Η «πόλη των αστέγων» – Θεωρητική διερεύνηση / Η περίπτωση της Θεσσαλονίκης

vi24Ελισάβετ Βαρελίδου, Ξανθούλα Μιχαήλ

Η παρούσα εργασία παρουσιάστηκε στην Αρχιτεκτονική Α.Π.Θ το Σεπτέμβρη του 2013, με επιβλέπουσα την Χ.Χριστοδούλου.

Το φαινόμενο της αστεγίας[1] είναι ένα φαινόμενο που τις τελευταίες δεκαετίες κάνει ολοένα και πιο έντονη την παρουσία του στο αστικό τοπίο των σύγχρονων δυτικών πόλεων, και είναι γεγονός πως βρίσκεται σε έξαρση σήμερα, στην εποχή της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Μάλιστα, το συναντάμε πια σε μαζική κλίμακα και στη χώρα μας και βλέπουμε να πλήττει το ντόπιο πληθυσμό της, παρόλο που οι περιπτώσεις  στην Ελλάδα παλιότερα ήταν σχετικά λίγες και αφορούσαν κυρίαρχα το κομμάτι των μεταναστών. Οι άστεγοι σήμερα αποτελούν πραγματικότητα για τις περισσότερες πόλεις του δυτικού κόσμου, εκφράζονται και αλληλεπιδρούν με τον υπόλοιπο πληθυσμό κυρίως στο δημόσιο χώρο, επηρεάζονται από τις ακολουθούμενες πολιτικές είτε άμεσα, όταν αυτές αφορούν στην αντιμετώπιση του φαινομένου, είτε έμμεσα, όπως αυτές διαμορφώνουν το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, ενώ παρότι μια κυρίαρχη αντίληψη τους θέλει παθητικά «θύματα» της κοινωνίας, έχουν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της πόλης.

Η παρούσα εργασία, λοιπόν, πραγματεύεται το φαινόμενο της αστεγίας κάνοντας αρχικά μια πιο θεωρητική προσέγγιση, αγγίζοντας, χωρίς να φιλοδοξεί να εξαντλήσει, ζητήματα που αφορούν περισσότερο στα πεδία της ιστορίας, της κοινωνιολογίας, της οικονομίας, της ψυχολογίας ή και της φιλοσοφίας, για να καταλήξει στο χωρικό εντοπισμό του φαινομένου και να διερευνήσει αυτό που αποκαλούμε «πόλη των αστέγων». Την έκφραση αυτή δανειζόμαστε από ένα άρθρο των Cloke, May & Johnsen, που δημοσιεύτηκε το 2008, και την χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε και να διερευνήσουμε την πόλη, όπως αυτή προσλαμβάνεται και ανακατασκευάζεται από το υποκείμενο «άστεγοι», τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται διαφορετικά σε σχέση με το πώς την αντιλαμβανόμαστε εμείς, τις επαφές/συνέχειες και τις συγκρούσεις/ασυνέχειες που εμφανίζονται σε σχέση με τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας. Τέλος, επιχειρούμε τον εντοπισμό και τη χαρτογράφηση της «πόλης των αστέγων» στη Θεσσαλονίκη. Συνέχεια

Κρίση κατοικίας στην Ελλάδα: παρελθόν και παρόν, οικιστικό απόθεμα και διαδικασίες πρόσβασης

diplomatiki_Kalama_VasoΒάσω Καλαμά

Η υπαγωγή της Ελλάδας στο Μνημόνιο των ΔΝΤ/ΕΕ/ΕΚΤ και η συνεπακόλουθη κατακόρυφη άνοδος της ανεργίας και πτώση του βιοτικού επιπέδου, η πρωτοφανής  υπερφορολόγηση της κατοχής ακίνητης περιουσίας και πάνω απ’ όλα η ορατή δια γυμνού οφθαλμού πλέον αύξηση του αριθμού των αστέγων, αποτελούν ίσως το περίγραμμα του σύγχρονου φαινομένου που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε κρίση κατοικίας. Στην τρέχουσα κρίση κατοικίας διακρίνουμε την εξής ιδιαιτερότητα: ενώ σε παλαιότερες κρίσεις (π.χ. μετά την μικρασιατική καταστροφή, μετά τον εμφύλιο) η κρίση συνίστατο στην έλλειψη κατοικιών, σήμερα έχουμε ταυτόχρονα ανθρώπους που χάνουν το σπίτι τους και ένα τεράστιο κενό οικιστικό απόθεμα. Πρόκειται λοιπόν καλύτερα για κρίση των συστημάτων πρόσβασης στην κατοικία.

Στην παρούσα εργασία γίνεται μια εκτενής ιστορική αναδρομή στο θέμα, απαραίτητη για την ερμηνεία της σημερινής κατάστασης. Η πριμοδότηση της μικρής ιδιοκτησίας από καταβολής Ελληνικού κράτους οδηγεί στην ιστορική επίλυση του ζητήματος της κατοικίας μέσω του συστήματος της αυθαίρετης δόμησης και της αντιπαροχής. Την αυξημένη οικοδομική δραστηριότητα και την υψηλή ζήτηση μέχρι και τη δεκαετία του 1970 ακολουθεί η περίοδος της σχετικής στασιμότητας και της προαστειοποίησης της δεκαετίας του 1980. Η είσοδος των μεταναστών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 ξαναβάζει στην αγορά ακινήτων το κενό απόθεμα του κέντρου, για να ακολουθήσει τη δεκαετία του 2000 η είσοδος στην ΟΝΕ, η πτώση των επιτοκίων, η εξάρτηση της κατοικίας από το τραπεζικό κεφάλαιο και η τεράστια αύξηση του αποθέματος.

Σήμερα η διαφαινόμενη τάση είναι η συγκέντρωση των ακινήτων στα χέρια ολίγων. Τα «κόκκινα δάνεια» και η αδυναμία καταβολής των ενοικίων, οι χιλιάδες άστεγοι – πολλοί από τους οποίους ανήκουν στη νέα κοινωνική κατηγορία των νεοαστέγων – αποτελούν όψεις του προβλήματος. Νέοι τρόποι πρόσβασης στην κατοικία φαίνεται να επινοούνται. Πέρα από την αυτονόητη αναγκαιότητα της κοινωνικής αλληλεγγύης, το ζήτημα της κατοικίας σε μια χώρα που μέχρι σήμερα θεωρητικά το είχε λύσει η αγορά, είναι απαραίτητο να βρεθεί ψηλά στην ατζέντα των κινημάτων πόλης, τα οποία μέχρι σήμερα επικεντρώνονται αποκλειστικά σχεδόν στα ζητήματα του δημόσιου χώρου.

Η παρούσα, αποτελεί μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία στην Αρχιτεκτονική ΕΜΠ (ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική – Σχεδιασμός του χώρου – Κατεύθυνση: Πολεοδομία – Χωροταξία) με επιβλέπουσα καθηγήτρια την Μ.Μαυρίδου και παρουσιάστηκε τον Ιανουάριο του 2013.

Η εργασία παρουσιάστηκε επίσης στην εκδήλωση με θέμα «το ζήτημα της κατοικίας στις πόλεις της κρίσης» που συνδιοργανώθηκε από την Αριστερή Κίνηση Εργαζόμενων Αρχιτεκτόνων και το Στέκι Μεταναστών, τη Δευτέρα 27 Μαΐου 2013. Συνέχεια

Η κρίση κατοικίας στο κέντρο της Αθήνας

Βάσω Καλαμά

Μία από τις πιο τραγικές συνέπειες της πολιτικής της κυβέρνησης, της Ευρωπαϊκής ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου είναι το απολύτως ορατό πλέον κοινωνικό φαινόμενο των αστέγων. Άνθρωποι που έχασαν την ιδιοκτησία τους λόγω δανείων ή άλλων οφειλών, νέοι άνεργοι που δεν μπορούν να συντηρήσουν μια κατοικία και έχουν απομακρυνθεί από την οικογένεια τους και άτομα που έχασαν την δουλειά τους λίγο πριν συνταξιοδοτηθούν και αδυνατούν να επαναπροσληφθούν σε μια νέα εργασία λόγω της ηλικίας τους, αποτελούν μία νέα κατηγορία αστέγων, δημιούργημα της κρίσης, που έρχονται να προστεθούν στην παλαιότερη κατηγορία που αποτελούνταν κυρίως από μετανάστες και τοξικοεξαρτημένους.  

Το πρόβλημα εμφανίζει χωρικά τη μεγαλύτερη οξύτητα στο κέντρο της Αθήνας, ένα κέντρο που διαμορφώθηκε από την πύκνωση την εποχή της αντιπαροχής, την εγκατάλειψη από τα υψηλότερα οικονομικά στρώματα την περίοδο της προαστιοποίησης και την νέα πύκνωση από την εγκατάσταση μεταναστών. Η κοινωνική πόλωση που προκύπτει αντιμετωπίζεται από τον κυρίαρχο λόγο με τη ρητορεία περί «γκέτο» και «άβατου». Συνεπώς οι προτάσεις για την κατοικία στο κέντρο της πόλης (π.χ. στις περιοχές του Μεταξουργείου, του Κεραμεικού και του Γερανίου) ρητά αναφέρονται σε νέα στρώματα πληθυσμού που το κέντρο θα προσελκύσει και όχι στους υπάρχοντες κατοίκους του και στα προβλήματά τους, εντείνοντας έτσι τα φαινόμενα υποβάθμισης.

Μεγάλο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο αυτή η νέα κατηγορία άστεγων δημιουργείται σε μία χώρα που επιχείρησε να λύσει το ζήτημα της κατοικίας μέσω της αγοράς και της δραστηριοποίησης της μικρής επιχείρησης (αυτοστέγαση – αντιπαροχή). Η μία πλευρά του νομίσματος αυτών των διαδικασιών είναι το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης και το μεγάλο κτιριακό απόθεμα, ενώ η άλλη πλευρά είναι η απουσία οποιασδήποτε πρόνοιας για τους ενοικιαστές και όσους δυσκολεύονται να αποπληρώσουν το στεγαστικό τους δάνειο λόγω της κρίσης. Αυτή η δεύτερη πλευρά θα αποδειχθεί καθοριστική, καθώς η ραγδαία αύξηση των τιμών της κατοικίας στην εποχή της ΟΝΕ, σε συνδυασμό με την παραδοσιακά ανύπαρκτη πολιτική κοινωνικής κατοικίας, είχε σαν αποτέλεσμα την εξάρτηση του δικαιώματος στην κατοικία σε πολύ μεγάλο βαθμό από το τραπεζικό σύστημα. Επιπλέον, η  πολιτική της υπερφορολόγησης της ακίνητης περιουσίας εκ μέρους της τρόικας, αναμένεται να στρέψει πολύ κόσμο από την ιδιοκατοίκηση στην ενοικίαση. Ο αριθμός όσων δεν είναι πλέον σε θέση να πληρώνουν το ενοίκιο τους ή τη δόση του στεγαστικού τους δανείου και τη θέρμανση και το ρεύμα της κατοικίας τους αυξάνεται συνεχώς. Οι εξελίξεις αυτές οδηγούν ένα μέρος του πληθυσμού σε απώλεια στέγης, και όταν δεν υπάρχει η δυνατότητα φιλοξενίας σε σπίτια φίλων ή συγγενών στο φαινόμενο των άστεγων που ήδη υπολογίζονται σε 20.000 περίπου άτομα στην Ελλάδα.  

Στεγαστικές πολιτικές και τρόποι πρόσβασης στην κατοικία

Στην Ελλάδα το σύστημα παραγωγής κατοικίας καθόρισε και σε πολύ μεγάλο βαθμό τις κρατικές στεγαστικές πολιτικές.  Στον οικοδομικό τομέα, που γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη τη μεταπολεμική περίοδο, επικράτησε ένα εξαιρετικά ιδιόμορφο σύστημα παραγωγής κατοικίας. Η ιδιόμορφη σύμπραξη της γης μέσω του συστήματος της αντιπαροχής, η απουσία μεγάλων εταιριών και η μικρή ιδιοκτησία αστικής γης, εμπόδισαν τη διείσδυση μεγάλου κεφαλαίου στον τομέα της οικοδομικής δραστηριότητας. Δεδομένου αυτού, διασφαλίστηκε πρόσβαση στην κατοικία για ευρύτατα κοινωνικά στρώματα με σχετικά χαμηλό κόστος. Μια ακόμη συνιστώσα που συνέβαλε στην κάλυψη των μεταπολεμικών στεγαστικών αναγκών αποτελούν οι αυτόνομες πρακτικές στέγασης κοινωνικών στρωμάτων που δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση μέσω της αγοράς έτοιμων κατοικιών. Συνέχεια