(Κοιτώντας τ)η δουλειά της

Της Νάνσυς Νικολοπούλου, αρχιτεκτόνισσας, μέλους της Αριστερής Κίνησης Εργαζόμενων Αρχιτεκτόνων

Το άρθρο που ακολουθεί, αποτελεί μεταπτυχιακή εργασία που παρουσιάστηκε τον Σεπτέμβρη του 2019 στο πλαίσιο του προγράμματος «Πολεοδομία – Χωροταξία» του ΕΜΠ, και πιο συγκεκριμένα του μαθήματος «Έμφυλες Πολιτισμικές Προσεγγίσεις του Αστικού Χώρου» με διδάσκουσες τις Ντίνα Βαΐου και Ρούλη Λυκογιάννη. Αναφέρεται στην ταινία «Η δουλειά της» (2018), του Νίκου Labôt.

Εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα, η ταινία διηγείται την ιστορία της Παναγιώτας (Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου), η οποία λίγο πριν τα σαράντα, όντας νοικοκυρά και μητέρα δύο παιδιών, θα χρειαστεί να αναζητήσει για πρώτη φορά δουλειά, όταν ο άντρας της χάνει τη δική του, στο φόντο της κρίσης. Θα προσληφθεί ως καθαρίστρια σε πολυκατάστημα, για λογαριασμό μιας ιδιωτικής εργολαβικής εταιρείας, βιώνοντας της συνθήκες της υποτίμησης και της ακραίας εργασιακής εκμετάλλευσης στις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργεί ο σύγχρονος καπιταλισμός. Παρόλα αυτά θα αποκτήσει για πρώτη φορά την οικονομική και συναισθηματική ανεξαρτησία της και θα οδηγηθεί, χωρίς να το επιδιώκει συνειδητά από την αρχή, στην αμφισβήτηση των ιδιοτήτων του ρόλου της ως συζύγου και μητέρας στο πλαίσιο της πατριαρχίας.

Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2018 στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο, όπου έλαβε εξαιρετικές κριτικές. Έχει βραβευτεί ως Καλύτερη Πρώτη Ταινία Μεγάλου Μήκους και απέσπασε βραβείο Fipresci & Υoung Fipresci στη Βαρσοβία, βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στη Θεσσαλονίκη, βραβείο Κριτικών κινηματογράφου και Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στις Βρυξέλλες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «(Κοιτώντας τ)η δουλειά της»

Σύγχρονες μορφές επενδύσεων στον τουρισμό / Ζητήματα ιδιοκτησίας της γης και κοινωνικά διακυβεύματα / Η περίπτωση της Costa Navarino

05Αναστασία Βλάση

Το παρόν άρθρο αποτελεί διπλωματική εργασία στην κατεύθυνση Πολεοδομία – Χωροταξία του ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική – Σχεδιασμός του Χώρου της Αρχιτεκτονικής Αθήνας, με επιβλέπουσα την Μ. Μαντουβάλου. Η διπλωματική παρουσιάστηκε τον Οκτώβρη του 2016.

Στο πλαίσιο των ευρύτερων οικονομικών και παραγωγικών μετασχηματισμών, της οικονομικής κρίσης, της εκτεταμένης αποβιομηχάνισης και της τριτογενοποίησης της παραγωγής, τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα, αναζητούνται νέες αναπτυξιακές κατευθύνσεις, με σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις. Στις νέες αυτές τάσεις σημαίνοντα ρόλο φαίνεται να έχει ο χώρος και συγκεκριμένα η αξιοποίηση της γης, ως προσοδοφόρο πεδίο για την καθιέρωση νέων μορφών επενδυτικής δραστηριότητας. Πολύ περισσότερο, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού χώρου και τοπίου, καθιστούν την χώρα ιδανικό προορισμό για την ανάπτυξη νέων τουριστικών προϊόντων, στο έδαφος της αναδιάρθρωσης του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Ταυτόχρονα, οι ασκούμενες πολιτικές, κάτω από το μανδύα της «έκτακτης ανάγκης», προωθούν ένα εύρος νομοθετικών ρυθμίσεων στο πεδίο του χωροταξικού σχεδιασμού, οι οποίες ορίζουν έναν βίαιο επαναπροσδιορισμό του ελληνικού μοντέλου χωρικής ανάπτυξης.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα των παραπάνω στρατηγικών αποτελούν οι πρόσφατες τουριστικές επενδύσεις μεγάλης κλίμακας ανά την ελληνική περιφέρεια, εγκατεστημένες σε τόπους υψηλού περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, οι οποίες εκμεταλλεύονται ένα μεγάλο μέρος του νέου νομοθετικού «οπλοστασίου», όπως διαμορφώθηκε την περίοδο πριν και μετά τη μνημονιακή εποχή. Μέχρι σήμερα, το μεγαλύτερο αντίστοιχο επενδυτικό έργο και το μοναδικό σε λειτουργία αποτελεί η επένδυση της Costa Navarino και η Περιοχή Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης στη Μεσσηνία, με την οποία και θα ασχοληθούμε στην παρούσα μελέτη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σύγχρονες μορφές επενδύσεων στον τουρισμό / Ζητήματα ιδιοκτησίας της γης και κοινωνικά διακυβεύματα / Η περίπτωση της Costa Navarino»

Το φαινόμενο gentrification: ερμηνεία και ανάλυση

Άλκηστη Πρέπη

Το παρόν άρθρο επιχειρεί να προσεγγίσει το φαινόμενο του εξευγενισμού –του γνωστού gentrification–, μέσα από την ανάλυση των παραδειγμάτων τριών πόλεων, της Αθήνας, του Παρισιού και της Νέας Υόρκης. Από την ανάλυση αυτή εμφανίζονται τόσο οι ομοιότητες όσο και οι διαφορές στην διαδικασία του εξευγενισμού, ενός φαινομένου που, παρά τα κοινά χαρακτηριστικά που μπορεί να παρουσιάζει στις διάφορες περιοχές, στην κάθε περίπτωση ενσωματώνει και τις ιδιαιτερότητες του κάθε τόπου. Έτσι, ενώ και στα τρία παραδείγματα ο εξευγενισμός δείχνει να προωθεί παρόμοιες νέες χρήσεις που απευθύνονται στα μεσαία και ανώτερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα, παρατηρούμε διαφορές όσον αφορά στον χρόνο εμφάνισης του φαινομένου, στην έντασή του αλλά, κυρίως, στον βαθμό ολοκλήρωσής του και στον ρόλο που διαδραματίζει σε αυτό το ίδιο το κράτος. Το άρθρο αποτελεί μεταπτυχιακή εργασία στο ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική-Σχεδιασμός του Χώρου, Κατεύθυνση Β΄ Πολεοδομία Χωροταξία, με επιβλέποντες τους Αθ. Αραβαντινό και Μ. Μάρκου, και παρουσιάστηκε τον Μάρτιο του 2014. 

386051891_e1fd80dc5b_o

Το gentrification βρίσκεται, σήμερα, στο κέντρο πολλών συζητήσεων που έχουν να κάνουν με την ανάπλαση και τις μεταλλαγές των αστικών κέντρων, ως βασικό και εν εξελείξει στοιχείο της παραγωγής του αστικού χώρου. Αποτελεί αμφισβητούμενη έννοια, και, ενώ το μεγαλύτερο κομμάτι της βιβλιογραφίας αναπτύσσει τις αρνητικές επιπτώσεις του, υπάρχει και η άποψη ότι μέσω του gentrification, τα κέντρα πόλεων αναβιώνουν και επανεντάσσονται στο ζωντανό ιστό της πόλης. Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι να αναλυθεί το φαινόμενο με τους ηθικούς όρους του “καλού” και του “κακού”, παρά να μελετηθεί σε βάθος, με αντικειμενικό, επιστημονικό και κριτικό τρόπο. Κι αυτό, διότι η σημασία του στην παραγωγή αστικού χώρου είναι τέτοια, που το κάνει να σχετίζεται άμεσα με όλες τις κλίμακες του χώρου αυτού: από τον κάτοικο, στη γειτονιά, στην πόλη, στις δημοτικές αρχές αλλά ακόμα και στις κυβερνητικές πολιτικές που ακολουθούνται, σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Το φαινόμενο gentrification: ερμηνεία και ανάλυση»

Μεταλλαγές του αστικού χώρου της Αθήνας – Η Δραπετσώνα ως μελέτη περίπτωσης

image002Σοφία Τσάδαρη

Η εργασία που παρουσιάζουμε εδώ είναι αρκετά παλιά, καθώς έγινε το εαρινό εξάμηνο του 2008 στο πλαίσιο του μαθήματος «Θέματα Αστικού Σχεδιασμού» του ΔΠΜΣ «Πολεοδομία – Χωροταξία» της αρχιτεκτονικής ΕΜΠ. Όμως η ανάπτυξη της περιοχής των Λιπασμάτων στη Δραπετσώνα είναι ένα θέμα απολύτως επίκαιρο, και το φάσμα των υπαρκτών προτάσεων είναι και σήμερα αυτό που περιγράφεται στην εργασία. Μία λογική είναι η πολεοδόμηση της περιοχής με τα συμβατικά θεσμικά εργαλεία, η οποία αστικοποιεί μεν την περιοχή, δίνει όμως τη δυνατότητα μέσω της εισφοράς σε γη και σε χρήμα για την ανάπτυξη χώρων πράσινου και κοινωφελών δραστηριοτήτων από την πλευρά του Δήμου. Μία δεύτερη λογική είναι αυτή της μέγιστης επιχειρηματικής αξιοποίησης με ένα masterplan που αντιμετωπίζει συνολικά τον χώρο. Βλέπουμε ότι η λογική αυτή εισάγεται ήδη από το 2008, όμως σήμερα η μνημονιακή νομοθεσία που έγινε γνωστή με την κωδική ονομασία «fast track» δίνει τη δυνατότητα στους ιδιώτες ιδιοκτήτες της έκτασης να κινήσουν οι ίδιοι τη διαδικασία πολεοδόμησής της και επιπλέον τους εξαιρεί από την υποχρέωση εισφοράς σε γη και σε χρήμα. Τέλος υπάρχει, τότε και τώρα, μια ολόκληρη βεντάλια προτάσεων από τις επιτροπές και τα κινήματα των κατοίκων, με έμφαση στους χώρους πράσινου και τους δημόσιους ελεύθερους χώρους.

Η περιοχή των λιπασμάτων είναι ταυτόχρονα σημαντικό πολεοδομικό φιλέτο αλλά και η φυσική εκτόνωση των γειτονικών περιοχών κατοικίας προς τη θάλασσα. Η εξαίρεση της παραλιακής της ζώνης από την ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ ενισχύει και τις δύο πλευρές. Το μέλλον της περιοχής θα καθοριστεί σε τελική ανάλυση από το αποτέλεσμα της σύγκρουσης μεταξύ των κοινωνικών δυνάμεων που βλέπουν τα συμφέροντά τους να περνάνε από την υλοποίηση μίας εκ των παραπάνω επιλογών.
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μεταλλαγές του αστικού χώρου της Αθήνας – Η Δραπετσώνα ως μελέτη περίπτωσης»

Παρίσι – Αθήνα: Η ασφάλεια στην πόλη μέσα από τις πολιτικές των δημοτικών αρχών

exofilo_alkΆλκηστις Πρέπη

Η εργασία που παρουσιάζουμε εδώ έχει σαν αφετηρία το ζήτημα της ασφάλειας στην πόλη, έτσι όπως εμφανίζεται στον κυρίαρχο λόγο και επιβάλλεται από τις κυρίαρχες πολιτικές. Στο πλαίσιο αυτό η ασφάλεια νοείται αποκλειστικά ως ασφάλεια έναντι της «παραβατικότητας», ενός όρου ασαφούς που διευρύνεται και συμπεριλαμβάνει όλο και περισσότερες κοινωνικές πρακτικές και ποτέ ως ασφάλεια έναντι λ.χ. της ανεργίας ή της επισφαλούς εργασίας ή γενικότερα των κοινωνικών ανισοτήτων.

Η ασφάλεια αυτή, με αφετηρία τις πολιτικές «μηδενικής ανοχής» που εγκαινιάστηκαν στην πόλη της Νέας Υόρκης επί δημαρχίας του Rudolph Giuliani τείνει να κυριαρχήσει στην ατζέντα των δημοτικών αρχών και στην Ευρώπη, προσαρμοζόμενη κάθε φορά στις διαφορετικές τοπικές πολιτικές παραδόσεις. Εδώ γίνεται μια πολύ ενδιαφέρουσα σύγκριση ανάμεσα στα πολιτικά προγράμματα και τις σχετικές πρακτικές δύο δημοτικών αρχών, του Παρισιού της Anne Hidalgo και της Αθήνας του Γιώργου Καμίνη.

Η παρούσα εργασία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού «Πολεοδομία – Χωροταξία» του ΕΜΠ και παρουσιάστηκε τον Σεπτέμβρη του 2014 στο μάθημα «Θέματα Αστικού Σχεδιασμού» με διδάσκοντες τους Ντ.Βαΐου, Μ.Μαντουβάλου και Θ.Παγώνη.
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Παρίσι – Αθήνα: Η ασφάλεια στην πόλη μέσα από τις πολιτικές των δημοτικών αρχών»

Kuhle Wampe ή Σε ποιόν ανήκει ο κόσμος;

Έμη Κίτσαλη

Το φιλμ «Kuhle Wampe ή Σε ποιόν ανήκει ο κόσμος» με σενάριο του Μπέρτολτ Μπρεχτ και σκηνοθεσία του Slatan Dudow, ολοκληρώθηκε στη Γερμανία το 1932, την τελευταία  περίοδο της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Καθώς η ταινία διαπραγματεύεται τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής της, με την κρίση του 1929 πολύ πρόσφατη, αποκτά μία δραματική επικαιρότητα για τον σύγχρονο θεατή στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης. Πρόκειται για ένα φιλμ πρωτοποριακό, όχι μόνο πολιτικά αλλά και αισθητικά, που συνδύασε τις τεχνικές του σοβιετικού μοντάζ με τις μπρεχτικές ιδέες του επικού θέατρου, για την παραγωγή μιας ταινίας με ανοιχτή δομή, που δεν επιχειρεί να κλείσει τα ερωτήματα αλλά αντίθετα να τα ανοίξει, κινητοποιώντας τη σκέψη του θεατή.

Ο τρόπος με τον οποίο αυτό επιτυγχάνεται, παρουσιάζεται αναλυτικά στο παρόν άρθρο, το οποίο αποτελεί εργασία που παρουσιάστηκε το Σεπτέμβριο του 2013 στο μεταπτυχιακό “Πολιτιστική Διαχείριση” του τμήματος Μέσων Επικοινωνίας και Πολιτισμού του Παντείου, στο μάθημα “Κινηματογράφος” με διδάσκουσα την Μ.Παραδείση

Ο Walter Benjamin στο τέλος του κλασικού δοκιμίου του “Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του” επικαλείται την “πολιτικοποίηση της τέχνης” ως επιδιωκόμενη απάντηση του κομμουνισμού στην “αισθητικοποίηση της πολιτικής” που καλλιεργεί ο φασισμός(1). Δεν εννοεί φυσικά απλώς το να χρησιμοποιηθεί ο πολιτισμός ως όχημα για μια κομμουνιστική προπαγάνδα, αλλά ζητάει από την τέχνη ένα έργο πολύ πιο δύσκολο: να αναιρέσει την αισθητηριακή αλλοτρίωση που οδηγεί στην αισθητικοποίηση της πολιτικής(2). Γράφει τα παραπάνω έχοντας στο μυαλό του ταυτόχρονα την επαναστατική δυναμική του νέου μέσου του κινηματογράφου(3) και το έργο του Bertolt Brecht, θεατρικό και θεωρητικό, μέσα από το οποίο επιχειρούσε να απαντήσει στο ερώτημα: τι είναι πολιτική τέχνη; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Kuhle Wampe ή Σε ποιόν ανήκει ο κόσμος;»

Η συμβολή της μνήμης στη νοηματοδότηση του τοπίου – Μία μελέτη για το Λαύριο μέσα από το ντοκιμαντέρ

niovi02Νιόβη Τζιμογιάννη

Η παρούσα εργασία αποτελεί διπλωματική στο πλαίσιο του ΔΠΜΣ «Αρχιτεκτονική – Σχεδιασμός του Χώρου», κατεύθυνση Α: «Σχεδιασμός – Χώρος – Πολιτισμός» του ΕΜΠ, με επιβλέποντα τον Στ.Σταυρίδη και παρουσιάστηκε τον Μάρτη του 2009.

Η παρούσα εργασία έχει σαν σκοπό την εύρεση μιας μεθοδολογίας ικανής για τη διερεύνηση του τοπίου. Η μεθοδολογία αυτή θα χρησιμέψει ως υλικό για μια ειδικότερη διερεύνηση, αυτή του τοπίου στο Λαύριο. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί, θεωρούμε, έναν άξονα μελέτης βάσει του οποίου μπορούν να διερευνηθούν τα περισσότερα τοπία. Το κεντρικό πρόβλημα που απασχολεί την παρούσα μελέτη είναι πώς η μνήμη μπορεί να συμβάλλει στη νοηματοδότηση του τοπίου.

Έτσι καταρχήν διερευνάται το πώς νοηματοδοτείται το τοπίο, δηλαδή με ποια νοητικά εργαλεία μπορούμε να το νοηματοδοτήσουμε. Η βασική συνθήκη που λάβαμε υπόψην μας είναι η άποψη της Σχολής του Berkeley, κατά την οποία όλα τα τοπία είναι πολιτισμικά. Επομένως το πώς νοηματοδοτείται το τοπίο κάθε φορά, ακολουθεί τις επικρατούσες τάσεις στο χώρο της πολιτισμικής θεωρίας. Οι προηγούμενες μελέτες του τοπίου που διερευνήθηκαν κινούνται κυρίως μεταξύ αντιμαχιών για κοινωνικές δυνάμεις που το καθορίζουν ή προτεραιότητα των δρώντων υποκειμένων έναντι κοινωνικών δυνάμεων και εξουσιών. Δηλαδή σε μια διαμάχη των μακροθεωριών έναντι των μικροθεωριών. Οι μεν μακροθεωρίες δε λαμβάνουν τόσο υπόψην τους την ελευθερία δράσης του ανθρώπινου παράγοντα, καθώς θεωρούν το υποκείμενο αποτέλεσμα επίδρασης εξωτερικών δομών και εξουσιών, οι δε μικροθεωρίες στέκονται σε ένα εξωκοινωνικό άτομο χωρίς να λαμβάνουν υπόψην τους τις κοινωνικές δυνάμεις που καθορίζουν το να δρα με τον τρόπο που δρα. Ανάμεσα σε αυτές τις διαμάχες στέκεται η μορφή του Pierre Bourdieu, ο οποίος με τη θεωρία περί πρακτικής και των προδιαθέσεων (habitus) προσπαθεί να συμφιλιώσει τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Θα δανειστούμε τη θεωρία της πρακτικής για να νοηματοδοτήσουμε το τοπίο, όπου το τοπίο σε αυτή την περίπτωση δεν αποτελεί πλαίσιο υποδοχής των δράσεων αλλά συστατικό της ανάπτυξής τους. Ταυτόχρονα οι αφηγήσεις συσχετίζονται με τις πράξεις και τις τελετουργίες, και παράγουν, μέσω της μνήμης, νέες πιθανές πρακτικές που νοηματοδοτούν εξαρχής το τοπίο. Το ίδιο άλλωστε κάνουν και οι ζωγραφικές αναπαραστάσεις. Η διαφορά τους έγκειται στο γεγονός ότι στην περίπτωση των ζωγραφικών αναπαραστάσεων η δράση προϋπάρχει, νοηματοδοτεί τον ίδιο τον πίνακα και συχνά δεν απεικονίζεται. Αλλά δε θα επεκταθούμε περαιτέρω στο θέμα γιατί θεωρούμε ότι ξεφεύγει από τα όρια της παρούσης μελέτης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, θα θεωρήσουμε ότι μιλάμε για συλλογική μνήμη και ουσιαστικά ότι η αλληλοσυσχέτιση μεταξύ ατομικής και συλλογικής ενθύμησης αποκτά νόημα μέσα από τη θεωρία της πρακτικής και του habitus. Η δύναμη της μνήμης σε αυτή την περίπτωση έγκειται στην ικανότητά της να συγκρίνει πράξεις που συντελέστηκαν στο παρελθόν με αυτές που συντελούνται στο παρόν και αυτή η δύναμη της σύγκρισης είναι που νοηματοδοτεί την πράξη και ανοίγει νέα πεδία δυνατοτήτων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Η συμβολή της μνήμης στη νοηματοδότηση του τοπίου – Μία μελέτη για το Λαύριο μέσα από το ντοκιμαντέρ»

Georges Seurat – Un dimanche après-midi à l’ île de la Grande Jatte: Το έργο τέχνης ως αφετηρία για τη διερεύνηση του πολιτικού

Έμη_Seurat_00

Έμη Κίτσαλη

Το άρθρο που παρουσιάζεται εδώ αποτελεί εργασία που παρουσιάστηκε το Σεπτέμβριο του 2013 στο μεταπτυχιακό «Πολιτιστική Διαχείριση» του τμήματος Μέσων Επικοινωνίας και Πολιτισμού του Παντείου, στο μάθημα «Ιστορία της Τέχνης» με διδάσκουσα την Ε.Φουντουλάκη

Εισαγωγή

Ο Baudelaire στο δοκίμιο του «Ο ζωγράφος της σύγχρονης ζωής» έγραφε ότι η νεωτερικότητα είναι «το εφήμερο, το φευγαλέο, το τυχαίο, το ήμισυ της τέχνης, της οποίας το άλλο ήμισυ είναι το αιώνιο και αμετάβλητο»(1). Ο καλλιτέχνης για τον Baudelaire είναι κάποιος που μπορεί να επικεντρώσει το όραμά του στα συνηθισμένα θέματα της ζωής στην πόλη, που κατανοεί τις φευγαλέες ιδιότητές τους και εντούτοις καταφέρνει να αποσπά από την περαστική στιγμή όλα τα στοιχεία της αιωνιότητας τα οποία εμπεριέχει. Η θέση αυτή για τον ζωγράφο της σύγχρονης ζωής μοιάζει να ταιριάζει ιδιαίτερα στην περίπτωση του Georges Seurat, ο οποίος με τη φιλοδοξία του να εκμοντερνίσει την τέχνη με τη βοήθεια της επιστήμης «θα δημιουργούσε ένα νέο κλασικισμό και θα αναμόρφωνε τον ιμπρεσιονισμό, εξαλείφοντας το τυχαίο και το στιγμιαίο, διατηρώντας ταυτόχρονα τη ζωντάνια της ζωής σε υπολογισμένες φόρμες που ενσωμάτωναν διαρκή ιδεώδη»(2).

Μέσα από το έργο του Μια Κυριακή απόγευμα στο νησί La Grande Jatte (Un dimanche après-midi à l’Île de La Grande Jatte)(3), ο Seurat επικεντρώνει στα θέματα της ζωής στην πόλη και διερευνά τους τρόπους αναπαράστασης της νεωτερικής κοινωνίας και των συμπολιτών του, στο συγκείμενο της αναψυχής και του ελεύθερου χρόνου – που ήταν άλλωστε τότε το προνομιακό πεδίο του ιμπρεσιονισμού. Μέσα από αυτό όμως επιδιώκει να απεικονίσει τους συγχρόνους του με τρόπο που να τους διατηρεί στην αιωνιότητα, όπως έκανε ο Φειδίας με τους Αθηναίους στην Πομπή των Παναθηναίων(4). Η προσπάθεια του να εκφράσει με μία εικονογραφία με διαρκή χαρακτηριστικά τη νεωτερικότητα συνιστά – ανεξάρτητα από τη δική του ρητή επιδίωξη – ταυτόχρονα μια αισθητική απάντηση και έναν κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό. Σε περιόδους μετάβασης και έντονων κοινωνικών αλλαγών, όπως ήταν οι δεκαετίες του 1870 και 1880 για την παρισινή κοινωνία – μετά τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο, την Κομμούνα αλλά και τον βίαιο “εκσυγχρονισμό” του αστικού χώρου που είχε προηγηθεί από τον Haussmann, την σταδιακή επικράτηση της οικονομίας της αγοράς και της κοινωνίας του θεάματος – τα έργα τέχνης αντικατοπτρίζουν, ηθελημένα ή μη, άμεσα ή έμμεσα, τις μεταβολές στις κοινωνικές αξίες. Μπορούν να αποτελέσουν, έτσι, προνομιακή αφετηρία για τη διερεύνηση του πολιτικού και τη συσχέτισή του με τις αισθητικές στρατηγικές. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Georges Seurat – Un dimanche après-midi à l’ île de la Grande Jatte: Το έργο τέχνης ως αφετηρία για τη διερεύνηση του πολιτικού»

Κρίση κατοικίας στην Ελλάδα: παρελθόν και παρόν, οικιστικό απόθεμα και διαδικασίες πρόσβασης

diplomatiki_Kalama_VasoΒάσω Καλαμά

Η υπαγωγή της Ελλάδας στο Μνημόνιο των ΔΝΤ/ΕΕ/ΕΚΤ και η συνεπακόλουθη κατακόρυφη άνοδος της ανεργίας και πτώση του βιοτικού επιπέδου, η πρωτοφανής  υπερφορολόγηση της κατοχής ακίνητης περιουσίας και πάνω απ’ όλα η ορατή δια γυμνού οφθαλμού πλέον αύξηση του αριθμού των αστέγων, αποτελούν ίσως το περίγραμμα του σύγχρονου φαινομένου που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε κρίση κατοικίας. Στην τρέχουσα κρίση κατοικίας διακρίνουμε την εξής ιδιαιτερότητα: ενώ σε παλαιότερες κρίσεις (π.χ. μετά την μικρασιατική καταστροφή, μετά τον εμφύλιο) η κρίση συνίστατο στην έλλειψη κατοικιών, σήμερα έχουμε ταυτόχρονα ανθρώπους που χάνουν το σπίτι τους και ένα τεράστιο κενό οικιστικό απόθεμα. Πρόκειται λοιπόν καλύτερα για κρίση των συστημάτων πρόσβασης στην κατοικία.

Στην παρούσα εργασία γίνεται μια εκτενής ιστορική αναδρομή στο θέμα, απαραίτητη για την ερμηνεία της σημερινής κατάστασης. Η πριμοδότηση της μικρής ιδιοκτησίας από καταβολής Ελληνικού κράτους οδηγεί στην ιστορική επίλυση του ζητήματος της κατοικίας μέσω του συστήματος της αυθαίρετης δόμησης και της αντιπαροχής. Την αυξημένη οικοδομική δραστηριότητα και την υψηλή ζήτηση μέχρι και τη δεκαετία του 1970 ακολουθεί η περίοδος της σχετικής στασιμότητας και της προαστειοποίησης της δεκαετίας του 1980. Η είσοδος των μεταναστών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 ξαναβάζει στην αγορά ακινήτων το κενό απόθεμα του κέντρου, για να ακολουθήσει τη δεκαετία του 2000 η είσοδος στην ΟΝΕ, η πτώση των επιτοκίων, η εξάρτηση της κατοικίας από το τραπεζικό κεφάλαιο και η τεράστια αύξηση του αποθέματος.

Σήμερα η διαφαινόμενη τάση είναι η συγκέντρωση των ακινήτων στα χέρια ολίγων. Τα «κόκκινα δάνεια» και η αδυναμία καταβολής των ενοικίων, οι χιλιάδες άστεγοι – πολλοί από τους οποίους ανήκουν στη νέα κοινωνική κατηγορία των νεοαστέγων – αποτελούν όψεις του προβλήματος. Νέοι τρόποι πρόσβασης στην κατοικία φαίνεται να επινοούνται. Πέρα από την αυτονόητη αναγκαιότητα της κοινωνικής αλληλεγγύης, το ζήτημα της κατοικίας σε μια χώρα που μέχρι σήμερα θεωρητικά το είχε λύσει η αγορά, είναι απαραίτητο να βρεθεί ψηλά στην ατζέντα των κινημάτων πόλης, τα οποία μέχρι σήμερα επικεντρώνονται αποκλειστικά σχεδόν στα ζητήματα του δημόσιου χώρου.

Η παρούσα, αποτελεί μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία στην Αρχιτεκτονική ΕΜΠ (ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική – Σχεδιασμός του χώρου – Κατεύθυνση: Πολεοδομία – Χωροταξία) με επιβλέπουσα καθηγήτρια την Μ.Μαυρίδου και παρουσιάστηκε τον Ιανουάριο του 2013.

Η εργασία παρουσιάστηκε επίσης στην εκδήλωση με θέμα «το ζήτημα της κατοικίας στις πόλεις της κρίσης» που συνδιοργανώθηκε από την Αριστερή Κίνηση Εργαζόμενων Αρχιτεκτόνων και το Στέκι Μεταναστών, τη Δευτέρα 27 Μαΐου 2013. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κρίση κατοικίας στην Ελλάδα: παρελθόν και παρόν, οικιστικό απόθεμα και διαδικασίες πρόσβασης»

Η προκαταρκτική τάξη του Itten και το θεατρικό εργαστήρι του Schlemmer: ένα στιγμιότυπο της διχοτομίας του αισθητικού μοντερνισμού

Χριστίνα Πάλλιου

diplwmatiki_01
Oscar Schlemmer, The female dancer figurine, 1921

Το επιχείρημα στην παρούσα εργασία είναι ότι η σχολή του Bauhaus διαπερνάται από μια κεντρική αντίφαση, αυτή της διαπάλης μεταξύ, από τη μία, της ρομαντικής και από την άλλη, της ορθολογικής/εμπειρικής παράδοσης, δηλαδή του βασικού γνωσιοθεωρητικού διλήμματος του Διαφωτισμού πριν τον Kant. Μια διαπάλη η οποία, στο επίπεδο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, σχηματοποιείται στο αν η τέχνη λογοδοτεί στους κανόνες που θέτει ο ίδιος ο καλλιτέχνης ή σε αντικειμενικούς νόμους. Η παραπάνω αντιπαράθεση δεν είναι η μοναδική που συναντάμε στη σχολή, ωστόσο αντανακλά δύο διακριτά στρατόπεδα σε ό,τι αφορά τη σχέση του καλλιτέχνη με την τέχνη, την τεχνολογία και την κοινωνική πρακτική, ενώ επίσης αποτυπώνει μια εγγενή διχοτομία του μοντερνισμού συνολικότερα. Παρότι τόσο το Bauhaus, όσο και ο μοντερνισμός, άφησαν τελικά την εντύπωση του θετικισμού και των αντικειμενικών νόμων, του ορθολογισμού και της συσχέτισης της καλλιτεχνικής παραγωγής με την κοινωνική της χρησιμότητα (πράγματα αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους, ωστόσο λίγο  -πολύ από την ίδια πλευρά της προαναφερθείσας διχοτομίας), υπάρχει παράλληλα μια υποτελής ιστορία που μοιάζει να έχασε, τουλάχιστον με την εικόνα που έχουμε σήμερα. Η εμβληματική θέση της σχολής του Bauhaus στα καλλιτεχνικά κινήματα του μοντερνισμού σε συνδυασμό με την προϊστορία της παραπάνω διαμάχης στη Werkbund (μεταξύ Μουτέζιους και Βαν ντε Βέλντε), η οποία ακολουθεί την κατοπινή εξέλιξη του Bauhaus, δικαιολογούν την επιλογή της σχολής για τη μελέτη μιας τέτοιας αντιπαράθεσης. Στα παραπάνω έρχεται να προστεθεί η γερμανική καταγωγή της σχολής, μιας και στη Γερμανία αναπτύσσονται παράλληλα φιλοσοφικά ρεύματα που έρχονται αντιμέτωπα με αντίστοιχα ερωτήματα. Τη διχοτομία αυτή θα επιχειρήσω να την εντοπίσω και να την αναδείξω μέσα από δύο παραδείγματα που βρίσκονται στο κέντρο του εκπαιδευτικού προγράμματος της σχολής: την προπαρασκευαστική τάξη (Vorkurs) του Johannes Itten και το θεατρικό εργαστήρι του Oskar Schlemmer. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Η προκαταρκτική τάξη του Itten και το θεατρικό εργαστήρι του Schlemmer: ένα στιγμιότυπο της διχοτομίας του αισθητικού μοντερνισμού»

Η συγκρότηση της έμφυλης ταυτότητας στο χώρο της πόλης: η περίπτωση των muxes στο Μεξικό

Άννα Λάμπρου

Στην παρούσα μελέτη εξετάζεται μία ιδιαίτερη περίπτωση ανδρικής ομοφυλοφιλίας: οι muxes (προφ. μούχες), μέλη της φυλής Zapotecas με λαϊκή ταξική προέλευση, στην περιοχή του Ισθμού του Tehuantepec, στα νοτιοδυτικά της πολιτείας της Oaxaca στο Μεξικό. Στο έντονα ανδροκρατούμενο μεξικανικό πολιτισμικό περιβάλλον, η κοινωνία των Zapotecas θεωρείται «μητριαρχική», όχι σαν απλή αντιστροφή της πατριαρχίας, αλλά επειδή στο πλαίσιο μίας αυστηρής διάκρισης μεταξύ των έμφυλων ρόλων, στις γυναίκες αντιστοιχούν δραστηριότητες που σε άλλες κοινωνίες θα περιγράφονταν ως «ανδρικές», όπως η κυκλοφορία και η διανομή των αγαθών και η συνέχιση της παράδοσης. Οι muxes, ενταγμένοι πλήρως στην οικογένεια και την κοινωνία, κατέχουν συγκεκριμένο κοινωνικό ρόλο, αποτελώντας μία διακριτή παρουσία στο χώρο, ένα «τρίτο φύλο». Ρόλος που βρίσκεται σε διαδικασία μεταλλαγής, καθώς οι Zapotecas, ένας κατά κύριο λόγο πλέον αστικός πληθυσμός, δέχεται τις εξωτερικές επιρροές του δυτικού τρόπου ζωής. Η κοινωνία των Zapotecas, χωρίς να ξεφεύγει τελικά από την πατριαρχία και την ετεροκανονικότητα, αποτελεί ένα παράδειγμα μιας κοινωνίας στην οποία, καθώς ο δυϊσμός ανδρικό/γυναικείο φύλο χάνει την απόλυτη ισχύ του, μας δίνεται η δυνατότητα να φανταστούμε έναν κόσμο όπου η έννοια της έμφυλης ταυτότητας θα είναι πιο ρευστή και λιγότερο κανονιστική. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Η συγκρότηση της έμφυλης ταυτότητας στο χώρο της πόλης: η περίπτωση των muxes στο Μεξικό»

Από την αντιπαροχή στο real estate στους λαχανόκηπους της Μενεμένης

Έλενα Πατατούκα

Αντικείμενο της εργασίας που παρουσιάζουμε εδώ, αποτελεί η είσοδος μεγάλων κατασκευαστικών εταιρειών στον τομέα της παραγωγής κατοικίας στην Ελλάδα και η μεταλλαγή στο σύστημα γης – οικοδομής που συνεπάγεται αυτή η είσοδος. Ενώ για το παλαιότερο σύστημα που βασίζεται στην αυθαίρετη δόμηση και την αντιπαροχή υπάρχει πλήθος στοιχείων και μελετών, το διαφαινόμενο και υπό διαμόρφωση νέο σύστημα τώρα αρχίζει να μελετάται.

Πρόκειται για μία μελέτη περίπτωσης: το οικιστικό συγκρότημα «Πολιτεία» στη Μενεμένη Θεσσαλονίκης που κατασκευάστηκε από τη ΓΕΚ-Τέρνα. Οι όροι της κατασκευής του συγκροτήματος είναι ενδεικτικοί των νέων όρων συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα όπως διαμορφώνονται στην εποχή μας, με σαφή την τάση εξυπηρέτησης των συμφερόντων του δεύτερου, ανεξάρτητα από το αν η συγκεκριμένη επένδυση ενδεχομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτυχημένη. Η εταιρεία αγοράζει το οικόπεδο με ευνοικούς φορολογικούς όρους και κατασκευάζει το συγκρότημα με τους παλαιότερους και ευνοικότερους όρους δόμησης, παρακάμπτοντας τους ισχύοντες. Οι πωλήσεις διαμερισμάτων σε όφελος της εταιρείας διευκολύνονται από τα δάνεια που δίνει το κράτος στους παλιννοστούντες (ρωσοπόντιοι), την ίδια στιγμή που ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας δεν καταφέρνει να υλοποιήσει στεγαστικά προγράμματα σε διπλανό οικόπεδο, ακριβώς λόγω της ύπαρξης των περιοριστικών όρων δόμησης και της αυξημένης εισφοράς σε γη που κατάφερε με την έγκριση του Δήμου να παρακάμψει η εταιρεία. Εικονογραφούνται έτσι οι νέοι όροι συνεργασίας του δημόσιου με τα ιδιωτικά συμφέροντα στην εποχή της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού.

1. Εισαγωγή

Το παράδειγμα που διερευνάται στην παρούσα εργασία είναι το συγκρότημα κατοικιών “Πολιτεία” στο δήμο Μενεμένης στη δυτική Θεσσαλονίκη, έργο της εταιρείας ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ Α.Ε, που υλοποιήθηκε για την στεγαστική αποκατάσταση των ομογενών παλιννοστούντων της Γεωργίας, η οποία ξεκίνησε το έτος 2000 και προχωρώντας σταδιακά, ολοκληρώθηκε πέντε περίπου χρόνια μετά. Μέσα από την ανάλυση της διαδικασίας παραγωγής του συγκροτήματος “Πολιτεία”, των κινήσεων της εταιρείας, των αντιδράσεων του δήμου και άλλων δημόσιων φορέων, της εμπλοκής χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, των πολιτικών για τους παλιννοστούντες μετανάστες γίνεται αντιληπτή η μεταλλαγή στο σύστημα γης και οικοδομής από το 1995 και μετά και ανάγονται γενικότερα συμπεράσματα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Από την αντιπαροχή στο real estate στους λαχανόκηπους της Μενεμένης»

Η κρίση κατοικίας στο κέντρο της Αθήνας

Βάσω Καλαμά

Μία από τις πιο τραγικές συνέπειες της πολιτικής της κυβέρνησης, της Ευρωπαϊκής ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου είναι το απολύτως ορατό πλέον κοινωνικό φαινόμενο των αστέγων. Άνθρωποι που έχασαν την ιδιοκτησία τους λόγω δανείων ή άλλων οφειλών, νέοι άνεργοι που δεν μπορούν να συντηρήσουν μια κατοικία και έχουν απομακρυνθεί από την οικογένεια τους και άτομα που έχασαν την δουλειά τους λίγο πριν συνταξιοδοτηθούν και αδυνατούν να επαναπροσληφθούν σε μια νέα εργασία λόγω της ηλικίας τους, αποτελούν μία νέα κατηγορία αστέγων, δημιούργημα της κρίσης, που έρχονται να προστεθούν στην παλαιότερη κατηγορία που αποτελούνταν κυρίως από μετανάστες και τοξικοεξαρτημένους.  

Το πρόβλημα εμφανίζει χωρικά τη μεγαλύτερη οξύτητα στο κέντρο της Αθήνας, ένα κέντρο που διαμορφώθηκε από την πύκνωση την εποχή της αντιπαροχής, την εγκατάλειψη από τα υψηλότερα οικονομικά στρώματα την περίοδο της προαστιοποίησης και την νέα πύκνωση από την εγκατάσταση μεταναστών. Η κοινωνική πόλωση που προκύπτει αντιμετωπίζεται από τον κυρίαρχο λόγο με τη ρητορεία περί «γκέτο» και «άβατου». Συνεπώς οι προτάσεις για την κατοικία στο κέντρο της πόλης (π.χ. στις περιοχές του Μεταξουργείου, του Κεραμεικού και του Γερανίου) ρητά αναφέρονται σε νέα στρώματα πληθυσμού που το κέντρο θα προσελκύσει και όχι στους υπάρχοντες κατοίκους του και στα προβλήματά τους, εντείνοντας έτσι τα φαινόμενα υποβάθμισης.

Μεγάλο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο αυτή η νέα κατηγορία άστεγων δημιουργείται σε μία χώρα που επιχείρησε να λύσει το ζήτημα της κατοικίας μέσω της αγοράς και της δραστηριοποίησης της μικρής επιχείρησης (αυτοστέγαση – αντιπαροχή). Η μία πλευρά του νομίσματος αυτών των διαδικασιών είναι το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης και το μεγάλο κτιριακό απόθεμα, ενώ η άλλη πλευρά είναι η απουσία οποιασδήποτε πρόνοιας για τους ενοικιαστές και όσους δυσκολεύονται να αποπληρώσουν το στεγαστικό τους δάνειο λόγω της κρίσης. Αυτή η δεύτερη πλευρά θα αποδειχθεί καθοριστική, καθώς η ραγδαία αύξηση των τιμών της κατοικίας στην εποχή της ΟΝΕ, σε συνδυασμό με την παραδοσιακά ανύπαρκτη πολιτική κοινωνικής κατοικίας, είχε σαν αποτέλεσμα την εξάρτηση του δικαιώματος στην κατοικία σε πολύ μεγάλο βαθμό από το τραπεζικό σύστημα. Επιπλέον, η  πολιτική της υπερφορολόγησης της ακίνητης περιουσίας εκ μέρους της τρόικας, αναμένεται να στρέψει πολύ κόσμο από την ιδιοκατοίκηση στην ενοικίαση. Ο αριθμός όσων δεν είναι πλέον σε θέση να πληρώνουν το ενοίκιο τους ή τη δόση του στεγαστικού τους δανείου και τη θέρμανση και το ρεύμα της κατοικίας τους αυξάνεται συνεχώς. Οι εξελίξεις αυτές οδηγούν ένα μέρος του πληθυσμού σε απώλεια στέγης, και όταν δεν υπάρχει η δυνατότητα φιλοξενίας σε σπίτια φίλων ή συγγενών στο φαινόμενο των άστεγων που ήδη υπολογίζονται σε 20.000 περίπου άτομα στην Ελλάδα.  

Στεγαστικές πολιτικές και τρόποι πρόσβασης στην κατοικία

Στην Ελλάδα το σύστημα παραγωγής κατοικίας καθόρισε και σε πολύ μεγάλο βαθμό τις κρατικές στεγαστικές πολιτικές.  Στον οικοδομικό τομέα, που γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη τη μεταπολεμική περίοδο, επικράτησε ένα εξαιρετικά ιδιόμορφο σύστημα παραγωγής κατοικίας. Η ιδιόμορφη σύμπραξη της γης μέσω του συστήματος της αντιπαροχής, η απουσία μεγάλων εταιριών και η μικρή ιδιοκτησία αστικής γης, εμπόδισαν τη διείσδυση μεγάλου κεφαλαίου στον τομέα της οικοδομικής δραστηριότητας. Δεδομένου αυτού, διασφαλίστηκε πρόσβαση στην κατοικία για ευρύτατα κοινωνικά στρώματα με σχετικά χαμηλό κόστος. Μια ακόμη συνιστώσα που συνέβαλε στην κάλυψη των μεταπολεμικών στεγαστικών αναγκών αποτελούν οι αυτόνομες πρακτικές στέγασης κοινωνικών στρωμάτων που δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση μέσω της αγοράς έτοιμων κατοικιών. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Η κρίση κατοικίας στο κέντρο της Αθήνας»

Παγκόσμιες και τοπικές δυναμικές στο εμπόριο τροφίμων

Δήμητρα Σπανού

Αντικείμενο του άρθρου είναι οι διαδικασίες διαμόρφωσης του σύγχρονου αγροδιατροφικού συστήματος. Η μετάβαση από το μοντέλο της αυτοκατανάλωσης σε αυτό της εμπορευματοποίησης την περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης και της αστικοποίησης, υπήρξε αποτέλεσμα μεταξύ άλλων της εκβιομηχάνισης της αγροτικής παραγωγής. Η εκβιομηχάνιση προχώρησε αλματωδώς την περίοδο μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οδηγώντας στη λεγόμενη «πράσινη επανάσταση».  Η βελτίωση των ποικιλιών, η χρήση χημικών εισροών και η εκτεταμένη άρδευση σαν αποτέλεσμα των νέων τεχνολογικών επιτευγμάτων οδήγησαν σε εντυπωσιακή αύξηση της παγκόσμιας παραγόμενης ποσότητας τροφίμων. Σε ότι αφορά την αγορά τροφίμων ο προστατευτισμός των ισχυρών χωρών του κέντρου συνδυάζεται με το άνοιγμα των αγορών για τις χώρες της περιφέρειας. Δεσπόζουσα θέση στο αγροδιατροφικό σύστημα αποκτούν οι Αλυσίδες Λιανικού Εμπορίου Τροφίμων (ΑΛΕΤ).

Το σύστημα όμως αποδεικνύεται ότι δεν είναι βιώσιμο. Ο υποσιτισμός στο νότο σε συνδυασμό με τον υπερσιτισμό και τις διατροφικές κρίσεις στον Βορρά αναδεικνύουν την αναποτελεσματικότητα ενός συστήματος που αποδεικνύεται και εξαιρετικά ενεργοβόρο, χάρη στις δυσανάλογα μεγάλες ποσότητες ενέργειας που απαιτούνται για την παραγωγή και κυρίως για την μεταφορά των τροφίμων. Εκεί εστιάζει και η κριτική στάση που δίνει έμφαση στο τοπικό σε βάρος του παγκόσμιου. Όμως καθώς οι τόποι δεν αποτελούν αποκομμένες νησίδες αλλά επηρεάζονται και συμμετέχουν στις παγκόσμιες διαδικασίες, οι τοπικές ιδιαιτερότητες ενσωματώνονται τελικά στην παγκόσμια συνθήκη.

Η διαδικασία εκσυγχρονισμού του αγροτικού τομέα στην Ελλάδα προχώρησε με ορισμένες ιδιαιτερότητες. Εν πολλοίς άφησε απέξω τις ορεινές και ημιορεινές περιοχές που αποτελούσαν την πλειοψηφία των καλλιεργούμενων εδαφών στις οποίες έλαβε χώρα η αγροτική έξοδος.  έτσι ο αγροτικός τομέας στην Ελλάδα  κυριαρχείται σε μεγάλο βαθμό από μικρότερες ιδιοκτησίες, από την πολυαπασχόληση και τις οικογενειακές εκμεταλλεύσεις. Η εφαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής είχε σαν αποτέλεσμα στις πεδινές περιοχές οι αγρότες να οδηγηθούν στην εντατική καλλιέργεια των επιδοτούμενων προϊόντων, όπως το βαμβάκι και τα καπνά, με αποτέλεσμα να παρατηρείται μικρή διαφοροποίηση της παραγωγικής βάσης και περιφερειακές εξειδικεύσεις στα όρια εκτεταμένων μονοκαλλιεργειών, με τη λογική των συγκριτικών πλεονεκτημάτων. Έτσι, παρότι η Ελλάδα είναι σε σημαντικό βαθμό γεωργική χώρα, δεν μπορεί να εξασφαλίσει διατροφική αυτάρκεια και χρειάζεται να εισάγει ακόμα και σήμερα βασικά διατροφικά προϊόντα.

1. Το σύγχρονο αγροδιατροφικό σύστημα – μια επισκόπηση

Η αναγνώριση του τομέα της διατροφής ως ένα από τα σημαντικότερα πεδία επιχειρηματικής κερδοφορίας, οδήγησε σε σημαντικούς μετασχηματισμούς και αναδιαρθρώσεις του αγροτικού τομέα που εμπλέκουν τις πρακτικές στον τόπο παραγωγής, τις συνθήκες εργασίας και την εφαρμογή των τεχνολογιών. Το σύστημα παραγωγής, διάθεσης και κατανάλωσης τροφίμων υπόκειται σε συνεχή αναδιοργάνωση ως αποτέλεσμα της διαδικασίας προσαρμογής στις δυνάμεις των αγορών. Οι αλλαγές δεν συμβαίνουν μόνο σε ένα επίπεδο αλλά σε πολλά: στο οικονομικό, το κοινωνικό και το πολιτισμικό ενώ εμπλέκουν και καίριες θεσμικές και πολιτικές συνιστώσες. Η ανάλυση όλων αυτών των παραμέτρων συνιστά ένα σύνθετο εγχείρημα που παρουσιάζει αρκετές δυσκολίες εξαιτίας των πολλαπλών εκφάνσεων του ίδιου του διατροφικού ζητήματος. Μπορούμε όμως να υποθέσουμε πως οι μετασχηματισμοί σε όλο το φάσμα των διαδικασιών από το χωράφι μέχρι το τραπέζι έχουν χωρικά αποτελέσματα. Στην παγκόσμια γεωγραφία των τροφίμων κάθε τόπος έχει τις ιδιαιτερότητές του, καθιστώντας μεθοδολογικά δύσκολη τη συνεκτική θεωρία των επιμέρους επιπτώσεων. Αυτό που έχει σημασία στην παρούσα εργασία είναι να αναδειχτούν οι μηχανισμοί που συγκροτούν αυτές τις γεωγραφίες – και είναι πράγματι πολλές εάν αναλογιστούμε τον χρονικό παράγοντα – ώστε να γίνουν κατανοητοί οι τρόποι με τους οποίους εμπλέκονται οι διάφοροι τόποι και αποκτούν τη σημασία τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Παγκόσμιες και τοπικές δυναμικές στο εμπόριο τροφίμων»

Η γεωγραφία της κρίσης

Ισοζύγιο πληρωμών σε δις ευρώ (πηγή: eurostat, ίδια επεξεργασία)

Μάνος Σκούφογλου

ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΣΜΟΣ

Είναι γνωστό ότι οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές της απορρύθμισης, παρά την έντονη αποστροφή για την κρατική παρέμβαση στην οικονομία και την εμμονή στη συρρίκνωση των κρατικών παραγωγικών και οικονομικών δραστηριοτήτων, χρειάστηκαν την πιο ενεργητική αρωγή του αστικού κράτους για να επιβληθούν. Η απορρύθμιση των αγορών, και πρώτα από όλα της αγοράς εργασιακής δύναμης (δηλαδή η αναίρεση των θεμελιωμένων συλλογικών δικαιωμάτων των εργαζομένων), ήταν στην πραγματικότητα προϊόν μιας κολοσσιαίας κρατικής ρύθμισης. Η ρύθμιση της απορρύθμισης έγινε δια πυρός και σιδήρου, και με τον ίδιο τρόπο επιβλήθηκε για χρόνια η κοινωνική ειρήνη, δηλαδή η υποταγή της εργατικής τάξης και ο συμβιβασμός σε συνθήκες συρρικνωμένων και συρρικνούμενων μισθών και δικαιωμάτων. Αυτό προϋπέθετε ένα κράτος από πολλές απόψεις ισχυρότερο από ό,τι προηγουμένως.

Παρόλα αυτά, το κυρίαρχο δόγμα ήταν και είναι πως η κρατική παρέμβαση στην οικονομία οφείλει να εξαντλείται στην επιτήρηση των όρων της ελευθερίας της αγοράς. Τι αλλαγές είναι δυνατό να επιφέρει η κρίση σε αυτό το δόγμα; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Η γεωγραφία της κρίσης»

Κρίση στην αγορά κατοικίας και σύγχρονος καπιταλισμός

Θάνος Ανδρίτσος – Αναδημοσίευση από τη Λέσχη.

ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ

Προσωρινή δυσλειτουργία ενός σταθερού συστήματος ή μόνιμη λειτουργία ενός ασταθούς συστήματος;

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ένα ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε πρόσφατα στην τηλεόραση έκλεινε με τη εικόνα ενός από τους εκατομμύρια απολυμένους σε όλη τη γη που «φόραγε» ένα μεγάλο πλακάτ και στεκόταν καθημερινά σε έναν κεντρικό δρόμο της Νέας Υόρκης. Την πράξη του την αιτιολογούσε κάπως έτσι: «Το κάνω αυτό για να δει ο κόσμος ότι υπάρχει κρίση. Σκεφτόμουν τόσο καιρό ότι αν κοιτάξεις μέσα στην πόλη δεν μπορείς να δεις πουθενά την κρίση».

Ενδιαφέρον. Έχουν άραγε εικόνα οι κρίσεις ή είναι μια κενή σελίδα και κάποιοι ακατανόητοι οικονομικοί δείκτες, ή μια καταστροφή που τη βιώνει κάθε οικογένεια κρυφά; Το κραχ του 29 έφτασε στις νεώτερες γενιές από τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες της τεράστιας μάζας έξω από τη Wall Street, τις πορείες των ανέργων και τα συσσίτια. Αν θέλαμε να προχωρήσουμε περαιτέρω θα βλέπαμε τις σημαίες κοινωνικών κινημάτων και επαναστάσεων, ενώ ένα πιο ανήσυχο και απαισιόδοξο μάτι, θα έβλεπε και υψωμένα χέρια ναζιστικών χαιρετισμών, θαλάμους αερίων και ένα τεράστιο χημικό μανιτάρι πάνω από πόλεις της Ιαπωνίας.

Υπάρχει όμως και μια πολύ πιο ορατή απεικόνιση της κρίσης, που ο καθένας τη συναντά όταν περιδιαβαίνει την πόλη και τις συνοικίες της, ειδικά στις δυτικές μητροπόλεις. Όταν συναντά ομάδες σύγχρονων άθλιων, φτωχών και άστεγων. Όταν το μάτι του πέφτει συνεχώς πάνω σε ταμπέλες ενοικιαστηρίων, πωλητηρίων, εξώσεων και κατασχέσεων. Ο τεχνίτης Tom Rendon, στο Stockton της California, ξέφυγε από τα οικονομικά του προβλήματα γιατί μία και μόνο δραστηριότητα, καλύπτει όλο το χρόνο του. Η δημιουργία και τοποθέτηση πολύχρωμων πινακίδων με μια μόνο λέξη πάνω τους. «Foreclosure», κατάσχεση υποθηκευμένου ακινήτου[i]. Αυτές οι εικόνες, εμφανίζονταν πάντοτε στον καπιταλιστικό κόσμο, σε περιόδους κρίσης όπως η σημερινή. Το ιδιαίτερο όμως είναι ότι σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αυτές οι εικόνες δεν είναι μόνο οι επιπτώσεις στην κοινωνία, αλλά συνδέονται άρρηκτα και με τις αιτίες εμφάνισης της κρίσης του συστήματος.

Το κλείσιμο της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, βρίσκει την ανθρωπότητα μέσα σε μια δεινή πραγματικότητα. Η κρίση που έχει ξεσπάσει από το 2008, έχει κλονίσει ολόκληρο τον κόσμο, και η απάντηση των κυρίαρχων σε αυτή έχει βυθίσει δισεκατομμύρια εργαζομένους σε απόγνωση. Δεν έχει ακόμα ξεπεραστεί, ανεξάρτητα με το αν μεταβάλλεται σε μορφή ή περιοχή εκδήλωσης όπως είναι η εκτίναξη της κρίσης του χρέους στην Ελλάδα και άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Συνήθως ως σημείο έναρξής της, θεωρείται η κατάρρευση του χρηματιστικού κολοσσού της Lehmann Brothers, στα μέσα του Σεπτέμβρη του 2008. Ωστόσο, τα πρώτα σημάδια της είχαν εμφανιστεί δύο χρόνια πριν, στην έκρηξη της φούσκας της αγοράς κατοικίας σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ. Το ερώτημα που δημιουργήθηκε στους περισσότερους είναι πώς γίνεται τα σκαμπανεβάσματα του real estate στην Καλιφόρνια και το Μαϊάμι, να επηρεάζουν ολόκληρη τη χρηματοπιστωτική σφαίρα, να σχετίζονται με την παρατεταμένη ύφεση, ή ακόμα και με τα «προγράμματα διάσωσης» ολόκληρων χωρών. Είναι αλήθεια ότι η απάντηση, απαιτεί μια σύνθετη μεθοδολογία και τη συνεκτίμηση πολλών παραγόντων. Αυτό θα επιχειρήσει αυτή η εργασία. Η βασική θέση όμως, είναι αρκετά απλή. Η έκρηξη της κατασκευαστικής φούσκας συνέβαλλε καθοριστικά στο ξετύλιγμα της παγκόσμιας κρίσης επειδή η δημιουργία αυτής ήταν βασικό συστατικό ολόκληρου του οικονομικού συστήματος. Πιο συγκεκριμένα: η αγορά και η πώληση γης και κτιρίων δεν είναι πλέον μια παράλληλη, δευτερεύουσα προς τον βασικό- βιομηχανικό κύκλο του κεφαλαίου, διαδικασία στην οποία μετέχουν μερίδες της αστικής τάξης, προερχόμενες από οικογένειες ιδιοκτητών γης. Αποτελεί, τόσο η ίδια όσο και οι χρηματοπιστωτικές σχέσεις γύρω από αυτήν, πυρηνικό κομμάτι της σύγχρονης καπιταλιστικής οικονομίας. Συνδέεται με ένα σύνολο διαδικασιών που οικοδόμησαν το πολιτικό και οικονομικό σύστημα τις τελευταίες δεκαετίες. Για αυτό το λόγο, η παρακμή της τροφοδότησε την παρακμή και κρίση ολόκληρου του σύγχρονου καπιταλισμού. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κρίση στην αγορά κατοικίας και σύγχρονος καπιταλισμός»

Fast Track: η οικονομική κρίση σήμερα και ο νόμος «επιτάχυνση και διαφάνεια υλοποίησης Στρατηγικών Επενδύσεων»

Βάσω Καλαμά

Ο νόμος 3894/2010 με τον τίτλο «επιτάχυνση και διαφάνεια υλοποίησης Στρατηγικών Επενδύσεων» – πιο γνωστός με την κωδική ονομασία «fast – track» – αποτελεί επί της ουσίας την έκφραση της πολιτικής του Μνημόνιου στα ζητήματα της πόλης, του χώρου και της δημόσιας γης. Στο νόμο του fast – track μπορεί να υπάγεται οποιοδήποτε έργο κρίνεται με κριτήρια απολύτως αυθαίρετα και αδιαφανή ως «μείζονος σημασίας» για την εθνική οικονομία και από τη στιγμή που υπάγεται δεν ισχύει γι’ αυτό απολύτως κανένας νομοθετικός περιορισμός. Το κράτος αναλαμβάνει να παρέχει κάθε δυνατή διευκόλυνση στον «στρατηγικό επενδυτή», να κατασκευάζει τα βοηθητικά έργα που θα καταστήσουν δυνατή την επένδυση, να καθορίζει ζώνες ελέγχου της δόμησης και των δραστηριοτήτων γύρω από τον χώρο υλοποίησης του έργου και να επιταχύνει τη διαδικασία αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την υλοποίηση κάθε επένδυσης. Το πεδίο εφαρμογής του νόμου είναι ευρύτατο και ενδεικτικά περιλαμβάνει την «αξιοποίηση» της έκτασης του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού αλλά και μέρος του τρέχοντος προγράμματος αποκρατικοποιήσεων για τη μείωση του δημόσιου χρέους. Επομένως κάθε πολεοδομική ρύθμιση καταργείται και επί της ουσίας αντί να προσαρμόζεται ο ιδιώτης επενδυτής στη νομοθεσία, προσαρμόζεται η νομοθεσία στις επιθυμίες του επενδυτή. Συνεπώς το μέλλον ολόκληρων ελληνικών πόλεων και κοινοτήτων θα μπορεί τελικά να καθορίζεται άμεσα και αποφασιστικά από τις συγκυριακές αποφάσεις των ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων, εγχώριων και διεθνών. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Fast Track: η οικονομική κρίση σήμερα και ο νόμος «επιτάχυνση και διαφάνεια υλοποίησης Στρατηγικών Επενδύσεων»»

Περιβάλλον και ανάπτυξη

Κώστας Βουρεκάς

Η σχέση της ανάπτυξης με το περιβάλλον είναι άμεση και ταυτόχρονα ιδιαίτερα πολύπλοκη. Κατ’ αρχήν οι διαδικασίες της ανάπτυξης συνεπάγονται π.χ. την άντληση πρώτων υλών και τη διάθεση απορριμμάτων στο φυσικό περιβάλλον. Σήμερα όμως αποτελεί κοινό τόπο ότι η ικανότητα του φυσικού περιβάλλοντος να παρέχει πρώτες ύλες και να απορροφά απορρίμματα δεν είναι απεριόριστη. Επομένως ο καπιταλισμός ως ένα σύστημα στο οποίο οι επιταχυνόμενοι ρυθμοί ανάπτυξης αποτελούν αναγκαιότητα θέτει σε άμεσο κίνδυνο το σύνολο των οικοσυστημάτων. Κάθε επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης – και κατά μείζονα λόγο οι αρνητικοί ρυθμοί ανάπτυξης – συνιστούν οικονομική ύφεση και κρίση, με τα δραματικά αποτελέσματα που αναδεικνύονται στην εποχή μας. Όμως αποδεικνύεται ότι η έννοια της ανάπτυξης δεν συνδέεται μονοσήμαντα με τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Αυτό το τελευταίο αποτελεί διακύβευμα της ταξικής πάλης. Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται η σύλληψη της έννοιας της ανάπτυξης με ποσοτικά κριτήρια όπως π.χ. ο ρυθμός αύξησης του Α.Ε.Π. Στο επίκεντρο κάθε οικολογικού προβληματισμού βρίσκεται η σχέση αυτών των κριτηρίων με το περιβάλλον. Και ενώ οι (νεο)φιλελεύθερες απόψεις προσπαθούν μάταια να συμφιλιώσουν την αέναη οικονομική μεγέθυνση με την περιβαλλοντική προστασία, ούτε οι μαρξιστικές προσεγγίσεις έμειναν ανεπηρέαστες από τις λογικές του συμβατικού, αστικού αναπτυξιακού υποδείγματος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Περιβάλλον και ανάπτυξη»