματική εργασία αποτελεί ολοκληρωμένη παρέμβαση σε πολεοδομική κλίμακα στην περιοχή της Ξηροκρήνης, στο δυτικό άκρο του κέντρου της Θεσσαλονίκης. Ενώ η περιοχή θεωρείται διαχρονικά «υποβαθμισμένη» λόγω της χαμηλής ποιότητας της κατοικίας και της ιδιότυπης απομόνωσής της από τον αστικό ιστό της πόλης, η προγραμματιζόμενη εγκατάσταση δύο σταθμών του μετρό της Θεσσαλονίκης αναμένεται να αλλάξει το σκηνικό. Εν αναμονή αυτών των αλλαγών, επιχειρείται εδώ μία συνολική παρέμβαση η οποία θα σέβεται τις γενεαλογίες ανάπτυξης της περιοχής και θα αναφέρεται στους κατοίκους της, σε αντίθεση με λογικές εξευγενισμού, εξωραϊσμού και σημειακών παρεμβάσεων. Με εργαλείο την αναλυτική τυπολογική ανάγνωση της περιοχής, δίνεται έμφαση στη βιώσιμη κινητικότητα, στο δημόσιο χώρο και στους κοινόχρηστους και ακάλυπτους χώρους και στη σχέση όλων των προαναφερθέντων με την κατοικία. Η διπλωματική παρουσιάστηκε στην Αρχιτεκτονική ΑΠΘ τον Φεβρουάριο του 2013, με επιβλέπουσα καθηγήτρια την Χ.Χριστοδούλου.

O αρχιτεκτονικός σχεδιασμός … στην κρίση / η «κρίση» του σχεδιασμού

Η πόλη, ως «ζωντανός» οργανισμός, αποτελεί πεδίο διαρκώς μετασχηματιζόμενο σε συνάρτηση με τη μεταβαλλόμενη κοινωνική ζωή. Αναδεικνύεται σε τόπο διαφιλονικούμενο μεταξύ των στρατηγικών αναδιάρθρωσης και κερδοφορίας του κεφαλαίου και των πολιτικών που επιβάλλει, αλλά και των κινημάτων αντίστασης και διεκδίκησης των «από κάτω». Εν μέσω μιας πρωτόγνωρης σε ένταση και επιπτώσεις οικονομικής κρίσης, οι διαδικασίες παραγωγής και ρύθμισης του χώρου, αλλά και οι πρακτικές του σχεδιασμού του αστικού χώρου αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα και πολυπλοκότητα μετέχοντας ενεργά στην κατεύθυνση της υπέρβασης της κρίσης υπέρ των κυρίαρχων τάξεων. Συνέχεια

Δημοτική αγορά και δημοτικός χώρος στάθμευσης στη Λάρνακα

Η μελέτη που παρουσιάζεται εδώ απέσπασε διάκριση (εύφημος μνεία) σε αρχιτεκτονικό διαγωνισμό που προκήρυξε ο Δήμος Λάρνακας (Κύπρος) το 2011. Ο διαγωνισμός αφορά το σχεδιασμό του κτιρίου της Δημοτικής Αγοράς και ενός κτιρίου για τη στάθμευση των αυτοκινήτων αλλά και τον περιβάλλοντα δημόσιο χώρο. Στην παρούσα μελέτη προτεραιότητα δίνεται στον σχεδιασμό και τη λειτουργία του δημόσιου χώρου. Το κτίριο της Δημοτικής Αγοράς ακολουθεί την τυπολογία της παραδοσιακής σκεπαστής αγορά (παζάρι) και όχι του εμπορικού κέντρου (mall) επιτρέπει κατά τη διάρκεια της ημέρας τις διαμπερείς κινήσεις των πεζών και επιδιώκεται «να ακολουθεί τους ρυθμούς της πόλης». Το κτίριο της στάθμευσης των οχημάτων, το οποίο με τον όγκο που επιβάλλουν οι προδιαγραφές του αποκτά ανταγωνιστική σχέση με τα παραδοσιακά μνημεία της περιοχής, σχεδιάζεται σε πλήρη μορφολογική διαφοροποίηση από αυτά. Στο σύνολο της μελέτης εφαρμόζονται οι αρχές της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής.

Η ομάδα μελέτης αποτελείται από τους: Λάμπρο Αντάρα, Θωμά Βουρνάζο, Ελευθερία Ζωγράφου, Σοφία Μαυρογιαννάκη, Ευγένιο Μπαλάση, Κατερίνα Μπούτουρα, Ντίνα Σιδηροπούλου και Σάββα Τσελεπίδη. Σύμβουλος στατικών είναι ο Κωστής Χατζόπουλος και σύμβουλος βιοκλιματικών ο Σταύρος Αποστόλου. Συνέχεια

Σάββατο 20 Οκτώβρη: Λατινική Αμερική – αρχιτεκτονική, πόλη και κοινωνικά κινήματα

Η Αριστερή Κίνηση Εργαζόμενων Αρχιτεκτόνων καλεί σε εκδήλωση – συζήτηση που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 20 Οκτώβρη, στις 7:00μμ, στα γραφεία του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, Βρυσακίου και Κλάδου (χάρτης με την ακριβή τοποθεσία ανοίγει εδώ). Ο τίτλος της εκδήλωσης είναι «Λατινική Αμερική – αρχιτεκτονική, πόλη και κοινωνικά κινήματα» και θα εισηγηθούν οι παρακάτω: Συνέχεια

Ανάπλαση – ανάδειξη της Βαλκανικής πλατείας στο Δήμο Νεάπολης-Συκεών Θεσσαλονίκης

Η μελέτη που παρουσιάζεται εδώ απέσπασε διάκριση (δεύτερη εξαγορά) στον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό ιδεών για την ανάπλαση – ανάδειξη της «Βαλκανικής Πλατείας» του Δήμου Νεάπολης- Συκεών. Το ζητούμενο ήταν η εκπόνηση συνολικών προτάσεων για ένα δημόσιο χώρο που να ικανοποιεί τις ανάγκες των κατοίκων της περιοχής αλλά και των πολιτιστικών εκδηλώσεων της «Βαλκανικής Πλατείας.» Η πρόταση επιχειρεί μια πολυεπίπεδη επίλυση των σύνθετων προδιαγραφών του διαγωνισμού.

Η ομάδα μελέτης αποτελείται από τους:

Αρχιτεκτονική μελέτη: Ανδρίτσος Θάνος, Πούλιος Δημήτρης, Τσάδαρη Σοφία

Πολεοδομική μελέτη: Τσάδαρη Σοφία

Κυκλοφοριακή μελέτη: Αναγνωστόπουλος Κοσμάς

Σύμβουλοι: Καρανικόλα Ελένη, Κοιλάκου Σύλβια, Κυρλή-Φλώρου Δανάη, Πατσόπουλος Νίκος, Ρώτα Αντιγόνη Συνέχεια

Συλλογικές δομές και ατομικές ερμηνείες του δημόσιου χώρου

Constant, Χάγη

Αλεξάνδρα Σαράντη

Η παρακάτω φοιτητική ερευνητική εργασία που παρουσιάστηκε στην Αρχιτεκτονική Χανίων (επιβλέπων καθηγητής Αλέξανδρος Βαζάκας) έχει σαν αντικείμενο τη θεωρητική διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στο παραγόμενο αρχιτεκτονικό έργο, με έμφαση στο δημόσιο χώρο, και το χρήστη. Ο τρόπος με τον οποίο οι χρήστες νοηματοδοτούν συλλογικά ή ατομικά τον χώρο εξετάζεται μεταξύ άλλων υπό την οπτική των θεωρητικών εργαλείων των «κοινωνικών αναπαραστάσεων», των «νοητικών χαρτών» και της «ενιαίας πολεοδομίας» της καταστασιακής διεθνούς. Η ελαστικότητα του παραγόμενου χώρου που επιτρέπει πολλαπλές ερμηνείες και διευκολύνει την οικειοποίησή του αναδεικνύεται σε πολιτική πράξη από την πλευρά των σχεδιαστών.  

Σε αυτή την εργασία, θα εξεταστεί η μορφή, ως ένα από τα αντικείμενα μελέτης της αρχιτεκτονικής, με σκοπό τη χρήση της, ως επί το πλείστον, από τον άνθρωπο. Η χρήση προϋποθέτει την ερμηνεία της μορφής και έτσι ενισχύεται η επικοινωνιακή διάσταση της αρχιτεκτονικής. Θα γίνει αναφορά στην εξέλιξη της μορφής τής πόλης και του δημόσιου χώρου, ως αποτέλεσμα δυναμικής διαδικασίας επικοικωνιακών σχέσεων και ιστορικών παραγόντων. Η μορφή τού χώρου αποτελεί σημείο αναφοράς, μια συλλογική δομή για το χρήστη, την οποία επεξεργάζεται ανάλογα με το αντίκρισμα που έχει πάνω του. Οι ατομικές ερμηνείες δίνουν νόημα στη συλλογική δομή του χώρου, μέσω της χρήσης. Η πολλαπλότητα στην ερμηνεία της μορφής, είναι αυτή που την κάνει ευέλικτη σε διαφορετικές χρήσεις και συνεπώς πιο άμεσα οικειοποιήσιμη από περισσότερους χρήστες. Συνέχεια

Η Πολιτική Οικονομία του Δημόσιου Χώρου του Ντέιβιντ Χάρβεϋ

Μετάφραση – Εικονογράφηση:  Κώστας Βουρεκάς

Στο παρόν άρθρο ο Ντέιβιντ Χάρβεϋ διερευνά κατ’ αρχήν το ερώτημα του αν και πως συσχετίζεται ο φυσικός σχεδιασμός του δημόσιου χώρου με τη συμμετοχή στα κοινά, την πολιτική κινητοποίηση ακόμα και τη δυνατότητα εξέγερσης. Υπάρχουν άραγε μορφές δημόσιου χώρου που οι ιδιότητές τους αντιστοιχούν σε πιο δημοκρατικές ή πιο αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης αντίστοιχα; Είναι δυνατόν λοιπόν να καθορίσουμε κάποιες προδιαγραφές ποσοτικές ή και ποιοτικές για τον αστικό σχεδιασμό σε αυτή την κατεύθυνση;

Η διερεύνηση γίνεται με μια πασίγνωστη μελέτη περίπτωσης: τον δραστικό μετασχηματισμό του δημόσιου χώρου που έλαβε χώρα στο Παρίσι με επικεφαλής τον βαρόνο Ωσμάν. Το ιστορικό πλαίσιο είναι η λεγόμενη Δεύτερη Γαλλική Αυτοκρατορία με επικεφαλής τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη ή Ναπολέοντα Γ’. Η οικονομική κρίση που προκάλεσε η κακή σοδειά του 1847 δημιούργησε ένα πραγματικά πανευρωπαϊκό κύμα εξεγέρσεων. Τον Ιούνη του 1848 στο Παρίσι η κατάργηση των «Εθνικών Εργαστηρίων» – που δημιουργήθηκαν από το κράτος για να δίνουν δουλειά στους άνεργους – οδήγησε σε εξέγερση των φτωχών εργαζόμενων τάξεων με στόχο τη «δημοκρατική και κοινωνική πολιτεία» που θα εξασφαλίζει όχι μόνο πολιτικά δικαιώματα αλλά και κοινωνική πρόνοια. Απέναντί τους συγκροτήθηκε η αντίδραση των πλούσιων και ισχυρών που ενώθηκαν στο λεγόμενο «κόμμα της τάξης». Οι εργάτες απομονώθηκαν, νικήθηκαν και σφαγιάστηκαν κατά τη διάρκεια των «τριών αιματηρών ημερών». Στις εκλογές που ακολούθησαν το Δεκέμβρη επικράτησε με μεγάλη πλειοψηφία ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης –  ανιψιός του Μεγάλου Ναπολέοντα – ο οποίος σύντομα (1851) κατήργησε τη δημοκρατία και στέφτηκε Αυτοκράτορας. Ξεκινάει σύμφωνα με τον Χόμπσμπομ η «εποχή του κεφαλαίου» που χαρακτηρίζεται από τον θρίαμβο της αστικής τάξης: οικονομική ανάπτυξη, τεχνολογικές καινοτομίες και γενική εξάπλωση του παγκόσμιου εμπορίου. Στη Γαλλία ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης πολιτεύτηκε μετατρέποντας το Παρίσι σε παράδεισο των νεόπλουτων: η μόδα, το πολυκατάστημα, η βιτρίνα του καταστήματος, οι Διεθνείς Εκθέσεις, οι Αυτοκρατορικές Τελετές ήταν κάποια από το εργαλεία που κατέστησαν το Παρίσι την πόλη όπου «το χρήμα αγόραζε σχεδόν τα πάντα που άξιζε να αγοραστούν» (Χόμπσμπομ).

Η κατασκευή των περίφημων παρισινών βουλεβάρτων είχε σε ένα πρώτο επίπεδο ένα πασίγνωστο στρατιωτικό στόχο, τη δυνατότητα άμεσης διείσδυσης του πυροβολικού στο κέντρο της πόλης με στόχο την ευκολότερη καταστολή μελλοντικών εξεγέρσεων. Δυνατότητα την οποία περιόριζαν τα στενά σοκάκια τα οποία προσφέρονταν για την κατασκευή οδοφραγμάτων. Όμως μια βαθύτερη ερμηνεία της κατάστασης αποκαλύπτει ότι ο κύριος λόγος αυτού του μετασχηματισμού ήταν οικονομικός. Η αύξηση των τιμών της γης και των ακινήτων και η συνεπακόλουθη τόνωση της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας στα όρια των βουλεβάρτων υπήρξε η βασική επιδίωξη.  Ήταν επομένως κυρίως η σχέση ανάμεσα στον δημόσιο χώρο – τα βουλεβάρτα – και στον ιδιωτικό – τα καινούρια καφέ, τα καμπαρέ, τα θέατρα και τα πρώτα εμπορικά κέντρα στα όριά τους – που κατέστησαν τα βουλεβάρτα εργαλεία διείσδυσης του κεφαλαίου στις λαϊκές περιοχές της γαλλικής πρωτεύουσας και όχι τόσο ο μνημειακός αρχιτεκτονικός τους χαρακτήρας.

Δευτερογενής συνέπεια αυτής της διαδικασίας υπήρξε η μεγαλύτερη ταξική ομογενοποίηση της πόλης, η πρωτοεμφανιζόμενη πόλωση ανάμεσα στις συνοικίες των πλούσιων και των λαϊκών τάξεων. Η αθλιότητα των καταλυμάτων της εργατικής τάξης συνδέεται άμεσα με την έντονη παρουσία της στο δημόσιο χώρο αλλά και στα μικρά καταστήματα που πρόσφεραν φαγητό και ποτό και μετατράπηκαν σε κέντρα κοινωνικοποίησης και πολιτικής συζήτησης. Αυτό διευκόλυνε ιδιαίτερα την έκφραση όλων εκείνων των αντιπολιτευτικών αισθημάτων που κορυφώθηκαν με το ξέσπασμα της Κομμούνας το 1871. Το συμπέρασμα συνεπώς του συγγραφέα είναι ότι στη σχέση μεταξύ δημόσιων, ημι-δημόσιων και ιδιωτικών χώρων πρέπει να εστιάσουμε αν θέλουμε να εξάγουμε συμπεράσματα για τις συνάφειες μεταξύ δημόσιου χώρου και δημόσιας σφαίρας και όχι στις ιδιότητες του δημόσιου χώρου καθαυτού.

Η ανεμπόδιστη κυκλοφορία του κεφαλαίου στους χώρους της πόλης με τη μορφή του χρήματος, των εμπορευμάτων και της εργασίας δεν ήταν η μόνη επιδίωξη της αστικής τάξης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο χώρος δεν είναι απλά το σύνολο τον υλικών μορφοποιήσεων που τον ορίζουν. Αντίθετα ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας και όλοι μαζί συλλογικά αποδίδουμε νόημα στους υλικούς αυτούς σχηματισμούς είναι το καθοριστικό στοιχείο. Και η νοηματοδότηση αυτή αποτελεί ένα ακόμη διακύβευμα της πάλης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Συνέχεια