Η Πολιτική Οικονομία του Δημόσιου Χώρου του Ντέιβιντ Χάρβεϋ

Μετάφραση – Εικονογράφηση:  Κώστας Βουρεκάς

Στο παρόν άρθρο ο Ντέιβιντ Χάρβεϋ διερευνά κατ’ αρχήν το ερώτημα του αν και πως συσχετίζεται ο φυσικός σχεδιασμός του δημόσιου χώρου με τη συμμετοχή στα κοινά, την πολιτική κινητοποίηση ακόμα και τη δυνατότητα εξέγερσης. Υπάρχουν άραγε μορφές δημόσιου χώρου που οι ιδιότητές τους αντιστοιχούν σε πιο δημοκρατικές ή πιο αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης αντίστοιχα; Είναι δυνατόν λοιπόν να καθορίσουμε κάποιες προδιαγραφές ποσοτικές ή και ποιοτικές για τον αστικό σχεδιασμό σε αυτή την κατεύθυνση;

Η διερεύνηση γίνεται με μια πασίγνωστη μελέτη περίπτωσης: τον δραστικό μετασχηματισμό του δημόσιου χώρου που έλαβε χώρα στο Παρίσι με επικεφαλής τον βαρόνο Ωσμάν. Το ιστορικό πλαίσιο είναι η λεγόμενη Δεύτερη Γαλλική Αυτοκρατορία με επικεφαλής τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη ή Ναπολέοντα Γ’. Η οικονομική κρίση που προκάλεσε η κακή σοδειά του 1847 δημιούργησε ένα πραγματικά πανευρωπαϊκό κύμα εξεγέρσεων. Τον Ιούνη του 1848 στο Παρίσι η κατάργηση των «Εθνικών Εργαστηρίων» – που δημιουργήθηκαν από το κράτος για να δίνουν δουλειά στους άνεργους – οδήγησε σε εξέγερση των φτωχών εργαζόμενων τάξεων με στόχο τη «δημοκρατική και κοινωνική πολιτεία» που θα εξασφαλίζει όχι μόνο πολιτικά δικαιώματα αλλά και κοινωνική πρόνοια. Απέναντί τους συγκροτήθηκε η αντίδραση των πλούσιων και ισχυρών που ενώθηκαν στο λεγόμενο «κόμμα της τάξης». Οι εργάτες απομονώθηκαν, νικήθηκαν και σφαγιάστηκαν κατά τη διάρκεια των «τριών αιματηρών ημερών». Στις εκλογές που ακολούθησαν το Δεκέμβρη επικράτησε με μεγάλη πλειοψηφία ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης –  ανιψιός του Μεγάλου Ναπολέοντα – ο οποίος σύντομα (1851) κατήργησε τη δημοκρατία και στέφτηκε Αυτοκράτορας. Ξεκινάει σύμφωνα με τον Χόμπσμπομ η «εποχή του κεφαλαίου» που χαρακτηρίζεται από τον θρίαμβο της αστικής τάξης: οικονομική ανάπτυξη, τεχνολογικές καινοτομίες και γενική εξάπλωση του παγκόσμιου εμπορίου. Στη Γαλλία ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης πολιτεύτηκε μετατρέποντας το Παρίσι σε παράδεισο των νεόπλουτων: η μόδα, το πολυκατάστημα, η βιτρίνα του καταστήματος, οι Διεθνείς Εκθέσεις, οι Αυτοκρατορικές Τελετές ήταν κάποια από το εργαλεία που κατέστησαν το Παρίσι την πόλη όπου «το χρήμα αγόραζε σχεδόν τα πάντα που άξιζε να αγοραστούν» (Χόμπσμπομ).

Η κατασκευή των περίφημων παρισινών βουλεβάρτων είχε σε ένα πρώτο επίπεδο ένα πασίγνωστο στρατιωτικό στόχο, τη δυνατότητα άμεσης διείσδυσης του πυροβολικού στο κέντρο της πόλης με στόχο την ευκολότερη καταστολή μελλοντικών εξεγέρσεων. Δυνατότητα την οποία περιόριζαν τα στενά σοκάκια τα οποία προσφέρονταν για την κατασκευή οδοφραγμάτων. Όμως μια βαθύτερη ερμηνεία της κατάστασης αποκαλύπτει ότι ο κύριος λόγος αυτού του μετασχηματισμού ήταν οικονομικός. Η αύξηση των τιμών της γης και των ακινήτων και η συνεπακόλουθη τόνωση της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας στα όρια των βουλεβάρτων υπήρξε η βασική επιδίωξη.  Ήταν επομένως κυρίως η σχέση ανάμεσα στον δημόσιο χώρο – τα βουλεβάρτα – και στον ιδιωτικό – τα καινούρια καφέ, τα καμπαρέ, τα θέατρα και τα πρώτα εμπορικά κέντρα στα όριά τους – που κατέστησαν τα βουλεβάρτα εργαλεία διείσδυσης του κεφαλαίου στις λαϊκές περιοχές της γαλλικής πρωτεύουσας και όχι τόσο ο μνημειακός αρχιτεκτονικός τους χαρακτήρας.

Δευτερογενής συνέπεια αυτής της διαδικασίας υπήρξε η μεγαλύτερη ταξική ομογενοποίηση της πόλης, η πρωτοεμφανιζόμενη πόλωση ανάμεσα στις συνοικίες των πλούσιων και των λαϊκών τάξεων. Η αθλιότητα των καταλυμάτων της εργατικής τάξης συνδέεται άμεσα με την έντονη παρουσία της στο δημόσιο χώρο αλλά και στα μικρά καταστήματα που πρόσφεραν φαγητό και ποτό και μετατράπηκαν σε κέντρα κοινωνικοποίησης και πολιτικής συζήτησης. Αυτό διευκόλυνε ιδιαίτερα την έκφραση όλων εκείνων των αντιπολιτευτικών αισθημάτων που κορυφώθηκαν με το ξέσπασμα της Κομμούνας το 1871. Το συμπέρασμα συνεπώς του συγγραφέα είναι ότι στη σχέση μεταξύ δημόσιων, ημι-δημόσιων και ιδιωτικών χώρων πρέπει να εστιάσουμε αν θέλουμε να εξάγουμε συμπεράσματα για τις συνάφειες μεταξύ δημόσιου χώρου και δημόσιας σφαίρας και όχι στις ιδιότητες του δημόσιου χώρου καθαυτού.

Η ανεμπόδιστη κυκλοφορία του κεφαλαίου στους χώρους της πόλης με τη μορφή του χρήματος, των εμπορευμάτων και της εργασίας δεν ήταν η μόνη επιδίωξη της αστικής τάξης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο χώρος δεν είναι απλά το σύνολο τον υλικών μορφοποιήσεων που τον ορίζουν. Αντίθετα ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας και όλοι μαζί συλλογικά αποδίδουμε νόημα στους υλικούς αυτούς σχηματισμούς είναι το καθοριστικό στοιχείο. Και η νοηματοδότηση αυτή αποτελεί ένα ακόμη διακύβευμα της πάλης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Συνέχεια