(Κοιτώντας τ)η δουλειά της

Νάνσυ Νικολοπούλου

Το άρθρο που ακολουθεί, αποτελεί μεταπτυχιακή εργασία που παρουσιάστηκε τον Σεπτέμβρη του 2019 στο πλαίσιο του προγράμματος «Πολεοδομία – Χωροταξία» του ΕΜΠ, και πιο συγκεκριμένα του μαθήματος «Έμφυλες Πολιτισμικές Προσεγγίσεις του Αστικού Χώρου» με διδάσκουσες τις Ντίνα Βαΐου και Ρούλη Λυκογιάννη. Αναφέρεται στην ταινία «Η δουλειά της» (2018), του Νίκου Labôt.

Εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα, η ταινία διηγείται την ιστορία της Παναγιώτας (Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου), η οποία λίγο πριν τα σαράντα, όντας νοικοκυρά και μητέρα δύο παιδιών, θα χρειαστεί να αναζητήσει για πρώτη φορά δουλειά, όταν ο άντρας της χάνει τη δική του, στο φόντο της κρίσης. Θα προσληφθεί ως καθαρίστρια σε πολυκατάστημα, για λογαριασμό μιας ιδιωτικής εργολαβικής εταιρείας, βιώνοντας της συνθήκες της υποτίμησης και της ακραίας εργασιακής εκμετάλλευσης στις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργεί ο σύγχρονος καπιταλισμός. Παρόλα αυτά θα αποκτήσει για πρώτη φορά την οικονομική και συναισθηματική ανεξαρτησία της και θα οδηγηθεί, χωρίς να το επιδιώκει συνειδητά από την αρχή, στην αμφισβήτηση των ιδιοτήτων του ρόλου της ως συζύγου και μητέρας στο πλαίσιο της πατριαρχίας.

Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2018 στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο, όπου έλαβε εξαιρετικές κριτικές. Έχει βραβευτεί ως Καλύτερη Πρώτη Ταινία Μεγάλου Μήκους και απέσπασε βραβείο Fipresci & Υoung Fipresci στη Βαρσοβία, βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στη Θεσσαλονίκη, βραβείο Κριτικών κινηματογράφου και Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στις Βρυξέλλες. Συνέχεια

Σύγχρονες μορφές επενδύσεων στον τουρισμό / Ζητήματα ιδιοκτησίας της γης και κοινωνικά διακυβεύματα / Η περίπτωση της Costa Navarino

05Αναστασία Βλάση

Το παρόν άρθρο αποτελεί διπλωματική εργασία στην κατεύθυνση Πολεοδομία – Χωροταξία του ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική – Σχεδιασμός του Χώρου της Αρχιτεκτονικής Αθήνας, με επιβλέπουσα την Μ. Μαντουβάλου. Η διπλωματική παρουσιάστηκε τον Οκτώβρη του 2016.

Στο πλαίσιο των ευρύτερων οικονομικών και παραγωγικών μετασχηματισμών, της οικονομικής κρίσης, της εκτεταμένης αποβιομηχάνισης και της τριτογενοποίησης της παραγωγής, τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα, αναζητούνται νέες αναπτυξιακές κατευθύνσεις, με σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις. Στις νέες αυτές τάσεις σημαίνοντα ρόλο φαίνεται να έχει ο χώρος και συγκεκριμένα η αξιοποίηση της γης, ως προσοδοφόρο πεδίο για την καθιέρωση νέων μορφών επενδυτικής δραστηριότητας. Πολύ περισσότερο, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού χώρου και τοπίου, καθιστούν την χώρα ιδανικό προορισμό για την ανάπτυξη νέων τουριστικών προϊόντων, στο έδαφος της αναδιάρθρωσης του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Ταυτόχρονα, οι ασκούμενες πολιτικές, κάτω από το μανδύα της «έκτακτης ανάγκης», προωθούν ένα εύρος νομοθετικών ρυθμίσεων στο πεδίο του χωροταξικού σχεδιασμού, οι οποίες ορίζουν έναν βίαιο επαναπροσδιορισμό του ελληνικού μοντέλου χωρικής ανάπτυξης.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα των παραπάνω στρατηγικών αποτελούν οι πρόσφατες τουριστικές επενδύσεις μεγάλης κλίμακας ανά την ελληνική περιφέρεια, εγκατεστημένες σε τόπους υψηλού περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, οι οποίες εκμεταλλεύονται ένα μεγάλο μέρος του νέου νομοθετικού «οπλοστασίου», όπως διαμορφώθηκε την περίοδο πριν και μετά τη μνημονιακή εποχή. Μέχρι σήμερα, το μεγαλύτερο αντίστοιχο επενδυτικό έργο και το μοναδικό σε λειτουργία αποτελεί η επένδυση της Costa Navarino και η Περιοχή Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης στη Μεσσηνία, με την οποία και θα ασχοληθούμε στην παρούσα μελέτη. Συνέχεια

Το φαινόμενο gentrification: ερμηνεία και ανάλυση

Άλκηστη Πρέπη

Το παρόν άρθρο επιχειρεί να προσεγγίσει το φαινόμενο του εξευγενισμού –του γνωστού gentrification–, μέσα από την ανάλυση των παραδειγμάτων τριών πόλεων, της Αθήνας, του Παρισιού και της Νέας Υόρκης. Από την ανάλυση αυτή εμφανίζονται τόσο οι ομοιότητες όσο και οι διαφορές στην διαδικασία του εξευγενισμού, ενός φαινομένου που, παρά τα κοινά χαρακτηριστικά που μπορεί να παρουσιάζει στις διάφορες περιοχές, στην κάθε περίπτωση ενσωματώνει και τις ιδιαιτερότητες του κάθε τόπου. Έτσι, ενώ και στα τρία παραδείγματα ο εξευγενισμός δείχνει να προωθεί παρόμοιες νέες χρήσεις που απευθύνονται στα μεσαία και ανώτερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα, παρατηρούμε διαφορές όσον αφορά στον χρόνο εμφάνισης του φαινομένου, στην έντασή του αλλά, κυρίως, στον βαθμό ολοκλήρωσής του και στον ρόλο που διαδραματίζει σε αυτό το ίδιο το κράτος. Το άρθρο αποτελεί μεταπτυχιακή εργασία στο ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική-Σχεδιασμός του Χώρου, Κατεύθυνση Β΄ Πολεοδομία Χωροταξία, με επιβλέποντες τους Αθ. Αραβαντινό και Μ. Μάρκου, και παρουσιάστηκε τον Μάρτιο του 2014. 

386051891_e1fd80dc5b_o

 

Το gentrification βρίσκεται, σήμερα, στο κέντρο πολλών συζητήσεων που έχουν να κάνουν με την ανάπλαση και τις μεταλλαγές των αστικών κέντρων, ως βασικό και εν εξελείξει στοιχείο της παραγωγής του αστικού χώρου. Αποτελεί αμφισβητούμενη έννοια, και, ενώ το μεγαλύτερο κομμάτι της βιβλιογραφίας αναπτύσσει τις αρνητικές επιπτώσεις του, υπάρχει και η άποψη ότι μέσω του gentrification, τα κέντρα πόλεων αναβιώνουν και επανεντάσσονται στο ζωντανό ιστό της πόλης. Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι να αναλυθεί το φαινόμενο με τους ηθικούς όρους του “καλού” και του “κακού”, παρά να μελετηθεί σε βάθος, με αντικειμενικό, επιστημονικό και κριτικό τρόπο. Κι αυτό, διότι η σημασία του στην παραγωγή αστικού χώρου είναι τέτοια, που το κάνει να σχετίζεται άμεσα με όλες τις κλίμακες του χώρου αυτού: από τον κάτοικο, στη γειτονιά, στην πόλη, στις δημοτικές αρχές αλλά ακόμα και στις κυβερνητικές πολιτικές που ακολουθούνται, σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Συνέχεια

Μεταλλαγές του αστικού χώρου της Αθήνας – Η Δραπετσώνα ως μελέτη περίπτωσης

image002Σοφία Τσάδαρη

Η εργασία που παρουσιάζουμε εδώ είναι αρκετά παλιά, καθώς έγινε το εαρινό εξάμηνο του 2008 στο πλαίσιο του μαθήματος «Θέματα Αστικού Σχεδιασμού» του ΔΠΜΣ «Πολεοδομία – Χωροταξία» της αρχιτεκτονικής ΕΜΠ. Όμως η ανάπτυξη της περιοχής των Λιπασμάτων στη Δραπετσώνα είναι ένα θέμα απολύτως επίκαιρο, και το φάσμα των υπαρκτών προτάσεων είναι και σήμερα αυτό που περιγράφεται στην εργασία. Μία λογική είναι η πολεοδόμηση της περιοχής με τα συμβατικά θεσμικά εργαλεία, η οποία αστικοποιεί μεν την περιοχή, δίνει όμως τη δυνατότητα μέσω της εισφοράς σε γη και σε χρήμα για την ανάπτυξη χώρων πράσινου και κοινωφελών δραστηριοτήτων από την πλευρά του Δήμου. Μία δεύτερη λογική είναι αυτή της μέγιστης επιχειρηματικής αξιοποίησης με ένα masterplan που αντιμετωπίζει συνολικά τον χώρο. Βλέπουμε ότι η λογική αυτή εισάγεται ήδη από το 2008, όμως σήμερα η μνημονιακή νομοθεσία που έγινε γνωστή με την κωδική ονομασία «fast track» δίνει τη δυνατότητα στους ιδιώτες ιδιοκτήτες της έκτασης να κινήσουν οι ίδιοι τη διαδικασία πολεοδόμησής της και επιπλέον τους εξαιρεί από την υποχρέωση εισφοράς σε γη και σε χρήμα. Τέλος υπάρχει, τότε και τώρα, μια ολόκληρη βεντάλια προτάσεων από τις επιτροπές και τα κινήματα των κατοίκων, με έμφαση στους χώρους πράσινου και τους δημόσιους ελεύθερους χώρους.

Η περιοχή των λιπασμάτων είναι ταυτόχρονα σημαντικό πολεοδομικό φιλέτο αλλά και η φυσική εκτόνωση των γειτονικών περιοχών κατοικίας προς τη θάλασσα. Η εξαίρεση της παραλιακής της ζώνης από την ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ ενισχύει και τις δύο πλευρές. Το μέλλον της περιοχής θα καθοριστεί σε τελική ανάλυση από το αποτέλεσμα της σύγκρουσης μεταξύ των κοινωνικών δυνάμεων που βλέπουν τα συμφέροντά τους να περνάνε από την υλοποίηση μίας εκ των παραπάνω επιλογών.
Συνέχεια

Παρίσι – Αθήνα: Η ασφάλεια στην πόλη μέσα από τις πολιτικές των δημοτικών αρχών

exofilo_alkΆλκηστις Πρέπη

Η εργασία που παρουσιάζουμε εδώ έχει σαν αφετηρία το ζήτημα της ασφάλειας στην πόλη, έτσι όπως εμφανίζεται στον κυρίαρχο λόγο και επιβάλλεται από τις κυρίαρχες πολιτικές. Στο πλαίσιο αυτό η ασφάλεια νοείται αποκλειστικά ως ασφάλεια έναντι της «παραβατικότητας», ενός όρου ασαφούς που διευρύνεται και συμπεριλαμβάνει όλο και περισσότερες κοινωνικές πρακτικές και ποτέ ως ασφάλεια έναντι λ.χ. της ανεργίας ή της επισφαλούς εργασίας ή γενικότερα των κοινωνικών ανισοτήτων.

Η ασφάλεια αυτή, με αφετηρία τις πολιτικές «μηδενικής ανοχής» που εγκαινιάστηκαν στην πόλη της Νέας Υόρκης επί δημαρχίας του Rudolph Giuliani τείνει να κυριαρχήσει στην ατζέντα των δημοτικών αρχών και στην Ευρώπη, προσαρμοζόμενη κάθε φορά στις διαφορετικές τοπικές πολιτικές παραδόσεις. Εδώ γίνεται μια πολύ ενδιαφέρουσα σύγκριση ανάμεσα στα πολιτικά προγράμματα και τις σχετικές πρακτικές δύο δημοτικών αρχών, του Παρισιού της Anne Hidalgo και της Αθήνας του Γιώργου Καμίνη.

Η παρούσα εργασία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού «Πολεοδομία – Χωροταξία» του ΕΜΠ και παρουσιάστηκε τον Σεπτέμβρη του 2014 στο μάθημα «Θέματα Αστικού Σχεδιασμού» με διδάσκοντες τους Ντ.Βαΐου, Μ.Μαντουβάλου και Θ.Παγώνη.
Συνέχεια

Kuhle Wampe ή Σε ποιόν ανήκει ο κόσμος;

Έμη Κίτσαλη

Το φιλμ «Kuhle Wampe ή Σε ποιόν ανήκει ο κόσμος» με σενάριο του Μπέρτολτ Μπρεχτ και σκηνοθεσία του Slatan Dudow, ολοκληρώθηκε στη Γερμανία το 1932, την τελευταία  περίοδο της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Καθώς η ταινία διαπραγματεύεται τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής της, με την κρίση του 1929 πολύ πρόσφατη, αποκτά μία δραματική επικαιρότητα για τον σύγχρονο θεατή στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης. Πρόκειται για ένα φιλμ πρωτοποριακό, όχι μόνο πολιτικά αλλά και αισθητικά, που συνδύασε τις τεχνικές του σοβιετικού μοντάζ με τις μπρεχτικές ιδέες του επικού θέατρου, για την παραγωγή μιας ταινίας με ανοιχτή δομή, που δεν επιχειρεί να κλείσει τα ερωτήματα αλλά αντίθετα να τα ανοίξει, κινητοποιώντας τη σκέψη του θεατή.

Ο τρόπος με τον οποίο αυτό επιτυγχάνεται, παρουσιάζεται αναλυτικά στο παρόν άρθρο, το οποίο αποτελεί εργασία που παρουσιάστηκε το Σεπτέμβριο του 2013 στο μεταπτυχιακό “Πολιτιστική Διαχείριση” του τμήματος Μέσων Επικοινωνίας και Πολιτισμού του Παντείου, στο μάθημα “Κινηματογράφος” με διδάσκουσα την Μ.Παραδείση

Ο Walter Benjamin στο τέλος του κλασικού δοκιμίου του “Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του” επικαλείται την “πολιτικοποίηση της τέχνης” ως επιδιωκόμενη απάντηση του κομμουνισμού στην “αισθητικοποίηση της πολιτικής” που καλλιεργεί ο φασισμός(1). Δεν εννοεί φυσικά απλώς το να χρησιμοποιηθεί ο πολιτισμός ως όχημα για μια κομμουνιστική προπαγάνδα, αλλά ζητάει από την τέχνη ένα έργο πολύ πιο δύσκολο: να αναιρέσει την αισθητηριακή αλλοτρίωση που οδηγεί στην αισθητικοποίηση της πολιτικής(2). Γράφει τα παραπάνω έχοντας στο μυαλό του ταυτόχρονα την επαναστατική δυναμική του νέου μέσου του κινηματογράφου(3) και το έργο του Bertolt Brecht, θεατρικό και θεωρητικό, μέσα από το οποίο επιχειρούσε να απαντήσει στο ερώτημα: τι είναι πολιτική τέχνη; Συνέχεια

Η συμβολή της μνήμης στη νοηματοδότηση του τοπίου – Μία μελέτη για το Λαύριο μέσα από το ντοκιμαντέρ

niovi02Νιόβη Τζιμογιάννη

Η παρούσα εργασία αποτελεί διπλωματική στο πλαίσιο του ΔΠΜΣ «Αρχιτεκτονική – Σχεδιασμός του Χώρου», κατεύθυνση Α: «Σχεδιασμός – Χώρος – Πολιτισμός» του ΕΜΠ, με επιβλέποντα τον Στ.Σταυρίδη και παρουσιάστηκε τον Μάρτη του 2009.

Η παρούσα εργασία έχει σαν σκοπό την εύρεση μιας μεθοδολογίας ικανής για τη διερεύνηση του τοπίου. Η μεθοδολογία αυτή θα χρησιμέψει ως υλικό για μια ειδικότερη διερεύνηση, αυτή του τοπίου στο Λαύριο. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί, θεωρούμε, έναν άξονα μελέτης βάσει του οποίου μπορούν να διερευνηθούν τα περισσότερα τοπία. Το κεντρικό πρόβλημα που απασχολεί την παρούσα μελέτη είναι πώς η μνήμη μπορεί να συμβάλλει στη νοηματοδότηση του τοπίου.

Έτσι καταρχήν διερευνάται το πώς νοηματοδοτείται το τοπίο, δηλαδή με ποια νοητικά εργαλεία μπορούμε να το νοηματοδοτήσουμε. Η βασική συνθήκη που λάβαμε υπόψην μας είναι η άποψη της Σχολής του Berkeley, κατά την οποία όλα τα τοπία είναι πολιτισμικά. Επομένως το πώς νοηματοδοτείται το τοπίο κάθε φορά, ακολουθεί τις επικρατούσες τάσεις στο χώρο της πολιτισμικής θεωρίας. Οι προηγούμενες μελέτες του τοπίου που διερευνήθηκαν κινούνται κυρίως μεταξύ αντιμαχιών για κοινωνικές δυνάμεις που το καθορίζουν ή προτεραιότητα των δρώντων υποκειμένων έναντι κοινωνικών δυνάμεων και εξουσιών. Δηλαδή σε μια διαμάχη των μακροθεωριών έναντι των μικροθεωριών. Οι μεν μακροθεωρίες δε λαμβάνουν τόσο υπόψην τους την ελευθερία δράσης του ανθρώπινου παράγοντα, καθώς θεωρούν το υποκείμενο αποτέλεσμα επίδρασης εξωτερικών δομών και εξουσιών, οι δε μικροθεωρίες στέκονται σε ένα εξωκοινωνικό άτομο χωρίς να λαμβάνουν υπόψην τους τις κοινωνικές δυνάμεις που καθορίζουν το να δρα με τον τρόπο που δρα. Ανάμεσα σε αυτές τις διαμάχες στέκεται η μορφή του Pierre Bourdieu, ο οποίος με τη θεωρία περί πρακτικής και των προδιαθέσεων (habitus) προσπαθεί να συμφιλιώσει τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Θα δανειστούμε τη θεωρία της πρακτικής για να νοηματοδοτήσουμε το τοπίο, όπου το τοπίο σε αυτή την περίπτωση δεν αποτελεί πλαίσιο υποδοχής των δράσεων αλλά συστατικό της ανάπτυξής τους. Ταυτόχρονα οι αφηγήσεις συσχετίζονται με τις πράξεις και τις τελετουργίες, και παράγουν, μέσω της μνήμης, νέες πιθανές πρακτικές που νοηματοδοτούν εξαρχής το τοπίο. Το ίδιο άλλωστε κάνουν και οι ζωγραφικές αναπαραστάσεις. Η διαφορά τους έγκειται στο γεγονός ότι στην περίπτωση των ζωγραφικών αναπαραστάσεων η δράση προϋπάρχει, νοηματοδοτεί τον ίδιο τον πίνακα και συχνά δεν απεικονίζεται. Αλλά δε θα επεκταθούμε περαιτέρω στο θέμα γιατί θεωρούμε ότι ξεφεύγει από τα όρια της παρούσης μελέτης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, θα θεωρήσουμε ότι μιλάμε για συλλογική μνήμη και ουσιαστικά ότι η αλληλοσυσχέτιση μεταξύ ατομικής και συλλογικής ενθύμησης αποκτά νόημα μέσα από τη θεωρία της πρακτικής και του habitus. Η δύναμη της μνήμης σε αυτή την περίπτωση έγκειται στην ικανότητά της να συγκρίνει πράξεις που συντελέστηκαν στο παρελθόν με αυτές που συντελούνται στο παρόν και αυτή η δύναμη της σύγκρισης είναι που νοηματοδοτεί την πράξη και ανοίγει νέα πεδία δυνατοτήτων. Συνέχεια

Georges Seurat – Un dimanche après-midi à l’ île de la Grande Jatte: Το έργο τέχνης ως αφετηρία για τη διερεύνηση του πολιτικού

Έμη_Seurat_00

Έμη Κίτσαλη

Το άρθρο που παρουσιάζεται εδώ αποτελεί εργασία που παρουσιάστηκε το Σεπτέμβριο του 2013 στο μεταπτυχιακό «Πολιτιστική Διαχείριση» του τμήματος Μέσων Επικοινωνίας και Πολιτισμού του Παντείου, στο μάθημα «Ιστορία της Τέχνης» με διδάσκουσα την Ε.Φουντουλάκη

Εισαγωγή

Ο Baudelaire στο δοκίμιο του «Ο ζωγράφος της σύγχρονης ζωής» έγραφε ότι η νεωτερικότητα είναι «το εφήμερο, το φευγαλέο, το τυχαίο, το ήμισυ της τέχνης, της οποίας το άλλο ήμισυ είναι το αιώνιο και αμετάβλητο»(1). Ο καλλιτέχνης για τον Baudelaire είναι κάποιος που μπορεί να επικεντρώσει το όραμά του στα συνηθισμένα θέματα της ζωής στην πόλη, που κατανοεί τις φευγαλέες ιδιότητές τους και εντούτοις καταφέρνει να αποσπά από την περαστική στιγμή όλα τα στοιχεία της αιωνιότητας τα οποία εμπεριέχει. Η θέση αυτή για τον ζωγράφο της σύγχρονης ζωής μοιάζει να ταιριάζει ιδιαίτερα στην περίπτωση του Georges Seurat, ο οποίος με τη φιλοδοξία του να εκμοντερνίσει την τέχνη με τη βοήθεια της επιστήμης «θα δημιουργούσε ένα νέο κλασικισμό και θα αναμόρφωνε τον ιμπρεσιονισμό, εξαλείφοντας το τυχαίο και το στιγμιαίο, διατηρώντας ταυτόχρονα τη ζωντάνια της ζωής σε υπολογισμένες φόρμες που ενσωμάτωναν διαρκή ιδεώδη»(2).

Μέσα από το έργο του Μια Κυριακή απόγευμα στο νησί La Grande Jatte (Un dimanche après-midi à l’Île de La Grande Jatte)(3), ο Seurat επικεντρώνει στα θέματα της ζωής στην πόλη και διερευνά τους τρόπους αναπαράστασης της νεωτερικής κοινωνίας και των συμπολιτών του, στο συγκείμενο της αναψυχής και του ελεύθερου χρόνου – που ήταν άλλωστε τότε το προνομιακό πεδίο του ιμπρεσιονισμού. Μέσα από αυτό όμως επιδιώκει να απεικονίσει τους συγχρόνους του με τρόπο που να τους διατηρεί στην αιωνιότητα, όπως έκανε ο Φειδίας με τους Αθηναίους στην Πομπή των Παναθηναίων(4). Η προσπάθεια του να εκφράσει με μία εικονογραφία με διαρκή χαρακτηριστικά τη νεωτερικότητα συνιστά – ανεξάρτητα από τη δική του ρητή επιδίωξη – ταυτόχρονα μια αισθητική απάντηση και έναν κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό. Σε περιόδους μετάβασης και έντονων κοινωνικών αλλαγών, όπως ήταν οι δεκαετίες του 1870 και 1880 για την παρισινή κοινωνία – μετά τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο, την Κομμούνα αλλά και τον βίαιο “εκσυγχρονισμό” του αστικού χώρου που είχε προηγηθεί από τον Haussmann, την σταδιακή επικράτηση της οικονομίας της αγοράς και της κοινωνίας του θεάματος – τα έργα τέχνης αντικατοπτρίζουν, ηθελημένα ή μη, άμεσα ή έμμεσα, τις μεταβολές στις κοινωνικές αξίες. Μπορούν να αποτελέσουν, έτσι, προνομιακή αφετηρία για τη διερεύνηση του πολιτικού και τη συσχέτισή του με τις αισθητικές στρατηγικές. Συνέχεια

Κρίση κατοικίας στην Ελλάδα: παρελθόν και παρόν, οικιστικό απόθεμα και διαδικασίες πρόσβασης

diplomatiki_Kalama_VasoΒάσω Καλαμά

Η υπαγωγή της Ελλάδας στο Μνημόνιο των ΔΝΤ/ΕΕ/ΕΚΤ και η συνεπακόλουθη κατακόρυφη άνοδος της ανεργίας και πτώση του βιοτικού επιπέδου, η πρωτοφανής  υπερφορολόγηση της κατοχής ακίνητης περιουσίας και πάνω απ’ όλα η ορατή δια γυμνού οφθαλμού πλέον αύξηση του αριθμού των αστέγων, αποτελούν ίσως το περίγραμμα του σύγχρονου φαινομένου που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε κρίση κατοικίας. Στην τρέχουσα κρίση κατοικίας διακρίνουμε την εξής ιδιαιτερότητα: ενώ σε παλαιότερες κρίσεις (π.χ. μετά την μικρασιατική καταστροφή, μετά τον εμφύλιο) η κρίση συνίστατο στην έλλειψη κατοικιών, σήμερα έχουμε ταυτόχρονα ανθρώπους που χάνουν το σπίτι τους και ένα τεράστιο κενό οικιστικό απόθεμα. Πρόκειται λοιπόν καλύτερα για κρίση των συστημάτων πρόσβασης στην κατοικία.

Στην παρούσα εργασία γίνεται μια εκτενής ιστορική αναδρομή στο θέμα, απαραίτητη για την ερμηνεία της σημερινής κατάστασης. Η πριμοδότηση της μικρής ιδιοκτησίας από καταβολής Ελληνικού κράτους οδηγεί στην ιστορική επίλυση του ζητήματος της κατοικίας μέσω του συστήματος της αυθαίρετης δόμησης και της αντιπαροχής. Την αυξημένη οικοδομική δραστηριότητα και την υψηλή ζήτηση μέχρι και τη δεκαετία του 1970 ακολουθεί η περίοδος της σχετικής στασιμότητας και της προαστειοποίησης της δεκαετίας του 1980. Η είσοδος των μεταναστών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 ξαναβάζει στην αγορά ακινήτων το κενό απόθεμα του κέντρου, για να ακολουθήσει τη δεκαετία του 2000 η είσοδος στην ΟΝΕ, η πτώση των επιτοκίων, η εξάρτηση της κατοικίας από το τραπεζικό κεφάλαιο και η τεράστια αύξηση του αποθέματος.

Σήμερα η διαφαινόμενη τάση είναι η συγκέντρωση των ακινήτων στα χέρια ολίγων. Τα «κόκκινα δάνεια» και η αδυναμία καταβολής των ενοικίων, οι χιλιάδες άστεγοι – πολλοί από τους οποίους ανήκουν στη νέα κοινωνική κατηγορία των νεοαστέγων – αποτελούν όψεις του προβλήματος. Νέοι τρόποι πρόσβασης στην κατοικία φαίνεται να επινοούνται. Πέρα από την αυτονόητη αναγκαιότητα της κοινωνικής αλληλεγγύης, το ζήτημα της κατοικίας σε μια χώρα που μέχρι σήμερα θεωρητικά το είχε λύσει η αγορά, είναι απαραίτητο να βρεθεί ψηλά στην ατζέντα των κινημάτων πόλης, τα οποία μέχρι σήμερα επικεντρώνονται αποκλειστικά σχεδόν στα ζητήματα του δημόσιου χώρου.

Η παρούσα, αποτελεί μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία στην Αρχιτεκτονική ΕΜΠ (ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική – Σχεδιασμός του χώρου – Κατεύθυνση: Πολεοδομία – Χωροταξία) με επιβλέπουσα καθηγήτρια την Μ.Μαυρίδου και παρουσιάστηκε τον Ιανουάριο του 2013.

Η εργασία παρουσιάστηκε επίσης στην εκδήλωση με θέμα «το ζήτημα της κατοικίας στις πόλεις της κρίσης» που συνδιοργανώθηκε από την Αριστερή Κίνηση Εργαζόμενων Αρχιτεκτόνων και το Στέκι Μεταναστών, τη Δευτέρα 27 Μαΐου 2013. Συνέχεια

Η προκαταρκτική τάξη του Itten και το θεατρικό εργαστήρι του Schlemmer: ένα στιγμιότυπο της διχοτομίας του αισθητικού μοντερνισμού

Χριστίνα Πάλλιου

diplwmatiki_01

Oscar Schlemmer, The female dancer figurine, 1921

Το επιχείρημα στην παρούσα εργασία είναι ότι η σχολή του Bauhaus διαπερνάται από μια κεντρική αντίφαση, αυτή της διαπάλης μεταξύ, από τη μία, της ρομαντικής και από την άλλη, της ορθολογικής/εμπειρικής παράδοσης, δηλαδή του βασικού γνωσιοθεωρητικού διλήμματος του Διαφωτισμού πριν τον Kant. Μια διαπάλη η οποία, στο επίπεδο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, σχηματοποιείται στο αν η τέχνη λογοδοτεί στους κανόνες που θέτει ο ίδιος ο καλλιτέχνης ή σε αντικειμενικούς νόμους. Η παραπάνω αντιπαράθεση δεν είναι η μοναδική που συναντάμε στη σχολή, ωστόσο αντανακλά δύο διακριτά στρατόπεδα σε ό,τι αφορά τη σχέση του καλλιτέχνη με την τέχνη, την τεχνολογία και την κοινωνική πρακτική, ενώ επίσης αποτυπώνει μια εγγενή διχοτομία του μοντερνισμού συνολικότερα. Παρότι τόσο το Bauhaus, όσο και ο μοντερνισμός, άφησαν τελικά την εντύπωση του θετικισμού και των αντικειμενικών νόμων, του ορθολογισμού και της συσχέτισης της καλλιτεχνικής παραγωγής με την κοινωνική της χρησιμότητα (πράγματα αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους, ωστόσο λίγο  -πολύ από την ίδια πλευρά της προαναφερθείσας διχοτομίας), υπάρχει παράλληλα μια υποτελής ιστορία που μοιάζει να έχασε, τουλάχιστον με την εικόνα που έχουμε σήμερα. Η εμβληματική θέση της σχολής του Bauhaus στα καλλιτεχνικά κινήματα του μοντερνισμού σε συνδυασμό με την προϊστορία της παραπάνω διαμάχης στη Werkbund (μεταξύ Μουτέζιους και Βαν ντε Βέλντε), η οποία ακολουθεί την κατοπινή εξέλιξη του Bauhaus, δικαιολογούν την επιλογή της σχολής για τη μελέτη μιας τέτοιας αντιπαράθεσης. Στα παραπάνω έρχεται να προστεθεί η γερμανική καταγωγή της σχολής, μιας και στη Γερμανία αναπτύσσονται παράλληλα φιλοσοφικά ρεύματα που έρχονται αντιμέτωπα με αντίστοιχα ερωτήματα. Τη διχοτομία αυτή θα επιχειρήσω να την εντοπίσω και να την αναδείξω μέσα από δύο παραδείγματα που βρίσκονται στο κέντρο του εκπαιδευτικού προγράμματος της σχολής: την προπαρασκευαστική τάξη (Vorkurs) του Johannes Itten και το θεατρικό εργαστήρι του Oskar Schlemmer. Συνέχεια