Παγκόσμιες και τοπικές δυναμικές στο εμπόριο τροφίμων

Δήμητρα Σπανού

Αντικείμενο του άρθρου είναι οι διαδικασίες διαμόρφωσης του σύγχρονου αγροδιατροφικού συστήματος. Η μετάβαση από το μοντέλο της αυτοκατανάλωσης σε αυτό της εμπορευματοποίησης την περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης και της αστικοποίησης, υπήρξε αποτέλεσμα μεταξύ άλλων της εκβιομηχάνισης της αγροτικής παραγωγής. Η εκβιομηχάνιση προχώρησε αλματωδώς την περίοδο μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οδηγώντας στη λεγόμενη «πράσινη επανάσταση».  Η βελτίωση των ποικιλιών, η χρήση χημικών εισροών και η εκτεταμένη άρδευση σαν αποτέλεσμα των νέων τεχνολογικών επιτευγμάτων οδήγησαν σε εντυπωσιακή αύξηση της παγκόσμιας παραγόμενης ποσότητας τροφίμων. Σε ότι αφορά την αγορά τροφίμων ο προστατευτισμός των ισχυρών χωρών του κέντρου συνδυάζεται με το άνοιγμα των αγορών για τις χώρες της περιφέρειας. Δεσπόζουσα θέση στο αγροδιατροφικό σύστημα αποκτούν οι Αλυσίδες Λιανικού Εμπορίου Τροφίμων (ΑΛΕΤ).

Το σύστημα όμως αποδεικνύεται ότι δεν είναι βιώσιμο. Ο υποσιτισμός στο νότο σε συνδυασμό με τον υπερσιτισμό και τις διατροφικές κρίσεις στον Βορρά αναδεικνύουν την αναποτελεσματικότητα ενός συστήματος που αποδεικνύεται και εξαιρετικά ενεργοβόρο, χάρη στις δυσανάλογα μεγάλες ποσότητες ενέργειας που απαιτούνται για την παραγωγή και κυρίως για την μεταφορά των τροφίμων. Εκεί εστιάζει και η κριτική στάση που δίνει έμφαση στο τοπικό σε βάρος του παγκόσμιου. Όμως καθώς οι τόποι δεν αποτελούν αποκομμένες νησίδες αλλά επηρεάζονται και συμμετέχουν στις παγκόσμιες διαδικασίες, οι τοπικές ιδιαιτερότητες ενσωματώνονται τελικά στην παγκόσμια συνθήκη.

Η διαδικασία εκσυγχρονισμού του αγροτικού τομέα στην Ελλάδα προχώρησε με ορισμένες ιδιαιτερότητες. Εν πολλοίς άφησε απέξω τις ορεινές και ημιορεινές περιοχές που αποτελούσαν την πλειοψηφία των καλλιεργούμενων εδαφών στις οποίες έλαβε χώρα η αγροτική έξοδος.  έτσι ο αγροτικός τομέας στην Ελλάδα  κυριαρχείται σε μεγάλο βαθμό από μικρότερες ιδιοκτησίες, από την πολυαπασχόληση και τις οικογενειακές εκμεταλλεύσεις. Η εφαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής είχε σαν αποτέλεσμα στις πεδινές περιοχές οι αγρότες να οδηγηθούν στην εντατική καλλιέργεια των επιδοτούμενων προϊόντων, όπως το βαμβάκι και τα καπνά, με αποτέλεσμα να παρατηρείται μικρή διαφοροποίηση της παραγωγικής βάσης και περιφερειακές εξειδικεύσεις στα όρια εκτεταμένων μονοκαλλιεργειών, με τη λογική των συγκριτικών πλεονεκτημάτων. Έτσι, παρότι η Ελλάδα είναι σε σημαντικό βαθμό γεωργική χώρα, δεν μπορεί να εξασφαλίσει διατροφική αυτάρκεια και χρειάζεται να εισάγει ακόμα και σήμερα βασικά διατροφικά προϊόντα.

1. Το σύγχρονο αγροδιατροφικό σύστημα – μια επισκόπηση

Η αναγνώριση του τομέα της διατροφής ως ένα από τα σημαντικότερα πεδία επιχειρηματικής κερδοφορίας, οδήγησε σε σημαντικούς μετασχηματισμούς και αναδιαρθρώσεις του αγροτικού τομέα που εμπλέκουν τις πρακτικές στον τόπο παραγωγής, τις συνθήκες εργασίας και την εφαρμογή των τεχνολογιών. Το σύστημα παραγωγής, διάθεσης και κατανάλωσης τροφίμων υπόκειται σε συνεχή αναδιοργάνωση ως αποτέλεσμα της διαδικασίας προσαρμογής στις δυνάμεις των αγορών. Οι αλλαγές δεν συμβαίνουν μόνο σε ένα επίπεδο αλλά σε πολλά: στο οικονομικό, το κοινωνικό και το πολιτισμικό ενώ εμπλέκουν και καίριες θεσμικές και πολιτικές συνιστώσες. Η ανάλυση όλων αυτών των παραμέτρων συνιστά ένα σύνθετο εγχείρημα που παρουσιάζει αρκετές δυσκολίες εξαιτίας των πολλαπλών εκφάνσεων του ίδιου του διατροφικού ζητήματος. Μπορούμε όμως να υποθέσουμε πως οι μετασχηματισμοί σε όλο το φάσμα των διαδικασιών από το χωράφι μέχρι το τραπέζι έχουν χωρικά αποτελέσματα. Στην παγκόσμια γεωγραφία των τροφίμων κάθε τόπος έχει τις ιδιαιτερότητές του, καθιστώντας μεθοδολογικά δύσκολη τη συνεκτική θεωρία των επιμέρους επιπτώσεων. Αυτό που έχει σημασία στην παρούσα εργασία είναι να αναδειχτούν οι μηχανισμοί που συγκροτούν αυτές τις γεωγραφίες – και είναι πράγματι πολλές εάν αναλογιστούμε τον χρονικό παράγοντα – ώστε να γίνουν κατανοητοί οι τρόποι με τους οποίους εμπλέκονται οι διάφοροι τόποι και αποκτούν τη σημασία τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Παγκόσμιες και τοπικές δυναμικές στο εμπόριο τροφίμων»