Η Νεκρόπολη του Καΐρου

Βεργίνα Τζάνη

Το θέμα της έρευνας αυτής επικεντρώνεται στη Νεκρόπολη του Καΐρου. Πρόκειται για τα κατοικημένα νεκροταφεία του Καΐρου, τα οποία «φιλοξενούν» ταυτόχρονα  και τους νεκρούς και τους ζωντανούς. Οι παράγοντες που οδήγησαν στην δημιουργία και την διαμόρφωσή τους μέσα στους αιώνες, είναι πολύ ενδιαφέροντες και αρκετά περίπλοκοι. Όλη η εξέλιξη της περιοχής προέκυψε μέσα από οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές, πολεοδομικές και θρησκευτικές συνιστώσες. Επιπλέον, το γεγονός ότι το ζήτημα της θρησκείας αντιμετωπίζεται με εξαιρετική αυστηρότητα από όλο τον θρησκευτικό κόσμο, είναι μία ακόμη αφορμή, για να διερευνηθεί ο τρόπος συνύπαρξης εγκόσμιων, καθημερινών αναγκών και θρησκευτικών διαδικασιών. Στόχος του ερευνητικού αυτού είναι να αναλυθεί το πώς είναι δυνατό αυτό, αλλά και το πώς προέκυψε.

Η εργασία αυτή παρουσιάστηκε τον Φεβρουάριο του 2016 στην Αρχιτεκτονική Βόλου με επιβλέποντα καθηγητή τον Θ.Καναρέλη Συνέχεια

Η «πόλη των αστέγων» – Θεωρητική διερεύνηση / Η περίπτωση της Θεσσαλονίκης

vi24Ελισάβετ Βαρελίδου, Ξανθούλα Μιχαήλ

Η παρούσα εργασία παρουσιάστηκε στην Αρχιτεκτονική Α.Π.Θ το Σεπτέμβρη του 2013, με επιβλέπουσα την Χ.Χριστοδούλου.

Το φαινόμενο της αστεγίας[1] είναι ένα φαινόμενο που τις τελευταίες δεκαετίες κάνει ολοένα και πιο έντονη την παρουσία του στο αστικό τοπίο των σύγχρονων δυτικών πόλεων, και είναι γεγονός πως βρίσκεται σε έξαρση σήμερα, στην εποχή της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Μάλιστα, το συναντάμε πια σε μαζική κλίμακα και στη χώρα μας και βλέπουμε να πλήττει το ντόπιο πληθυσμό της, παρόλο που οι περιπτώσεις  στην Ελλάδα παλιότερα ήταν σχετικά λίγες και αφορούσαν κυρίαρχα το κομμάτι των μεταναστών. Οι άστεγοι σήμερα αποτελούν πραγματικότητα για τις περισσότερες πόλεις του δυτικού κόσμου, εκφράζονται και αλληλεπιδρούν με τον υπόλοιπο πληθυσμό κυρίως στο δημόσιο χώρο, επηρεάζονται από τις ακολουθούμενες πολιτικές είτε άμεσα, όταν αυτές αφορούν στην αντιμετώπιση του φαινομένου, είτε έμμεσα, όπως αυτές διαμορφώνουν το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, ενώ παρότι μια κυρίαρχη αντίληψη τους θέλει παθητικά «θύματα» της κοινωνίας, έχουν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της πόλης.

Η παρούσα εργασία, λοιπόν, πραγματεύεται το φαινόμενο της αστεγίας κάνοντας αρχικά μια πιο θεωρητική προσέγγιση, αγγίζοντας, χωρίς να φιλοδοξεί να εξαντλήσει, ζητήματα που αφορούν περισσότερο στα πεδία της ιστορίας, της κοινωνιολογίας, της οικονομίας, της ψυχολογίας ή και της φιλοσοφίας, για να καταλήξει στο χωρικό εντοπισμό του φαινομένου και να διερευνήσει αυτό που αποκαλούμε «πόλη των αστέγων». Την έκφραση αυτή δανειζόμαστε από ένα άρθρο των Cloke, May & Johnsen, που δημοσιεύτηκε το 2008, και την χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε και να διερευνήσουμε την πόλη, όπως αυτή προσλαμβάνεται και ανακατασκευάζεται από το υποκείμενο «άστεγοι», τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται διαφορετικά σε σχέση με το πώς την αντιλαμβανόμαστε εμείς, τις επαφές/συνέχειες και τις συγκρούσεις/ασυνέχειες που εμφανίζονται σε σχέση με τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας. Τέλος, επιχειρούμε τον εντοπισμό και τη χαρτογράφηση της «πόλης των αστέγων» στη Θεσσαλονίκη. Συνέχεια

Πόλη και ψυχή – Κατασκευάζοντας μνήμες στο χώρο και στο χρόνο

χ03Χριστίνα – Μαρία Κοντογιάννη, Κωνσταντίνα Μητροκανέλου

Η παρούσα εργασία αποτελεί προπτυχιακή διάλεξη που παρουσιάστηκε στην αρχιτεκτονική Ξάνθης, τον Ιούλιο του 2013, με επιβλέποντες τους Γ.Πατρίκιο, Κ.Κεβεντζίδη και Σ.Τσάδαρη.

Η σχέση της μνήμης, ατομικής και συλλογικής, με το χώρο δεν αποτελεί ένα πρόβλημα περιφερειακό αλλά αντίθετα βρίσκεται στο κέντρο μιας συζήτησης για την εμπειρία και τις προοπτικές των σύγχρονων πόλεων. Η παρέμβαση σε μια τέτοια συζήτηση χρειάζεται να αναζητήσει μεθόδους και εννοιολογικές επιλογές αντλώντας υλικό από διαφορετικά πεδία έρευνας, όπως την κοινωνική ανθρωπολογία, την κοινωνιολογία του χώρου, την ιστορία. Τα τελευταία χρόνια, έχει αναδειχθεί ένα αυξανόμενο σώμα της βιβλιογραφίας που πραγματεύεται τη σχέση ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και τα αποτελέσματα της συλλογικής μνήμης και της εθνικής ταυτότητας. Η κοινή άποψη είναι ότι η κοινωνική ή συλλογική μνήμη παράγεται μέσα από εικόνες αντικειμένων, καθώς και χωρικών αναπαραστάσεων αλλά και αντανακλάται σε αυτές. Συνεπώς είναι ένα θέμα μεγάλης σημασίας για τον πολεοδομικό σχεδιασμό. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία της πολιτιστικής και συλλογικής μνήμης δεσμεύεται σε ένα σύστημα πολιτικών διακυβευμάτων. Έτσι, στις προβληματικές για τη μνήμη αναμετρώνται σήμερα όχι μόνο διαφορετικοί κλάδοι γνώσης αλλά και διαφορετικές αξίες και πολιτικές.

Στόχος της παρούσας εργασίας δεν είναι να διερευνήσει αστικές και πολεοδομικές παρεμβάσεις που υλοποιούνται στους μνημονικούς χώρους της πόλης, ούτε να εξετάσει τις πρακτικές ένταξης και ανάδειξης νέων μνημείων. Πραγματεύεται κάτι πολύ πιο ευρύ: τους δεσμούς ανάμεσα στο παρελθόν και το εθνικό φαντασιακό. Ειδικότερα, διερευνά την καίρια θέση της μνήμης και των υλικών εκφάνσεών της στο χώρο ως συμβολικού και πολιτισμικού κεφαλαίου, ως οδού κατανόησης και ανατροπής της καπιταλιστικής κοινωνίας. Είναι, κατά πρώτο λόγο, μια έρευνα της κοινωνικής παρουσίας, των κοινωνικών ρόλων και νοημάτων των υλικών αναπαραστάσεων της μνήμης εντός των κοινωνικών σχηματισμών. Συνέχεια

Casas para todos, contra capitalismo! – Το πολύμορφο κίνημα για την κατοικία στην επαναστατημένη Πορτογαλία

revolucao-dos-cravos-25abrilΜιχάλης Πισσαρίδης – Μαρία Χριστοδούλου

Η παρακάτω εργασία μας μεταφέρει στην Πορτογαλία και στο χρονικό διάστημα που έλαβαν χώρα τα γεγονότα που έγιναν γνωστά ως «επανάσταση των γαρυφάλλων», όταν οι αξιωματικοί του πορτογαλικού στρατού που πολεμούσε στις αποικίες, ανέτρεψαν το δικτατορικό καθεστώς της χώρας εμφορούμενοι από προοδευτικές και ριζοσπαστικές αντιλήψεις. Στην άνοιξη των κινημάτων που ακολούθησε, τέθηκε επί τάπητος και το ζήτημα της κατοικίας. Οι κάτοικοι των εργατουπόλεων, που μέχρι τότε πλήρωναν δυσανάλογα υψηλά ενοίκια για να κατοικούν στα συνωστισμένα ilhas (εργατικές κατοικίες), σχημάτισαν επιτροπές κατοίκων (Comissões de Moradores) και ξεκίνησαν να διεκδικούν συλλογικά το δικαίωμα στην αξιοπρεπή κατοίκηση, είτε με καταλήψεις δημόσιων και ιδιωτικών κενών κτιρίων, είτε στο πλαίσιο του προγράμματος S.A.A.L. (Serviço Ambulatorio Apoio Local), το οποίο ήταν το κρατικό πρόγραμμα των επαναστατικών κυβερνήσεων που είχε σαν στόχο τη συμμετοχή του λαού στη διαμόρφωση των συνθηκών κατοίκησης. Ένα από τα συνθήματα που σημάδεψαν την περίοδο και αποκτά ξανά επικαιρότητα στις μέρες μας ήταν: «καμία κατοικία χωρίς ανθρώπους, όσο υπάρχουν άνθρωποι χωρίς κατοικία!»

Η παρούσα εργασία αποτελεί κομμάτι φοιτητικής διάλεξης που παρουσιάστηκε στην Αρχιτεκτονική ΕΜΠ το Σεπτέμβρη του 2008, με επιβλέπουσα καθηγήτρια την Μαρία Μαντουβάλου και σύμβουλο την Σοφία Αυγερινού – Κολώνια. Συνέχεια

Η εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των φυλακών απομόνωσης

Κώστας Βουρεκάς – Χρήστος Ελευθεριάδης

image147Αντικείμενο αυτής εδώ της εργασίας είναι η μελέτη της αρχιτεκτονικής των φυλακών, από την καθιέρωση της φυλάκισης σαν βασική μορφή τιμωρίας μέχρι τις μέρες μας, με βάση τη λειτουργία της απομόνωσης. Ο απομονωτικός εγκλεισμός που με μέσο την «αισθητηριακή αποστέρηση» και την «εξαναγκαστική απραξία» των κρατουμένων επιδιώκει τη συντριβή του χαρακτήρα τους με στόχο την αναμόρφωσή τους, έχει σαν ιδέα μία μακρά και όχι και τόσο γνωστή ιστορία. Περιγράφεται ο ρόλος προσώπων, ιδεών και θεσμών όπως οι ιδέες για την κόλαση που κυριαρχούσαν στην προτεσταντική θεολογία, ο πουριτανισμός των Κουακέρων της Πενσυλβανίας, πολέμιοι της απομόνωσης όπως ο Κάρολος Ντίκενς και υποστηρικτές της όπως ο Αλέξις ντε Τοκβίλ, τα πειράματα αποτροπής της επικοινωνίας των κρατουμένων του Μάικλ Φαραντέυ, η άνοδος του πολιτικού ριζοσπαστισμού και ότι θεωρήθηκε ως αποτυχία του αναμορφωτικού ιδεώδους τη δεκαετία του 1970 και το σύγχρονο βιομηχανικό σύμπλεγμα των φυλακών (Prison-Industrial Complex) στις ΗΠΑ. Αναδεικνύεται η αρχιτεκτονική των φυλακών από την κλίμακα της χωροθέτησης μέχρι αυτήν της οικοδομικής λεπτομέρειας, ως μία πράξη που υποχρεωτικά υπηρετεί λειτουργίες αντίστροφες από αυτές της αρχιτεκτονικής: απομόνωση, επιτήρηση, περιορισμός των αισθήσεων, κατηγοριοποίηση, καταναγκασμός, ασφάλεια έναντι των αποδράσεων κ.ά.

Η εργασία αυτή είναι φοιτητική διάλεξη που παρουσιάστηκε το Δεκέμβρη του 2003 στην Αρχιτεκτονική ΕΜΠ, με επιβλέποντα καθηγητή τον Σταύρο Σταυρίδη. Η αντίθεση στα «λευκά κελιά» ήταν ζήτημα αιχμής της πολιτικής και κινηματικής επικαιρότητας της περιόδου. Είχε προηγηθεί η κτηνώδης απόπειρα του Τουρκικού κράτους να ελέγξει τις φυλακές με την μέθοδο του απομονωτικού εγκλεισμού των πολιτικών κρατούμενων. Ο απόηχος των απεργιών πείνας στην Τουρκία και των κινητοποιήσεων αλληλεγγύης στην Ελλάδα, ήταν έντονος. Ταυτόχρονα η σύλληψη και η παραπομπή σε δίκη των μελών της 17 Νοέμβρη και του ΕΛΑ, συνοδεύτηκε από τις καταγγελίες των κρατουμένων και των συνηγόρων τους ότι ο εγκλεισμός τους στα «ειδικά κελιά» των φυλακών Κορυδαλλού ισοδυναμούσε με απομονωτική φυλάκιση. Η διερεύνηση του βάσιμου των συγκεκριμένων καταγγελιών υπήρξε ένα από τα κίνητρα για την εκπόνηση της παρούσας εργασίας. Συνέχεια

Συζητώντας για την ετεροτοπία – οι χωροχρονικές εμπειρίες των «τεράτων»

Μάνος Αργύρης

Ετεροτοπία είναι οι φυλακές, η κλινική, ένα νεκροταφείο, ένα «αστικό κενό», το αμερικάνικο μοτέλ και ο περσικός κήπος. Ετεροτοπία μπορεί να είναι μία γιορτή, ένα πανηγύρι, το ταξίδι του μέλιτος, η διατάραξη της τάξης, μία εναλλακτική διευθέτηση.  Η ετεροτοπία, μία έννοια που εισήγαγε ο Φουκώ και αποδείχθηκε ιδιαίτερα γόνιμη σε ότι αφορά την θεωρητική συζήτηση για το χώρο, αποτέλεσε στοιχείο της θεωρητικής επεξεργασίας αρχιτεκτόνων, πολεοδόμων, γεωγράφων και φιλοσόφων στην προσπάθειά τους να ερμηνεύσουν τη χωρική διάσταση των σύγχρονων κοινωνικών φαινομένων. Οι ετεροτοπίες, ως τόποι του «έτερου», δηλαδή του άλλου, του διαφορετικού, του μη κανονικού, εκεί όπου οι κοινωνικές σχέσεις διαφοροποιούνται από τις κυρίαρχες, αποδόθηκαν με συγκεκριμένα υλικά χωρικά παραδείγματα στην φουκωική «ετεροτοπολογία». Η έννοια άνοιξε για να αποκτήσει χαρακτήρα σχέσης ανάμεσα σε έναν υλικό χώρο και τις πρακτικές οικειοποίησής του και πολιτικοποιήθηκε αποκτώντας συνάφεια με τις συνθήκες και τις πρακτικές αντίστασης. Νοητικός ή και γλωσσικός τόπος και ταυτόχρονα υλικός χώρος, η ετεροτοπία ορίζεται καλύτερα με βάση τη διαφορά της από τον κυρίαρχο τρόπο οργάνωσης του χώρου και αποτελεί περισσότερο μια κίνηση, ένα πέρασμα προς το διαφορετικό, παρά μία εφήμερα έστω, παγιωμένη κατάσταση.

Το παρακάτω άρθρο αποτελεί σπουδαστική διάλεξη που παρουσιάστηκε τον Ιούλιο του 2012 στην αρχιτεκτονική ΕΜΠ με επιβλέποντα καθηγητή τον Σταύρο Σταυρίδη.

1. Ο Foucault, ο χώρος και το έτερο

Το Μάρτιο του 1967, ο Foucault έδωσε μια διάλεξη με τίτλο «περί αλλοτινών χώρων», όντας καλεσμένος από μια λέσχη αρχιτεκτονικών μελετών. Ενώ πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν γύρω από το ζήτημα του χώρου, ο Foucault επέλεξε να εστιάσει σ’ αυτό που ονομάζει «χώρους του άλλου». Η πρώτη φορά που χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο ήταν στην εισαγωγή για το «Οι λέξεις και τα πράγματα», ενώ η αναφορά του σε μια ραδιοφωνική συζήτηση το 1966 ήταν ο λόγος που προσέλκυσε το ενδιαφέρον του συντονιστή της λέσχης, Ionel Schein. Συνέχεια

Πόσο «μοντέρνα» είναι η σύγχρονη λόγια Ελληνική αρχιτεκτονική;

Ereynitiko spread full lowΓιώργος Παπαγκίκας

Είναι εμφανές – και τεκμηριώνεται και στην πλούσια εικονογράφηση του άρθρου – ότι η σύγχρονη αρχιτεκτονική παραγωγή αιχμής στην Ελλάδα (και όχι μόνο) διατυπώνεται σε μία μοντέρνα γλώσσα. Μπορούμε ίσως να φτάσουμε στο σημείο να μιλάμε για έναν «νεομοντερνισμό» σαν κυρίαρχη τάση σήμερα. Το ερώτημα που διατυπώνεται είναι τι σχέση έχει αυτός ο όψιμος μοντερνισμός με τις αρχές του μοντέρνου κινήματος που αποτέλεσε την πρωτοπορία στην αρχιτεκτονική των αρχών και των μέσων του εικοστού αιώνα. Εδώ, η απάντηση περνάει από μία ενδιαφέρουσα θεωρητική διερεύνηση του μοντερνισμού που αναδεικνύει μεταξύ άλλων τις δυσκολίες διατύπωσης ενός περιεκτικού ορισμού του μοντερνισμού που να χωράει όλες τις εκφάνσεις της έννοιας και μία αμφισβήτηση της κυρίαρχης αφήγησης που θέλει το μοντερνισμό μια ριζική τομή με την αρχιτεκτονική που προϋπήρξε και αυτή που ακολούθησε. Και καθώς η αίσθηση συμπίεσης του χώρου και του χρόνου που παράγει η σημερινή συνθήκη του καθεστώτος ευέλικτης συσσώρευσης απειλεί να καταστήσει κάθε συμβολισμό γρήγορα παρωχημένο και η πρόσβαση στις τεχνολογίες σχεδιασμού και κατασκευής που παράγουν την μορφολογικά εξεζητημένη σύγχρονη δυτική αρχιτεκτονική αιχμής είναι δύσκολη στο πλαίσιο του Ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, η επιστροφή στη μοντέρνα μορφολογία φαντάζει μονόδρομος. Το πρόθεμα «νέο-» στον μοντερνισμό τον καθιστά έναν ακόμη ιστορισμό σε αντίθεση με τις καταστατικές αρχές του. Το παρακάτω άρθρο αποτέλεσε ερευνητική εργασία που παρουσιάστηκε στην Αρχιτεκτονική Βόλου το Σεπτέμβρη του 2011 με επιβλέποντα καθηγητή το Ζήση Κοτιώνη.

Κατεβάστε εδώ την εργασία σε μορφή .pdf με περισσότερες εικόνες

Συνέχεια

Συλλογικές δομές και ατομικές ερμηνείες του δημόσιου χώρου

Constant, Χάγη

Αλεξάνδρα Σαράντη

Η παρακάτω φοιτητική ερευνητική εργασία που παρουσιάστηκε στην Αρχιτεκτονική Χανίων (επιβλέπων καθηγητής Αλέξανδρος Βαζάκας) έχει σαν αντικείμενο τη θεωρητική διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στο παραγόμενο αρχιτεκτονικό έργο, με έμφαση στο δημόσιο χώρο, και το χρήστη. Ο τρόπος με τον οποίο οι χρήστες νοηματοδοτούν συλλογικά ή ατομικά τον χώρο εξετάζεται μεταξύ άλλων υπό την οπτική των θεωρητικών εργαλείων των «κοινωνικών αναπαραστάσεων», των «νοητικών χαρτών» και της «ενιαίας πολεοδομίας» της καταστασιακής διεθνούς. Η ελαστικότητα του παραγόμενου χώρου που επιτρέπει πολλαπλές ερμηνείες και διευκολύνει την οικειοποίησή του αναδεικνύεται σε πολιτική πράξη από την πλευρά των σχεδιαστών.  

Σε αυτή την εργασία, θα εξεταστεί η μορφή, ως ένα από τα αντικείμενα μελέτης της αρχιτεκτονικής, με σκοπό τη χρήση της, ως επί το πλείστον, από τον άνθρωπο. Η χρήση προϋποθέτει την ερμηνεία της μορφής και έτσι ενισχύεται η επικοινωνιακή διάσταση της αρχιτεκτονικής. Θα γίνει αναφορά στην εξέλιξη της μορφής τής πόλης και του δημόσιου χώρου, ως αποτέλεσμα δυναμικής διαδικασίας επικοικωνιακών σχέσεων και ιστορικών παραγόντων. Η μορφή τού χώρου αποτελεί σημείο αναφοράς, μια συλλογική δομή για το χρήστη, την οποία επεξεργάζεται ανάλογα με το αντίκρισμα που έχει πάνω του. Οι ατομικές ερμηνείες δίνουν νόημα στη συλλογική δομή του χώρου, μέσω της χρήσης. Η πολλαπλότητα στην ερμηνεία της μορφής, είναι αυτή που την κάνει ευέλικτη σε διαφορετικές χρήσεις και συνεπώς πιο άμεσα οικειοποιήσιμη από περισσότερους χρήστες. Συνέχεια

Η κοντινή μας Βαϊμάρη: Τέχνη και πολιτική στο Bauhaus

Herbert Bayer, 1928, εξώφυλλο για το περιοδικό Bauhaus

Δημήτρης Τσιτσάνης

Το αντικείμενο με το οποίο καταπιάνεται η παρούσα εργασία είναι η βραχύβια πορεία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και η παράλληλη ζωή του Bauhaus. Με την εστίαση κυρίως στο δεύτερο ερευνάται η σχέση της πολιτικής με την τέχνη και κατ’ επέκταση την αρχιτεκτονική. Η γοητεία που ασκεί η Δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι μεγάλη και τα αίτια αυτής ποικίλλουν: Το ξέσπασμα την ίδια χρονιά της Σοβιετικής Επανάστασης με πολύ διαφορετικό πολιτικό πρόγραμμα. Η προσπάθεια οικοδόμησης μιας νέας κοινωνίας σε ένα κατεστραμμένο οικονομικά και ηθικά κράτος μετά από την ήττα στον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πύκνωση του πολιτικού χρόνου και τέλος η ταυτόχρονη ύπαρξη και διαπάλη των τριών βασικών πολιτικών εκφράσεων της νεωτερικότητας (κομμουνισμός, σοσιαλδημοκρατία, ναζισμός) συνθέτουν μια πολύπλοκη και ενδιαφέρουσα εικόνα.

Μέσα σε αυτήν την δυναμική κατάσταση διαμορφώθηκαν οι συνθήκες για την ανάπτυξη και την εδραίωση της νεωτερικότητας στην τέχνη. Σουρεαλισμός, dada και κυρίως εξπρεσιονισμός ήταν τα κυρίαρχα καλλιτεχνικά ρεύματα. Στην αρχιτεκτονική επικρατεί το μοντέρνο, που όλες του οι εκδοχές έχουν ως αφετηρία τον κοινωνικό προβληματισμό από τη μία και τη γοητεία της μηχανής από την άλλη. Μελετάται το Bauhaus, μια σχολή που πρέσβευε την ενοποίηση τέχνης και τεχνικής και την ολοκλήρωσή τους μέσα από την αρχιτεκτονική. Με το Bauhaus να βρίσκεται στην καρδιά της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας δεν έλειψαν οι ιδεολογικές διαφορές και οι πολιτικές συγκρούσεις. Αυτές είναι που εξετάζει η συγκεκριμένη εργασία και δομείται με βάση την εναλλαγή των διευθυντών της σχολής, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο με την παρουσία τους.

Οι ιδεολογικές και πολιτικές διεργασίες που έπλασαν το μοντέρνο κίνημα μελετώνται στα στενά όρια ενός κράτους, της Γερμανίας και ειδικότερα μιας σχολής σχεδιασμού, του Bauhaus για να αναχθούν στη συνέχεια στο συνολικό πλαίσιο της αρχιτεκτονικής, να συγκριθούν και να δοκιμαστούν στο σημερινό, δραματικό, υπό κρίση πολιτικό σκηνικό. Συνέχεια