Kuhle Wampe ή Σε ποιόν ανήκει ο κόσμος;

Έμη Κίτσαλη

Το φιλμ «Kuhle Wampe ή Σε ποιόν ανήκει ο κόσμος» με σενάριο του Μπέρτολτ Μπρεχτ και σκηνοθεσία του Slatan Dudow, ολοκληρώθηκε στη Γερμανία το 1932, την τελευταία  περίοδο της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Καθώς η ταινία διαπραγματεύεται τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής της, με την κρίση του 1929 πολύ πρόσφατη, αποκτά μία δραματική επικαιρότητα για τον σύγχρονο θεατή στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης. Πρόκειται για ένα φιλμ πρωτοποριακό, όχι μόνο πολιτικά αλλά και αισθητικά, που συνδύασε τις τεχνικές του σοβιετικού μοντάζ με τις μπρεχτικές ιδέες του επικού θέατρου, για την παραγωγή μιας ταινίας με ανοιχτή δομή, που δεν επιχειρεί να κλείσει τα ερωτήματα αλλά αντίθετα να τα ανοίξει, κινητοποιώντας τη σκέψη του θεατή.

Ο τρόπος με τον οποίο αυτό επιτυγχάνεται, παρουσιάζεται αναλυτικά στο παρόν άρθρο, το οποίο αποτελεί εργασία που παρουσιάστηκε το Σεπτέμβριο του 2013 στο μεταπτυχιακό “Πολιτιστική Διαχείριση” του τμήματος Μέσων Επικοινωνίας και Πολιτισμού του Παντείου, στο μάθημα “Κινηματογράφος” με διδάσκουσα την Μ.Παραδείση

Ο Walter Benjamin στο τέλος του κλασικού δοκιμίου του “Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του” επικαλείται την “πολιτικοποίηση της τέχνης” ως επιδιωκόμενη απάντηση του κομμουνισμού στην “αισθητικοποίηση της πολιτικής” που καλλιεργεί ο φασισμός(1). Δεν εννοεί φυσικά απλώς το να χρησιμοποιηθεί ο πολιτισμός ως όχημα για μια κομμουνιστική προπαγάνδα, αλλά ζητάει από την τέχνη ένα έργο πολύ πιο δύσκολο: να αναιρέσει την αισθητηριακή αλλοτρίωση που οδηγεί στην αισθητικοποίηση της πολιτικής(2). Γράφει τα παραπάνω έχοντας στο μυαλό του ταυτόχρονα την επαναστατική δυναμική του νέου μέσου του κινηματογράφου(3) και το έργο του Bertolt Brecht, θεατρικό και θεωρητικό, μέσα από το οποίο επιχειρούσε να απαντήσει στο ερώτημα: τι είναι πολιτική τέχνη; Συνέχεια

Advertisements

Η κοντινή μας Βαϊμάρη: Τέχνη και πολιτική στο Bauhaus

Herbert Bayer, 1928, εξώφυλλο για το περιοδικό Bauhaus

Δημήτρης Τσιτσάνης

Το αντικείμενο με το οποίο καταπιάνεται η παρούσα εργασία είναι η βραχύβια πορεία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και η παράλληλη ζωή του Bauhaus. Με την εστίαση κυρίως στο δεύτερο ερευνάται η σχέση της πολιτικής με την τέχνη και κατ’ επέκταση την αρχιτεκτονική. Η γοητεία που ασκεί η Δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι μεγάλη και τα αίτια αυτής ποικίλλουν: Το ξέσπασμα την ίδια χρονιά της Σοβιετικής Επανάστασης με πολύ διαφορετικό πολιτικό πρόγραμμα. Η προσπάθεια οικοδόμησης μιας νέας κοινωνίας σε ένα κατεστραμμένο οικονομικά και ηθικά κράτος μετά από την ήττα στον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πύκνωση του πολιτικού χρόνου και τέλος η ταυτόχρονη ύπαρξη και διαπάλη των τριών βασικών πολιτικών εκφράσεων της νεωτερικότητας (κομμουνισμός, σοσιαλδημοκρατία, ναζισμός) συνθέτουν μια πολύπλοκη και ενδιαφέρουσα εικόνα.

Μέσα σε αυτήν την δυναμική κατάσταση διαμορφώθηκαν οι συνθήκες για την ανάπτυξη και την εδραίωση της νεωτερικότητας στην τέχνη. Σουρεαλισμός, dada και κυρίως εξπρεσιονισμός ήταν τα κυρίαρχα καλλιτεχνικά ρεύματα. Στην αρχιτεκτονική επικρατεί το μοντέρνο, που όλες του οι εκδοχές έχουν ως αφετηρία τον κοινωνικό προβληματισμό από τη μία και τη γοητεία της μηχανής από την άλλη. Μελετάται το Bauhaus, μια σχολή που πρέσβευε την ενοποίηση τέχνης και τεχνικής και την ολοκλήρωσή τους μέσα από την αρχιτεκτονική. Με το Bauhaus να βρίσκεται στην καρδιά της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας δεν έλειψαν οι ιδεολογικές διαφορές και οι πολιτικές συγκρούσεις. Αυτές είναι που εξετάζει η συγκεκριμένη εργασία και δομείται με βάση την εναλλαγή των διευθυντών της σχολής, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο με την παρουσία τους.

Οι ιδεολογικές και πολιτικές διεργασίες που έπλασαν το μοντέρνο κίνημα μελετώνται στα στενά όρια ενός κράτους, της Γερμανίας και ειδικότερα μιας σχολής σχεδιασμού, του Bauhaus για να αναχθούν στη συνέχεια στο συνολικό πλαίσιο της αρχιτεκτονικής, να συγκριθούν και να δοκιμαστούν στο σημερινό, δραματικό, υπό κρίση πολιτικό σκηνικό. Συνέχεια